Άνοιγμα κυρίου μενού

Λουδοβίκος Γ΄ της Βαυαρίας

Βασιλιάς της Βαυαρίας

Ο Λουδοβίκος Γ΄ (Ludwig III, 7 Ιανουαρίου 1845 - 18 Οκτωβρίου 1921) ήταν ο τελευταίος Βασιλιάς της Βαυαρίας κατά τα έτη 1913 ως 1918. Το πλήρες όνομά του ήταν Λουδοβίκος Λεοπόλδος Ιωσήφ Μαρία Αλόις Αλφρέδος.[1]

Λουδοβίκος Γ΄
König Ludwig III. von Bayern.jpg
Περίοδος5 Νοεμβρίου 1913 – 13 Νοεμβρίου 1918
ΠροκάτοχοςΌθων
Διάδοχοςκανένας (κατάργηση του Βασιλείου)
Γέννηση7 Ιανουαρίου 1845
Μόναχο, Βασίλειο της Βαυαρίας
Θάνατος18 Οκτωβρίου 1921 (76 ετών)
Σαρβάρ, Βασίλειο της Ουγγαρίας
Τόπος ταφήςΦράουενκιρχε, Μόναχο
ΣύζυγοςΜαρία Θηρεσία της Αυστρίας-Έστης
ΕπίγονοιΡούπρεχτ
Αντελγκούντε
Μαρία-Λουδοβίκα
Κάρολος
Φραγκίσκος
Ματθίλδη
Χιλντεγκάρντε
Βίλτρουντ
Χέλμτρουντ
Γκουντελίντε
ΟίκοςΒίττελσμπαχ
ΠατέραςΛεοπόλδος
ΜητέραΑυγούστα Φερδινάνδα της Αυστρίας
ΘρησκείαΡωμαιοκαθολικισμός
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Πρώιμα χρόνιαΕπεξεργασία

 
Ο Λουδοβίκος σε νεαρή ηλικία.

Ο Λουδοβίκος γεννήθηκε στο Μόναχο στις 7 Ιανουαρίου 1845. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Πρίγκιπα Λεοπόλδου της Βαυαρίας και της συζύγου του Αυγούστας Φερδινάνδας της Αυστρίας, κόρης του Λεοπόλδου Β΄ μεγάλου δούκα της Τοσκάνης. Πήρε το όνομά του προς τιμήν του παππού του, βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας.[1]

Πέρασε τα πρώτα του χρόνια διαμένοντας στην Κατοικία του Μονάχου και όταν έγινε 10 ετών η οικογένειά του μετακόμισε στο Παλάτι Λόιχτενμπεργκ. Τα έτη 1852-1863 παρακολουθούσε μαθήματα από τον Φερντινάντ φον Μαλέτς, λοχαγό του βαυαρικού στρατού.[2][3]

Το 1861, σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο Λουδοβίκος ξεκίνησε τη στρατιωτική του καριέρα, όταν ο θείος του βασιλιάς Μαξιμιλιανός Β΄ της Βαυαρίας του έδωσε το βαθμό του υπολοχαγού. Ένα χρόνο αργότερα εισήχθη στο Λουδοβίκειο-Μαξιμιλιάνειο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου σπούδασε νομικά και οικονομικά. Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών έγινε αυτόματα μέλος της γερουσίας του νομοθετικού σώματος της Βαυαρίας.[4]

Το 1866 η Βαυαρία θα συμμαχήσει με την Αυστριακή Αυτοκρατορία στον Αυστροπρωσικό πόλεμο. Ο Λουδοβίκος συμμετέχοντας στη μάχη του Χέλμστετ, δέχτηκε μια σφαίρα στο μηρό του. Αργότερα τιμήθηκε με στρατιωτικά παράσημα για τη συμμετοχή του αυτή.[5]

Γάμος και οικογένειαΕπεξεργασία

 
Ο Λουδοβίκος, η σύζυγός του Μαρία Θηρεσία και ο γιος τους Ροβέρτος.

Τον Ιούνιο του 1867 ο Λουδοβίκος επισκέφθηκε τη Βιέννη για να παραστεί στην κηδεία της ξαδέλφης του, Αρχιδούκισσας της Αυστρίας Ματθίλδης[6]. Ενώ βρισκόταν εκεί θα γνωρίσει την δεκαοκτάχρονη Μαρία-Θηρεσία, κόρη του Φερδινάνδου-Καρόλου της Λωρραίνης-Αυστρίας-Μόντενα. Στις 20 Φεβρουαρίου 1868 στην Εκκλησία του Αγίου Αυγουστίνου στη Βιέννη ο Λουδοβίκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία.[7]

Με το γάμο του ο Λουδοβίκος έγινε αρκετά πλούσιος· η Μαρία-Θηρεσία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της μεγάλη ακίνητη περιουσία. Τα έσοδα από αυτά την περιουσία επέτρεψαν στο Λουδοβίκο να αγοράσει ένα κτήμα στο Λεουτστέτεν της Βαυαρίας. Με την πάροδο των ετών το κτήμα του Λεουτστέτεν έγινε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο κερδοφόρα του βασιλείου. Ο Λουδοβίκος μερικές φορές αποκαλούνταν ως γαλακτοπαραγωγός, λόγω του ενδιαφέροντός του για τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Μάλιστα το 1868 έγινε Επίτιμος Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής της Βαυαρικής Γεωργικής Κοινότητας. Ενδιαφέρον έδειξε επίσης για την τεχνολογία και ιδιαίτερα για την υδροενέργεια και τις μεταφορές μέσω του νερού.[8]

Παρά το γεγονός ότι το ζευγάρι διατήρησε μια κατοικία στο Μόναχο, το Παλάτι Λόιχτενμπερκ, επέλεξε να ζήσει κυρίως στο Λόιτστετεν. Ο Λουδοβίκος και η Μαρία-Θηρεσία είχαν ένα πολύ χαρούμενο και αφοσιωμένο γάμο, που κατέληξε σε δεκατρία παιδιά:[8]

Άλλα τρία τέκνα απεβίωσαν πριν την ενηλικίωσή τους.

Αντιβασιλέας της ΒαυαρίαςΕπεξεργασία

Στις 12 Δεκεμβρίου 1912 ο πατέρας του Λουδοβίκου, Λεοπόλδος, απεβίωσε. Ο Λεοπόλδος είχε συμμετάσχει ενεργά στην εκθρόνιση του ανιψιού του, Βασιλιά Λουδοβίκου Β΄ και είχε επίσης ενεργήσει ως αντιβασιλέας για τον άλλο του ανιψιό, τον Βασιλιά Όθωνα. Μολονότι ο Όθωνας θεωρούνταν βασιλιάς από το 1886, βρισκόταν υπό ιατρική παρακολούθηση από το 1883 και ήταν κατανοητό ότι ήταν διανοητικά ανίκανος να βασιλεύσει. Ο Λουδοβίκος, επομένως, με το θάνατο του πατέρα του, γινόταν αμέσως αντιβασιλέας.[9][10]

Σχεδόν αμέσως ορισμένοι κύκλοι του Τύπου, καθώς και άλλων κοινωνικών ομάδων, άρχισαν να ζητούν να αναδειχθεί βασιλιάς ο Λουδοβίκος, αντί για αντιβασιλέας. Έτσι, το βαυαρικό νομοθετικό σώμα στις 4 Νοεμβρίου 1913 θα τροποποιήσει το σύνταγμα της Βαυαρίας και περιέλαβε ρήτρα που όριζε ότι, εάν η αντιβασιλεία για λόγους ανικανότητας του βασιλιά διαρκούσε για πάνω από δέκα χρόνια τότε ο αντιβασιλέας θα είχε τη δυνατότητα να διεκδικήσει το θρόνο για τον εαυτό του. Η συνταγματική τροποποίηση έτυχε ευρείας αποδοχής καθώς υπήρξαν 122 ψήφοι υπέρ και μόλις 27 κατά. Την επόμενη ημέρα στις 5 Νοεμβρίου 1913 ο Λουδοβίκος θα καθαιρέσει τον Όθωνα και θα ανακηρυχθεί βασιλιάς της Βαυαρίας. Το νομοθετικό σώμα επικύρωσε την πράξη αυτή του Λουδοβίκου στις 8 Νοεμβρίου.[11]

Βασιλιάς της ΒαυαρίαςΕπεξεργασία

Η σύντομη βασιλεία του Λουδοβίκου είχε συντηρητικά χαρακτηριστικά και επηρεάστηκε από την εγκύκλιο της καθολικής εκκλησίας Rerum Novarum. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 ο Λουδοβίκος διακήρυξε την αλληλεγγύη της Βαυαρίας υπέρ του Βερολίνου. Αργότερα απαίτησε εδαφικά κέρδη για τη Βαυαρία (την Αλσατία και την πόλη της Αμβέρσας). Στόχος του ήταν να διατηρηθεί η ισορροπία των δυνάμεων μεταξύ της Πρωσίας και της Βαυαρίας στο πλαίσιο της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.[12]

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Λουδοβίκος, θα κατηγορηθεί ως πιστός της Πρωσίας και θα γίνει ιδιαίτερα αντιδημοφιλής. Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, θα ξεσπάσει η Νοεμβριανή επανάσταση. Στις 7 Νοεμβρίου του 1918 ο Λουδοβίκος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Μόναχο με την οικογένειά του. Ήταν ο πρώτος από τους μονάρχες της Γερμανικής Αυτοκρατορίας που εκθρονιζόταν.[13]

Στις 12 Νοεμβρίου 1918 ο Λουδοβίκος θα συναντήσει στο Σάλτσμπουργκ τον πρωθυπουργό Ότο φον Νταντλ στον οποίο θα δώσει μια διακήρυξη με την οποία απάλλαζε όλους τους κυβερνητικούς αξιωματούχους και τους στρατιωτικούς από την πίστη τους σε εκείνον. Παρότι δεν υπήρξε επίσημη παραίτησή του από το θρόνο ο Λουδοβίκος θεωρούσε ότι ήταν πλέον αδύνατον να συνεχίζει να κυβερνά. Παρ΄ όλα αυτά, η νεοσυσταθείσα δημοκρατική κυβέρνηση του Κουρτ Άισνερ, ερμήνευσε το κείμενο του Λουδοβίκου ως παραίτηση.[14]

Τελευταία χρόνιαΕπεξεργασία

Η σύζυγός του Λουδοβίκου, Μαρία Θηρεσία, θα πεθάνει στις 3 Φεβρουαρίου 1919 στο Κάστρο Βίλντενβαρτ. Λίγες μέρες αργότερα θα δολοφονηθεί ο Άισνερ και ο Λουδοβίκος φοβούμενος ότι θα μπορούσε να είναι το θύμα μιας νέας δολοφονίας, θα καταφύγει στην Ουγγαρία και αργότερα στο Λίχτενσταϊν και την Ελβετία. Στη Βαυαρία θα επιστρέψει τον Απρίλιο του 1920 και θα παραμείνει εκεί ως το Σεπτέμβριο του 1921, οπότε και θα πραγματοποιήσει ταξίδι στο Σαρβάρ της Ουγγαρίας. Θα πεθάνει εκεί στις 18 Οκτωβρίου.[1]

Στις 5 Νοεμβρίου 1921 η σωρός του Λουδοβίκου θα μεταφερθεί στο Μόναχο για την πραγματοποίηση της κηδείας. Παρά τους φόβους ότι η κηδεία θα μπορούσε να προκαλέσει φιλομοναρχικά αισθήματα, ο Λουδοβίκος τιμήθηκε από την βαυαρική κυβέρνηση, στρατιωτικούς αξιωματούχους και περίπου 100.000 πολίτες. Η ταφή του έγινε στην κρύπτη του Ναού Φράουενκιρχε.[1][15]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ludwig III. von Bayern, 1845–1921, Ein König auf der Suche nach seinem Volk, Alfons Beckenbauer (Regensburg: Friedrich Pustet, 1987).
  • Ludwig, Prinz von Bayern, Ein Lebens und Charakterbild, Hans Reidelbach (München: Eduard Pohls, 1905).
  • Von der Umsturznacht bis zur Totenbahre: Die letzte Leidenszeit König Ludwigs III., Arthur Achleitner (Dillingen: Veduka, 1922).
  • Ludwig III. König von Bayern: Skizzen aus seiner Lebensgeschichte, Hubert Glaser (Prien: Verkerhrsverband Chiemsee, 1995).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ludwig III of Bavaria της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).