Γεώργιος Κιβωτός

αγωνιστής του 1821

Ο Γεώργιος Κιβωτός ή Κυβωτός (όπως συνήθιζε να υπογράφει) ήταν Έλληνας αγωνιστής και πολιτικός του 1821. Πριν από την συμμετοχή του στον ναυτικό αγώνα, ήταν καπετάνιος και πλοιοκτήτης από την Ύδρα.

Γεώργιος Κιβωτός
Γενικές πληροφορίες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
καπετάνιος
επαναστάτης
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΕλληνική Επανάσταση του 1821
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΥπουργός Ναυτικών της Ελλάδας

Προερχόταν από οικογένεια με μεγάλη ναυτική παράδοση, της οποίας η ενασχόληση με το εμπόριο και τη ναυτιλία έχει τις ρίζες της στην εποχή του Βυζαντίου. Με την άλωση της Πόλης, τα μέλη της οικογένειας διασκορπίστηκαν στην Ύδρα, την Εύβοια και τα Επτάνησα (στη Ζάκυνθο το όνομα συναντάται ως "Κιβετός"). Η πρώτη επισήμως καταγεγραμμένη αναφορά της δραστηριοποίησης της οικογένειας στις θαλάσσιες μεταφορές, συναντάται στα εμπορικά αρχεία της Μασσαλίας, όπου στους καταλόγους του έτους 1702, γίνεται σαφής αναφορά στον Έλληνα Πλοίαρχο, Georges Kivotos εκ της νήσου Ύδρας.

Η φήμη του ως πλοιάρχου εξαπλώθηκε ραγδαία, τρία χρόνια μετά τα γεγονότα του 1806. Εκείνη τη χρονιά, σημειώθηκε η έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου. Αρκετοί Υδραίοι καραβοκύρηδες τότε, αλλά και προεστοί του νησιού, παρασυρόμενοι από τις παροτρύνσεις του Ρώσσου Ναυάρχου Ντιμιτρι Σενιάβιν (που ναυλοχούσε στα ανοικτά του νησιού με Μοίρα του Τσαρικού Στόλου), δέχθηκαν να συνδράμουν στον κατά θάλασσα αγώνα. Ο Γ. Κιβωτός ωστόσο, μαζί με τον Ανδρέα Μιαούλη, τον Γεώργιο Βούλγαρη, τους αδελφούς Ιωάννη, Δημήτριο και Γεώργιο Κριεζή, Ιάκωβο Τομπάζη, δεν πείσθηκαν και ηγήθηκαν της μερίδας εκείνης των Υδραίων, που ενθυμούμενοι τα Ορλωφικά, τάχθηκαν κατά αυτής της κίνησης. Μετά όμως την αναχώρηση της Ρωσσικής Μοίρας από το νησί, οι κάτοικοί, φοβούμενοι αντίποινα από την πλευρά της Πύλης έκαναν πολλούς προεστούς να αλλάξουν στάση, δικαιώνοντας τους διαφωνούντες.

Το 1809, το φορτηγό πλοίο του Κιβωτού εκτοπίσματος 485 τόνων, δέχτηκε επίθεση μεταξύ του στενού Σικελίας-Μάλτας από κορβέττα στην οποία επέβαιναν Αλγερινοί πειρατές. Παρά την ανωτερότητα του αντιπάλου πλοίου, τόσο σε αριθμό πυροβόλων όσο και σε μέγεθος και ταχύτητα, ο Κιβωτός και το πλήρωμά του, κατόρθωσαν όχι μόνο να αποκρούσουν την επίθεσή του, αλλά και να το βυθίσουν. Όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στην "Ιστορία της νήσου Υδρας πρό της (Ελληνικής) Επαναστάσεως του 1821" του Γεωργίου Δ. Κριεζή: «...αλλά μετά την πράξιν ταύτην, ωρκίσθησαν άπαντες δια τον φόβον από των Τούρκων, ίνα μη είπωσιν εις τίνα το ηρωικόν τούτο κατόρθωμα και διαφημισθείν είς την Οθωμανικήν εξουσίαν. Αλλά το μυστικόν τούτο και τοι ρητώς απαγορευθέν υπό του Πλοιάρχου, διεκοίνωσαν οι ναύται έπειτα εις πολλούς υπό εμπιστοσύνην» [1].

Το 1813 πραγματοποιείται συμβούλιο όλων των προεστών της Ύδρας και αποφασίζεται η Διοίκηση του νησιού να ανατεθεί σε μία επιτροπή 24 επιφανών προσώπων της νήσου. Η Επιτροπή αυτή, χωρίστηκε σε δύο Σώματα, το πρώτο εκ των οποίων κλήθηκε να αναλάβει της τύχες του νησιού από 1ης Δεκεμβρίου 1813 έως 1η Δεκεμβρίου 1814. Σε αυτήν την πρώτη Επιτροπή που θα αναλάβει την Διοίκηση της Ύδρας, ο Γ. Κιβωτός συμμετέχει σ' αυτήν μαζί με τους Λάζαρο Κουντουριώτη, Δημήτριο Κριεζή, Σταμάτη Βουδούρη, Γ. Δοκό, Ν. Οικονόμου και άλλους επιφανείς Υδραίους. Το σύστημα Διοίκησης από την εκ περιτροπής Διοικούσα Επιτροπή συνεχίστηκε μέχρι και το ξέσπασμα της Επανάστασης, τα περισσότερα μέλη των δύο αυτών Επιτροπών, έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, καθώς συμμετείχαν ενεργά στον κατά θάλασσαν αγώνα.

Με το πέρας της πρότελευταίας του θητείας (1819) και με την επανάσταση να βρίσκεται πρό των πυλών, αναχωρεί με τους επίσης μυημένους στη Φιλική Εταιρεία Υδραίους καραβοκύρηδες, Ανδρέα Μιαούλη και Α. Δρίτζα για την Βενετία. Οι τρείς τους μένουν εκεί κατά το πρώτο εξάμηνο του 1820 και επιδίδονται σε μία σειρά ναυπηγήσεων νέων, μεγαλύτερων και βαρύτερα εξοπλισμένων πλοίων, τα οποία στη συνέχεια θα τα θέσουν στην υπηρεσία του εθνοαπελευθερωτικού αγώνα. Στις 20 Ιουλίου 1821 μαζί με τους Φραγκίσκο Βούλγαρη, Μανώλη Τομπάζη και Ανδρέα Μιαούλη έθεσαν με έγγραφό τους στη διάθεση της πατρίδας τις υπηρεσίες τους και το σύνολο των πλοίων τους, καθώς και ένα μεγάλο μέρος της προσωπικής τους περιουσίας[2].

Ο Κιβωτός, με ναυαρχίδα του το μπρίκι «ΗΡΑΚΛΗΣ», συμμετείχε σε πολλές αναμετρήσεις του κατά θάλασσαν αγώνα, αρκετές εξ αυτών στο πλευρό του επιστήθιου φίλου του, Ανδρέα Μιαούλη. Η μεγαλύτερή του στιγμή, ήταν όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο Αιγυπτιακά πλοία τα οποία τον περικύκλωσαν. Οι Αιγύπτιοι γνώριζαν ότι βάζοντας το πλοίο του στη μέση, ο Έλληνας Πλοίαρχος δεν είχε άλλη επιλογή από το να παραδοθεί, καθώς σε τέτοιες περιπτώσεις η βύθιση είναι δεδομένη. Ωστόσο ο Κιβωτός, ενημέρωσε το πλήρωμά του, ότι δεν σκόπευε να καταθέσει τα όπλα και διέταξε άπνατες να λάβουν θέσεις μάχης. Ορισμένοι από τους άνδρες του, θεώρησαν εντελώς παράτολμο το εγχείρημα αυτό, καθώς το να βάλει ένα πλοίο του αυτού μεγέθους ταυτόχρονα και με τις δύο ομοχειρίες, υπήρχε σοβαρή περίπτωση να ανοίξει στα δύο και να βυθιστεί άμεσα. Ο ίδιος όμως αντέκρουσε αυτές τις αντιρρήσεις, αναφερόμενος στο γεγονός ότι την ναυπήγησης του πλοίου του, είχε επιβλέψει ο ίδιος και επικαλούμενος τον πατριωτισμό τους, έπεισε μέχρι και το τελευταίο. Έτσι, όταν τα εχθρικά πλοία πλησίασαν σε απόσταση βολής, έτοιμα να καταλάβουν το πλοίο, ο «ΗΡΑΚΛΗΣ» έβαλε με όλα τα του τα πυροβόλα συντογχρόνως. Μέχρι να συνέλθουν από τον αιφνιδιασμό τα Αιγυπτιακά πληρώματα, ο Κιβωτός είχε ήδη αλλάξει θέση βολής και σφυροκοπόντας τα εναλλάξ κατάφερε να τα βυθίσει και τα δύο!

Στη συνέχεια, ο Γεώργιος Κιβωτός έγινε ο πρώτος υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Το 1823 κατά την διάρκεια των εργασιών της Β΄ Εθνοσυνέλευσης Άστρους εκλέχτηκε μέλος του Εκτελεστικού του 1823, της δεύτερης ελληνικής κυβέρνησης, όπου διορίσθηκε υπουργός των ναυτικών μαζί με τους Ιωάννη Λαζάρου και Ιωάννη Καλημέρη[3].

Με την παραίτηση των Λαζάρου και Καλημέρη (τον Δεκέμβριο του 1823 και τον Μάιο του 1824 αντίστοιχα), ο Γεώργιος Κιβωτός έμεινε μόνος στη θέση του Υπουργού. Αργότερα, εξελέγη Βουλευτής κατά την πρώτη διακυβέρνηση της χώρας από το κόμμα του Δημήτριου Βούλγαρη.

Ο πλούτος που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει προεπαναστατικά δραστηριοποιούμενος στη ναυτιλία, η υψηλή κοινωνική του θέση, και η φήμη που τον συνόδευε από τη ναυτική του δράση, τον κατέστησαν μία από τις πλέον εξέχουσες φυσιογνωμίες της Υδραϊκής κοινωνίας της εποχής. Εκτός από τη διάθεση του μεγαλύτερου μέρους των επικερδών δραστηριοτήτων του, στον αγώνα για την απελευθέρωση, είχε αφιερώσει μεγάλα ποσά σε διάφορα κοινωφελή έργα που είχε ανάγκη το νησί κατά καιρούς. Πρός το τέλος της ζωής του, παραχώρησε ως δωρεά στην εκκλησία, το μικρό νησί απέναντι από την παραλία Μώλος, της Ύδρας, που μέχρι τότε αποτελούσε μέρος της προσωπικής του περιουσίας. Στο νησάκι το οποίο μέχρι και σήμερα φέρει το όνομά του (Νήσος Κιβωτού) υπάρχει ακόμα το μικρό ξωκλήσι που είχε κτίσει ο ίδιος προς τιμήν της Παναγίας.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία