Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona), ή Κυριάκος Πιτσικόλι (Ciriaco de Pizzicolli, 1391 - 1452), όπως είναι το πραγματικό του όνομα, υπήρξε σημαντικός αρχαιοδίφης της εποχής της Αναγέννησης, Ιταλός έμπορος κι ουμανιστής, ενώ θεωρείται ο πρόδρομος τόσο του περιηγητισμού και της σύγχρονης επιστήμης της αρχαιολογίας.

Κυριακός Αγκωνίτης
Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1391
Ανκόνα
Θάνατος1452
Κρεμόνα
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙταλικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταέμπορος
αρχαιολόγος
συγγραφέας
ανθρωπολόγος
ιστορικός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου 1391 στην Ανκόνα της Ιταλίας από οικογένεια εμπόρων που ταξίδευε συχνά. Αρχίζοντας απ' τα 9 του χρόνια με τον παππού του, πραγματοποίησε ένα πλήθος ταξιδιών ως έμπορος στην νότια Ιταλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή. Επηρεασμένος από το ουμανιστικό ρεύμα της εποχής του και το ενδιαφέρον γι αρχαία κείμενα κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, η προσοχή του προσελκύστηκε από το πλήθος αρχαιοτήτων που συνάντησε στις περιοχές αυτές. Γι' αυτόν τον λόγο άρχισε να ταξιδεύει για αμιγώς ερευνητικούς σκοπούς, με στόχο την λεπτομερή και σχολαστική καταγραφή των αρχαίων μνημείων, την πραγματοποίηση σχεδίων, την συλλογή αρχαίων έργων τέχνης (μεταλλίων, αγαλματιδίων ή χειρογράφων) και την αντιγραφή αρχαίων επιγραφών. Έμαθε καλά αρχαία ελληνικά και για να το δείξει αποκαλούσε τον εαυτό του "Αγκωνιεύς"[1].

Το 1422 βρέθηκε προσωρινά στην υπηρεσία των Οθωμανών Τούρκων υπό το σουλτάνο Μουράτ Β κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης στην οποία βασίλευε ο Μανουήλ Β Παλαιολόγος. Εκεί άρχισε να μαθαίνει κι ελληνικά. Διαβάζοντας αρχαίες ελληνικές επιγραφές βελτίωνε συνεχώς τις γλωσσικές και τοπογραφικές του γνώσεις. Εντυπωσίασε με τις γνωσεις του και κέρδισε την υποστήριξη του λεγάτου του πάπα στην Ανκόνα Ευγένιου (αργότερα πάπα Ευγένιου Δ)από το 1420 ως το 1422, του Κοζιμο των Μεδίκων και των Βισκόντι από το Μιλάνο. Χάρη σε ένα σκίτσο του, μας διασώθηκε η περίφημη στήλη του Ιουστινιανού στην Κωνσταντινούπολη περί το 1425, πριν καταστραφεί από τους Οθωμανούς.

Το 1433 ήταν στη Σιένα της Τοσκάνης στην αυλή του Σιγισμόνδο, που χε ερθει για να στεφθεί αυτοκράτορας και του ανατέθηκε η περιήγηση του αυτοκράτορα ανάμεσα στις εντυπωσιακές αρχαιότητες της Ρώμης. Το 1435 εξερευνούσε και παλι ταξιδεύοντας την Έλλαδα κ την Αίγυπτο αντιγράφοντας ιερογλυφικά στις πυραμίδες.

Ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε τη σημασία των αρχαιολογικών ευρημάτων στην Ερέτρια της Εύβοιας[2]. Στις 5 Απριλίου 1436 την επισκέφτηκε και σχεδίασε με ακρίβεια την τοποθεσία των αρχαίων τειχών, του θεάτρου και της ακρόπολης αναφέροντας ενδεικτικές επιγραφές. Συνέλλεξε πολλά χειρόγραφα, αντικείμενα και θραύσματα αγγείων της αρχαιότητας. Σε μια σειρά από μεγάλα ταξίδια επισκέφτηκε τη Ρόδο, την Πελοπόννησο(το 1437 συνάντησε στο Μυστρά το δεσπότη Θεόδωρο Β' Παλαιολόγο), τους Δελφούς, την Αθήνα, τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, την Κύπρο, τη Βυρηττό, τη Δαμασκό κι άλλα μέρη. Ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε στα ερείπια κοντά σ' ενα μοναστήρι το 1436 στην Αλβανία την αρχαία Απολλωνία όπου κάποτε έμαθε ελληνικά ο Οκταβιανός Αύγουστος. Διατηρούσε αλληλογραφία με το λόγιο Φραγκίσκο Φίλελφο.

Το 1439 βρέθηκε στη Φλωρεντία κατά την ιστορική Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας και συνόδεψε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η Παλαιολόγο σε μια από τις εκδρομές του[1].

Το 1447 επέστρεψε στο Μυστρά όπου συνάντησε το γηραιό Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό, τον τότε Δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο ΙΑ Παλαιολόγο και τον 17χρονο τότε Λαόνικο Χαλκοκονδύλη με τον οποίο συνεννοήθηκε σε άριστα αρχαία ελληνικά[1].

Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε ήσυχα στην Κρεμόνα. Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς πέθανε αλλά η τελευταία του σημείωση χρονολογείται στο 1452.

ΠεποιθήσειςΕπεξεργασία

Πίστευε στην ενότητα καθολικών και ορθοδόξων χριστιανών για να σταματήσουν από κοινού τη ραγδαία εξάπλωση των Οθωμανών Τούρκων, γι' αυτό υποστήριξε με πάθος τη Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας και τη διακύρηξή της. Μίλησε γι' αυτό στον πάπα Ευγένιο Δ και σε άλλους άρχοντες της εποχής του όπως τους δεσπότες του Μυστρά Θεόδωρο Παλαιολόγο κι έπειτα τον αδελφο του Κωνσταντίνο[3][4].

ΈργοΕπεξεργασία

Στις έρευνές του συναντούμε πρώιμα δείγματα επιστημονικής μεθοδολογίας, με την πραγματοποίηση τοπογραφικών παρατηρήσεων, τον σχεδιασμό κατόψεων και την σύγκριση πηγών και χειρογράφων. Δείγματα της μεθοδολογίας αυτής συναντούμε πολύ αργότερα, τον 19ο πλέον αιώνα, στο έργο περιηγητών κι αρχαιολόγων που θα συγκροτήσουν σταδιακά την επιστήμη της αρχαιολογίας, ενώ στη συλλογή των χειρογράφων με τις παρατηρήσεις του και τις καταγραφές του στα μνημεία της αρχαιότητας, που αποτελεί ένα εξάτομο έργο με τον τίτλο Commentaria, θα βασιστούν πολλοί μεταγενέστεροι μελετητές, όπως ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος που αντέγραψε κάποια απ αυτά στη Ρώμη ανάμεσα στα 1455 και 1468. Δυστυχώς τα Commentaria καταστράφηκαν σε πυρκαγιά το 1514, με αποτέλεσμα να εξαφανισθούν πολλές πολύτιμες πληροφορίες που αφορούσαν στις ελληνικές αρχαιότητες, οι οποίες την εποχή του Κυριακού, τον 14ο - 15ο αιώνα, σώζονταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σύγκριση με τον 19ο αιώνα, οπότε πραγματοποιήθηκε και η συστηματική πλέον αρχαιολογική τους έρευνα. Αποσπάσματα του έργου του συναντά κανείς σε χειρόγραφα που βρίσκονται σε ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες, κυρίως στη Γερμανία και την Ιταλία.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Cyriac of Ancona: Later Travels (2004) edited and translated by Edward W. Bodnar and Clive Foss. ISBN 0-674-00758-1
  • Cyriacus of Ancona and Athens (1960), edited and translated by Edward Bodnar. Vol. XLIII of Latomus Revue d'Études Latines.
  • Cyriacus of Ancona's Journeys in the Propontis and the Northern Aegean, 1444-1445 (1976), edited and translated by Edward Bodnar and C. Mitchell.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Edward W. Bodnar SJ: Cyriacus of Ancona and Athens. Latomus, Bruxelles-Berchem 1960.
  • Edward W. Bodnar, Charles Mitchell (Hrsg.): Cyriacus of Ancona’s journeys in the Propontis and the Northern Aegean, 1444–1445. American Philosophical Society, Philadelphia 1976, ISBN 0-87169-112-4.
  • Edward W. Bodnar, Clive Foss (Hrsg.): Cyriac of Ancona: Later travels. Harvard University Press, Cambridge, MA 2003, ISBN 0-674-00758-1.
  • Jean Colin: Cyriaque d’Ancône. Le voyageur, le marchand, l’humaniste. Maloine, Paris, 1981, ISBN 2-224-00683-7.
  • Gianfranco Paci (Hrsg.): Ciriaco d’Ancona e la cultura antiquaria dell’Umanesimo. Atti del convegno internazionale di studio, Ancona, 6–9 febbraio 1992. Diabasis, Reggio Emilia 1998, ISBN 88-8103-031-4.
  1. 1,0 1,1 1,2 «ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ - ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟ 1402». Scribd (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 10 Μαΐου 2019. 
  2. Richardson, Rufus B. (1891-09). «Excavations by the School at Eretria, 1891. II. Inscriptions Discovered at Eretria, 1891». The American Journal of Archaeology and of the History of the Fine Arts 7 (3): 246. doi:10.2307/496091. ISSN 1540-5079. http://dx.doi.org/10.2307/496091. 
  3. Lindner, Rudi Paul (1980-10). «Mehmed the Conqueror and His Time. Franz Babinger». Speculum 55 (4): 765–766. doi:10.2307/2847665. ISSN 0038-7134. http://dx.doi.org/10.2307/2847665. 
  4. Ribilotta, Elisa; Clementi, Francesco; Pellegrino, Marco; Poiani, Marina; Gazzani, Valentina; Santilli, Graziano; Lenci, Stefano (2018). Monitoring cultural heritage buildings: The San Ciriaco bell-tower in Ancona. Author(s). doi:10.1063/1.5079151. http://dx.doi.org/10.1063/1.5079151.