Η Ουγγαρία (ουγγρικά: Magyarország) είναι χώρα που βρίσκεται στην Κεντρική Ευρώπη.[6] Έχει ως πρωτεύουσα τη Βουδαπέστη, επίσημη γλώσσα τα ουγγρικά και ως νόμισμα το φόριντ. Η σημαία της αποτελείται από τρεις οριζόντιες λωρίδες, κόκκινη, άσπρη και πράσινη και ο εθνικός της ύμνος είναι ο Himnusz. Με επιφάνεια 93.030 τ.χλμ. στη Λεκάνη των Καρπαθίων, εκτείνεται σε 250 χλμ. από το βορρά στο νότο και σε 524 χλμ. από τα δυτικά στα ανατολικά. Έχει 2.009 χλμ. συνόρων (με την Αυστρία στα δυτικά, τη Σερβία, την Κροατία και τη Σλοβενία στα νότια και στα νοτιοδυτικά, τη Ρουμανία στα νοτιοανατολικά, την Ουκρανία στα βορειοανατολικά και τη Σλοβακία στο βορρά.) [7]Με περίπου 10 εκατομμύρια κατοίκους η Ουγγαρία είναι ένα μεσαίου μεγέθους κράτος μέλος της Ευρωπαικής Ενωσης.[8] Επίσημη γλώσσα της είναι η Ουγγρική, που είναι η ευρύτερα ομιλούμενη Ουραλική γλώσσα, και μια από τις λίγες μη Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, που ομιλούνται ευρέως στην Ευρώπη. [9] Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της είναι η Βουδαπέστη και άλλες μεγάλες πόλεις οι Ντέμπρετσεν, Σέγκεντ, Μίσκολτς, Πετς και Γκιέρ.

Ουγγαρία
Magyarország

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: Κανένα
Ιστορικά: Cum Deo pro Patria et Libertate (Με την βοήθεια του Θεού για την πατρίδα και την ελευθερία ή Regnum Mariae Patronae Hungariae (Βασίλειο της Μαρίας Προστάτιδος της Ουγγαρίας)[1]
Εθνικός ύμνος: Isten, áldd meg a magyart
Θεέ, ευλόγησε το Ουγγαρικό έθνος
Η θέση της Ουγγαρίας (σκούρο πράσινο)
-στην Ευρωπαϊκή ήπειρο (πράσινο και σκούρο γκρι)
-στην Ευρωπαϊκή Ένωση (πράσινο)
και μεγαλύτερη πόληΒουδαπέστη
47°28′19″N 19°03′01″E / 47.471944°N 19.050278°E / 47.471944; 19.050278 (Βουδαπέστη)
Ουγγρική
Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Γιάνος Άντερ
Βίκτορ Όρμπαν
Ίδρυση της Ουγγαρίας
Τρίτη Δημοκρατία
Ισχύον Σύνταγμα
895
23 Οκτωβρίου 1989
1η Ιανουαρίου 2012
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα

93.028 km2 (110η)
0,74%
2.185 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2020 
 • Απογραφή 2011 
 • Πυκνότητα 

9.769.526[2] (93η) 
9.937.628 [3]  
105,0 κατ./km2 (107η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2016)
 • Κατά κεφαλή 

270,285 δισ. $[4] (53η)  
27.481 $[4] (45η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2016)
 • Κατά κεφαλή 

125,675 δισ. $[4] (52η)  
12.778 $[4] (47η) 
ΔΑΑ (2019)Αύξηση 0,854[5] (40η) – πολύ υψηλός
ΝόμισμαΦιορίνι (HUF)
 • Θερινή ώραCET (UTC +1)
(UTC +2)
ISO 3166-1HU
Internet TLD.hu και .eu ως μέλος της ΕΕ
Οδηγούν σταδεξιά
Κωδικός κλήσης+36

Η περιοχή της σημερινής Ουγγαρίας κατοικήθηκε για αιώνες διαδοχικά από λαούς, όπως οι Κέλτες, οι Ρωμαίοι, Γερμανικά φύλα, Ούννοι, Δυτικοί Σλάβοι και Άβαροι. Τα θεμέλια του Ουγγρικού κράτους τέθηκαν στα τέλη του ένατου αιώνα μ.Χ. από τον Ούγγρο μεγάλο πρίγκιπα Άρπαντ μετά την κατάκτηση της λεκάνης των Καρπαθίων.[10][11] Ο δισέγγονός του Στέφανος Α΄ ανέβηκε στο θρόνο το 1000, μετατρέποντας το κράτος του σε Χριστιανικό βασίλειο. Το 12ο αιώνα η Ουγγαρία έγινε περιφερειακή δύναμη, φτάνοντας στο πολιτιστικό και πολιτικό της απόγειο το 15ο αιώνα. [12]Μετά τη Μάχη του Μόχατς το 1526 η Ουγγαρία καταλήφθηκε εν μέρει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1541–1699). Η χώρα τέθηκε ολόκληρη υπό την κυριαρχία των των Αψβούργων κατά την είσοδο του 18ου αιώνα και αργότερα συνίδρυσε μια Μοναρχία με την Αυστριακή Αυτοκρατορία, σχηματίζοντας την Αυστροουγγαρία, μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη.[13]

Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία κατέρρευσε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η Συνθήκη του Τριανόν που ακολούθησε καθόρισε τα σημερινά σύνορα της Ουγγαρίας, με αποτέλεσμα την απώλεια του 71% του εδάφους της, του 58% του πληθυσμού της και του 32% των Ούγγρων.[14][15][16]Μετά την ταραχώδη περίοδο του μεσοπολέμου η Ουγγαρία εντάχθηκε στις Δυνάμεις του Άξονα κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπέστη σημαντικές καταστροφές και απώλειες.[17][18] Η μεταπολεμική Ουγγαρία έγινε ένα κράτος-δορυφόρος της Σοβιετικής Ένωσης, που συνέβαλε στην εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας που διήρκεσε τέσσερις δεκαετίες (1949[19] –1989). [20][21]Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1956 ενάντια στην υποστηριζόμενη από τους Σοβιετικούς κυβέρνηση, η Ουγγαρία έγινε ένα συγκριτικά πιο ελεύθερο, αν και ακόμη καταπιεστικό, μέλος του Ανατολικού Μπλοκ. Το κρίσιμο άνοιγμα των προηγουμένως αυστηρά ελεγχόμενων συνόρων με την Αυστρία το 1989 επιτάχυνε την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και, στη συνέχεια, της Σοβιετικής Ένωσης.[22][23] Στις 23 Οκτωβρίου 1989 η Ουγγαρία έγινε δημοκρατική κοινοβουλευτική δημοκρατία. [24]

Η Ουγγαρία θεωρείται ανεπτυγμένη χώρα με οικονομία υψηλού εισοδήματος και πολύ υψηλό Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης.[25][26][27] Οι Ούγγροι απολαμβάνουν καθολική υγειονομική περίθαλψη και δευτεροβάθμια εκπαίδευση χωρίς δίδακτρα.[28][29] Η πολιτιστική ιστορία της Ουγγαρίας περιλαμβάνει σημαντικές συνεισφορές στις τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία, τον αθλητισμό, την επιστήμη και την τεχνολογία.[30][31][32][33] Είναι ο δέκατος τρίτος δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός στην Ευρώπη, προσελκύοντας 15,8 εκατομμύρια ξένους τουρίστες το 2017,[34] λόγω αξιοθέατων όπως το μεγαλύτερο σύστημα ιαματικών πηγών σπηλαίων στον κόσμο, η δεύτερη μεγαλύτερη θερμική λίμνη, η μεγαλύτερη λίμνη στην Κεντρική Ευρώπη και τα μεγαλύτερα λιβάδια στην Ευρώπη.[35][36]

Η πολιτιστική, ιστορική και ακαδημαϊκή διάκριση της Ουγγαρίας την καθιστά μεσαία δύναμη στις παγκόσμιες υποθέσεις.[37][38] Η Ουγγαρία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 και ανήκει στις Χώρες του Σένγκεν από το 2007.[39] Είναι μέλος πολλών διεθνών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, του ΝΑΤΟ, του ΠΟΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Διεθνούς Τράπεζας Επενδύσεων, της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων Υποδομών, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ομάδας Βίσεγκραντ.[40]

Διαθέτει μια καπιταλιστικού τύπου οικονομία με έναν δημόσιο τομέα που συνεχίζει να παραμένει σημαντικός. Όπως πολλές πρώην σοσιαλιστικές χώρες, το παραγωγικό της μοντέλο για πολλά χρόνια κυριαρχούνταν από τη βιομηχανία (κατασκευή φορτηγών, λεωφορείων, σιδηροδρομικού εξοπλισμού και μηχανών στα πλαίσια της Κομεκόν). Η αγροτική δυναμικότητά της είναι πολύ αυξημένη αλλά ο συγκεκριμένος τομέας έχασε ένα σημαντικό μέρος των εργατικών του χεριών στον βωμό του εκσυγχρονισμού του. Όπως αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, η ουγγρική οικονομία έχει τριτογενοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία χρόνια. Η Ουγγαρία, τέλος, διακρίνεται στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής καινοτομίας. Μετρά μεγάλο αριθμό βραβείων Νόμπελ αναλογικά με τον πληθυσμό της και οι επιστημονικές ανταλλαγές της είναι υψηλού επιπέδου. Παλιά η Ουγγαρία είχε και μια μεγάλη εβραϊκή κοινότητα, που αριθμούσε πάνω από 400.000 άτομα μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε σημαντική παρουσία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής της χώρας.

ΕτυμολογίαΕπεξεργασία

Η λέξη Ουγγαρίαπροέρχεται από το Μεσαιωνικό ελληνικό Οὔγγροι. Η ελληνική αυτή λέξη είναι δανεισμένη από την Παλαιά Βουλγαρική ągrinŭ, δανεισμένη με τη σειρά της από την Ονογουροτουρκική Onogur («δέκα [φυλές των] Ογούρων»). Το Onogur ήταν το συλλογικό όνομα για τις φυλές που αργότερα προσχώρησαν στη φυλετική ομοσπονδία των Πρωτοβουλγάρων, που κυβέρνησε τα ανατολικά τμήματα της Ουγγαρίας μετά τους Aβάρους.[41][42]

Το ουγγρικό ενδώνυμο είναι Magyarország, που αποτελείται από το magyar («Ούγγροι») και ország («χώρα»). Το όνομα "Magyar", που αναφέρεται στους κατοίκους της χώρας, αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το όνομα της σε ορισμένες άλλες γλώσσες, όπως τα Τουρκικά, τα Περσικά και άλλες γλώσσες, όπως Magyaristan ή Χώρα των Μαγυάρων ή παρόμοια. Η λέξη magyar προέρχεται από το όνομα μιας από τις επτά μεγάλες ημινομαδικές ουγγρικές φυλές, τη magyeri.[43][44][45] Το πρώτο συνθετικό magy πιθανόν προέρχεται από το Πρωτοουγγρικό mäńć- «άνδρας, πρόσωπο», που βρίσκεται επίσης στο όνομα των Μάνσι (mäńćī, mańśi, måńś). Το δεύτερο συνθετικό eri, «άντρας, άνδρες, καταγωγή», επιβιώνει στο Ουγγρικό férj «σύζυγος» και συνδέεται με το erge, «γιος», της γλώσσας των Μαρί, το Φινλανδικό αρχαϊκό yrkä, «νεαρός άνδρας».[46]

Αρχαία ιστορίαΕπεξεργασία

 
Ο Μέγας Πρίγκιπας Άρπαντ διασχίζει τα Καρπάθια. Λεπτομέρεια της Άφιξης των Ούγγρων, του τεράστιου (1.800 τ.μ.) πανοραμικού καμβά του Αρπαντ Φέστυ και των βοηθών του, ζωγραφισμένου για τον εορτασμό της 1000ης επετείου της κατάκτησης της Ουγγαρίας από τους Μαγιάρους, που εκτίθεται στο Πάρκο Εθνικής Κληρονομιάς Οπουστάσερ

Δείτε επίσης: Ιστορία της Ουγγαρίας πριν από την Ουγγρική κατάκτηση

Η παρουσία κατά τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο του άνθρωπου της Χαϊδελβέργης αποδεικνύεται από την ανακάλυψη του απολιθώματος Σάμου, που χρονολογείται πριν περίπου 300.000 χρόνια, με ίχνη κατοίκησης μέχρι και πριν 500.000 χρόνια. Η παρουσία ανατομικά νεότερων ανθρώπων χρονολογείται πριν από 33.000 χρόνια (Αουριγνακιανή). Η Νεολιθική περίοδος ξεκίνησε με τους πολιτισμούς Στάρτσεβο και Κέρες-Κρις περί το 6000 π.Χ. Η Εποχή του Χαλκού ξεκίνησε με τον πολιτισμό Βούτσεντολ (Μάκο) περί το 3000 π.Χ.

Η Εποχή του Σιδήρου ξεκίνησε περίπου το 800 π.Χ. και συνδέεται με Θρακο-Κιμμερικούς τύπους τεχνουργημάτων, που αντιπροσωπεύουν την αλληλεπικάλυψη προσκυθικών (πολιτισμός Νοβοτσερκάσκ) και προκελτικών (πολιτισμός Χάλστατ) πολιτισμών. Η κατοχή από τον πολιτισμό Χάλστατ της δυτικής Υπερδουναβίας είναι εμφανής από το 750 π.Χ. Η αρχαία ελληνική εθνογραφία εντοπίζει στην περιοχή τους Αγάθυρσους και τους Σινδούς. Τον 4ο αιώνα π.Χ. η Λεκάνη της Παννονίας καταλήφθηκε από τους Παννονίους (θεωρούμενους Ιλλυρική ομοσπονδία φυλών) και από Κέλτες (Ταυρίσκοι). Μετά το 279 π.Χ. οι Κέλτες Σκορδίσκοι, μετά την ήττα τους στους Δελφούς, εγκαταστάθηκαν στη νότια Υπερδουναβία. Στο βορειοανατολικό τμήμα της λεκάνης των Καρπαθίων έφτασαν οι Βόιοι το 2ο αιώνα π.Χ.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέκτησε το έδαφος δυτικά του ποταμού Δούναβη μεταξύ 35 και 9 π.Χ. Από το 9 π.Χ. ως το τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ. η Παννονία, το δυτικό τμήμα της Λεκάνης των Καρπαθίων, ανήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στα τελικά στάδια της επέκτασης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στους πρώτους αιώνες μ.Χ., η λεκάνη των Καρπαθίων περιήλθε υπό τη μεσογειακή επιρροή του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού για σύντομο χρονικό διάστημα - τα κέντρα της πόλης, οι πλακόστρωτοι δρόμοι και οι γραπτές πηγές ήταν όλα μέρος της προόδου που τερματίστηκε από τη «μετανάστευση των λαών» που χαρακτήριζε τον Πρώιμο Μεσαίωνα στην Ευρώπη. Οι Γότθοι εγκαταστάθηκαν στη Δακία τον 4ο αιώνα.

Μετά την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 5ο αιώνα μ.Χ. υπό την πίεση της μετανάστευσης των Γερμανικών φυλών και των Κάρπων, η Περίοδος των Μεταναστεύσεων συνέχισε να φέρνει πολλούς εισβολείς στην κεντρική Ευρώπη, ξεκινώντας από την Αυτοκρατορία των Ούννων (περίπου 370-446). Μετά τη διάλυση αυτής οι Οστρογότθοι, που ήταν υποτελείς στους Ούννους, ίδρυσαν το δικό τους Βασίλειο. Άλλες ομάδες που έφτασαν στη Λεκάνη των Καρπαθίων κατά την Περίοδος των Μεταναστεύσεων ήταν οι Γέπιδες, οι Λομβαρδοί και οι Σλάβοι. Στη δεκαετία του 560 οι Άβαροι ίδρυσαν το δικό τους Χανάτο,[47] ένα κράτος που διατήρησε την κυριαρχία στην περιοχή για περισσότερο από δύο αιώνες και είχε τη στρατιωτική δύναμη να ξεκινήσει επιθέσεις εναντίον των γειτονικών του αυτοκρατοριών. Το Χανάτο των Αβάρων αποδυναμώθηκε από τους συνεχείς πολέμους και τις εξωτερικές πιέσεις και οι Φράγκοι υπό τον Καρλομάγνο νίκησαν τους Aβάρους σε μια σειρά εκστρατειών τη δεκαετία του 790. Στα μέσα του 9ου αιών, το Πριγκιπάτο του Μπάλατον, επίσης γνωστό ως Κάτω Πανόνια, ιδρύθηκε ως μια Φραγκική παραμεθόρια επαρχία.

 
Η Βουλγαρία υπό τον Χαν Κρούμο

Το 803 ο Κρούμος έγινε Χαν της Βουλγαρίας. Ο νέος δυναμικός ηγεμόνας έστρεψε την προσοχή του στα βορειοδυτικά όπου οι παλιοί εχθροί της Βουλγαρίας, οι Άβαροι, αντιμετώπιζαν δυσκολίες και αποτυχίες έναντι των Φράγκων υπό τον Καρλομάγνο. Μεταξύ 804 και 806 οι Βουλγαρικές στρατιές εξόντωσαν στρατιωτικά τους Aβαρους και διέλυσαν το κράτος τους. Ο Κρούμος απέκτησε τα ανατολικά τμήματα του πρώην Χανάτου των Αβάρων και την κυριαρχία επί των τοπικών Σλαβικών φυλών. Η επικράτεια της Βουλγαρίας διπλασιάστκε από το μέσο Δούναβη στα βόρεια της Βουδαπέστης μέχρι το Δνείστερο, αν και η κατοχή της Τρανσυλβανίας είναι αμφισβητούμενη. Το 813 ο Χαν Κρούμος κατέλαβε την Αδριανούπολη και λεηλάτησε ολόκληρη την Ανατολική Θράκη. Πήρε 50.000 αιχμάλωτους που τους εγκαταστάτησε στη Βουλγαρία κατά μήκος του Δούναβη.

Μεσαιωνική ιστορίαΕπεξεργασία

 
Oυγγρικές επιδρομές στην Ευρώπη το 10ο αιώνα

Κατάκτηση και πρώιμο πριγκιπάτο (895-1000)Επεξεργασία

Η Μαγυαρική κατάκτηση ξεκίνησε στα τέλη του 9ου αιώνα, με μια σειρά επιδρομών από το 892 ως το 895. Μια ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της Βουλγαρίας και των νομαδικών Ούγγρων ανάγκασε τους τελευταίους να αποχωρήσουν από τις στέπες του Πόντου και άρχισαν την κατάκτηση της Λεκάνης των Καρπαθίων γύρω στο 895. Οι Μαγυάροι (Ούγγροι) κατέστρεψαν τη Μεγάλη Μοραβία και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Λεκάνη της Παννονίας το 907. Το όνομα Ουγγαρία προέρχεται από την ονομασία Ούγγροι για τους Μαγυάρους, που καταγράφηκε για πρώτη φορά σε βυζαντινές πηγές του 9ου αιώνα.[48]

Ο Άρπαντ ήταν ο ηγέτης που ενοποίησε τις Μαγυαρικές φυλές μέσω του Συμφώνου του Αίματος (Ουγγρικά: Vérszerződés), σφυρηλατώντας αυτό που στη συνέχεια έγινε γνωστό ως ουγγρικό έθνος.[49] Οδηγούσε το νέο έθνος στη Λεκάνη των Καρπαθίων τον 9ο αιώνα.[49] Μεταξύ 895 και 902 ολόκληρη η περιοχή της Λεκάνης των Καρπαθίων κατακτήθηκε από τους Ούγγρους.[50]

 
Το πρώτο ουγγρικό νόμισμα. Κόπηκε από το Δούκα Γκέζα γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 970.

Ένα πρώιμο Ουγγρικό κράτος δημιουργήθηκε σε αυτά τα εδάφη το 895. Η στρατιωτική δύναμή του επέτρεψε στους Ούγγρους να διεξάγουν επιτυχημένες άγριες εκστρατείες και επιδρομές μέχρι τα εδάφη της σύγχρονης Ισπανίας.[51] Η ήττα στη Μάχη του Λέχφελντ το 955 σηματοδότησε το τέλος των επιδρομών σε δυτικά εδάφη, αν και συνέχισαν σε εδάφη που ελέγχονταν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως το 970, και οι δεσμοί μεταξύ των φυλών αποδυναμώθηκαν. Ο Πρίγκιπας (fejedelem) Γκέζα της δυναστείας των Άρπαντ, που κυβερνούσε μόνο τμήμα της ενιαίας χώρα, ήταν κατ' όνομα κύριος και των επτά Μαγυαρικών φυλών. Στόχος του ήταν να ενσωματώσει την Ουγγαρία στη χριστιανική Δυτική Ευρώπη με την ανοικοδόμηση του κράτους σύμφωνα με τα δυτικά πολιτικά και κοινωνικά πρότυπα.

Ο Γκέζα εγκαθίδρυσε μια δυναστεία ονομάζοντας διάδοχό του το γιο του Βάικ (αργότερα Βασιλιά Στέφανο Α΄ της Ουγγαρίας). Αυτή η απόφαση ήταν αντίθετη με την παράδοση της εποχής να διαδέχεται τον ηγεμόνα το μεγαλύτερο σε ηλικία μέλος της κυβερνώσας οικογένειας. Με το προγονικό δικαίωμα το θρόνο θα έπρεπε να δικαιούται ο πρίγκιπας Κόπανυ, το πρεσβύτερο μέλος της δυναστείας, αλλά αντι για αυτό ο Γκέζα επέλεξε να τον διαδεχθεί ο πρωτότοκος γιος του. Ο Κόπανυ δεν απεμπόλησε τα προγονικά του δικαιώματα αμαχητί. Μετά το θάνατο του Γκέζα το 997 πήρε τα όπλα και πολλοί στην Υπερδουναβία τον ακολούθησαν. Οι επαναστάτες ισχυρίστηκαν ότι εκπροσωπούσαν την παλιά πολιτική τάξη, τα αρχαία ανθρώπινα δικαιώματα, τη φυλετική ανεξαρτησία και την παγανιστική πίστη, αλλά δεν επικράτησαν. Ο Στέφανος πέτυχε μια αποφασιστική νίκη επί του θείου του Κόπανυ και τον σκότωσε.

 
Ο Βασιλιάς Στέφανος Α΄ της Ουγγαρίας, προστάτης άγιος των Βασιλέων (από το Chronicon Hungariae Pictum).

Το Πατρογονικό Βασίλειο (1000-1301)Επεξεργασία

 
Tο Βασίλειο της Ουγγαρίας τη δεκαετία του 1090.

Η Ουγγαρία αναγνωρίσθηκε ως Αποστολικό Βασίλειο υπό τον Αγιο Στέφανο Α΄. Ο Στέφανος ήταν γιος του Γκέζα[52] και έτσι απόγονος του Άρπαντ.

Ο Στέφανος στέφθηκε με το Ιερό Στέμμα της Ουγγαρίας την πρώτη μέρα του 1000 μ.Χ. (1 Ιανουαρίου) στην πρωτεύουσα. Ο Πάπας Σιλβέστρος Β΄ του απένειμε το δικαίωμα να φέρει μπροστά του το σταυρό, με πλήρη διοικητική εξουσία επί των επισκόπων και των εκκλησιών. Το 1006 ο Στέφανος είχε παγιώσει την εξουσία του εξαλείφοντας όλους τους αντιπάλους του, που ήθελαν είτε να ακολουθήσουν τις παλιές παγανιστικές παραδόσεις είτε μια συμμαχία με την Ανατολική Χριστιανική Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Στη συνέχεια ξεκίνησε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις, για να μετατρέψει την Ουγγαρία σε δυτικό φεουδαρχικό κράτος, με υποχρεωτικό εκχριστιανισμό. Ο Στέφανος δημιούργησε ένα δίκτυο 10 επισκοπικών και 2 αρχιεπισκοπικών εδρών και διέταξε την ανέγερση μοναστηριών, εκκλησιών και καθεδρικών. Τις παλαιότερες εποχές η Ουγγρική γλώσσα, μέλος της οικογένειας των Ουραλικών γλωσσών, γραφόταν με μια γραφή ρουνικής μορφής. Υπό το Στέφανο η χώρα στράφηκε στο Λατινικό αλφάβητο και η Λατινική ήταν η επίσημη γλώσσα της από το 1000 ως το 1844. Ο Στέφανος ακολούθησε το Φραγκικό διοικητικό μοντέλο. Ολη η χώρα διαιρέθηκε σε κομητείες (megyek), καθεμία υπό ένα βασιλικό αξιωματούχο, λεγόμενο ίσπαν (ισοδύναμο με τον τίτλο κόμης) και αργότερα foispan. Αυτός ο αξιωματούχος εκπροσωπούσε την εξουσία του βασιλιά, κυβερνούσε τους υπηκόους του και συνέλεγε τους φόρους που σχημάτιζαν το εθνικό εισόδημα. Κάθε ίσπαν διατηρούσε μια ένοπλη δύναμη ελεύθερων ανδρών στην οχυρωμένη έδρα του ("castrum" ή "var").

Μετά το Μεγάλο Σχίσμα μεταξύ της Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής και της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1054 η Ουγγαρία θεώρησε εαυτήν ως το ανατολικότερο προπύργιο του Δυτικού πολιτισμού, χαρακτηρισμό που επιβεβαιώθηκε το 15ο αιώνα από τον Πάπα Πίο Β΄, που εκφράσθηκε στο Φρειδερίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τα λόγια "η Ουγγαρία είναι η ασπίδα του Χριστιανισμού και η προστάτις του Δυτικού πολιτισμού".[53]

Η δυναστεία των Αρπαντ έδωσε μονάρχες όλο το 12ο και το 13ο αιώνα. Ο Βασιλιάς Μπέλα Γ΄ (β. 1172-1192) ήταν ο πλουσιότερος και ισχυρότερος ηγεμόνας της δυναστείας, με ετήσιο εισόδημα ισοδύναμο 23.000 κιλών καθαρού αργύρου. Αυτό ήταν μεγαλύτερο εκείνου του Γάλλου βασιλιά (εκτιμώμενου σε περίπου 17.000 κιλά) και διπλάσιο εκείνου του Αγγλικού στέμματος. .[54]Το 1195 ο Μπέλα επέκτεινε το Ουγγρικό βασίλειο προς τα δυτικά και τα νότια στη Βοσνία και τη Δαλματία και την κυριαρχία του στη Σερβία, διαδικασία που συνέβαλε στην αποδυνάμωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη μείωση της επιρροής της στην περιοχή των Βαλκανίων. [55]

 
Το Χρυσόβουλο του 1222

Η Ουγγαρία γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθιση το 12ο αιώνα μ. Χ. καθώς έγινε κέντρο εμπορίου και ενδιάμεσος σταθμός όσων ταξίδευαν στους Αγίους Τόπους είτε ως προσκυνητές είτε ως πολεμιστές.

Οι αρχές του 13ου αιώνα στην Ουγγαρία σημαδεύτηκαν από τη βασιλεία του Βασιλιά Ανδρέα Β΄, που ανέβηκε στο θρόνο το 1205 και πέθανε το 1235. Το 1235 παραχώρησε το Μπούρτσενλαντ (στην Τρανσυλβανία) στους Τεύτονες Ιππότες, αλλά το 1225 τους έδιωξε από εκεί, γιατί έπρεπε να πάνε στη Βαλτική Θάλασσα. Ο Ανδρέας δημιούργησε το μεγαλύτερο βασιλικό στρατό στην ιστορία των Σταυροφοριών (20.000 ιππότες και 12.000 καστροφρουροί), όταν ηγήθηκε της Ε΄ Σταυροφορίας στους Αγίους Τόπους. Το 1224 εξέδωσε το Diploma Andreanum ή Χρυσό Χάρτη των Τρανσυλβανών Σαξόνων, που ενοποίησε και εξασφάλισε τα προνόμια των Σαξόνων της Τραβσυλβανίας.

Το Χρυσόβουλο του 1222 ήταν το πρώτο σύνταγμα στην Ηπειρωτική Ευρώπη. Το ουγγρικό ισοδύναμο της αγγλικής Μάγκνα Κάρτα, το Χρυσόβουλο - στο οποίο κάθε Ούγγρος βασιλιάς έπρεπε στο εξής να ορκιστεί - είχε ένα διττό στόχο, που περιόριζε τη βασιλική εξουσία. Αφ' ενός επιβεβαίωνε εκ νέου τα δικαιώματα των κατώτερων ευγενών των παλαιών και νέων τάξεων των βασιλικών υπαλλήλων (servientes regis), έναντι τόσο του στέμματος όσο και των μεγαλοφεουδαρχών. Αφ' ετέρου υπερασπιζόταν τα δικαιώματα όλου του έθνους έναντι του στέμματος, περιορίζοντας τις εξουσίες του σε ορισμένους τομείς και καθιστώντας νόμιμη την ανυπακοή στις παράνομες/αντισυνταγματικές εντολές του (ius resistendi). Οι κατώτεροι ευγενείς άρχισαν επίσης να παρουσιάζονται στον Ανδρέα με τα παράπονά τους, πρακτική που εξελίχθηκε στο θεσμό του κοινοβουλίου ή Δίαιτας. Η Ουγγαρία έγινε η πρώτη χώρα όπου ένα κοινοβούλιο υπερείχε έναντι της βασιλείας. Η σημαντικότερη νομική ιδεολογία ήταν το Δόγμα του Ιερού Στέμματος. Η σημαντικότερη αρχή του Δόγματος ήταν η πεποίθηση ότι η κυριαρχία ανήκε στο ευγενές έθνος (όπως εκπροσωπείται από το Ιερό Στέμμα). Τα μέλη του Ιερού Στέμματος ήταν οι πολίτες των χωρών του Στέμματος και κανένας πολίτης δεν μπορούσε να αποκτήσει απόλυτη εξουσία επί των άλλων. Το έθνος μπορούσε να μοιραστεί μερική μόνο πολιτική εξουσία με τον ηγεμόνα.

Mογγολικές εισβολέςΕπεξεργασία

 
To Bασίλειο της Ουγγαρίας περί το 1250.

Το 1241-1242 το βασίλειο της Ουγγαρίας υπέστη βαρύ πλήγμα από τη Μογγολική εισβολή στην Ευρώπη. Μετά την εισβολή των Μογγόλων στην Ουγγαρία το 1241 ο Ουγγρικός στρατός υπέστη συντριπτική ήττα στη Μάχη του Μόχι. Ο Βασιλιάς Μπέλα Δ΄ πρώτα εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης και στη συνέχεια τη χώρα, όταν οι Μογγόλοι τον καταδίωξαν μέχρι τα σύνορά της. Πριν απο την αποχώρηση των Μογγόλων μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε αφανισθεί. Πράγματι ιστορικοί εκτιμούν τις απώλειες μεταξύ 20 και 50 τοις εκατό.[56][57][58] Στις πεδιάδες 50 ως 80 % των οικισμών καταστράφηκαν.[59] Μόνο κάστρα, ισχυρά οχυρωμένες πόλεις και μοναστήρια μπόρεσαν να αντέξουν τις επιθέσεις, καθώς οι Μογγόλοι δεν είχαν χρόνο για μακρές πολιορκίες, ο σκοπός τους ήταν να πάνε προς τα δυτικά όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Οι πολιορκητικές μηχανές και οι Κινέζοι και Πέρσες μηχανικοί που τις χειρίζονταν είχαν αφεθεί στη Ρωσία. [60] Η ερήμωση που προκλήθηκε από τις Μογγολικές εισβολές οδήγησε αργότερα σε πρόσκληση σε εποίκους από άλλα μέρη της Ευρώπης, ιδιαίτερα τη Γερμανία.

Κατά τη διάρκεια της Μογγολικής εισβολής στη Ρωσία (1237-1242) 40.000 Κουμάνοι, μέλη μιας νομαδικής φυλής των παγανιστών Κιπτσάκων εκδιώχθηκαν δυτικά των Καρπαθίων.[61] Εκεί οι Κουμάνοι έκαναν έκκληση για προστασία στο Βασιλιά Μπέλα Δ΄ της Ουγγαρίας.[62] Ο Ιρανικός λαός των Γιας ήρθε στην Ουγγαρία μαζί με τους Κουμάνοις, όταν αυτοί ηττήθηκαν από τους Μογγόλους. Οι Κουμάνοι αποτελούσαν ίσως το 7-8 % του πληθυσμού της Ουγγαρίας κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα.[63] Με το πέρασμα των αιώνων αφομοιώθηκαν πλήρως στον ουγγρικό πληθυσμό και η γλώσσα τους εξαφανίστηκε, αλλά διατήρησαν την ταυτότητά τους και την περιφερειακή τους αυτονομία μέχρι το 1876.[64]

Ως συνέπεια των Μογγολικών εισβολών ο Βασιλιάς Μπέλα διέταξε την κατασκευή εκατοντάδων κάστρων και οχυρώσεων από πέτρα για την άμυνα έναντι δεύτερης Μογγολικής εισβολής. Οι Μογγόλοι επέστρεψαν πράγματι στην Ουγγαρία το 1286, αλλά το νεόδμητο σύστημα πέτρινων κάστρων και οι νέες στρατιωτικές τακτικές, που ενέπλεκαν υψηλότερο ποσοστό βαρειά οπλισμένων ιπποτών, τους αναχαίτισαν. Η επιτιθέμενη δύναμη των Μογγόλων ηττήθηκε κοντά στην Πέστη από το βασιλικό στρατό του Βασιλιά Λαδίσλαου Δ΄, ενώ επόμενες εισβολές απωθήθηκαν επίσης εύκολα.

Τα κάστρα που κατασκεύασε ο Μπέλα Δ αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμα τους επόμενους αιώνες στους πολύχρονους αγώνες κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εν τούτοις οι δαπάνες της ανέγερσής τους χρέωσαν τον Ούγγρο βασιλιά στους φεουδάρχες γαιοκτήμονες και έτσι η βασιλική εξουσία, που είχε ανακτήσει ο Μπέλα Δ μετά τη σημσντική αποδυνάμωσή της επί του πατέρα του Ανδρέα Β, διεσπάρη για μια ακόμη φορά στους κατώτερους ευγενείς.

Ύστερη μεσαιωνική περίοδος (1301-1526)Επεξεργασία

Η διαδοχή των ΆρπαντΕπεξεργασία

 
Χάρτης των χωρών που κυβερνούσε ο Λουδοβίκος

Μετά από μια καταστροφική περίοδο μεσοβασιλείας (1301-1308) ο πρώτος Ανδεγαυός βασιλιάς της Ουγγαρίας, ο Κάρολος Α΄ ("Κάρολος ο Μέγας") αποκατέστησε με επιτυχία τη βασιλική εξουσία και νίκησε τους ολιγαρχικούς αντιπάλους του, γνωστούς ως "μικρούς βασιλιάδες". Απόγονος της δυναστείας των Άρπαντ από τη γυναικεία γραμμή, βασίλευσε μεταξύ 1308 και 1342. Η νέα φορολογική, τελωνειακή και νομισματική του πολιτική αποδείχτηκε επιτυχής.

Μία από τις κύριες πηγές της εξουσίας του νέου βασιλιά ήταν ο πλούτος που προήλθε από τα ορυχεία χρυσού της ανατολικής και βόρειας Ουγγαρίας. Η παραγωγή έφτασε τελικά τη σημαντική ποσότητα των 3.000 λιβρών (1350 κιλά) χρυσού ετησίως - το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγής του τότε γνωστού κόσμου και πενταπλάσια από εκείνη οποιουδήποτε άλλου ευρωπαϊκού κράτους.[65][66] Ο Κάρολος συνήψε επίσης συμμαχία με τον Πολωνό βασιλιά Καζίμιρ Γ΄ το Μέγα. Μετά την Ιταλία η Ουγγαρία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία εμφανίστηκε η Αναγέννηση.[67] Δείγμα της προοδευτικότητάς της ήταν η ίδρυση τυπογραφικού πιεστηρίου στη Βούδα το 1472 από τον Άντρας Χες, ένα από τα παλαιότερα εκτός Γερμανίας.

Ο δεύτερος Ούγγρος Ανδεγαυός βασιλιάς, ο Λουδοβίκος ο Μέγας (β. 1342-1382) επέκτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Αδριατική Θάλασσα και κατέλαβε το Βασίλειο της Νάπολης αρκετές φορές. Το 1351 το Χρυσόβουλο του 1222 συμπληρώθηκε με ένα νόμο που όριζε ότι οι πατρογονικές γαίες των ευγενών δεν μπορούσαν να τους αφαιρεθούν και έπρεπε να παραμείνουν στην κατοχή των οικογενειών τους. Έγινε επίσης βασιλιάς της Πολωνίας (β. 1370–1382). Ο επικός ήρωας της ουγγρικής λογοτεχνίας και του πολέμου Μίκλος Τόλντι έζησε επί της βασιλείας του. Ο Λουδοβίκος είχε γίνει δημοφιλής στην Πολωνία λόγω της εκστρατείας του εναντίον των Τατάρων και των παγανιστών Λιθουανών. Με δύο επιτυχημένους πολέμους εναντίον της Βενετίας (1357–1358 και 1378–1381) κατάφερε να προσαρτήσει τη Δαλματία, τη Ραγούσα και άλλα εδάφη στην Αδριατική Θάλασσα. Υποχρεώθηκε επίσης η Βενετία να υψώνει τη σημαία των Ανδεγαυών στην πλατεία του Αγίου Μάρκου τις ημέρες των εορτών. Διατήρησε την ισχυρή επιρροή του στην πολιτική ζωή της Ιταλικής Χερσονήσου για το υπόλοιπο της ζωής του.

Ορισμένα βαλκανικά κράτη (όπως η Βλαχία, η Μολδαβία, η Σερβία και η Βοσνία) έγιναν υποτελή του, ενώ οι Οθωμανοί Τούρκοι συγκρούονταν με αυτά όλο και συχνότερα. Το 1366 και το 1377 ο Λούις ηγήθηκε επιτυχημένων εκστρατειών εναντίον των Οθωμανών (όπως η Μάχη της Νικόπολης (Βουλγαρία) το 1366). Μετά το θάνατο του Καζίμιρ του Μεγάλου το 1370 ήταν επίσης βασιλιάς της Πολωνίας. Στις πολιτιστικές υποθέσεις σημαντικό έργο του ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου στο Πετς το 1367.

Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος πέθανε χωρίς άνδρα κληρονόμο και μετά από χρόνια εμφυλίου πολέμου ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Σιγισμούνδος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (β. 1387–1437), πρίγκιπας του Οίκου του Λουξεμβούργου, ανέβηκε στο θρόνο όταν παντρεύτηκε την κόρη του Λουδοβίκου του Μεγάλου Μαρία της Ουγγαρίας και έγινε επίσημα συμβασιλέας και εδραίωσε την εξουσία του Δεν ήταν εντελώς ανιδιοτελής ο λόγος που μια από τις ενώσεις των βαρόνων τον βοήθησε να πάρει την εξουσία: ο Σιγισμούνδος έπρεπε να πληρώσει για την υποστήριξη των άρχοντων, μεταβιβάζοντάς τους σημαντικό μέρος της βασιλικής περιουσίας. Για μερικά χρόνια το συμβούλιο των βαρόνων κυβερνούσε τη χώρα στο όνομα του Ιερού Στέμματος, ο βασιλιάς ακόμη και φυλακίστηκε για λίγο. Η αποκατάσταση της εξουσίας της κεντρικής διοίκησης χρειάστηκε δεκαετίες.

Το 1404 ο Σιγισμούνδος παρουσίασε το Placetum Regnum. Σύμφωνα με αυτό το διάταγμα τα Παπικά χρυσόβουλα και διαγγέλματα δεν μπορούσαν να ανακοινώνονται στην Ουγγαρία χωρίς τη συγκατάθεση του βασιλιά. Ο Σιγισμούνδος συγκάλεσε τη Σύνοδο της Κωνσταντίας, που συνεδρίασε μεταξύ 1414 και 1418 για να καταργήσει τους Πάπες στην Αβινιόν και να τερματίσει το Δυτικό Σχίσμα της Καθολικής Εκκλησίας, που λύθηκε με την εκλογή του Πάπα Μαρτίνου Ε΄. Κατά τη μακρά του βασιλεία το βασιλικό κάστρο της Βούδας έγινε πιθανώς το μεγαλύτερο γοτθικό ανάκτορο του ύστερου Μεσαίωνα.

Μετά το θάνατο του Σιγισμούνδου το 1437 ο γαμπρός του, Αλβέρτος Β΄ της Γερμανίας, ανέλαβε τον τίτλο του Βασιλιά της Ουγγαρίας, αλλά πέθανε το 1439. Λίγο πριν το θάνατό του ολοκληρώθηκε η πρώτη μετάφραση της Αγίας Γραφής στα Ουγγρικά. Επί ένα εξάμηνο το 1437 διήρκεσε μια αντιφεουδαρχική και αντικληρική εξέγερση αγροτών στην Τρανσυλβανία, έντονα επηρεασμένη από τις ιδέες των Χουσιτών.

Από μια οικογένεια κατώτερων ευγενών της Τρανσυλβανίας, ο Ιωάννης Ουνυάδης έγινε ένας από τους ισχυρότερους άρχοντες της χώρας, χάρη στις εξαιρετικές του ικανότητες ως διοικητή μισθοφόρων. Το 1446 το κοινοβούλιο τον εξέλεξε κυβερνήτη (1446-1453) και στη συνέχεια αντιβασιλέα (1453-1456). Ήταν ένας επιτυχημένος σταυροφόρος ενάντια στους Οθωμανούς Τούρκους, με μια από τις μεγαλύτερες νίκες του την Πολιορκία του Βελιγραδίου το 1456. Ο Ουνυάδης υπερασπίστηκε την πόλη ενάντια στην επίθεση του Οθωμανού Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Πάπας Κάλλιστος Γ΄ διέταξε τις καμπάνες όλων των εκκλησιών της Ευρώπης να χτυπούν κάθε μέρα το μεσημέρι ως πρόσκληση για τους πιστούς να προσεύχονται για τους υπερασπιστές της πόλης. Ωστόσο σε πολλές χώρες (όπως η Αγγλία και τα Ισπανικά βασίλεια) τα νέα της νίκης έφτασαν πριν από τη διαταγή και οι κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών το μεσημέρι μετατράπηκαν σε εορτασμό της νίκης. Οι Πάπες δεν απέσυραν τη διαταγή και οι Καθολικές (και οι παλαιότερες Προτεσταντικές) εκκλησίες χτυπούν ακόμα το μεσημέρι στο Χριστιανικό κόσμο μέχρι σήμερα.[68]

Ματθίας ΚορβίνοςΕπεξεργασία

 
Δυτικές κατακτήσεις του Ματθία Κορβίνου.

Ο τελευταίος ισχυρός βασιλιάς της Ουγγαρίας ήταν ο Ματθίας Κορβίνος (β. 1458–90), γιος του Ιωάννη Ουνυάδη. Η ενθρόνισή του αποτέλεσε την πρώτη φορά στην ιστορία του μεσαιωνικού Ουγγρικού βασιλείου, που ένα μέλος της αριστοκρατίας χωρίς δυναστική καταγωγή ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο. Παρόλο που ήταν πολύ διακεκριμένος κυβερνήτης του βασιλείου της Ουγγαρίας, ο πατέρας του Ιωάννη Ουνυάδη Ματθίας δεν στέφθηκε ποτέ βασιλιάς ούτε σύναψε δυναστικό γάμο. Ο Ματθίας ήταν ένας πραγματικός πρίγκιπας της Αναγέννησης: επιτυχημένος στρατιωτικός ηγέτης και κυβερνήτης, εξαιρετικός γλωσσολόγος, έμπειρος αστρολόγος και φωτισμένος προστάτης των τεχνών και της μάθησης.[69] Αν και συγκαλούσε τακτικά τη Δίαιτα και επέκτεινε την εξουσία των κατώτερων ευγενών στις επαρχίες, άσκησε απόλυτη εξουσία στην Ουγγαρία μέσω μιας τεράστιας κοσμικής γραφειοκρατίας.[70]

Ο Ματθίας ξεκίνησε τη δημιουργία ενός κράτους, που επεκτάθηκε προς τα νότια και τα βορειοδυτικά, ενώ εφάρμοσε επίσης εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Οι δουλοπάροικοι θεώρησαν τον Ματθία δίκαιο κυβερνήτη, γιατί τους προστάτευε από τις υπερβολικές απαιτήσεις και άλλες καταχρήσεις των φεουδαρχών. Όπως και ο πατέρας του ήθελε να ενισχύσει το βασίλειο της Ουγγαρίας σε σημείο που να μπορέσει να γίνει η κορυφαία περιφερειακή δύναμη, ουσιαστικά αρκετά ισχυρή για να απωθήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Προς το σκοπό αυτό έκρινε απαραίτητο να κατακτήσει μεγάλα τμήματα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[71] Ο μόνιμος μισθοφορικός στρατός του ονομάστηκε Μαύρος Στρατός της Ουγγαρίας (Ουγγρικά: Fekete Sereg). Ήταν ένας ασυνήθιστα μεγάλος στρατός για την εποχή του και πέτυχε μια σειρά νίκες στον Αυστροουγγρικό Πόλεμο (1477-1488), καταλαμβάνοντας τμήματα της Αυστρίας (συμπεριλαμβανομένης της Βιέννης) το 1485, καθώς και τμήματα της Βοημίας στο Βοημικό Πόλεμο του 1477–88. Το 1467 ο Ματθίας και ο Μαύρος Στρατός του πολέμησαν εναντίον της Μολδαβίας. Σε αυτήν την περίπτωση η απόπειρα επέκτασης των ουγγρικών εδαφών δεν ήταν επιτυχής, καθώς ο Ματθίας ηττήθηκε στη Μάχη της Μπάια.[72] Το 1479 ωστόσο ο Ουγγρικός στρατός κατέστρεψε τα Οθωμανικά και τα Βλάχικα στρατεύματα στη μάχη του Κενιέρμεζεϊ υπό την ηγεσία του στρατηγού Παλ Κίνισι. Η βιβλιοθήκη του Ματθία, η Κορβινιανή Βιβλιοθήκη, ήταν η μεγαλύτερη συλλογή ιστορικών χρονικών και φιλοσοφικών και επιστημονικών έργων του 15ου αιώνα και δεύτερη σε μέγεθος μετά τη Βιβλιοθήκη του Βατικανού στη Ρώμη, που περιείχε κυρίως θρησκευτικά έργα. Η βιβλιοθήκη, που καταστράφηκε το 1526 μετά την ήττα των Ουγγρικών δυνάμεων στο Mόχατς από τους Οθωμανούς, είναι καταχωρημένη ως θέση Παγκόσμιας Μνήμης της UNESCO.[73]

Ο Ματθίας πέθανε χωρίς νόμιμο διάδοχο, κατάσταση που προκάλεσε σοβαρή πολιτική κρίση στο Ουγγρικό βασίλειο.

Παρακμή και διαμελισμόςΕπεξεργασία

Τα γεγονότα της περιόδου 1490-1526 στην ουγγρική ιστορία δημιούργησαν συνθήκες που θα οδηγούσαν σε απώλεια ανεξαρτησίας απρόβλεπτη από τους παρατηρητές και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της εποχής. Εκτός από τις εσωτερικές συγκρούσεις το Ουγγρικό κράτος απειλήθηκε σοβαρά από την επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στις αρχές του 16ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία - ακριβώς νότια της Ουγγαρίας - είχε γίνει το δεύτερο πολυπληθέστερο κράτος στον κόσμο, γεγονός που του επέτρεψε την ανάπτυξη των μεγαλύτερων στρατιών της εποχής. Ωστόσο οι Ούγγροι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν είχαν συνειδητοποιήσει όσο θα έπρεπε την απειλή αυτή.

 
Ο Λουδοβίκος Β΄ της Ουγγαρίας και Βοημίας - ο νεαρός βασιλιάς, που πέθανε στη Μάχη του Mόχατς, ζωγραφισμένος από τον Τιτσιάνο.

Αντί να προετοιμάζονται για την άμυνα της χώρας ενάντια στις ξένες δυνάμεις, οι Ούγγροι φεουδάρχες επικεντρώθηκαν πολύ περισσότερο στην απειλή των προνομίων τους από μια ισχυρή βασιλική δύναμη. Μη θέλοντας νέο αποφασιστικό βασιλιά μετά το θάνατο του άτεκνου Mατθία Κορβίνου, κανόνισαν την άνοδο στο θρόνο του Βασιλιά Βλαδίσλαου Β΄ της Βοημίας, ακριβώς λόγω της διαβόητης αδυναμίας του. Στην πραγματικότητα ήταν γνωστός ως Βασιλιάς Dobzse (από το Τσεχικό Dobře, που σημαίνει "Καλός" ή, χαλαρά, "OK"), για τη συνήθεια του να δέχεται με αυτή τη λέξη κάθε έγγραφο που του παρουσίαζαν. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1490-1516) η κεντρική εξουσία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, κυρίως λόγω της διεύρυνσης των φεουδαρχικών εκτάσεων σε βάρος του. Οι φεουδάρχες διέλυσαν επίσης το διοικητικό σύστημα της χώρας που λειτουργούσε τόσο επιτυχώς επί του Mατθία.

Η άμυνα της χώρας αδυνάτισε καθώς οι συνοριοφύλακες και οι φρουροί των κάστρων έμεναν απλήρωτοι, τα φρούρια κατέρρευσαν και οι πρωτοβουλίες για την αύξηση των φόρων για την ενίσχυση της άμυνας σταμάτησαν. [74] Ο διεθνής ρόλος της Ουγγαρίας αδράνησε, η πολιτική της σταθερότητα κλονίστηκε και η κοινωνική πρόοδος σταμάτησε.

Το 1514 ο εξασθενημένος και γηρασμένος Βλαδίσλαος αντιμετώπισε μια μεγάλη εξέγερση αγροτών με επικεφαλής τον Γκιέργκι Ντόσα, που συντρίφθηκε ανηλεώς από τους Ούγγρους ευγενείς με επικεφαλής υπό τον Ιωάννη Ζαπόλυα. Η διασάλευση της τάξης που ακολούθησε έστρωσε το δρόμο στις φιλοδοξίες των Οθωμανών να αποσπάσουν ουγγρικά εδάφη. Το 1521 οι Τούρκοι κατέλαβαν το ισχυρότερο Ουγγρικό φρούριο στο νότο, το Nándorfehérvár (σύγχρονο Βελιγράδι), και το 1526 ο Ουγγρικός στρατός συνετρίβη στη Μάχη του Μόχατς. Ο νεαρός Βασιλιάς Λουδοβίκος Β΄ της Ουγγαρίας και της Βοημίας σκοτώθηκε στη μάχη μαζί με τον αρχηγό του Ουγγρικού στρατού, τον Παλ Τόμορι. Η πρώιμη εμφάνιση του Προτεσταντισμού επιδείνωσε περαιτέρω την εσωτερική ενότητα στην αναρχούμενη χώρα.

Νεότερη ιστορίαΕπεξεργασία

Οθωμανικοί πόλεμοιΕπεξεργασία

 
Το Βασίλειο της Ουγγαρίας, το Πριγκιπάτο της Άνω Ουγγαρίας και το Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας το 17ο αιώνα.

Αφότου οι Οθωμανοί πέτυχαν την πρώτη τους αποφασιστική νίκη επί του Ουγγρικού στρατού στη Μάχη του Μόχατς το 1526, οι δυνάμεις τους κατέλαβαν μεγάλα τμήματα του βασιλείου της Ουγγαρίας και συνέχισαν την επέκτασή τους μέχρι το 1556. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από πολιτικό χάος. Μια διχασμένη ουγγρική αριστοκρατία εξέλεξε δύο βασιλείς ταυτόχρονα, τον Ιωάννη Ζαπόλυα (β. 1526–1540, ουγγρογερμανικής καταγωγής) και τον Αυστριακό Φερδινάνδο των Αψβούργων (β. 1527–1540). Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των νέων αντιπάλων μοναρχών εξασθένισαν περαιτέρω τη χώρα. Με την τουρκική κατάκτηση της Βούδας το 1541 η Ουγγαρία διασπάστηκε σε τρία μέρη.

 
Η Πολιορκία του Έγκερ (1552), στην οποία 2.000 Ούγγροι πολέμησαν εναντίον περίπου 35.000-40.000 Τούρκων πολεμιστών. Η μάχη έληξε με νίκη των Ούγγρων.

Το βορειοδυτικό τμήμα του παλαιού βασιλείου της Ουγγαρίας (σημερινή Σλοβακία, δυτική Υπερδουναβία και Μπούργκενλαντ, συν τη δυτική Κροατία και τμήματα της σημερινής βορειοανατολικής Ουγγαρίας) παρέμεινε υπό την κυριαρχία των Αψβούργων ως βασίλειο του Βασιλιά Φερδινάνδου. Αν και αρχικά ήταν ανεξάρτητο, αργότερα θα γινόταν μέρος της Μοναρχίας των Αψβούργων με το άτυπο όνομα Βασιλική Ουγγαρία. Από τότε και στο εξής οι Αψβούργοι Αυτοκράτορες θα στέφονταν και ως Βασιλιάδες της Ουγγαρίας. Οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν το βόρειο και δυτικό τμήμα της Ουγγαρίας.

Το ανατολικό τμήμα του βασιλείου (Πάρτιουμ και Τρανσυλβανία) αρχικά έγινε ανεξάρτητο πριγκιπάτο, αλλά σταδιακά τέθηκε υπό τουρκική κυριαρχία ως υποτελές κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η υπόλοιπη κεντρική περιοχή (το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Ουγγαρίας), συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας της Βούδας, έγινε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μεγάλο μέρος της γης είχε ερημωθεί από τους συνεχείς πολέμους. Οι περισσότεροι μικροί οικισμοί της Ουγγαρίας αφανίστηκαν. Οι αγροτικοί πληθυσμοί που ζουν στις νέες οθωμανικές επαρχίες μπορούσαν να επιβιώσουν μόνο σε μεγαλύτερους οικισμούς γνωστούς ως πόλεις Khaz, που ανήκαν στο Σουλτάνο και προστατεύονταν απευθείας από αυτόν. Οι Τούρκοι ήταν αδιάφοροι για το χριστιανικό δόγμα που θα ακολουθούσαν οι Ούγγροι υπήκοοί τους.

Για το λόγο αυτό η πλειονότητα των Ούγγρων που ζούσαν υπό την Οθωμανική κυριαρχία έγιναν Προτεστάντες (σε μεγάλο βαθμό Καλβινιστές), καθώς οι αντιμεταρρυθμιστικές προσπάθειες των Αψβούργων δεν μπορούσαν να διεισδύσουν στα οθωμανικά εδάφη. Σε μεγάλο βαθμό την περίοδο αυτή το Πόσονι (στα γερμανικά Πρέσμπουργκ, σήμερα Μπρατισλάβα) λειτούργησε ως πρωτεύουσα του βασιλείου της Ουγγαρίας (1536–1784), η πόλη στην οποία στέφονταν οι Ούγγροι βασιλιάδες (1563–1830) και η έδρα της Δίαιτας της Ουγγαρίας (1536–1848). Το Ναγκίσομπατ (σύγχρονη Τρνάβα) λειτούργησε με τη σειρά του ως θρησκευτικό κέντρο από το 1541. Η συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτών που υπηρετούσαν στα οθωμανικά φρούρια στο έδαφος της Ουγγαρίας ήταν Ορθόδοξοι και Μουσουλμάνοι Σλάβοι από τα Βαλκάνια, παρά Τούρκοι.[75] Οι νότιοι Σλάβοι χρησίμευαν επίσης ως ακιντζήδες και άλλα ελαφρά στρατεύματα που προορίζονταν για λεηλασία στο έδαφος της σημερινής Ουγγαρίας. [76]

Το 1558 η Τρανσυλβανική Δίαιτα του Τούρντα διακήρυξε την ελεύθερη πρακτική τόσο της Καθολικής όσο και της Λουθηρανικής θρησκείας, αλλά απαγόρευσε τον Καλβινισμό. Το 1568 η Δίαιτα επέκτεινε αυτή την ελευθερία, διακηρύσσοντας ότι «Δεν επιτρέπεται σε κανέναν να εκφοβίσει κανέναν με αιχμαλωσία ή διωγμό για τη θρησκεία του». Τέσσερις θρησκείες κηρύχθηκαν αποδεκτές (resepa), ενώ η Ορθοδοξία ήταν «ανεκτή» (αν και απαγορεύτηκε η οικοδόμηση πέτρινων ορθόδοξων εκκλησιών). Όταν η Ουγγαρία εισήλθε στον Τριακονταετή Πόλεμο του 1618–48 η Βασιλική (Αψβουργική) Ουγγαρία προσχώρησε στο πλευρό των Καθολικών και στη συνέχεια η Τρανσυλβανία εντάχθηκε στο πλευρό των Προτεσταντών.

Το 1686, δύο χρόνια μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βούδας, ξεκίνησε μια ανανεωμένη ευρωπαϊκή εκστρατεία για την ανακατάληψη της Ουγγρικής πρωτεύουσας. Αυτή τη φορά ο στρατός του Ιερού Συνασπισμού ήταν διπλάσιος, με περισσότερους από 74.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων Γερμανών, Κροατών, Ολλανδών, Ούγγρων, Αγγλων, Ισπανών, Τσέχων, Ιταλών, Γάλλων, Βουργουνδίων, Δανών και Σουηδών στρατιωτών, μαζί με άλλους Ευρωπαίους εθελοντές, πυροβολητές και αξιωματικούς, και οι Χριστιανικές δυνάμεις κατέκτησαν τη Βούδα με τη δεύτερη πολιορκία της. Η δεύτερη μάχη του Μόχατς (1687) ήταν μια συντριπτική ήττα για τους Τούρκους. Τα επόμενα χρόνια όλα τα πρώην ουγγρικά εδάφη, εκτός από τις περιοχές κοντά στην Τιμισοάρα (Τέμεσβαρ), ξανααποσπάστηκαν από τους Τούρκους. Στο τέλος του 17ου αιώνα η Τρανσυλβανία έγινε και πάλι τμήμα της Ουγγαρίας.[77] Με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς του 1699 αυτές οι εδαφικές αλλαγές αναγνωρίστηκαν επίσημα και το 1718 ολόκληρο το βασίλειο της Ουγγαρίας αφαιρέθηκε από την Οθωμανική κυριαρχία.

Ως συνέπεια του συνεχούς πολέμου μεταξύ Ούγγρων και Οθωμανών Τούρκων η αύξηση του πληθυσμού σταμάτησε και το δίκτυο των μεσαιωνικών οικισμών με τους αστικοποιημένους κατοίκους τους χάθηκε. Τα 150 χρόνια τουρκικών πολέμων άλλαξαν ριζικά την εθνική σύνθεση της Ουγγαρίας. Ως αποτέλεσμα των δημογραφικών απωλειών, συμπεριλαμβανομένων των απελάσεων και των σφαγών, ο αριθμός των Ούγγρων κατά το τέλος της τουρκικής περιόδου μειώθηκε σημαντικά.[78]

Εξεγέρσεις κατά των ΑψβούργωνΕπεξεργασία

 
Ο Φέρεντς Β΄ Ράκοζι.

Μεταξύ 1604 και 1711 έγινε μια σειρά εξεγέρσεων κατά της Αυστριακής κυριαρχίας και των περιορισμών στα μη καθολικά θρησκευτικά δόγματα. Με εξαίρεση την τελευταία όλες έλαβαν χώρα στη Βασιλική Ουγγαρία, αλλά συνήθως οργανώνονταν από την Τρανσυλβανία. Της τελευταίας εξέγερσης ηγήθηκε ο Φέρεντς Β΄ Ράκοζι, που ανέλαβε την εξουσία ως "Κυβερνήτης Πρίγκιπας" της Ουγγαρίας μετά τη διακήρυξη εκθρόνισης των Αψβούργων το 1707 από τη Δίαιτα του Όνοντ.

 
Το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας και Οικονομικών της Βουδαπέστης, το παλαιότερο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο στον κόσμο, που ιδρύθηκε το 1782.

Παρά κάποιες επιτυχίες του αντιαψβουργικού στρατού των Κόρουτς, όπως η παρολίγον σύλληψη του Αυστριακού Αυτοκράτορα Ιωσήφ Α΄ από τον Άνταμ Μπάλογκ, οι επαναστάτες ηττήθηκαν στην αποφασιστική Μάχη του Τρέντσιν το 1708. Όταν οι Αυστριακοί κατέστειλαν την εξέγερση των Κόρουτς ο Ράκοζι βρισκόταν στην Πολωνία. Αργότερα κατέφυγε στη Γαλλία, στη συνέχεια στην Τουρκία και πέθανε στο Τεκίρνταγ (Ραιδεστός). Στη συνέχεια, για να καταστήσουν ανέφικτη την περαιτέρω ένοπλη αντίσταση, οι Αυστριακοί κατεδάφισαν τα περισσότερα κάστρα στα σύνορα των νεοαποκτηθέντων εδαφών, που κατείχαν προγενέστερα οι Οθωμανοί, με τη Βασιλική Ουγγαρία.

Η Περίοδος των Μεταρρυθμίσεων (1825–1848)Επεξεργασία

Ο ουγγρικός εθνικισμός εμφανίστηκε μεταξύ διανοουμένων επηρεασμένων από το Διαφωτισμό και το Ρομαντισμό. Αυξήθηκε γρήγορα, θέτοντας τα θεμέλια για την επανάσταση του 1848–49. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη Μαγυάρικη γλώσσα, που αντικατέστησε τα Λατινικά ως γλώσσα του κράτους και των σχολείων. [79]

Τη δεκαετία του 1820 ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Β´ υποχρεώθηκε να συγκαλέσει την Ουγγρική Δίαιτα, που εγκαινίασε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο η πρόοδος επιβραδύνθηκε από τους ευγενείς που παρέμεναν προσκολλημένοι στα προνόμιά τους (απαλλαγή από φόρους, αποκλειστικά δικαιώματα ψήφου κ.λπ.). Έτσι τα επιτεύγματα ήταν κυρίως συμβολικού χαρακτήρα, όπως η προώθηση της Ουγγρικής γλώσσας.

Ο Κόμη Ίστβαν Σέτσενι, ο πιο εξέχων πολιτικός του έθνους, αναγνώρισε την επείγουσα ανάγκη για εκσυγχρονισμό και το μήνυμά του έγινε δεκτό από άλλους Ούγγρους πολιτικούς ηγέτες. Το Ουγγρικό κοινοβούλιο συνήλθε πάλι το 1825 για να εξετάσει οικονομικά ζητήματα. Ένα φιλελεύθερο κόμμα εμφανίστηκε εστιάζοντας στους αγρότες και διακηρύσσοντας την κατανόηση των αναγκών των εργατών. Ο Λάγιος Κόσουτ εμφανίστηκε ως ηγέτης των κατώτερων ευγενών στο Κοινοβούλιο.

Οι Αψβούργοι μονάρχες, επιθυμώντας μια αγροτική, παραδοσιακή Ουγγαρία, προσπάθησαν να εμποδίσουν την εκβιομηχάνιση της χώρας. Μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη ξεκίνησε καθώς το έθνος επικεντρώθηκε στον εκσυγχρονισμό παρά την παρεμπόδιση από τους Αψβούργους όλων των σημαντικών φιλελεύθερων νόμων σχετικά με τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα και των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Πολλοί μεταρρυθμιστές (όπως ο Λάγιος Κόσουτ και ο Μίχαλυ Τάντσιτς) φυλακίστηκαν από τις αρχές.

Επανάσταση και Πόλεμος της ΑνεξαρτησίαςΕπεξεργασία

 
Πίνακας του Μίχαλυ Ζίτσι με τον Σάντορ Πέτεφι να απαγγέλλει το Nemzeti dal (Εθνικό Ύμνο) σε πλήθος στις 15 Μαρτίου 1848

Στις 15 Μαρτίου 1848 μαζικές διαδηλώσεις στην Πέστη και τη Βούδα επέτρεψαν στους Ούγγρους μεταρρυθμιστές να προωθήσουν ένα κατάλογο Δώδεκα Αιτημάτων. Η Ουγγρική Δίαιτα εκμεταλλεύτηκε τις Επαναστάσεις του 1848 στις περιοχές των Αψβούργων για να θεσπίσει τους Νόμους του Απριλίου, ένα περιεκτικό νομοθετικό πρόγραμμα δεκάδων μεταρρυθμίσεις των πολιτικών δικαιωμάτων. Αντιμέτωπος με την επανάσταση τόσο στη χώρα του όσο και στην Ουγγαρία, ο Αυστριακός Αυτοκράτορας Φερδινάνδος Α΄ στην αρχή αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα ουγγρικά αιτήματα. Μετά την καταστολή της Αυστριακής εξέγερσης, ένας νέος αυτοκράτορας, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ αντικατέστησε τον επιληπτικό θείο του Φερδινάνδο. Ο Φραγκίσκος Ιωσήφ απέρριψε όλες τις μεταρρυθμίσεις και άρχισε να εξοπλίζεται εναντίον της Ουγγαρίας. Ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1849, συγκροτήθηκε μια ανεξάρτητη κυβέρνηση της Ουγγαρίας.[80]

Η νέα κυβέρνηση αποσχίστηκε από την Αυστριακή Αυτοκρατορία.[81] Ο Οίκος των Αψβούργων εκθρονίστηκε από το ουγγρικό τμήμα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και ανακηρύχθηκε η πρώτη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, με το Λάγιος Κόσουτ ως κυβερνήτη και πρόεδρο. Πρώτος πρωθυπουργός έγινε ο Λάγιος Μπάτιανι. Ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ και οι σύμβουλοί του χειραγώγησαν επιδέξια τις εθνικές μειονότητες του νέου έθνους, τους Κροάτες, τους Σέρβους και τους Ρουμάνους αγρότες, με επικεφαλής ιερείς και αξιωματικούς πιστούς στους Αψβούργους, και τους ώθησαν να επαναστατήσουν ενάντια στη νέα κυβέρνηση. Οι Ούγγροι υποστηρίχθηκαν από τη συντριπτική πλειονότητα των Σλοβάκων, των Γερμανών και των Ρουθήνιων της χώρας και σχεδόν όλους τους Εβραίους, καθώς και από μεγάλο αριθμό Πολωνών, Αυστριακών και Ιταλών εθελοντών.[82]

Πολλά μέλη των μη ουγγρικών εθνικοτήτων εξασφάλισαν υψηλές θέσεις στον Ουγγρικό Στρατό, όπως για παράδειγμα ο Στρατηγός Γιάνος Ντάμιανιτς, Σέρβος που έγινε εθνικός ήρωας της Ουγγαρίας, διοικώντας το 3ο Ουγγρικό Σώμα Στρατού. Αρχικά οι Ουγγρικές δυνάμεις (Honvédség) κατάφεραν να διατηρήσουν τα εδάφη τους. Τον Ιούλιο του 1849 το Ουγγρικό Κοινοβούλιο διακήρυξε και θέσπισε τα πιο προοδευτικά εθνοτικά και μειονοτικά δικαιώματα στον κόσμο, αλλά ήταν πολύ αργά. Για να καταστείλει την Ουγγρική επανάσταση Φραγκίσκος Ιωσήφ προετοίμασε τα στρατεύματά του εναντίον της Ουγγαρίας και έλαβε βοήθεια από το "Χωροφύλακα της Ευρώπης", το Ρώσο Τσάρο Νικόλαο Α΄. Τον Ιούνιο οι Ρωσικές στρατιές εισέβαλαν στην Τρανσυλβανία σε συνεννόηση με Αυστριακές στρατιές που βάδιζαν κατά της την Ουγγαρία από δυτικά μέτωπα, όπου είχαν νικήσει (Ιταλία, Γαλικία και Βοημία).

Οι Ρωσικές και οι Αυστριακές δυνάμεις συνέτριψαν τον Ουγγρικό στρατό και ο Στρατηγός Αρτουρ Γκέργκεϊ παραδόθηκε τον Αύγουστο του 1849. Ο Αυστριακός στρατηγός Γιούλιους Γιάκομπ φον Χάιναου έγινε τότε κυβερνήτης της Ουγγαρίας για μερικούς μήνες και στις 6 Οκτωβρίου διέταξε την εκτέλεση 13 ηγετών του ουγγρικού στρατού (Οι 13 Μάρτυρες του Αράντ) καθώς και του πρωθυπουργού Μπάτιανι. Ο Λάγιος Κόσουτ αυτοεξορίστηκε.

Μετά τον πόλεμο του 1848–1849, η χώρα βυθίστηκε σε «παθητική αντίσταση». Ο Αρχιδούκας Αλβέρτος των Αψβούργων διορίστηκε κυβερνήτης του Βασιλείου της Ουγγαρίας και αυτή η εποχή έχει μείνει στη μνήμη για τον εκγερμανισμό που επιδιώχθηκε με τη βοήθεια Τσέχων αξιωματικών.

Aυστροουγγαρία (1867–1918)Επεξεργασία

Κύριο λήμμα: Aυστροουγγαρία
 
Χάρτης των επαρχιών της Ουγγαρίας περί το 1880
 
Οι Ούγγροι στο Βασίλειο της Ουγγαρίας το 1890
 
Γεωφυσικός χάρτης του βασιλείου της Ουγγαρίας (1867-1920)

Η Βιέννη συνειδητοποίησε ότι η πολιτική μεταρρύθμιση ήταν αναπόφευκτη για να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Σημαντικές στρατιωτικές ήττες, όπως η Μάχη του Κένιγκρατς το 1866, ανάγκασαν τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ να δεχτεί εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Για να καθησυχάσει τους Ούγγρους αυτονομιστές ο αυτοκράτορας έκανε μια ισοβαρή συμφωνία με την Ουγγαρία, τον Αυστρο-Ουγγρικό Συμβιβασμό του 1867, που διαπραγματεύτηκε ο Φέρεντς Ντέακ, με τον οποίο δημιουργήθηκε η δυαδική Μοναρχία της Αυστροουγγαρίας. Τα δύο βασίλεια κυβερνιόντουσαν χωριστά από δύο κοινοβούλια και δύο πρωτεύουσες, με κοινό μονάρχη και κοινή εξωτερική και στρατιωτική πολιτική. Οικονομικά η αυτοκρατορία ήταν μια τελωνειακή ένωση. Ο πρώτος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας μετά το Συμβιβασμό ήταν ο Κόμης Γκιούλα Αντράσι. Το παλιό Ουγγρικό Σύνταγμα ξανατέθηκε σε ισχύ και ο Φραγκίσκος Ιωσήφ στέφθηκε Βασιλιάς της Ουγγαρίας.

Το 1868 η Ουγγρική και η Κροατική εθνοσυνέλευση συνήψαν την Κροατο-Ουγγρική Συμφωνία με την οποία η Κροατία αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη περιοχή.

Το νέο κράτος της Αυστροουγγαρίας ήταν γεωγραφικά η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα στην Ευρώπη μετά τη Ρωσία. Η έκτασή της υπολογιζόταν σε 621.540 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 1905.[83] Μετά τη Ρωσία και τη Γερμανική Αυτοκρατορία ήταν η τρίτη πολυπληθέστερη χώρα της Ευρώπης.

Οι Ούγγροι εθνικιστές απαίτησαν την εκπαίδευση στην Ουγγρική γλώσσα, θέση που ένωσε τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες, που αντιτίθεντο στη διδασκαλία στα Λατινικά, όπως επιθυμούσαν οι Καθολικοί επίσκοποι. Στην Ουγγρική Δίαιτα του 1832–36 η σύγκρουση μεταξύ Καθολικών λαϊκών και κληρικών είχε οξυνθεί ιδιαίτερα και δημιουργήθηκε μια μικτή επιτροπή, που προσέφερε στους Προτεστάντες ορισμένες περιορισμένες παραχωρήσεις. Το βασικό ζήτημα αυτού του θρησκευτικού και εκπαιδευτικού αγώνα ήταν πώς να προωθηθεί η Ουγγρική γλώσσα και ο Ουγγρικός εθνικισμός και η επίτευξη μεγαλύτερης ανεξαρτησίας από τη Γερμανική Αυστρία.[84]

Οι γαιοκτήμονες ευγενείς έλεγχαν τα χωριά και μονοπωλούν τα πολιτικά αξιώματα.[85] Στο Κοινοβούλιο μεγαλοφεουδάρχες ήταν ισόβια μέλη της Άνω Βουλής, αλλά οι κατώτεροι ευγενείς κυριαρχούσαν στην Κάτω Βουλή και, μετά το 1830, στην κοινοβουλευτική ζωή. Η ένταση μεταξύ του «στέμματος» (των γερμανόφωνων Αψβούργων της Βιέννης) και της «χώρας» παρέμενε διαρκής πολιτική κόντρα, καθώς ο Συμβιβασμός του 1867 επέτρεπε στους Ούγγρους ευγενείς να διοικούν τη χώρα, αλλά άφηνε τον αυτοκράτορα να ελέγχει την εξωτερική και στρατιωτική πολιτική. Ωστόσο ο Αντράσι, μετά τη θητεία του ως Πρωθυπουργού της Ουγγαρίας (1867-1871), έγινε Υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας (1871-1879) και ακολούθησε εξωτερική πολιτική με γνώμονα τα ουγγρικά συμφέροντα. Ο Αντράσι ήταν συντηρητικός. Η εξωτερική του πολιτική είχε στόχο να επεκτείνει την Αυτοκρατορία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κατά προτίμηση με βρετανική και γερμανική υποστήριξη, και χωρίς να αποξενώσει την Τουρκία. Έβλεπε τη Ρωσία ως τον κύριο αντίπαλο, λόγω της δικής της επεκτατικής πολιτικής προς τις σλαβικές και ορθόδοξες περιοχές. Δεν εμπιστευόταν τα σλαβικά εθνικιστικά κινήματα, θεωρώντας τα απειλή για την πολυεθνική αυτοκρατορία του. Εν τω μεταξύ προέκυψαν συγκρούσεις μεταξύ μεγαλοφεουδαρχών και κατώτερων ευγενών σχετικά με τον προστατευτισμό από τις φτηνές εισαγωγές τροφίμων (τη δεκαετία του 1870), το πρόβλημα Εκκλησίας-κράτους (τη δεκαετία του 1890) και τη «συνταγματική κρίση» (τη δεκαετία του 1900). Οι κατώτεροι ευγενείς σταδιακά έχαναν την εξουσία της σε τοπικό επίπεδο και αναδόμησαν την πολιτική τους βάση περισσότερο στην κατοχή αξιωμάτων παρά στη γαιοκτησία. Εξαρτιόντουσαν όλο και περισσότερο από τον κρατικό μηχανισμό και ήταν απρόθυμοι να τον αμφισβητήσουν. [86]

 
Τομή του Υπόγειου της Χιλιετίας της Βουδαπέστης (1894-1896), που ήταν ο πρώτος στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Οικονομική ιστορίαΕπεξεργασία

Την εποχή αυτή σημειώθηκε σημαντική οικονομική ανάπτυξη στις αγροτικές περιοχές. Η παλαιότερα καθυστερημένη ουγγρική οικονομία έγινε σχετικά σύγχρονη και εκβιομηχανίστηκε με την είσοδος του 20ου αιώνα, αν και η γεωργία παρέμεινε κυρίαρχη στο ΑΕΠ μέχρι το 1880. Το 1873 η παλιά πρωτεύουσα Bούδα και η Όμπουντα (Aρχαία Βούδα) συγχωνεύτηκαν επίσημα με την τρίτη πόλη, την Πέστη, δημιουργώντας έτσι τη νέα μητρόπολη της Βουδαπέστης. Η δυναμική Πέστη εξελίχθηκε σε διοικητικό, πολιτικό, οικονομικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας.

Η τεχνολογική πρόοδος επιτάχυνε την εκβιομηχάνιση και την αστικοποίηση. Το ακαθάριστο εθνικό κατά κεφαλήν προϊόν αυξήθηκε περίπου 1,45% ετησίως από το 1870 έως το 1913, επίπεδο ανάπτυξης θετικά συγκρινόμενο με εκείνο άλλων ευρωπαϊκών εθνών όπως η Βρετανία (1,00%), η Γαλλία (1,06%) και η Γερμανία (1,51%) . Οι κορυφαίες βιομηχανίες σε αυτήν την οικονομική επέκταση ήταν η ηλεκτρική ενέργεια και η ηλεκτρική τεχνολογία, οι τηλεπικοινωνίες και οι μεταφορές (ειδικά ατμομηχανές, τραμ και πλοία). Τα βασικά σύμβολα της βιομηχανικής προόδου ήταν το κονσέρν Γκαντς και η Τούνγκσραμ. Πολλά από τα κρατικά ιδρύματα και τα σύγχρονα διοικητικά συστήματα της Ουγγαρίας ιδρύθηκαν την περίοδο αυτή.

Η απογραφή του Ουγγρικού κράτους το 1910 (εξαιρουμένης της Κροατίας), κατέγραψε την ακόλουθη κατανομή πληθυσμού: Ούγγροι 54,5%, Ρουμάνοι 16,1%, Σλοβάκοι 10,7% και Γερμανοί 10,4%. Το θρησκευτικό δόγμα με το μεγαλύτερο αριθμό πιστών ήταν ο Ρωμαιοκαθολικισμός (49,3%), ακολουθούμενος από τον Καλβινισμό (14,3%), την Ορθοδοξία (12,8%), η Ελληνοκαθολική Εκκλησία (11,0%), ο Λουθηρανισμός (7,1%) και ο Ιουδαϊσμός (5,0 %).

Α΄ Παγκόσμιος ΠόλεμοςΕπεξεργασία

Μετά τη Δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστρίας στο Σεράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914 ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Ίστβαν Τίσα προσπάθησε να αποφύγει το ξέσπασμα πολέμου στην Ευρώπη, αλλά οι διπλωματικές του προσπάθειες υπήρξαν ανεπιτυχείς. Ένας γενικός πόλεμος ξεκίνησε στις 28 Ιουλίου με κήρυξη πολέμου από την Αυστροουγγαρία στη Σερβία. [87]

Η Αυστροουγγαρία αντέταξε 9 εκατομμύρια στρατιώτες στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκ των οποίων 4 εκατομμύρια προέρχονταν από το βασίλειο της Ουγγαρίας. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αυστροουγγαρία πολέμησε στο πλευρό της Γερμανίας, της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας - τις λεγόμενες Κεντρικές Δυνάμεις. Κατέλαβε εύκολα τη Σερβία και η Ρουμανία της κήρυξε τον πόλεμο. Οι Κεντρικές Δυνάμεις κατέλαβαν τότε τη Νότια Ρουμανία και την πρωτεύουσα της χώρας Βουκουρέστι. Το Νοέμβριο του 1916 ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ πέθανε και ο νέος μονάρχης, ο Αυτοκράτορας Κάρολος Α΄ της Αυστρίας (IV. Károly), διέκειτο ευνοϊκά στους ειρηνιστές του βασιλείου του.

Στα ανατολικά οι Κεντρικές Δυνάμεις απέκρουσαν τις επιθέσεις της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Το Ανατολικό μέτωπο των λεγόμενων Δυνάμεων της Αντάντ που συνεργάζονταν με τη Ρωσία κατέρρευσε εντελώς. Η Αυστροουγγαρία αποχώρησε από τις χώρες όπου ηττήθηκε. Στο Ιταλικό μέτωπο ο Αυστροουγγρικός στρατός δεν μπόρεσε να σημειώσει άλλη πρόοδο στην Ιταλία μετά τον Ιανουάριο του 1918. Παρά τις επιτυχίες στο Ανατολικό μέτωπο, η Γερμανία αποτελματώθηκε και τελικά υπέστη ήττα στο πιο καθοριστικό Δυτικό μέτωπο.

Το 1918 η οικονομική κατάσταση είχε επιδεινωθεί ανησυχητικά στην Αυστροουγγαρία. Στα εργοστάσια οργανώνονταν απεργίες από αριστερά και ειρηνικά κινήματα και οι εξεγέρσεις στο στρατό είχαν γίνει συνηθισμένες. Στις πρωτεύουσες της Βιέννης και της Βουδαπέστης, τα αυστριακά και τα ουγγρικά αριστερά φιλελεύθερα κινήματα και οι ηγέτες τους υποστήριζαν την απόσχιση των εθνικών μειονοτήτων. Η Αυστροουγγαρία υπέγραψε την Ανακωχή της Βίλλα Τζούστι στην Πάντοβα στις 3 Νοεμβρίου 1918. Τον Οκτώβριο του 1918 η προσωπική ένωση μεταξύ Αυστρίας και Ουγγαρίας είχε διαλυθεί.

Μεσοπόλεμος (1918–1939)Επεξεργασία

Μετά την κατάρρευση ενός βραχύβιου κομμουνιστικού καθεστώτος, σύμφωνα με τον ιστορικό Ίστβαν:

Μεταξύ 1919 και 1944 η Ουγγαρία ήταν μια δεξιόφρων χώρα. Προερχόμενες από μια αντεπαναστατική κληρονομιά, οι κυβερνήσεις της υποστήριξαν μια «εθνικιστική χριστιανική» πολιτική, εκθείαζαν τον ηρωισμό, την πίστη και την ενότητα, περιφρονούσαν τη Γαλλική Επανάσταση και απέρριπταν τις φιλελεύθερες και σοσιαλιστικές ιδεολογίες του 19ου αιώνα. Οι κυβερνήσεις έβλεπαν την Ουγγαρία ως προπύργιο ενάντια μπολσεβικισμό και στα όργανά του: το σοσιαλισμό, τον κοσμοπολιτισμό και τη μασονία. Υλοποίησαν την κυριαρχία μιας μικρής κλίκας αριστοκρατών, δημοσίων υπαλλήλων και αξιωματικών του στρατού, και περιέβαλλαν με κολακεία τον αρχηγό του κράτους, τον αντεπαναστάτη Ναύαρχο Χόρτυ.[88]

Ουγγρική Λαϊκή ΔημοκρατίαΕπεξεργασία

Περαιτέρω πληροφορίες: Ουγγρική Λαϊκή Δημοκρατία

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ η σύμμαχος Γερμανία ηττήθηκε το 1918 στο Δυτικό Μέτωπο, η Αυστροουγγρική μοναρχία κατέρρευσε πολιτικά.

Ο πρώην Πρωθυπουργός Ίστβαν Τίσα δολοφονήθηκε στη Βουδαπέστη κατά την Επανάσταση των Χρυσανθέμων τον Οκτώβριο του 1918. Στις 31 Οκτωβρίου 1918 η επιτυχία αυτής της επανάστασης έφερε τον αριστερό φιλελεύθερο Κόμη Μίχαλι Κάρολι στην εξουσία ως πρωθυπουργό.[89] Ο Κάρολι ήταν λάτρης των δυνάμεων της Αντάντ από την αρχή του πολέμου. Στις 13 Νοεμβρίου 1918 ο Κάρολος Δ΄ (IV. Károly) παρέδωσε τις εξουσίες του ως Βασιλιά της Ουγγαρίας, ωστόσο, δεν παραιτήθηκε, μια διαδικασία που έκανε δυνατή την επιστροφή στο θρόνο.

Τα Γαλλικά στρατεύματα της Αντάντ αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα για να επανεξοπλίσουν τις ηττημένες χώρες της Ρουμανίας και της Σερβίας και να παράσχουν στρατιωτική βοήθεια στη νεοσυσταθείσα χώρα της Τσεχοσλοβακίας. Παρά τη γενική συμφωνία ανακωχής ο Γαλλικός στρατός των Βαλκανίων οργάνωσε νέες εκστρατείες κατά της Ουγγαρίας με τη βοήθεια των κυβερνήσεων Τσεχοσλοβακίας, Ρουμανίας και Σερβίας.

Μια πρώτη Ουγγρική δημοκρατία, η Ουγγρική Λαϊκή Δημοκρατία, ανακηρύχθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1918 με την προεδρία του Κάρολι, που προσπάθησε να οικοδομήσει τη νέα δημοκρατία ως «Ανατολική Ελβετία» και να πείσει τις μη Ουγγρικές μειονότητες (ιδίως τους Σλοβάκους, τους Ρουμάνους και τους Ρουθήνιους) να παραμείνουν πιστοί στη χώρα, προσφέροντάς τους αυτονομία. Ωστόσο αυτές οι προσπάθειες ήρθαν πολύ αργά. Ανταποκρινόμενος στην αρχή του πασιφισμού του Γούντροου Ουίλσον, ο Κάρολι διέταξε τον πλήρη αφοπλισμό του Ουγγρικού Στρατού, έτσι η νέα δημοκρατία παρέμεινε χωρίς εθνική άμυνα σε μια εποχή ιδιαίτερων κινδύνων. Τα αναδυόμενα γύρω κράτη δεν δίστασαν να εξοπλιστούν και να καταλάβουν μεγάλα τμήματα της χώρας με τη βοήθεια της Αντάντ, ενώ δεν υπήρχε ακόμη συμφωνία σχετικά με τα σύνορά τους.

Στις 5 Νοεμβρίου 1918 οι ένοπλες δυνάμεις του προσωρινού Κράτους των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων, με τη γαλλική υποστήριξη, επιτέθηκαν στα νότια τμήματα του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Στις 8 Νοεμβρίου οι ένοπλες δυνάμεις της Τσεχοσλοβακικής Δημοκρατίας που ανακηρύχθηκε στις 28 Οκτωβρίου, επιτέθηκαν στα βόρεια τμήματα του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου που είχε υπογραφεί το Μάιο του 1918, καταγγέλθηκε τον Οκτώβριο του 1918 από τη Ρουμανική κυβέρνηση, που στη συνέχεια επανήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων και προέλασε στον ποταμό Μάρος (Mούρες) στην Τρανσυλβανία.

Ένα αυτονομιστικό κίνημα εμπνευσμένο από τα 14 σημεία του Γούντροου Ουίλσον ανακήρυξε την ένωση της Τρανσυλβανίας με τη Ρουμανία. Το Νοέμβριο το Ρουμανικό Εθνικό Κεντρικό Συμβούλιο, που εκπροσωπούσε όλους τους Ρουμάνους της Τρανσυλβανίας, ενημέρωσε την κυβέρνηση της Βουδaπέστης ότι θα αναλάβει τον έλεγχο 23 επαρχιών της Τρανσυλβανίας (και τμημάτων τριών ακόμη) και ζήτησε την απάντηση της Ουγγαρίας μέχρι τις 2 Νοεμβρίου. Η Ουγγρική κυβέρνηση (μετά από διαπραγματεύσεις με το συμβούλιο) απέρριψε την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι δεν διασφάλιζε τα δικαιώματα του Ουγγρικού πληθυσμού και της Γερμανικής μειονότητας.[90]

Στις 2 Δεκεμβρίου ο Ρουμανικός Στρατός ξεκίνησε επίθεση στο ανατολικό τμήμα (Τρανσυλβανία) του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Παρά την προέλαση των ξένων ένοπλων δυνάμεων η κυβέρνηση του Κάρολι είχε κηρύξει τις εθελοντικές ένοπλες οργανώσεις παράνομες και υπέβαλε προτάσεις για τη διατήρηση της ακεραιότητας του εδάφους του πρώην βασιλείου, αλλά αρνήθηκε να αναδιοργανώσει τις Ουγγρικές ένοπλες δυνάμεις. Αυτά τα μέτρα προκάλεσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα όταν οι δυνάμεις της Αντάντ άρχισαν νa χαρίζουν τμήματα των παραδοσιακών εδαφών της Ουγγαρίας στη Ρουμανία και τα νεοϊδρυθέντα κράτη Γιουγκοσλαβία και Τσεχοσλοβακία δίνοντας προτεραιότητα σε εθνογλωσσικά κριτήρια, παρά ιστορικά. Γαλλικές και Σερβικές δυνάμεις κατέλαβαν τα νότια τμήματα της πρώην μοναρχίας.

Το Φεβρουάριο του 1919 η νέα πασιφιστική Ουγγρική κυβέρνηση είχε χάσει κάθε λαϊκή υποστήριξη, μετά τις αποτυχίες της τόσο στο εσωτερικό όσο και στο στρατιωτικό μέτωπο. Στις 21 Μαρτίου 1919 όταν ο εκπρόσωπος της Αντάντ ζήτησε ακόμη περισσότερες εδαφικές παραχωρήσεις από την Ουγγαρία, ο Κάρολι υπέγραψε όλες όσες του υποβλήθηκαν και παραιτήθηκε.

Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία ("Δημοκρατία των Συμβουλίων")Επεξεργασία

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας, με επικεφαλής το Μπέλα Κουν, συμμάχησε με το Ουγγρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ανέβηκε στην εξουσία και ανακήρυξε την Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία. Ο σοσιαλδημοκράτης Σάντορ ήταν επίσημα αρχηγός της κυβέρνησης, αλλά η Σοβιετική Δημοκρατία ελεγχόταν ντε φάκτο από το Μπέλα Κουν, που ήταν υπουργός εξωτερικών. Οι Κομμουνιστές - "Οι Κόκκινοι" - κατέλαβαν την εξουσία χάρη στην οργανωμένη μαχητική τους δύναμη (καμία άλλη μεγάλη πολιτική οντότητα δεν είχε κάτι τέτοιο) και υποσχέθηκαν ότι η Ουγγαρία θα μπορούσε να υπερασπιστεί τα εδάφη της χωρίς επιστράτευση, πιθανόν με τη βοήθεια του Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού.

Ο Κόκκινος Στρατός της Ουγγαρίας ήταν ένας μικρός εθελοντικός στρατός 53.000 ανδρών και οι περισσότεροι στρατιώτες του ήταν οπλισμένοι εργάτες εργοστασίων της Βουδαπέστης. Αρχικά το καθεστώς του Κουν είχε ορισμένες στρατιωτικές επιτυχίες: υπό τη διοίκηση του ιδιοφυούς στρατιωτικού Συνταγματάρχη Αουρέλ Στρόμφελντ ο Ουγγρικός Κόκκινος Στρατός εκδίωξε τα τσεχοσλοβακικά στρατεύματα από το βορά και σχεδίαζε να βαδίσει κατά του Ρουμανικού στρατού. Στην εσωτερική πολιτική οι Κομμουνιστές εθνικοποίησαν τις βιομηχανικές και τις εμπορικές επιχειρήσεις, κοινωνικοποίησε τη στέγη, τις μεταφορές, τις τράπεζες, την υγεία, τα πολιτιστικά ιδρύματα και όλες τις έγγειες ιδιοκτησίες άνω των 400 στρεμμάτων.

Η υποστήριξη όμως προς τους Κομμουνιστές αποδείχθηκε βραχύβια στη Βουδαπέστη και ποτέ δεν ήταν δημοφιλείς στις άλλες πόλεις και στην ύπαιθρο. Μετά από μια απόπειρα πραξικοπήματος η κυβέρνηση ανέλαβε σειρά δράσεων, αναφερόμενων ως Κόκκινη τρομοκρατία, δολοφονώντας αρκετές εκατοντάδες (κυρίως επιστήμονες και διανοούμενους). Ο Σοβιετικός Κόκκινος Στρατός δεν μπόρεσε ποτέ να βοηθήσει τη νέα Ουγγρική δημοκρατία. Παρά τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες κατά του Τσεχοσλοβσκικού στρατού οι Κομμουνιστές έχασαν όλα τα εδάφη που ανακατέλαβαν. Αυτή η εξέλιξη καταρράκωσε το ηθικό του εθελοντικού Ουγγρικού Κόκκινου Στρατού, που διαλύθηκε πριν καταφέρει να ολοκληρώσει επιτυχώς τις επιχειρήσεις του. Αντιμέτωποι με εσωτερικές αντιδράσεις και μια προελαύνουσα Ρουμανική δύναμη κατά τον Ουγγρορουμανικό Πόλεμο του 1919, ο Μπέλα Κουν και οι περισσότεροι σύντροφοί του κατέφυγαν στην Αυστρία και η Βουδαπέστη κατελήφθη στις 6 Αυγούστου. Ο Κουν και οι οπαδοί του πήραν μαζί τους πολλούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τα αποθέματα χρυσού της Εθνικής Τράπεζας.[91] Όλα αυτά τα γεγονότα, και ιδιαίτερα η τελική στρατιωτική ήττα, οδήγησαν σε βαθειά αισθήματα αντιπάθειας μεταξύ του γενικού πληθυσμού κατά της Σοβιετικής Ένωσης (που δεν προσέφερε στρατιωτική βοήθεια) και κατά των Ούγγρων Εβραίων (καθώς τα περισσότερα μέλη της κυβέρνησης του Κουν ήταν Εβραίοι, κάνοντάς το εύκολο να κατηγορηθούν οι Εβραίοι για τα λάθη της κυβέρνησης).

ΑντεπανάστασηΕπεξεργασία

Η νέα μαχητική δύναμη στην Ουγγαρία ήταν οι Συντηρητικοί Βασιλικοί αντεπαναστάτες - οι "Λευκοί". Αυτοί, που είχαν οργανώσει στη Βιέννη και εγκαταστήσει μια αντικυβέρνηση στο Σέγκεντ, ανέλαβαν την εξουσία με επικεφσλής τον Ιστβαν Μπέτλεν, έναν αριστοκράτη από την Τρανσυλβανία, και το Μίκλος Χόρτυ, τον πρώην αρχηγό του Αυστροουγγρικού Ναυτικού. Οι συντηρητικοί κήρυξαν την κυβέρνηση του Κάρολι και τους Κομμουνιστές ένοχους εσχάτης προδοσίας.[92]

 
Οι δυνάμεις της Ουγγαρίας και της Μικρής Αντάντ τη δεκαετία του 1920

Απουσία μιας ισχυρής εθνικής πολιτικής δύναμης ή τακτικών στρατιωτικών δυνάμεων, ξεκίνησε στη δυτική Ουγγαρία μια Λευκή τρομοκρατία με ημιτακτικά και ημιπαραστρατιωτικά αποσπάσματα, που επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα. Πολλοί διαβόητοι Κομμουνιστές και άλλοι αριστεροί βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς δίκη. Οι Λευκοί Ριζοσπάστες εξαπέλυσαν πογκρόμ κατά των Εβραίων, παρουσιάζοντάς τους ως αιτία όλων των εδαφικών απωλειών της Ουγγαρίας. Ο πιο διαβόητος διοικητής των Λευκών ήταν ο Παλ Πρόναι. Ο αποχωρών Ρουμανικός στρατός λεηλάτησε τη χώρα: ζώα, μηχανήματα και αγροτικά προϊόντα μεταφέρονταν στη Ρουμανία με εκατοντάδες φορτηγά αυτοκίνητα.[93][94]

Στις 16 Νοεμβρίου 1919, με τη συγκατάθεση των Ρουμανικών δυνάμεων, ο στρατός του δεξιού πρώην ναυάρχου Μίκλος Χόρτυ μπήκε στη Βουδαπέστη. Η κυβέρνησή του σταδιακά αποκατάστησε την τάξη και σταμάτησε την τρομοκρατία, αλλά χιλιάδες συμπαθούντων τα καθεστώτα του Κάρολι και του Κουν φυλακίστηκαν. Τα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα καταπνίγηκαν. Το Μάρτιο του 1920 το κοινοβούλιο αποκατάστησε την Ουγγρική μοναρχία ως αντιβασιλεία, αλλά ανέβαλε την εκλογή βασιλιά μέχρι να υποχωρήσει η πολιτική αναταραχή. Ο Χόρτυ εξελέγη Αντιβασιλέας με την εξουσία, μεταξύ άλλων, να διορίζει τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, να ασκεί βέτο, να συγκαλεί ή να διαλύει το κοινοβούλιο και να διοικεί τις ένοπλες δυνάμεις.

Η Ουγγαρία του Τριανόν και η ΑντιβασιλείαΕπεξεργασία

 
Η Συνθήκη του Τριανόν: Η Ουγγαρία έχασε το 72% των εδαφών της και τα θαλάσσια λιμάνια στην Κροατία, 3.425.000 Ούγγροι βρέθηκαν χωρισμένοι από την πατρίδα τους.[95][96] Η χώρα έχασε 5 από τις 10 μεγαλύτερες ουγγρικές πόλεις της.

Η συγκατάθεση της Ουγγαρίας στη Συνθήκη του Τριανόν στις 4 Ιουνίου 1920 επικύρωσε την απόφαση των νικητριών δυνάμεων της Αντάντ να επαναχαράξουν τα σύνορα της χώρας. Η συνθήκη υποχρέωνε την Ουγγαρία να παραδώσει πάνω από τα δύο τρίτα των προπολεμικών εδαφών της. Σκοπός του μέτρου αυτού ήταν να επιτρέψει στους μειονοτικούς πληθυσμούς της πρώην Αυστροουγγαρίας να κατοικούν σε κράτη, όπου κυριαρχούσε η δική τους εθνότητα, αλλά στα εδάφη αυτά ζούσαν ακόμη πολλοί Ούγγροι. Το αποτέλεσμα ήταν το ένα τρίτο των 10 εκατομμυρίων Ούγγρων να βρεθούν έξω από την απομειωμένη πατρίδα τους. Κατέστησαν δυσαρεστημένες μειονότητες σε εχθρικές πολιτικές ενότητες.

Τα νέα διεθνή σύνορα απέκοψαν τη βιομηχανική βάση της Ουγγαρίας από τις παλιές της πηγές πρώτων υλών και τις πρώην αγορές της για τα αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα της. Η Ουγγαρία έχασε το 86 % της ξυλείας, το 43 % της καλλιεργήσιμης γης και το 83 % των σιδηρομεταλλευμάτων της. Αν και η μετά το Τριανόν Ουγγαρία διατήρησε το 90 % της βιομηχανίας μηχανημάτων και εκτυπώσεων του πρώην Βασιλείου της Ουγγαρίας, διατήρησε μόνο το 14 % της ξυλείας και το 17 % των σιδηρομεταλλευμάτων. Επίσης το 57 % της καλλιεργήσιμης γης, το 70 % του οδικού δικτύου, το 65 % των καναλιών, το 62 % των σιδηροδρόμων, το 55 % των εργοστασίων, το 100 % των αποθεμάτων χρυσού, αργύρου, χαλκού, υδραργύρου και αλατιού και το 67 % των πιστωτικών και τραπεζικών ιδρυμάτων του πρώην Βασιλείου της Ουγγαρίας βρέθηκαν στα εδάφη των γειτονικών της κρατών.[97][98][99] Ο αλυτρωτισμός- το αίτημα επιστροφής απωλεσθέντων εδαφών - έγινε κεντρικό θέμα της εθνικής πολιτικής.[100]

Η ΑντιβασιλείαΕπεξεργασία

Ο Χόρτυ διόρισε τον Κόμη Παλ Τέλεκι πρωθυπουργό τον Ιούλιο του 1920. Η κυβέρνησή του εξέδωσε ένα νόμο ποσοστώσεων, που περιόριζε την είσοδο «πολιτικά μη ασφαλών στοιχείων» (που ήταν συνήθως Εβραίοι) στα πανεπιστήμια και έκανε τα πρώτα βήματα για την εκπλήρωση μιας υπόσχεσής του για σημαντική αγροτική μεταρρύθμιση, διαιρώντας περίπου 3.850 km2 από τα μεγαλύτερα κτήματα σε μικρές εκμεταλλεύσεις για να καθησυχάσει τη δυσαρέσκεια των αγροτών. Η κυβέρνηση του Παλ Τέλεκι παραιτήθηκε, ωστόσο, όταν ο Κάρολος Α΄ της Αυστρίας, πρώην αυτοκράτορας της Αυστρίας και βασιλιάς της Ουγγαρίας, προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανακτήσει το θρόνο της Ουγγαρίας το Μάρτιο του 1921. Η απόπειρα αυτή δίχασε τους συντηρητικούς πολιτικούς που ευνοούσαν την παλινόρθωση των Αψβούργων και τους εθνικιστές δεξιούς ριζοσπάστες που υποστήριζαν την εκλογή γηγενή Ούγγρου βασιλιά. Ο Κόμης Ίστβαν Μπέτλεν, ένας ανεξάρτητος δεξιός μέλος του κοινοβουλίου, εκμεταλλεύτηκε αυτό το ρήγμα για να σχηματίσει το νέο Κόμμα Ενότητας υπό την ηγεσία του και στη συνέχεια ο Χόρτυ τον διόρισε πρωθυπουργό. Ο Κάρολος πέθανε λίγο μετά την αποτυχία του για δεύτερη φορά να ανακτήσει το θρόνο τον Οκτώβριο του 1921 και η Ουγγαρία παρέμεινε βασίλειο χωρίς βασιλιά.

 
Ο Μίκλος Χόρτυ ντε Ναγκυμπάνια, Αντιβασιλέας της Ουγγαρίας.

Ως πρωθυπουργός ο Μπέτλεν κυριάρχησε στην ουγγρική πολιτική από το 1921 ως το 1931. Διαμόρφωσε μια πολιτική μηχανή τροποποιώντας τον εκλογικό νόμο, παρέχοντας θέσεις εργασίας στην επεκτεινόμενη γραφειοκρατία στους υποστηρικτές του και χειραγωγώντας τις εκλογές στις αγροτικές περιοχές. Ο Μπέτλεν αποκατέστησε την τάξη στη χώρα δίνοντας στους ριζοσπαστικούς αντεπαναστάτες αποζημιώσεις και θέσεις εργασίας στην κυβέρνηση με αντάλλαγμα τη λήξη της τρομοκρατικής τους εκστρατείας τρομοκρατίας εναντίον των Εβραίων και των αριστερών.

Το 1921 ο Μπέτλεν έκανε μια συμφωνία με τους Σοσιαλδημοκράτες και τα συνδικάτα (που ονομάστηκε Σύμφωνο Μπέτλεν-Πέγερ) που νομιμοποίησε τις δραστηριότητές τους και απελευθέρωσε τους πολιτικούς κρατούμενους με αντάλλαγμα τη δέσμευσή τους να απέχουν από τη διάδοση αντιουγγρικής προπαγάνδας, την πρόσκληση σε πολιτικές απεργίες και την επιχείρηση οργάνωσης των αγροτών. Ο Μπέτλεν ενέταξε την Ουγγαρία στην Κοινωνία των Εθνών το 1922 και την έβγαλε από τη διεθνή απομόνωση υπογράφοντας μια συνθήκη φιλίας με την Ιταλία το 1927. Συνολικά προσπάθησε να ακολουθήσει μια στρατηγική ενίσχυσης της οικονομίας και οικοδόμησης σχέσεων με ισχυρότερα έθνη. Ο αλυτρωτισμός, η αναθεώρηση της Συνθήκης του Τριανόν, ανέβηκε στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας της Ουγγαρίας. Η αναθεώρηση της συνθήκης είχε τόσο ευρεία υποστήριξη στην Ουγγαρία που ο Μπέτλεν τη χρησιμοποίησε, τουλάχιστον εν μέρει, για να εκτρέψει την κριτική για την οικονομική και κοινωνική του πολιτική.

Η παγκόσμια οικονομική ύφεση 1929 προκάλεσε πτώση του βιοτικού επιπέδου και οι πολιτικές τάσεις της χώρας μετατοπίστηκαν περαιτέρω προς τα δεξιά. Το 1932 ο Χόρτυ διόρισε νέο πρωθυπουργό, τον Γκιούλα Γκέμπες, που άλλαξε την πορεία της ουγγρικής πολιτικής προς στενότερη συνεργασία με τη Γερμανία και ξεκίνησε μια προσπάθεια εξουγγρισμού των λίγων εθνικών μειονοτήτων που απέμεναν στην Ουγγαρία.

Ο Γκέμπες υπέγραψε μια εμπορική συμφωνία με τη Γερμανία που βοήθησε την οικονομία της Ουγγαρίας να βγει από την ύφεση, αλλά την έκανε να εξαρτάται από τη γερμανική οικονομία τόσο για τις πρώτες ύλες όσο και για τις αγορές. Ο Αδόλφος Χίτλερ ενθάρρυνε τις ουγγρικές επιθυμίες για εδαφικό αναθεωρητισμό, ενώ ακροδεξιές οργανώσεις όπως το Κόμμα του Σταυρού-Βέλους ενστερνιζόταν όλο και περισσότερο τις ακραίες ναζιστικές πολιτικές.[101] και επιζητούσε την καταστολή και τη θυματοποίηση των Εβραίων. Η κυβέρνηση ψήφισε το 1938 τον πρώτο Εβραϊκό Νόμο, που καθιέρωσε ένα σύστημα ποσοστώσεων για τον περιορισμό της εβραϊκής συμμετοχής στην ουγγρική οικονομία.[102]

Το 1938 έγινε πρωθυπουργός ο Μπέλα Ίμρεντι. Οι προσπάθειες του να βελτιώσει τις διπλωματικές σχέσεις της Ουγγαρίας με το Ηνωμένο Βασίλειο τον έκανε αρχικά πολύ αντιδημοφιλή στη Γερμανία και την Ιταλία. Μετά το Ανσλους με την Αυστρία το Μάρτιο, συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να αποξενώσει τη Γερμανία και την Ιταλία για πολύ. Το φθινόπωρο του 1938 η εξωτερική του πολιτική έγινε πολύ φιλογερμανική και φιλοϊιταλική.[103]

Με την πρόθεση να δημιουργήσει μια βάση εξουσίας στη δεξιά ουγγρική πολιτική ο Ίμρεντι άρχισε την καταστολή των πολιτικών αντιπάλων του. Το όλο και πιο ισχυρό Κόμμα του Σταυρού-Βέλους διώχθηκε και τελικά απαγορεύτηκε από τη διοίκηση του Ίμρεντι. Καθώς ο Ίμρεντι στρεφόταν προς τα δεξιά, πρότεινε την αναδιοργάνωση της κυβέρνησης σύμφωνα με ολοκληρωτικές κατευθύνσεις και πρότεινε ένα αυστηρότερο Δεύτερο Εβραϊκό Νόμο. Το Κοινοβούλιο, υπό τη νέα κυβέρνηση του Παλ Τέλεκι, ενέκρινε το 1939 το Δεύτερο Εβραϊκό Νόμο, που περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη συμμετοχή των Εβραίων στην οικονομία, τον πολιτισμό και την κοινωνία και, ουσιαστικά, όριζε τους Εβραίους φυλετικά και όχι θρησκευτικά. Αυτός ο ορισμός άλλαξε σημαντικά και αρνητικά την κατάσταση εκείνων που είχαν μεταστραφεί από τον Ιουδαϊσμό στο Χριστιανισμό.

Β΄ Παγκόσμιος ΠόλεμοςΕπεξεργασία

 
Ο Ούγγρος ηγέτης Μίκλος Χόρτυ και ο Γερμανός Αδόλφος Χίτλερ το 1938
 
Η Λίμνη Μπάλατον τη δεκαετία του 1930, λίγο πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Ευρωπαίοι από διάφορες χώρες χαλαρώνουν σε πισίνα στη Βουδαπέστη το 1939.
 
Χάρτης του Βασιλείου της Ουγγαρίας του 1941
 
Ο Ερνε Γκέμπες, βοηθός στρατοπέδου του Φέρεντς Σάλασι και γιος του Γκιούλα Γκέμπες, μαζί με έναν αξιωματικό του Ουγγρικού στρατού και ένα μέλος του Κόμματος του Σταυρού-Βέλους, μπροστά από το Υπουργείο Άμυνας, 1944
 
Ούγγροι Εβραίοι στέλνονται στους θαλάμους αερίων στο στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς (Μάιος 1944.

Η Ναζιστική Γερμανία και η Φασιστική Ιταλία προσπάθησαν να επιβάλουν τις απατήσεις των Ούγγρων, που ζούσαν σε περιοχές που η Ουγγαρία έχασε το 1920 με την υπογραφή της Συνθήκης του Τριανόν, ειρηνικά και με τις δύο Επιδικάσεις της Βιέννης (1938 και 1940) επέστρεψαν τμήματα της Τσεχοσλοβακίας (νότια Σλοβακία και νότια Ρουθηνία των Καρπαθίων) και της Ρουμανίας (Βόρεια Τρανσυλβανία) στην Ουγγαρία. Η προσάρτηση το 1939 της υπόλοιπης Ρουθηνίας των Καρπαθίων έγινε από την ίδια την Ουγγαρία μετά τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας.

Στις 24 Ιουλίου 1939 ο Παλ Τέλεκι έγραψε στον Αδόλφο Χίτλερ ότι η Ουγγαρία δεν θα συμμετάσχει στον πόλεμο κατά της Πολωνίας ως θέμα εθνικής τιμής. Πρόσθεσε ότι οι Ουγγρικές αρχές δεν συμφωνούσαν με τη διέλευση του Γερμανικού στρατού μέσω της Ουγγαρίας. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 η Ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία και ξεκίνησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Πολωνία κατέρρευσε γρήγορα και η Ουγγαρία επέτρεψε να εισέλθουν 70.000 Πολωνοί πρόσφυγες, προς μεγάλη ενόχληση του Χίτλερ.[104]

Στις 20 Νοεμβρίου 1940 υπό την πίεση τη Γερμανίας ο Παλ Τέλεκι ενέταξε την Ουγγαρία στον Αξονα. Το Δεκέμβριο του 1940 υπέγραψε επίσης μια εφήμερη «Συνθήκη Αιώνιας Φιλίας» με τη Γιουγκοσλαβία. Λίγους μήνες αργότερα, μετά από ένα πραξικόπημα στη Γιουγκοσλαβία που απειλούσε την επιτυχία της προγραμματισμένης γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση (Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα), ο Χίτλερ ζήτησε από τους Ούγγρους να υποστηρίξουν την εισβολή του στη Γιουγκοσλαβία. Υποσχέθηκε να επιστρέψει ορισμένα πρώην ουγγρικά εδάφη που χάθηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία.[105] Αδυνατώντας να αποτρέψει τη συμμετοχή της Ουγγαρίας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, ο Τέλεκι αυτοκτόνησε. Ο δεξιός ριζοσπαστικός Λάσλο Μπάρντοσι τον διαδέχθηκε ως πρωθυπουργός. Μετά την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την ανακήρυξη του Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας η Ουγγαρία προσάρτησε την Μπάτσκα, το υπόλοιπο δηλ. των Μπαράνια, Μουραβίντεκ και Μουρακέζ.

Μετά την έναρξη του πολέμου εναντίον της Ρωσίας στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941 πολλοί Ούγγροι αξιωματούχοι υποστήριξαν τη συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας για να μην επιτρέψουν στον Χίτλερ να ευνοήσει τη Ρουμανία σε περίπτωση αναθεώρησης των συνόρων στην Τρανσυλβανία. Η Ουγγαρία μπήκε στον πόλεμο και την 1η Ιουλίου 1941, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών, η ουγγρική Ομάδα Κάρπατ (Gyorshadtest) προέλασε βαθειά στη νότια Ρωσία. Στη Μάχη της Ουμάν η Gyorshadtest συμμετείχε στην περικύκλωση της 6ης και της 12ης Σοβιετικής Στρατιάς. Είκοσι σοβιετικές διαιρέσεις αιχμαλωτίστηκαν ή εξοντώθηκαν.

Ανησυχώντας για την αυξανόμενη εξάρτηση της Ουγγαρίας από τη Γερμανία ο Ναύαρχος Χόρτυ ανάγκασε τον Μπάρντοσι να παραιτηθεί και τον αντικατέστησε με τον Μίκλος Κάλαϊ, βετεράνο συντηρητικό της κυβέρνησης του Μπέτλεν. Ο Κάλαϊ συνέχισε την πολιτική του Μπάρντοσι να υποστηρίζει τη Γερμανία ενάντια στον Κόκκινο Στρατό, ενώ επίσης κρυφά ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις Δυτικές Δυνάμεις.

Κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ η Δεύτερη Ουγγρική Στρατιά υπέστη βαρύτατες απώλειες. Λίγο μετά την πτώση του Στάλινγκραντ τον Ιανουάριο του 1943 η Δεύτερη Ουγγρική Στρατιά έπαψε ουσιαστικά να υπάρχει ως λειτουργική στρατιωτική μονάδα.

Οι μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς συνεχίστηκαν.[106] Έχοντας επίγνωση της εξαπάτησης από τον Κάλαϊ και φοβούμενος ότι η Ουγγαρία θα μπορούσε να συνάψει ξεχωριστή ειρήνη, ο Χίτλερ διέταξε τα ναζιστικά στρατεύματα να ξεκινήσουν την Επιχείρηση Mαργκαρέτε και να καταλάβουν την Ουγγαρία το Μάρτιο του 1944. Ο Ντέμε Στόγιαϊ, ενθουσιώδης υποστηρικτής των Ναζί, έγινε ο νέος πρωθυπουργός με τη βοήθεια του Ναζί στρατιωτικού κυβερνήτη Εντμουντ Βεσενμάγερ.

Ο Συνταγματάρχης των SS Άντολφ Άιχμαν πήγε στην Ουγγαρία για να επιβλέψει τις μεγάλης κλίμακας απελάσεις Εβραίων σε γερμανικά στρατόπεδα θανάτου στην κατεχόμενη Πολωνία. Μεταξύ 15 Μαΐου και 9 Ιουλίου 1944 οι Ούγγροι απέλασαν 437.402 Εβραίους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.[107][108]

Τον Αύγουστο του 1944 ο Χόρτυ αντικατέστησε τον Στόγιαϊ με τον αντιφασίστα στρατηγό Γκέζα Λάκατος. Υπό το καθεστώς του Λάκατος ο υπουργός Εσωτερικών Μπέλα Χόρβατ διέταξε τους Ούγγρους χωροφύλακες να εμποδίσουν κάθε απέλαση Ούγγρων πολιτών.

Το Σεπτέμβριο του 1944 οι Σοβιετικές δυνάμεις διέσχισαν τα ουγγρικά σύνορα. Στις 15 Οκτωβρίου 1944 ο Χόρτυ ανακοίνωσε ότι η Ουγγαρία είχε υπογράψει με τη Σοβιετική Ένωση ανακωχή, την οποία ο Ουγγρικός στρατός αγνόησε. Οι Γερμανοί ξεκίνησαν την Επιχείρηση Πάντσερφαουστ και, απαγάγοντας το γιο του, ανάγκασαν το Χόρτυ να ακυρώσει την ανακωχή, να παύσει την κυβέρνηση του Λάκατος και να ορίσει πρωθυπουργό τον αρχηγό του Κόμματος Σταυρού και Βέλους Φέρεντς Σάλασι που έγινε πρωθυπουργός μιας νέας φασιστικής κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και ο Χόρτυ παραιτήθηκε.

Σε συνεργασία με τους Ναζί ο Σάλασι ξεκίνησε εκ νέου τις απελάσεις Εβραίων, ιδίως από τη Βουδαπέστη, ενώ χιλιάδες ακόμη Εβραίοι δολοφονήθηκαν από μέλη του Ουγγρικού Σταυρού και Βέλους. Ο Γερμανικός στρατός υποχωρώντας κατέστρεψε τα σιδηροδρομικά, οδικά και επικοινωνιακά δίκτυα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1944 σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση στην Ουγγαρία υπό τον Πρωθυπουργό Μπέλα Μίκλος. Οι αντίπαλες κυβερνήσεις του Μίκλος και του Σάλασι διεκδίκησαν και οι δύο τη νομιμότητά τους: οι Γερμανοί και οι γερμανόφιλοι Ούγγροι που ήταν πιστοί στο Σάλασι συνέχισαν να πολεμούν, καθώς το έδαφος που ελεγχόταν ουσιαστικά από το καθεστώς του Σταυρού και Βέλους σταδιακά. συρρικνωνόταν. Ο Κόκκινος Στρατός ολοκλήρωσε την περικύκλωση της Βουδαπέστης στις 29 Δεκεμβρίου 1944 και ξεκίνησε η Μάχη της Βουδαπέστης, που συνεχίστηκε μέχρι το Φεβρουάριο του 1945. Τα περισσότερα απομεινάρια της Ουγγρικής Πρώτης Στρατιάς εξοντώθηκαν περίπου 320 χιλιόμετρα βόρεια της Βουδαπέστης μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 16 Φεβρουαρίου 1945. Η Βουδαπέστη παραδόθηκε άνευ όρων στον Σοβιετικό Κόκκινο Στρατό στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Στις 20 Ιανουαρίου 1945 εκπρόσωποι της Ουγγρικής προσωρινής κυβέρνησης υπέγραψαν μια ανακωχή στη Μόσχα. Η κυβέρνηση του Σάλασι εγκατέλειψε τη χώρα στα τέλη Μαρτίου. Επισήμως οι σοβιετικές επιχειρήσεις στην Ουγγαρία έληξαν στις 4 Απριλίου 1945, όταν εκδιώχθηκαν τα τελευταία γερμανικά στρατεύματα. Στις 7 Μαΐου 1945 ο Στρατηγός Άλφρεντ Γιοντλ, Αρχηγός του Γερμανικού Επιτελείου, υπέγραψε την άνευ όρων παράδοση όλων των Γερμανικών δυνάμεων.

Όσον αφορά τις απώλειες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο της Ουγγαρίας ο Τάμας Σταρκ, της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών, παρείχε λεπτομερή εκτίμηση των απωλειών της Ουγγαρίας από το 1941 ως το 1945. Υπολόγισε τις στρατιωτικές απώλειες σε 300.000-310.000, συμπεριλαμβανομένων 110-120.000 που σκοτώθηκαν στη μάχη και 200.000 αγνοούμενων και αιχμάλωτων πολέμου στη Σοβιετική Ένωση. Οι ουγγρικές στρατιωτικές απώλειες περιλαμβάνουν 110.000 άνδρες που στρατολογήθηκαν από τα προσαρτημένα εδάφη της Μεγάλης Ουγγαρίας στη Σλοβακία, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία και τους θανάτους 20.000-25.000 Εβραίων που στρατολογήθηκαν για στρατιωτικά τάγματα εργασίας. Οι απώλειες αμάχων περίπου 80.000 περιλαμβάνουν 45.500 που σκοτώθηκαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις 1944-1945 και σε αεροπορικές επιθέσεις [109] και τη γενοκτονία 28.000 Ρομά.[110] Τα θύματα του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος ανήλθαν συνολικά σε 600.000 (300.000 στις περιοχές που προσαρτήθηκαν μεταξύ του 1938 και του 1941, 200.000 στην ύπαιθρο πριν από το 1938 και 100.000 στη Βουδαπέστη).[111]

ΚομμουνισμόςΕπεξεργασία

Μετάβαση στον Κομμουνισμό (1944–1949)Επεξεργασία

Ο Σοβιετικός Στρατός κατέλαβε την Ουγγαρία από το Σεπτέμβριο του 1944 ως τον Απρίλιο του 1945. Η πολιορκία της Βουδαπέστης διήρκεσε σχεδόν 2 μήνες, από το Δεκέμβριο του 1944 ως το Φεβρουάριο του 1945 (η μεγαλύτερη επιτυχημένη πολιορκία οποιασδήποτε πόλης σε ολόκληρο τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου του Βερολίνου), και η πόλη υπέστη εκτεταμένη καταστροφή, συμπεριλαμβανομένης της κατεδάφισης όλων των γεφυρών του Δούναβη, που ανατινάχθηκαν από τους Γερμανούς σε μια προσπάθεια να επιβραδύνουν την προέλαση των Σοβιετικών

Υπογράφοντας τη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού του 1947 η Ουγγαρία έχασε και πάλι όλες τις περιοχές που είχε αποκτήσει μεταξύ του 1938 και του 1941. Ούτε οι Δυτικοί Σύμμαχοι ούτε η Σοβιετική Ένωση υποστήριξαν οποιαδήποτε αλλαγή στα πριν το 1938 σύνορα της Ουγγαρίας, που ήταν το πρωταρχικό κίνητρο για τη συμμετοχή της Ουγγαρίας στον πόλεμο, εκτός από τη μεταφορά τριών ακόμη χωριών στην ανασυσταθείσα Τσεχοσλοβακία. [112]. Η ίδια η Σοβιετική Ένωση προσάρτησε την Υποκαρπαθία (πριν από το 1938 ανατολικό άκρο της Τσεχοσλοβακίας), που είναι σήμερα τμήμα της Ουκρανίας.

Η Συνθήκη Ειρήνης με την Ουγγαρία που υπογράφηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1947 ανέφερε ότι «Οι αποφάσεις της Επιδικασίας της Βιέννης της 2ας Νοεμβρίου 1938 κηρύσσονται άκυρες» και τα σύνορα της Ουγγαρίας καθορίστηκαν κατά τα προηγούμενα, όπως υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 1938 εκτός από μια μικρή απώλεια εδάφους υπέρ της Τσεχοσλοβακίας. Πολλοί από τους Κομμουνιστές ηγέτες του 1919 επέστρεψαν από τη Μόσχα. Την πρώτη μεγάλη παραβίαση πολιτικών δικαιωμάτων υπέστη η Γερμανική μειονότητα, από την οποία οι μισοί (240.000 άτομα) απελάθηκαν στη Γερμανία το 1946-1948, αν και η μεγάλη πλειοψηφία τους δεν είχε υποστηρίξει τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου και δεν ήταν μέλη κανενός φιλοναζιστικού κινήματος. Υπήρξε μια αναγκαστική «ανταλλαγή πληθυσμών» μεταξύ Ουγγαρίας και Τσεχοσλοβακίας, που αφορούσε περίπου 70.000 Ούγγρους που ζούσαν στη Σλοβακία και λίγο μικρότερο αριθμό Σλοβάκων που ζουν στην Ουγγαρία. Σε αντίθεση με τους Γερμανούς αυτοί είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν μαζί τους μέρος της περιουσίας τους.

Οι Σοβιετικοί αρχικά σχεδίαζαν μια σταδιακή εισαγωγή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ουγγαρία, επομένως όταν ίδρυσαν μια προσωρινή κυβέρνηση στο Ντέμπρετσεν στις 21 Δεκεμβρίου 1944, ήταν προσεκτικοί να συμπεριλάβουν εκπροσώπους αρκετών μετριοπαθών κομμάτων. Ακολουθώντας τα αιτήματα των Δυτικών Συμμάχων για δημοκρατικές εκλογές οι Σοβιετικοί επέτρεψαν στην Ουγγαρία τις μόνες ουσιαστικά ελεύθερες εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στη μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη το Νοέμβριο του 1945. Ήταν επίσης οι πρώτες εκλογές που διεξήχθησαν στην Ουγγαρία με καθολική ψηφοφορία.

Οι πολίτες ψήφισαν κομματικά ψηφοδέλτια και όχι μεμονωμένους υποψηφίους. Στις εκλογές το Κόμμα Ανεξάρτητων Μικροκαλλιεργητών, ένα κεντροδεξιό αγροτικό κόμμα, κέρδισε το 57% των ψήφων. Παρά την προσδοκία των Κομμουνιστών και των Σοβιετικών ότι η διανομή των κτημάτων των αριστοκρατών στους φτωχούς αγρότες θα αύξανε τη δημοτικότητά τους, το Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε μόνο το 17% των ψήφων. Ο Σοβιετικός διοικητής στην Ουγγαρία, Στρατάρχης Βοροσίλοφ, αρνήθηκε να επιτρέψει στο Κόμμα των Μικροκαλλιεργητών να σχηματίσει μόνο του κυβέρνηση.

Υπό την πίεση του λοιπόν οι Μικροκαλλιεργητές σχημάτισαν μια κυβέρνηση συνασπισμού, με τους Κομμουνιστές, τους Σοσιαλδημοκράτες και το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα (ένα αριστερό αγροτικό κόμμα), στην οποία οι Κομμουνιστές κατείχαν μερικές από τις βασικές θέσεις. Την 1η Φεβρουαρίου 1946 η Ουγγαρία ανακηρύχθηκε Δημοκρατία και πρόεδρος έγινε ο ηγέτης των Μικροκαλλιεργητών Ζόλταν Τίλντυ. Ανέθεσε το αξίωμα του πρωθυπουργού στον Φέρεντς Νάγκυ, ενώ ο Μάτιας Ράκοσι, αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος, έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Ένας άλλος κορυφαίος κομμουνιστής, ο Λάσλο Ράικ, έγινε υπουργός Εσωτερικών υπεύθυνος για τον έλεγχο της επιβολής του νόμου και από αυτή τη θέση ίδρυσε την Ουγγρική αστυνομία ασφαλείας (ÁVH). Οι Κομμουνιστές άσκησαν συνεχή πίεση στους Μικροκαλλιεργητές τόσο εντός όσο και εκτός της κυβέρνησης. Εθνικοποίησαν βιομηχανικές εταιρείες, απαγόρευσαν θρησκευτικές πολιτικές οργανώσεις και κατέλαβαν βασικές θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση. Το Φεβρουάριο του 1947 η αστυνομία άρχισε να συλλαμβάνει ηγέτες του Κόμματος των Μικροκαλλιεργητών, κατηγορώντας τους για "συνωμοσία κατά της Δημοκρατίας". Αρκετές εξέχουσες προσωπικότητες αποφάσισαν να μεταναστεύσουν ή αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένου του Πρωθυπουργού Φέρεντς Νάγκυ το Μάιο του 1947. Αργότερα ο Μάτιας Ράκοσι καυχιόταν ότι είχε εξουδετερώσει τους συνεργάτες του στην κυβέρνηση, ένας προς έναν, "κόβοντάς τους σαν φέτες σαλαμιού".

Στις επόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές τον Αύγουστο του 1947 οι Κομμουνιστές προέβησαν σε εκτεταμένη εκλογική νοθεία με ψηφοφορία απόντων, αλλά παρόλα αυτά, κατάφεραν να αυξήσουν το μερίδιό τους στο Κοινοβούλιο από 17% μόνο σε 24%. Οι Σοσιαλδημοκράτες (τότε υπάκουοι σύμμαχοι των Κομμουνιστών) έλαβαν 15% σε αντίθεση με το 17% τους το 1945. Το Κόμμα των Μικροκαλλιεργητών έχασε μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς του και κατέληξε με 15%, αλλά οι πρώην ψηφοφόροι τους στράφηκαν προς τρία νέα κεντροδεξιά κόμματα που φαινόταν πιο αποφασισμένα να αντισταθούν στην κομμουνιστική επίθεση: το συνολικό μερίδιό τους στις συνολικές ψήφους ήταν 35%.

Μετά και τη δεύτερη αποτυχία τους στις κάλπες οι Κομμουνιστές άλλαξαν τακτική και, με νέες εντολές από τη Μόσχα, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το δημοκρατικό προσωπείο και να επισπεύσουν την ανάληψη της εξουσίας. Τον Ιούνιο του 1948 το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αναγκάστηκε να "συγχωνευθεί" με το Κομμουνιστικό Κόμμα για να δημιουργήσουν το Ουγγρικό Κόμμα του Εργαζόμενου Λαού, στο οποίο κυριαρχούσαν οι Κομμουνιστές. Οι αντικομμουνιστές ηγέτες των Σοσιαλδημοκρατών, όπως ο Κάρολι Πέγερ και η Αννα Κέτλυ, αναγκάστηκαν να εξοριστούν ή να αποκλειστούν από το κόμμα. Λίγο αργότερα ο Πρόεδρος Ζόλταν Τίλντυ απομακρύνθηκε επίσης από τη θέση του και αντικαταστάθηκε από έναν πλήρως συνεργαζόμενο Σοσιαλδημοκράτη, τον Αρπαντ Σάκασιτς.

Τελικά όλα τα «δημοκρατικά» κόμματα οργανώθηκαν σε ένα λεγόμενο Λαϊκό Μέτωπο το Φεβρουάριο του 1949, χάνοντας έτσι ακόμη και τα υπολείμματα της αυτονομίας τους. Ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου ήταν ο ίδιος ο Ράκοσι. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης κηρύχθηκαν απλώς παράνομα και οι ηγέτες τους συνελήφθησαν ή εξαναγκάστηκαν σε εξορία.

Στις 18 Αυγούστου 1949 το κοινοβούλιο ψήφισε το ουγγρικό Σύνταγμα του 1949, που διαμορφώθηκε σύμφωνα με το σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης του 1936. Το όνομα της χώρας άλλαξε σε Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας, "η χώρα των εργατών και των αγροτών" όπου "όλες τις εξουσίες κατέχει ο εργαζόμενος λαός". Ο σοσιαλισμός κηρύχθηκε ο κύριος στόχος του έθνους και ένα νέο εθνόσημο υιοθετήθηκε με κομμουνιστικά σύμβολα όπως το κόκκινο αστέρι, το σφυρί και το δρεπάνι.

Στην Ουγγαρία κατέφυγαν μετά τη λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου πολλοί Έλληνες Κομμουνιστές διανοούμενοι όπως η Φούλα Χατζιδάκη καθώς και πολλοί τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας[113][114]. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο ιδρύθηκε από Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου το χωριό Μπελογιάννης στην επαρχία Φεγιέρ της Ουγγαρίας[115].

Σταλινική εποχή (1949–1956)Επεξεργασία

Ο Μάτιας Ράκοσι, που ως γενικός γραμματέας του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού ήταν εκ των πραγμάτων ο ηγέτης της Ουγγαρίας, διέθετε πρακτικά απεριόριστη εξουσία και απαιτούσε πλήρη υπακοή από τους συντρόφους του στο Κόμμα, συμπεριλαμβανομένων των δύο πιο έμπιστων από αυτούς, των Ερνε Γκέρε και Μίχαλυ Φάρκας. Και οι τρεις επέστρεψαν στην Ουγγαρία από τη Μόσχα, όπου είχαν περάσει πολλά χρόνια και είχαν στενούς δεσμούς με υψηλόβαθμους Σοβιετικούς ηγέτες. Οι κύριοι αντίπαλοί τους στο κόμμα ήταν οι «Ουγγρικοί» κομμουνιστές που ηγούντο του παράνομου κόμματος κατά τη διάρκεια του πολέμου και ήταν πολύ πιο δημοφιλείς στις τάξεις του κόμματος.

Ο πιο σημαντικός ηγέτης τους, ο Λάσλο Ράικ, που ήταν τότε υπουργός Εξωτερικών, συνελήφθη το Μάιο του 1949. Κατηγορήθηκε για μάλλον εξωπραγματικά εγκλήματα, όπως κατασκοπεία για τις Δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τη Γιουγκοσλαβία (που ήταν επίσης κομμουνιστική χώρα, αλλά σε πολύ κακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση εκείνη την εποχή). Στη δίκη του το Σεπτέμβριο του 1949 έκανε μια αναγκαστική ομολογία ότι ήταν πράκτορας του Μίκλος Χόρτυ, του Λέων Τρότσκι, του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο και του Δυτικού ιμπεριαλισμού. Παραδέχθηκε επίσης ότι είχε λάβει μέρος σε μια συνομωσία δολοφονίας των Μάτιας Ράκοσι και Ερνε Γκέρε. Ο Ράικ κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε. Τα επόμενα τρία χρόνια, άλλοι ηγέτες του κόμματος που έπεσαν σε δυσμένεια, όπως πρώην Σοσιαλδημοκράτες ή άλλοι Ούγγροι εκτός νόμου κομμουνιστές, όπως ο Γιάνος Κάνταρ, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν με κατηγορίες.

Η εικονική δίκη του Ράικ θεωρείται η αρχή της χειρότερης περιόδου της δικτατορίας του Ράκοσι. Ο Ράκοσι προσπάθησε τώρα να επιβάλει ολοκληρωτική κυριαρχία στην Ουγγαρία. Η κεντρικά ενορχηστρωμένη προσωπολατρεία, που επικεντρώθηκε στον ίδιο και τον Ιωσήφ Στάλιν, σύντομα έφτασε σε πρωτοφανείς αναλογίες. Οι φωτογραφίες και οι προτομές του Ράκοσι ήταν παντού και όλοι οι δημόσιοι ομιλητές έπρεπε να δοξάζουν τη σοφία και την ηγεσία του. Εν τω μεταξύ η μυστική αστυνομία, με επικεφαλής τον τον ίδιο τον Ράκοσι μέσω του Γκέμπορ Πέτερ, καταδίωκε ανελέητα όλους τους «ταξικούς εχθρούς» και τους «εχθρούς του λαού».

Υπολογίζεται ότι περίπου 2.000 άτομα εκτελέστηκαν και πάνω από 100.000 φυλακίστηκαν. Περίπου 44.000 κατέληξαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, όπου πολλοί πέθαναν εξαιτίας φρικτών εργασιακών συνθηκών, κακής διατροφής και πρακτικά χωρίς ιατρική περίθαλψη. Άλλοι 15.000 άνθρωποι, ως επί το πλείστον πρώην αριστοκράτες, βιομηχανικοί, στρατιωτικοί στρατηγικοί και άλλοι άνθρωποι των ανώτερων τάξεων απελάθηκαν από την πρωτεύουσα και άλλες πόλεις σε χωριά της υπαίθρου όπου αναγκάστηκαν να κάνουν σκληρή γεωργική εργασία. Αυτές οι πολιτικές συνάντησαν την αντίδραση αρκετών μελών του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού και περίπου 200.000 εκδιώχθηκαν από τον Ράκοσι από την οργάνωσή του.

Xωριό ΜπελογιάννηςΕπεξεργασία

Ο Μπελογιάννης (ουγγρικά: Beloiannisz) είναι χωριό της Ουγγαρίας που ιδρύθηκε από Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου πολέμου στη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη. Το χωριό Μπελογιάννης είναι από τα νεότερα της Ουγγαρίας. Η ανοικοδόμησή του άρχισε στις 6 Μαΐου 1950 και χτίστηκε από εθελοντές. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ανεγέρθηκαν 418 σπίτια, το σχολείο, ο παιδικός σταθμός, η βιβλιοθήκη, το λαϊκό μέγαρο, το ιατρείο και το δημαρχείο.

Αρχικά ονομάστηκε Γκερεγκφάλβα (Görögfalva), δηλαδή Ελληνοχώρι, αφού προοριζόταν να φιλοξενήσει εξόριστους Έλληνες, ηττημένους αριστερούς του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-49. Στις 3 Απριλίου 1952 μετονομάστηκε σε Μπελογιάννης (Beloiannisz στα ουγγρικά) προς τιμήν του αγωνιστή της αντίστασης Νίκου Μπελογιάννη, που είχε εκτελεστεί στην Ελλάδα λίγες μέρες νωρίτερα, λόγω της συμμετοχής του στην υπόθεση των ασυρμάτων. Τότε το χωριό είχε 1.850 κατοίκους.

Μετά το 1974 και κυρίως μετά το 1982 αρκετοί κάτοικοι επέστρεψαν στην Ελλάδα, όταν τους επιτράπηκε η επιστροφή. Όμως αρκετοί, ιδίως οι νεότεροι, έμειναν στην Ουγγαρία. Σήμερα η πλειονότητα των κατοίκων εργάζεται στις κοντινές πόλεις Σαζχαλομμπάτα και Ντουναουιβάρος. Πολλοί διατηρούν ακόμα την ελληνική ταυτότητα.

Το 1996 κτίστηκε ελληνορθόδοξη εκκλησία. Στην επέτειο των 50 ετών από την ίδρυση του χωριού, το επισκέφτηκε και λειτούργησε στην εκκλησία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Στην απογραφή του 2001 οι κάτοικοι δήλωσαν τις εξής εθνικότητες:

  • Έλληνες: 23,4%
  • Ούγγροι: 61,4%
  • Ρουμάνοι: 0,3%
  • Δεν απάντησαν: 14,9%

Στις 21 Μαΐου 2015, αντιπροσωπεία της Βουλής των Ελλήνων, μαζί με τον Έλληνα πρέσβη στην Ουγγαρία, Δημήτρη Γιαννακάκη, επισκέφτηκαν το χωριό και συνάντησαν τους τοπικούς παράγοντες, καθώς και τους ιθύνοντες της τοπικής ελληνικής κοινότητας.[116][117]

Εθνικοποίηση της οικονομίαςΕπεξεργασία

Το 1950 το κράτος έλεγχε πλέον το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, καθώς όλες οι μεγάλες και μεσαίες βιομηχανικές εταιρείες, τα εργοστάσια, τα ορυχεία, οι κάθε είδους τράπεζες, καθώς και όλες οι εταιρείες λιανικού και εξωτερικού εμπορίου εθνικοποιήθηκαν χωρίς καμία αποζημίωση. Ακολουθώντας πιστά τη σοβιετική οικονομική πολιτική ο Ράκοσι διακήρυξε ότι η Ουγγαρία θα γίνει μια "χώρα σίδηρου και χάλυβα", έστω και αν η Ουγγαρία στερείτο τελείως σιδηρομεταλλευμάτων. Η αναγκαστική ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας εξυπηρετούσε στρατιωτικούς σκοπούς, νοούμενη ως προετοιμασία για τον Γ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά του "Δυτικού ιμπεριαλισμού". Δυσανάλογο ποσοστό των πόρων της χώρας ξοδεύονταν στην οικοδόμηση ολόκληρων νέων βιομηχανικών πόλεων ενώ το μεγαλύτερο μέρος της χώρας ήταν ακόμη σε ερείπια μετά τον πόλεμο. Παραδοσιακοί τομείς της Ουγγαρίας, όπως οι αγροτικές και υφαντουργικές βιομηχανίες, παραμελήθηκαν.

Οι μεγάλες γεωργικές ιδιοκτησίες είχαν χωριστεί και διανεμηθεί σε φτωχούς αγρότες ήδη από το 1945. Στη γεωργία η κυβέρνηση προσπάθησε να αναγκάσει τους ανεξάρτητους αγρότες να συμμετέχουν σε συνεταιρισμούς, στους οποίους θα γίνονταν απλώς αμειβόμενοι εργάτες, αλλά πολλοί από αυτούς αντιστάθηκαν πεισματικά. Η κυβέρνηση αντέδρασε με όλο κσι υψηλότερες απαιτήσεις παράδοσης τροφίμων, που επιβάλλονταν στην αγροτική παραγωγή. Οι πλούσιοι αγρότες, ονομαζόμενοι "κουλάκοι" στα ρώσικα, κηρύχθηκαν "ταξικοί εχθροί" και υπέστησαν κάθε είδους διάκριση από φυλάκιση μέχρι απώλεια της περιουσίας τους. Με αυτούς απομακρύνθηκαν από την παραγωγή μερικοί από τους ικανότερους αγρότες. Η μείωση της γεωργικής παραγωγής οδήγησε σε συνεχή έλλειψη τροφίμων, ιδίως κρέατος.

Ο Ράκοσι επέκτεινε γρήγορα το εκπαιδευτικό σύστημα της Ουγγαρίας. Με αυτό απέβλεπε να αντικαταστήσει τη μορφωμένη τάξη του παρελθόντος με αυτό που αποκαλούσε "εργατική διανόηση". Μαζί με αποτελέσματα όπως καλύτερη εκπαίδευση για τους φτωχούς, περισσότερες ευκαιρίες για τα παιδιά της εργατικής τάξης και τον αυξημένο αλφαβητισμό γενικά, το μέτρο αυτό περιλάμβανε τη διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Επίσης, στο πλαίσιο του χωρισμού κράτους και εκκλησίας, πρακτικά όλα τα θρησκευτικά σχολεία πέρασαν στην ιδιοκτησία του κράτους και η θρησκευτική εκπαίδευση καταγγέλθηκε ως οπισθοδρομική προπαγάνδα σταδιακά εξαλείφθηκε από τα σχολεία.

Οι Ουγγρικές υπέστησαν συστηματικά εκφοβισμό. Ο Καρδινάλιος Γιόζεφ Μίντσεντυ, που είχε εναντιωθεί γενναία στους Γερμανούς Ναζί και στους Ούγγρους Φασίστες κατά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη το Δεκέμβριο του 1948 και κατηγορήθηκε για προδοσία. Μετά από πέντε βδομάδες κράτησης (που περιλάμβανε βασανιστήρια) ομολόγησε τις εναντίον του κατηγορίες και καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη. Οι Προτεσταντικές εκκλησίες διώχθηκαν επίσης και οι ηγέτες τους αντικαταστάθηκαν από εκείνους που ήταν πρόθυμοι να παραμείνουν πιστοί στην κυβέρνηση του Ράκοσι.

Οι νέοι Ούγγροι στρατιωτικοί έστησαν βιαστικά προδιαγεγραμμένες δίκες για τη δίωξη "ναζιστικών υπολειμμάτων και ιμπεριαλιστικών δολιοφθορέων". Πολλοί αξιωματικοί καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν το 1951, όπως ο διακεκριμένος ιπτάμενος άσος της Βασιλικής Ουγγρικής Πολεμικής Αεροπορίας, που είχε εθελοντικά επιστρέψει από την αιχμαλωσία στις ΗΠΑ, για να βοηθήσει στην αναβίωση της Ουγγρικής αεροπορίας. Τα θύματα αποκαταστάθηκαν μετά θάνατον μετά την ανατροπή του κομμουνισμού.

Το 1953 ξεκίνησαν στη Βουδαπέστη οι προετοιμασίες για μια στημένη δίκη, [118]που να αποδείξει ότι ο Ραούλ Βάλενμπεργκ δεν είχε εξαφανιστεί το 1945 στη Σοβιετική Ενωση, αλλά ήταν θύμα των "κοσμοπολιτών Σιωνιστών". Για τους σκοπούς της δίκης αυτής τρεις Εβραίοι ηγέτες και δύο επίδοξοι μάρτυρες συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν με βασανιστήρια. Η στημένη δίκη ξεκίνησε στη Μόσχα, ακολουθώντας την αντισιωνιστική εκστρατεία του Στάλιν. Μετά το θάνατο του Στάλιν και του Λαβρέντι Μπέρια οι προετοιμασίες για τη δίκη σταμάτησαν και οι συλληφθέντες απελευθερώθηκαν.

Ανταγωνισμός μεταξύ των κομμουνιστών ηγετώνΕπεξεργασία

Οι προτεραιότητες του Ράκοσι για την οικονομία ήταν η ανάπτυξη της στρατιωτικής και της βαριάς βιομηχανίας και η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων στη Σοβιετική Ένωση. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου δεν ήταν προτεραιότητα και για αυτό τον λόγο οι κάτοικοι της Ουγγαρίας είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να πέφτει. Αν και η κυβέρνησή του γινόταν ολοένα και πιο αντιδημοφιλής, κρατιόταν γερά στην εξουσία έως ότου ο Στάλιν πέθανε στις 5 Μαρτίου 1953 και ξεκίνησε στη Μόσχα η ταραχώδης πάλη για την εξουσία. Κάποιοι από τους Σοβιετικούς ηγέτες αντιλήφθηκαν τη μη δημοτικότητα του Ουγγρικού καθεστώτος και διέταξαν τον Ράκοσι να παραιτηθεί από τη θέση του πρωθυπουργού υπέρ ενός άλλου πρώην κομμουνιστή εξόριστου στη Μόσχα, του Ίμρε Νάγκυ, που ήταν ο βασικός αντίπαλος του Ράκοσι στο κόμμα. Ο Ράκοσι, ωστόσο, διατήρησε τη θέση του γενικού γραμματέας του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού και τα επόμενα τρία χρόνια οι δύο άνδρες συμμετείχαν σε ένα σφοδρό αγώνα για εξουσία.

Ως νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας ο Ίμρε Νάγκυ χαλάρωσε ελαφρώς τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ενθάρρυνε τη δημόσια συζήτηση για πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Προκειμένου να βελτιώσει το γενικό βιοτικό επίπεδο αύξησε την παραγωγή και τη διανομή καταναλωτικών αγαθών και μείωσε το φόρο και τις ποσοστώσεις των αγροτών. Ο Νάγκυ έκλεισε επίσης τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, απελευθέρωσε τους περισσότερους πολιτικούς κρατουμένους - στους Κομμουνιστές επιτράπηκε να επιστρέψουν στις τάξεις του κόμματος- και περιόρισε τη μυστική αστυνομία, της οποίας ο μισητός επικεφαλής, Γκάμπορ Πέτερ, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε το 1954. Όλες αυτές οι μάλλον μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις του χάρισαν ευρεία δημοτικότητα στη χώρα, ειδικά μεταξύ των αγροτών και των αριστερών διανοουμένων.

Μετά από μια αλλαγή στη Μόσχα, όπου ο Γκεόργκι Μαλενκόφ, πρωταρχικός προστάτης του Νάγκυ, έχασε τον αγώνα εξουσίας εναντίον του Χρουστσόφ, ο Μάτιας Ράκοσι ξεκίνησε μια αντεπίθεση κατά του Νάγκυ. Στις 9 Μαρτίου 1955 η Κεντρική Επιτροπή του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού καταδίκασε τον Νάγκυ για «δεξιά απόκλιση». Οι ουγγρικές εφημερίδες συμμετείχαν στις επιθέσεις και ο Νάγκυ κατηγορήθηκε ότι ήταν υπεύθυνος για τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. Στις 18 Απριλίου απολύθηκε από τη θέση του με ομόφωνη ψήφο της Εθνοσυνέλευσης. Λίγο αργότερα ο Νάγκυ αποκλείστηκε ακόμη και από το κόμμα και αποσύρθηκε προσωρινά από την πολιτική. Ο Ράκοσι έγινε και πάλι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Ουγγαρίας.

Η δεύτερη θητεία του Ράκοσι, ωστόσο, δεν κράτησε πολύ. Η εξουσία του υπονομεύτηκε από μια ομιλία του Νικίτα Χρουστσόφ το Φεβρουάριο του 1956, στην οποία κατήγγειλε τις πολιτικές του Ιωσήφ Στάλιν και των οπαδών του στην Ανατολική Ευρώπη, ειδικά τις επιθέσεις κατά της Γιουγκοσλαβίας και τη διάδοση της προσωπολατρείας. Στις 18 Ιουλίου 1956 Σοβιετικοί ηγέτες που επισκέφθηκαν τη χώρα απομάκρυναν τον Ράκοσι από όλες τις θέσεις του και τον επιβίβασαν σε αεροπλάνο με προορισμό τη Σοβιετική Ένωση, για να μην επιστρέψει ποτέ στην Ουγγαρία. Αλλά οι Σοβιετικοί έκαναν ένα μεγάλο λάθος με το διορισμό του στενού φίλου και συμμάχου του Ερνε Γκέρε ως διαδόχου του, που ήταν εξίσου αντιδημοφιλής και συνυπεύθυνος για τα περισσότερα εγκλήματα του Ράκοσι.

Την πτώση του Ράκοσι ακολούθησε ένα κύμα μεταρρυθμιστικής αναταραχής τόσο μέσα όσο και έξω από το κόμμα. Ο Λάσλο Ράικ και οι σύντροφοί του, θύματα της στημένης δίκης του 1949, απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες και στις 6 Οκτωβρίου 1956 το Κόμμα ενέκρινε την επαναταφή τους, την οποία παρακολούθησαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι και κατέληξε σε σιωπηλή διαδήλωση κατά των εγκλημάτων του καθεστώτος. Στις 13 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε ότι ο Ίμρε Νάγκυ ξαναέγινε μέλος του κόμματος.

Επανάσταση του 1956 και μετάΕπεξεργασία

 
Σοβιετικό τανκ προσπαθεί να καθαρίσει οδόφραγμα στη Βουδαπέστη, Οκτώβριος 1956.

Στις 23 Οκτωβρίου 1956 μια ειρηνική φοιτητική διαδήλωση στη Βουδαπέστη παρουσίασε έναν κατάλογο με 16 Αιτήματα των Ούγγρων Επαναστατών για μεταρρυθμίσεις και μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία. Καθώς οι φοιτητές προσπάθησαν να προπαγανδίσουν αυτά τα αιτήματα η Κρατική Αρχή Προστασίας έκανε κάποιες συλλήψεις και προσπάθησε να διαλύσει το πλήθος με δακρυγόνα. Όταν οι φοιτητές προσπάθησαν να απελευθερώσουν τους συλληφθέντες η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά του πλήθους, πυροδοτώντας μια αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν στην Ουγγρική Επανάσταση του 1956.

Εκείνο το βράδυ αξιωματικοί και στρατιώτες ενώθηκαν με τους φοιτητές στους δρόμους της Βουδαπέστης. Το άγαλμα του Στάλιν γκρεμίστηκε και οι διαδηλωτές φώναξαν «Εξω οι Ρώσοι», «Κάτω ο Γκέρε» και «Ζήτω ο Νάγκυ». Η Κεντρική Επιτροπή του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού απάντησε σε αυτές τις εξελίξεις ζητώντας από τους Σοβιετικούς στρατιωτική επέμβαση και αποφασίζοντας ο Ίμρε Νάγκυ να γίνει επικεφαλής μιας νέας κυβέρνησης. Τα σοβιετικά τανκς μπήκαν στη Βουδαπέστη στις 2 π.μ. στις 24 Οκτωβρίου.

Στις 25 Οκτωβρίου σοβιετικά άρματα μάχης άνοιξαν πυρ εναντίον διαδηλωτών στην Πλατεία του Κοινοβουλίου. Ένας δημοσιογράφος που ήταν εκεί μέτρησε 12 πτώματα και υπολόγισε ότι 170 τραυματίστηκαν. Συγκλονισμένη από αυτά τα γεγονότα η Κεντρική Επιτροπή του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού ανάγκασε τον Ερνε Γκέρε να παραιτηθεί από το αξίωμά του και τον αντικατέστησε με τον Γιάνος Κάνταρ.

Ο Ίμρε Νάγκυ πήγε τώρα στο Ράντιο Κόσουτ (εθνικό ραδιοσταθμό) και ανακοίνωσε ότι ανέλαβε την ηγεσία της κυβέρνησης ως πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών. Υποσχέθηκε επίσης "τον εκτεταμένο εκδημοκρατισμό της ουγγρικής δημόσιας ζωής, την πραγματοποίηση ενός ουγγρικού δρόμου προς το σοσιαλισμό σύμφωνα με τα δικά μας εθνικά χαρακτηριστικά και την υλοποίηση του υψηλού εθνικού μας στόχου: τη ριζική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων".

Στις 28 Οκτωβρίου ο Νάγκυ και μια ομάδα υποστηρικτών του, συμπεριλαμβανομένων των Γιάνος Κάνταρ, Γκέζα Λόσονζυ, Ανταλ, Κάρολυ Κις, Φέρεντς Μύνιχ και Ζόλταν Σάμπο, κατάφεραν να αναλάβουν τον έλεγχο του Ουγγρικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού. Ταυτόχρονα, συγκροτήθηκαν επαναστατικά εργατικά συμβούλια και τοπικές εθνικές επιτροπές σε όλη την Ουγγαρία.

Η αλλαγή της ηγεσίας στο κόμμα αντικατοπτρίστηκε στα άρθρα της κυβερνητικής εφημερίδας Szabad Nép ("Ελεύθερος Λαός"). Στις 29 Οκτωβρίου η εφημερίδα καλωσόρισε τη νέα κυβέρνηση και επέκρινε ανοιχτά τις σοβιετικές προσπάθειες να επηρεάσουν την πολιτική κατάσταση στην Ουγγαρία. Αυτή η άποψη υποστηρίχθηκε από το Ράντιο Μίσκολτς, που ζήτησε την άμεση αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από τη χώρα.

Στις 30 Οκτωβρίου ο Ίμρε Νάγκυ ανακοίνωσε ότι απελευθερώνει τον Καρδινάλιο Γιόζεφ Μίντσεντυ και άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Ενημέρωσε επίσης το λαό ότι η κυβέρνησή του σκόπευε να καταργήσει το μονοκομματικό κράτος. Ακολούθησαν δηλώσεις των Ζόλταν Τίλντυ, Αννα Κέτλυ και Φέρεντς Φάρκας σχετικά με την επανανομιμοποίηση του Κόμματος των Μικροκαλλιεργητών, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Κόμματος Πέτεφι (πρώην Αγροτικού).

Η πιο επίμαχη απόφαση του Νάγκυ ελήφθη την 1η Νοεμβρίου, όταν ανακοίνωσε ότι η Ουγγαρία σκόπευε να αποσυρθεί από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και διακήρυξε την ουδετερότητα της Ουγγαρίας. Ζήτησε από τα Ηνωμένα Έθνη να πάρουν θέση στη διαμάχη της χώρας με τη Σοβιετική Ένωση.

Στις 3 Νοεμβρίου ο Νάγκυ ανακοίνωσε λεπτομέρειες για την κυβέρνηση συνασπισμού του. Περιλάμβαναν τους Κομμουνιστές (Γιάνος Κάνταρ, Γκέοργκ Λούκατς, Γκέζα Λόσονζυ), τρία μέλη του Κόμματος των Μικροκαλλιεργητών (Ζόλταν Τίλντυ, Μπέλα Κόβατς και Ιστβαν Σάμπο), τρεις Σοσιαλδημοκράτες (Αννα Κέτλυ, Γκιούλα Κέλεμαν, Γιόζεφ Φίσερ) και δύο Αγροτικών Πέτεφι (Ιστβαν Μπίμπο και Φέρεντς Φάρκας). Ο Παλ Μάλετερ διορίστηκε υπουργός Άμυνας.

Ο Νικίτα Χρουστσόφ, ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, ανησυχούσε όλο και περισσότερο για αυτές τις εξελίξεις και στις 4 Νοεμβρίου 1956 έστειλε στην Ουγγαρία τον Κόκκινο Στρατό. Τα σοβιετικά άρματα μάχης κατέλαβαν αμέσως τα αεροδρόμια της Ουγγαρίας, τους οδικούς κόμβους και τις γέφυρες. Μάχες έγιναν σε όλη τη χώρα, αλλά οι ουγγρικές δυνάμεις γρήγορα νικήθηκαν.

Κατά τη διάρκεια της Ουγγρικής εξέγερσης περίπου 20.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν, σχεδόν όλα κατά τη διάρκεια της σοβιετικής επέμβασης. Ο Ίμρε Νάγκυ συνελήφθη και αντικαταστάθηκε από τον πιστό στους Σοβιετικούς Γιάνος Κάνταρ. Ο Νάγκυ φυλακίστηκε μέχρι την εκτέλεση του το 1958.[119]>Άλλοι υπουργοί ή υποστηρικτές της κυβέρνησης που είτε εκτελέστηκαν είτε πέθαναν σε αιχμαλωσία ήταν μεταξύ άλλων οι Παλ Μάλετερ, Γκέζα Λόσονζυ, Αττίλα Σίγκεντυ και Μίκλος Γκίμες.

Μετεπαναστατική (ή Κάνταρ) εποχή (1956–1989)Επεξεργασία

Μόλις βρέθηκε στην εξουσία ο Γιάνος Κάνταρ ηγήθηκε μιας επίθεσης εναντίον των επαναστατών. 34.600 από αυτούς (δημοκράτες, φιλελεύθεροι, ρεφορμιστές κομμουνιστές) φυλακίστηκαν και 400 σκοτώθηκαν. Αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ανακοίνωσε μια νέα πολιτική με το σύνθημα «Αυτός που δεν είναι εναντίον μας είναι μαζί μας», τροποποίηση εκείνης του Ράκοσι, «Αυτός που δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας». Διακήρυξε γενική αμνηστία, σταμάτησε σταδιακά μερικές από τις υπερβολές της μυστικής αστυνομίας και εισήγαγε μια σχετικά φιλελεύθερη πολιτιστική και οικονομική πορεία με σκοπό να ξεπεραστεί η εχθρότητα μετά το 1956 απέναντι στον ίδιο και το καθεστώς του.

Το 1966 η Κεντρική Επιτροπή ενέκρινε το "Νέο Οικονομικό Μηχανισμό", μέσω του οποίου προσπάθησε να ανοικοδομήσει την οικονομία, να αυξήσει την παραγωγικότητα, να καταστήσει την Ουγγαρία πιο ανταγωνιστική στις παγκόσμιες αγορές και να δημιουργήσει ευημερία για να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα. Κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες σχετικής εσωτερικής ηρεμίας η κυβέρνηση του Κάνταρ αντιμετώπισε τόσο πιέσεις για μικρές πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όσο και σε αντίθετες από τους αντιπάλους των μεταρρυθμίσεων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχε επιτύχει κάποιες μακροχρόνιες οικονομικές μεταρρυθμίσεις και περιορισμένη πολιτική φιλελευθεροποίηση και ακολούθησε μια εξωτερική πολιτική που ενθάρρυνε περισσότερο εμπόριο με τη Δύση. Παρ 'όλα αυτά ο Νέος Οικονομικός Μηχανισμός οδήγησε στην αύξηση του εξωτερικού χρέους που προέκυψε από τη χρηματοδότηση μη κερδοφόρων βιομηχανιών.

Η μετάβαση της Ουγγαρίας σε δημοκρατία δυτικού τύπου ήταν μια από τις πιο ομαλές μεταξύ του πρώην Σοβιετικού Μπλοκ. Μέχρι τα τέλη του 1988 ακτιβιστές εντός του κόμματος και της γραφειοκρατίας και διανοούμενοι της Βουδαπέστης αύξησαν την πίεση για αλλαγή. Μερικά από αυτά έγιναν μεταρρυθμιστές σοσιαλιστές, ενώ άλλοι δημιούργησαν κινήματα που επρόκειτο να εξελιχθούν σε κόμματα. Οι νέοι φιλελεύθεροι σχημάτισαν την Ομοσπονδία Νέων Δημοκρατών (Fidesz), ένας πυρήνας από τη λεγόμενη Δημοκρατική Αντιπολίτευση δημιούργησε τη Συμμαχία Ελεύθερων Δημοκρατών (SZDSZ) και η εθνική αντιπολίτευση ίδρυσε το Ουγγρικό Δημοκρατικό Φόρουμ (MDF). Ο πολιτικός ακτιβισμός εντάθηκε σε επίπεδο που είχε να φανεί από την επανάσταση του 1956.

Τέλος του κομμουνισμούΕπεξεργασία

Το 1988 ο Κάνταρ αντικαταστάθηκε από Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και ο κομμουνιστής μεταρρυθμιστής ηγέτης Ιμρε Πόσγκαϋ έγινε δεκτός στο Πολιτικό Γραφείο. Το 1989 το Κοινοβούλιο ενέκρινε μια «δέσμη μέτρων για τη δημοκρατία» που περιελάμβανε τον πλουραλισμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, του συνέρχεσθαι και του τύπου, νέο εκλογικό νόμο και τον Οκτώβριο του 1989 ριζική αναθεώρηση του συντάγματος. Έκτοτε η Ουγγαρία μεταρρύθμισε την οικονομία της και αύξησε τις σχέσεις της με τη Δυτική Ευρώπη. Έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004.

Η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής το Φεβρουάριο του 1989 ενέκρινε κατ 'αρχήν το πολυκομματικό πολιτικό σύστημα και το χαρακτηρισμό της επανάστασης του Οκτωβρίου 1956 ως «λαϊκής εξέγερσης», με τα λόγια του Πόσγκαϋ, του οποίου το μεταρρυθμιστικό κίνημα ενισχυόταν, καθώς ο αριθμός των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος μειώθηκε δραματικά. Στη συνέχεια οι σημαντικότεροι πολιτικοί αντίπαλοι του Κάνταρ συνεργάστηκαν για τη σταδιακάή μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία. Η Σοβιετική Ένωση περιόρισε την εμπλοκή της υπογράφοντας συμφωνία τον Απρίλιο του 1989 για την απόσυρση των Σοβιετικών δυνάμεων ως τον Ιούνιο του 1991.

Η εθνική ενότητα κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 1989 καθώς η χώρα έκανε επαναταφή του Iμρε Νάγκυ, των συνεργατών του και, συμβολικά, όλων των άλλων θυμάτων της επανάστασης του 1956. Μια Ουγγρική Εθνική Στρογγυλή Τράπεζα, που περιελάμβανε εκπροσώπους των νέων κομμάτων και ορισμένων επανασυσταθέντων παλαιών κομμάτων (όπως οι Μικροκαλλιεργητές και οι Σοσιαλδημοκράτες), του Κομμουνιστικού Κόμματος και διάφορων κοινωνικών ομάδων, συνήλθε στα τέλη του καλοκαιριού του 1989 για να συζητήσει σημαντικές αλλαγές του Ουγγρικού συντάγματος, για την προετοιμασία των ελεύθερων εκλογών και για τη μετάβαση σε ένα πλήρως ελεύθερο και δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.

Τον Οκτώβριο του 1989 το Κομμουνιστικό Κόμμα συγκάλεσε το τελευταίο του συνέδριο και επανιδρύθηκε ως Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (MSZP). Σε μια ιστορική σύνοδο στις 16-20 Οκτωβρίου 1989 το Κοινοβούλιο ενέκρινε νομοθεσία που προέβλεπε πολυκομματικές κοινοβουλευτικές εκλογές και άμεσες προεδρικές εκλογές. Η νομοθεσία μετέτρεψε την Ουγγαρία από Λαϊκή Δημοκρατία σε Δημοκρατία της Ουγγαρίας, εγγυήθηκε τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα και δημιούργησε μια θεσμική δομή που διασφάλιζε το διαχωρισμό των εξουσιών, δικαστικής, εκτελεστικής και νομοθετικής. Κατά την επέτειο της επανάστασης του 1956, στις 23 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε επίσημα η Ουγγρική Δημοκρατία από τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας Μάτιας Σύρες, αντικαθιστώντας τη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας. Το αναθεωρημένο σύνταγμα προάσπιζε επίσης τις «αξίες της αστικής δημοκρατίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού» και παρείχε το ίδιο καθεστώς στη δημόσια και την ιδιωτική ιδιοκτησία.

Τρίτη Δημοκρατία (από το 1989)Επεξεργασία

ΙδρυσηΕπεξεργασία

Οι πρώτες ελεύθερες κοινοβουλευτικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν το Μάιο του 1990, ήταν ουσιαστικά ένα δημοψήφισμα για τον κομμουνισμό. Οι ανανεωμένοι και μεταρρυθμισμένοι κομμουνιστές είχαν φτωχές επιδόσεις παρά το γεγονός ότι είχαν περισσότερα από τα συνηθισμένα πλεονεκτήματα ενός «κατεστημένου» κόμματος. Τα λαϊκιστικά, κεντροδεξιά και φιλελεύθερα κόμματα τα πήγαν καλύτερα, με το Ουγγρικό Δημοκρατικό Φόρουμ (MDF) να κερδίζει το 43% των ψήφων και τη Συμμαχία των Ελεύθερων Δημοκρατών (SZDSZ) το 24%. Με πρωθυπουργό τον Γιόζεφ Ανταλ το MDF σχημάτισε μια κεντροδεξιά κυβέρνηση συνασπισμού με το Ανεξάρτητο Κόμμα των Μικροκαλλιεργητών (FKGP) και το Χριστιανοδημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα (KDNP) με πλειοψηφία 60% στο κοινοβούλιο. Τα κοινοβουλευτικά κόμματα της αντιπολίτευσης περιελάμβαναν το SZDSZ, το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (MSZP) και τη Συμμαχία Νέων Δημοκρατών (Fidesz).

 
Απόσυρση των Σοβιετικών στρατευμάτων από την Ουγγαρία, 1 Ιουλίου 1990

Μεταξύ 12 Μαρτίου 1990 και 19 Ιουνίου 1991 τα Σοβιετικά στρατεύματα ("Ομάδα Στρατού του Νότου") έφυγαν από την Ουγγαρία. Ο συνολικός αριθμός Σοβιετικών στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων στην Ουγγαρία ήταν περίπου 100.000, με αρκετό εξοπλισμό. Η απόσυρση πραγματοποιήθηκε με 35.000 σιδηροδρομικά βαγόνια. Οι τελευταίες μονάδες που διοικούσε ο στρατηγός Βίκτορ Σίλοφ διέσχισαν τα σύνορα Ουγγαρίας-Ουκρανίας στο Ζάχονι-Τσοπ.

Ο Πέτερ Μπόρος διαδέχθηκε ως πρωθυπουργός μετά τον θάνατό του τον Ανταλ το Δεκέμβριο του 1993. Οι κυβερνήσεις συνασπισμού Ανταλ/ Μπόρος αγωνίστηκαν να δημιουργήσουν μια λειτουργική κοινοβουλευτική δημοκρατία σε μια οικονομία της αγοράς και να διαχειριστούν τις σχετικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις που προέκυψαν από την κατάρρευση του πρώην κομμουνιστικού συστήματος. Η τεράστια πτώση του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε τεράστια απώλεια πολιτικής υποστήριξης.

Στις εκλογές του Μαΐου του 1994 οι Σοσιαλιστές κέρδισαν την πλειοψηφία και το 54% των εδρών (με νέο πρωθυπουργό τον Γκιούλα Χορν) μετά από μια εκστρατεία που επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό σε οικονομικά ζητήματα και τη σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου μετά το 1990. Αυτό σήμανε επιθυμία επιστροφής στη σχετική ασφάλεια και σταθερότητα της σοσιαλιστικής εποχής, αλλά οι ψηφοφόροι απέρριψαν και τις δεξιές και τις αριστερές ακραίες λύσεις - κανένα τέτοιο κόμμα δεν κέρδισε έδρες στο κοινοβούλιο. Μετά το απογοητευτικό αποτέλεσμα στις εκλογές η ηγεσία του κόμματος Fidesz επέλεξε μια ιδεολογική στροφή από φιλελεύθερο σε συντηρητικό κόμμα. Αυτό προκάλεσε σοβαρό σχίσμα στα μέλη του και πολλά έφυγαν για το άλλο φιλελεύθερο κόμμα, το SZDSZ, που σχημάτισε συνασπισμό με τους σοσιαλιστές, οδηγώντας σε πλειοψηφία άνω των δύο τρίτων.

Οικονομική μεταρρύθμισηΕπεξεργασία

Ο συνασπισμός επηρεαζόταν από το σοσιαλιστή πρωθυπουργού Γκιούλα Χορν, από την οικονομική εστίαση των τεχνοκρατών του (που είχαν εκπαιδευτεί στη Δύση τις δεκαετίες του 1970 και του 1980) και των υποστηρικτών των επιχειρηματιών και από το φιλελεύθερο εταίρο του συνασπισμού, το SZDSZ. Αντιμετωπίζοντας την απειλή της χρεοκοπίας του κράτους ο Χορν ξεκίνησε οικονομικές μεταρρυθμίσεις και επιθετική πώληση των κρατικών επιχειρήσεων σε πολυεθνικές εταιρείες με αντάλλαγμα τις προσδοκίες για επενδύσεις (με τη μορφή ανοικοδόμησης, επέκτασης και εκσυγχρονισμού). Η σοσιαλιστική-φιλελεύθερη κυβέρνηση υιοθέτησε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας, το "πακέτο Μπόκρος" το 1995, που είχε δραματικές συνέπειες για την κοινωνική σταθερότητα και την ποιότητα ζωής. Η κυβέρνηση εισήγαγε δίδακτρα στα πανεπιστήμια, μερικώς ιδιωτικοποιημένες κρατικές υπηρεσίες, αλλά υποστήριξε την επιστήμη τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, μέσω του ιδιωτικού τομέα. Ακολούθησε εξωτερική πολιτική ένταξης στους ευρωατλαντικούς θεσμούς και συμφιλίωσης με τις γειτονικές χώρες. Οι επικριτές του υποστήριξαν ότι οι πολιτικές του κυβερνώντος συνασπισμού ήταν πιο δεξιές από εκείνες της προηγούμενης δεξιάς κυβέρνησης.

Το "πακέτο Μπόκρος" και οι προσπάθειες για ιδιωτικοποιήσεις δεν ήταν δημοφιλείς στους ψηφοφόρους, όπως και τα αυξανόμενα ποσοστά εγκληματικότητας, οι ισχυρισμοί για κυβερνητική διαφθορά και μια προσπάθεια επανεκκίνησης του μη δημοφιλούς προγράμματος κατασκευής φράγματος στον Δούναβη. Αυτή η δυσαρέσκεια μεταξύ των ψηφοφόρων οδήγησε σε αλλαγή κυβέρνησης μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1998.

Μετά το απογοητευτικό αποτέλεσμα στις εκλογές του 1994 το Fidesz υπό την προεδρία του Βίκτορ Όρμπαν είχε αλλάξει την πολιτική του θέση από φιλελεύθερο σε εθνικό συντηρητικό, [120] προσθέτοντας το «Ουγγρική Συμμαχία πολιτών» (Magyar Polgári Párt) στο ακρωνύμιό του. Η συντηρητική στροφή προκάλεσε σοβαρό σχίσμα στα μέλη. Ο Πέτερ Μόλναρ εγκατέλειψε το κόμμα, όπως και ο Γκάμπορ Φόντορ και η Κλάρα Ουνγκαρ, που εντάχθηκαν στη φιλελεύθερη Συμμαχία Ελεύθερων Δημοκρατών. Το Fidesz του Όρμπαν κέρδισε την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών στις εκλογές του 1998 και σχηματισμό ένα συνασπισμό με τους Μικροϊδιοκτήτες και το Δημοκρατικό Φόρουμ.

Πρώτη κυβέρνηση Όρμπαν: 1998–2002Επεξεργασία

Η νέα κυβέρνηση με επικεφαλής τον Βίκτορ Όρμπαν υποσχέθηκε να επιτυύχει ταχύτερη ανάπτυξη, να περιορίσει τον πληθωρισμό και να μειώσει τους φόρους. Κληρονόμησε μια οικονομία με θετικούς οικονομικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένου του αυξανόμενου πλεονάσματος εξαγωγών. Η κυβέρνηση κατάργησε τα δίδακτρα και στόχευε να δημιουργήσει καλές συνθήκες αγοράς για τις μικρές επιχειρήσεις και να ενθαρρύνει την τοπική παραγωγή με εγχώριους πόρους. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική η κυβέρνηση του Όρμπαν συνέχισε να επιδιώκει την ευρωατλαντική ολοκλήρωση ως πρώτη της προτεραιότητα, αλλά υποστήριζε εντονότερα από την προηγούμενη κυβέρνηση τα μειονοτικά δικαιώματα των Ούγγρων στο εξωτερικό. Μετά από δημοψήφισμα το 1997 η Ουγγαρία προσχώρησε στο ΝΑΤΟ το 1999. Το 2002 η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να δεχτεί την Ουγγαρία, μαζί με 9 άλλες χώρες, ως μέλη την 1η Ιανουαρίου 2004.

Το Fidesz δέχθηκε κριτική από τους αντιπάλους του για την ερμηνεία του της ιστορίας, ιδίως για την πτώση του κομμουνισμού το 1989. Ενώ το Fidesz υποστήριζε ότι το Σοσιαλιστικό κόμμα είναι ηθικά και νομικά διάδοχος του μισητού κρατικού κόμματος του Κομμουνιστικού παρελθόντος, οι Σοσιαλιστές υποστήριζαν ότι ήταν αυτοί που είχαν πιέσει για αλλαγή από τα μέσα, χλευάζοντας τα μέλη του Fidesz γιατί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως τους μόνους δημιουργούς και κληρονόμους της πτώσης του κομμουνισμού.

Στις εκλογές του 2002 ο αριστερός συνασπισμός MSZP/SZDSZ νίκησε οριακά το δεξιό συνασπισμό Fidesz/MDF σε μια έντονη πολιτική αναμέτρηση, με ρεκόρ συμμετοχής 73% των ψηφοφόρων. Ο Πέτερ Μέντγκυεσυ έγινε ο νέος πρωθυπουργός.

MSZP: 2002-2010Επεξεργασία

Υπό τη σοσιαλιστική-φιλελεύθερη κυβέρνηση η οικονομική ισορροπία της ουγγρικής οικονομίας ξεκίνησε μια ελεύθερη πτώση, ενώ η ποιότητα ζωής, οι υποδομές και η τεχνολογία βελτιώθηκαν. Στις 12 Απριλίου 2003 οι Ούγγροι ψήφισαν για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), με 83% των ψήφων υπέρ. Δεδομένου ότι η ΕΕ είχε ήδη αποδεχθεί την Ουγγαρία ως υποψήφιο μέλος, τα τέσσερα μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα (MSZP, Fidesz, SZDSZ και MDF) συμφώνησαν να καθορίσουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και πολιτικές και να συνεργαστούν για να προετοιμάσουν τη χώρα για την ένταξη με την ελάχιστη δυνατή ζημιά στην οικονομία και το λαό, μεγιστοποιώντας παράλληλα τις θετικές επιπτώσεις στη χώρα. Την 1η Μαΐου 2004 η Ουγγαρία έγινε μέλος της ΕΕ.

Στις εκλογές του Απριλίου του 2006 οι Ούγγροι αποφάσισαν να επανεκλέξουν την κυβέρνησή τους για πρώτη φορά από το 1989, αν και με ένα νέο πρωθυπουργό, το Φέρεντς Γκιουρτσάνι. Η αριστερά ενίσχυσε τη θέση της, με το συνασπισμό των Σοσιαλδημοκρατών (MSZP) και των Φιλελευθέρων (SZDSZ) να φτάνει το 54% των ψήφων και να κερδίζει 210 έδρες αντί των προηγούμενων 198. Κοινοβουλευτικές έδρες κέρδισαν και πάλι τα κόμματα της προηγούμενης κοινοβουλευτικής περιόδου (Fidesz, MDF, SZDSZ, MSZP). Το νέο κοινοβούλιο συγκροτήθηκε στα τέλη Μαΐου 2006 και η νέα κυβέρνηση τον Ιούνιο του 2006.

Η νέα κυβέρνηση παρουσίασε σχέδια για την επίτευξη ισορροπίας και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, καταργώντας επιδοτήσεις για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, πράγμα δεν είχε αναφέρει κατά την προεκλογική της εκστρατεία. Ακολούθησαν μαζικές διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης Γκιουρτσάνι μεταξύ 17 Σεπτεμβρίου και 23 Οκτωβρίου 2006. Ήταν η πρώτη παρατεταμένη διαμαρτυρία στην Ουγγαρία μετά το 1989. Από το 2007, όταν ο αυξημένος πληθωρισμός που προκλήθηκε από τις φορολογικές αυξήσεις μείωσε το βιοτικό επίπεδο, έλαβε χώρα μια πλήρης αναδιάρθρωση της κρατικής διοίκησης, του ενεργειακού τομέα, των σχέσεων με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, του τομέα της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας. Τα μέλη των επαγγελματικών ενώσεων που επηρεάστηκαν χαρακτήρισαν τα μέτρα ως στερούμενα συζήτησης και συναίνεσης. Η χώρα προσχώρησε στη Συμφωνία Σένγκεν στα τέλη του 2007.

Το 2008 ο συνασπισμός διαλύθηκε λόγω της διαφωνίας σχετικά με το κατά πόσον η ασφαλιστική πλευρά του τομέα της υγείας πρέπει να ανήκει στο κράτος και οι πολιτικές της να αποφασίζονται από αυτό (όπως προτιμούσαν οι Σοσιαλιστές) ή από ιδιωτικές εταιρείες (όπως προτιμούσαν οι Φιλελεύθεροι). Αυτή τη σύγκρουση ακολούθησε ένα δημόσιο δημοψήφισμα, με πρωτοβουλία του Fidesz, υπέρ της κατάργησης των πανεπιστημιακών διδάκτρων, των άμεσων πληρωμές από τους ασφαλισμένους ασθενείς που λάβαιναν ιατρική φροντίδα και των ημερήσιων πληρωμών στα νοσοκομεία από τους ασφαλισμένους ασθενείς. Αυτό ουσιαστικά σταμάτησε την αναδιάρθρωση της υγειονομικής περίθαλψης, ενώ παρέμεινε εντελώς δημόσια. Εξαιτίας αυτού οι Φιλελεύθεροι εγκατέλειψαν το συνασπισμό και από τότε οι Σοσιαλιστές κυβερνούσαν ως μειοψηφία.

Η οικονομική κρίση του 2008 προκάλεσε περαιτέρω δημοσιονομικούς περιορισμούς. Μετά την παραίτηση του Γκιουρτσάνι οι Σοσιαλιστές προώθησαν μια «κυβέρνηση εμπειρογνωμόνων» υπό τον Γκόρντον Μπάιναϊ το Μάρτιο του 2009, που θα λαμβάνει μόνο σημαντικές μακροοικονομικές αποφάσεις.

Δεύτερη ως Τέταρτη Κυβέρνηση Ορμπαν: 2010-σήμεραΕπεξεργασία

 
Βίκτορ Όρμπαν, Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας (1998–2002, 2010 – σήμερα)

Το Fidesz ανέκτησε την εξουσία στις γενικές εκλογές του 2010, κερδίζοντας σαρωτικά τα δύο τρίτα των εδρών στο Κοινοβούλιο. Στις φθινοπωρινές δημοτικές εκλογές το Fidesz πέτυχε πλειοψηφία σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες και τους δήμους, κερδίζοντας τα παραδοσιακά προπύργια των φιλελεύθερων κομμάτων.

Η δεύτερη κυβέρνηση Όρμπαν παρουσίασε το νέο Σύνταγμα της Ουγγαρίας, που εγκρίθηκε το 2011 και ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2012. Ο κύριος στόχος της κυβέρνησης ήταν να ξεκινήσει εκ νέου η οικονομική ανάπτυξη. Εισήγαγε ένα σύστημα σταθερού φόρου για το φόρο εισοδήματος, 16% για όλους. [121]

Ο Όρμπαν απέρριψε την ιδέα του κράτους πρόνοιας, δηλώνοντας ότι η ουγγρική οικονομία πρέπει να είναι μια οικονομία βασιζόμενη στην εργασία. [122] Μέχρι το 2014 σημειώθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στη μείωση της ανεργίας (από 11,4% το 2010 [123] σε 7,1% το 2014 [124]) και τη δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης (φτάνοντας το 3,5% το 2014, κορυφαία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ [125])). Ωστόσο η ανάπτυξη ήταν πολύ άνιση: ο πλούτος του κορυφαίου 20% της κοινωνίας αυξήθηκε σημαντικά, ενώ το ποσοστό των ατόμων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε από 33% το 2010 σε 40% το 2014. Η κυβέρνηση έκανε συγκεντρωτικό το εκπαιδευτικό σύστημα και ξεκίνησε ένα πολυετές πρόγραμμα για την αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών και των επαγγελματιών υγείας.

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές της άνοιξης του 2014 το Fidesz κέρδισε και πάλι πλειοψηφία δύο τρίτων, αλλά μόνο ενός βουλευτή. Το Φεβρουάριο του 2015 πραγματοποιήθηκε μια εκλογή στην πόλη Βέσπρεμ, όπου εκλέχθηκε ο βουλευτής που κατέβασε η αντιπολίτευση, οπότε το Fidesz έχασε την πλειοψηφία δύο τρίτων. [126]

Υπό την τρίτη κυβέρνηση Όρμπαν η Ευρωπαϊκή μεταναστευτική κρίση του 2015 επηρέασε την Ουγγαρία ως μία από τις χώρες με νότια εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση δημιούργησε ένα συνοριακό φράγμα κατά μήκος των συνόρων της Ουγγαρίας με τη Σερβία και την Κροατία το καλοκαίρι του 2015. Οι προσπάθειες των μεταναστών να διασχίσουν το φράγμα χρησιμοποιώντας βία αντιμετωπίσθηκε από την αστυνομία το Σεπτέμβριο του 2015 [127][128] και το φράγμα ενισχύθηκε το 2016. [129][130] Το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ ενέκρινε σχέδιο ποσοστώσεων των μεταναστών. [131] Μετά την απόφαση η Ουγγαρία και η Σλοβακία] προσέφυγαν κατά των υποχρεωτικών ποσοστώσεων μεταναστών της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. .[132] Η Ουγγρική κυβέρνηση διενήργησε επίσης δημοψήφισμα για το θέμα τον Οκτώβριο του 2016. Ενώ η συντριπτική πλειοψηφία (98%) των ψηφοφόρων απέρριψε τις ποσοστώσεις μεταναστών της ΕΕ, η προσέλευση των ψηφοφόρων 44% ήταν μικρότερη του 50%, που απαιτείτο το για να θεωρείται έγκυρο το δημοψήφισμα. [133]

Στις εκλογές του 2018 το Fidesz – KDNP κέρδισε και πάλι πλειοψηφία δύο τρίτων, χωρίς καμία αλλαγή στον αριθμό των εδρών.[134] Η τέταρτη κυβέρνηση Όρμπαν σχηματίστηκε στις 18 Μαΐου 2018. [135]

Τον Οκτώβριο του 2019 η αντιπολίτευση κέρδισε τις δημοτικές εκλογές στην πρωτεύουσα Βουδαπέστη, το πρώτο μεγάλο εκλογικό πλήγμα από το 2006 που υπέστη ο πρωθυπουργός Όρμπαν και ο κυβερνών συνασπισμός Fidesz-KDNP.[136][137]

ΓεωγραφίαΕπεξεργασία

 
Kοπάδι προβάτων Ράτσκα στο Εθνικό Πάρκο Φέρτε-Χάνσαγκ

Η γεωγραφία της Ουγγαρίας καθορίζεται παραδοσιακά από τους δύο κύριους πλωτούς ποταμούς της, το Δούναβη και τον Τίσα. Αυτό αντανακλάται και στη συνήθη διαίρεση της χώρας σε τρία τμήματα - Dunántúl ("πέρα από το Δούναβη", Υπερδουναβία), Tiszántúl ("πέρα από τον Τίσα") και Duna-Tisza köze ("μεταξύ του Δούναβη και του Τίσα"). Ο Δούναβης ρέει από βορρά προς νότο μέσω του κέντρου της σύγχρονης Ουγγαρίας και ολόκληρη η χώρα ανήκει στη λεκάνη απορροής του.

Η Υπερδουναβία, που εκτείνεται δυτικά από το κέντρο της χώρας προς την Αυστρία, είναι μια κυρίως λοφώδης περιοχή με έδαφος που ποικίλλεται από χαμηλά βουνά. Αυτά περιλαμβάνουν την ανατολικότερη απόληξη των Άλπεων, την Aλποκάλια, στα δυτικά της χώρας, τα βουνά της Υπερδουναβίας στην κεντρική περιοχή της και τα βουνά Μέτσεκ και Βίλανυ στο νότο. Το υψηλότερο σημείο της περιοχής είναι το Ιροτ-Κε στις Άλπεις, στα 882 μέτρα. Η Μικρή Ουγγρική Πεδιάδα (Kisalföld) βρίσκεται στη βόρεια Υπερδουναβία. Οι λίμνες Λίμνη Μπάλατον και Χέβιζ, η μεγαλύτερη λίμνη στην Κεντρική Ευρώπη και η μεγαλύτερη θερμική λίμνη στον κόσμο, αντίστοιχα, βρίσκονται επίσης στην Υπερδουναβία.

Οι Duna-Tisza köze και Tiszántúl χαρακτηρίζονται κυρίως από τη Μεγάλη Πεδιάδα της Ουγγαρίας (Alföld), poy εκτείνεται στις περισσότερες ανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας. Στα βόρεια της πεδιάδας βρίσκονται οι πρόποδες των Καρπαθίων σε μια ευρεία ζώνη κοντά στα σύνορα με τη Σλοβακία. Το Kέκες στα 1.014 μέτρα είναι το ψηλότερο βουνό της Ουγγαρίας και βρίσκεται εδώ.

Η Ουγγαρία έχει 10 εθνικά πάρκα, 145 καταφύγια άγριας ζωής και 35 περιοχές προστατευόμενου τοπίου.

Η Ουγγαρία είναι μια χώρα αποκλεισμένη από τη θάλασσα.

ΚλίμαΕπεξεργασία

Η Ουγγαρία έχει εύκρατο κλίμα,[138][139] με γενικά θερμά καλοκαίρια, που έχουν χαμηλά επίπεδα συνολικής υγρασίας αλλά συχνή βροχόπτωση και ψυχρούς χειμώνες, στους οποίους πέφτει αρκετό χιόνι. Η μέση θερμοκρασία στην Ουγγαρία είναι 9.7 °C. Οι ακραίες θερμοκρασίες που έχουν καταγραφεί στη χώρα είναι 41.9 °C στην Κισκουνχάλας στις 20 Ιουλίου 2007 και -35 °C στο Μίσκολτς-Γκερεμπελιταπόλτσα τον χειμώνα στις 17 Φεβρουαρίου 1940. Ημέση καλοκαιρινή θερμοκρασία είναι 23 με 28 °C και η μέση χαμηλή θερμοκρασία είναι -3 με -7 °C. Η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι περίπου 600 χιλιοστόμετρα στην χώρα.

Η Ουγγαρία είναι έκτη στον δείκτη περιβαλλοντικής προστασίας που δημοσιεύει το Δίκτυο Δράσης για το Κλίμα.[140]

ΔημογραφίαΕπεξεργασία

 
Πληθυσμιακή πυκνότητα στην Ουγγαρία ανά επαρχία.

Ο πληθυσμός της Ουγγαρίας ήταν 9.937.628 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Είναι η πέμπτη πολυπληθέστερη χώρα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και κράτος μεσαίου μεγέθους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πυκνότητα πληθυσμού της Ουγγαρίας είναι 107 άτομα ανά Τετραγωνικό χιλιόμετρο, περίπου διπλάσια από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού ζει στην μητροπολιτική περιοχή της Βουδαπέστης. Συνολικά, 6.903.858 άτομα (το 69.5% του πληθυσμού) ζει σε πόλεις.

Όπως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Ουγγαρία έχει γεννητικότητα χαμηλότερη από το επίπεδο αντικατάστασης. Η εκτιμώμενη γονιμότητα είναι 1.43 παιδιά ανά γυναίκα, αρκετά κάτω από το επίπεδο αντικατάστασης που είναι 2.1 παιδιά ανά γυναίκα,[141] αν και είναι υψηλότερη από το ναδίρ των 1.28 παιδιών ανά γυναίκα του 1999,[142] ωστόσο παραμένει πολύ κατώτερη από την γονιμότητα του 1884, που ήταν 5.59 παιδιά ανά γυναίκα.[143] Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός σταδιακά μειώνεται και γηράσκει γρήγορα. Το 2011, η συντηρητική κυβέρνηση ξεκίνησε πρόγραμμα αύξησης της γεννητικότητας με έμφαση στους Μαγυάρους αποκαθιστώντας την τριετή άδεια μητρότητας και ενισχύοντας την ευέλικτη εργασία. Η γεννητικότητα έχει αυξηθεί σταδιακά από τα 1.27 παιδιά ανά γυναίκα το 2011.[144] Η φυσική μείωση τους πρώτους δέκα μήνες του 2016 ήταν 25.828 άτομα, 8.162 άτομα λιγότερα από την αντίστοιχη περίοδο του 2015.[145] Το 2015, το 47.9% των γεννήσεων προέρχονταν από ανύπαντρες γυναίκες.[146] Η Ουγγαρία έχει ένα από τους γηραιότερους πληθυσμούς στον κόσμο, με διάμεση ηλικία 42.7 ετών .[147] Το προσδόκιμο ζωής ήταν 71.96 χρόνια για τους άνδρες και 79.62 χρόνια για τις γυναίκες το 2015,[148] βαίνοντας συνεχώς αυξανόμενο από την πτώση του κομμουνισμού το 1989.[149]

Η Ουγγαρία αναγνωρίζει δύο μεγάλες μειονοτικές ομάδες, που έχουν οριστεί ως "εθνικές μειονότητες" επειδή οι πρόγονοι τους ζουν στις αντίστοιχες περιοχές τους για αιώνες σε εδάφη της Ουγγαρίας: μια γερμανική κοινότητα περίπου 130.000 ατόμων που ζει σε όλη τη χώρα, και μια μειονότητα Ρομά που αριθμεί περίπου 300.000 άτομα και ζει κυρίως στα βόρεια. Μερικές μελέτες δείχνουν ένα αρκετά μεγαλύτερο αριθμό Ρομά στην Ουγγαρία (876.000 άτομα, περίπου το 9% του πληθυσμού.).[150][151] Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, υπήρχαν 8.314.029 (83.7%) Ούγγροι, 308.957 (3.1%) Ρομά, 131.951 (1.3%) Γερμανοί, 29.647 (0.3%) Σλοβάκοι, 26.345 (0.3%) Ρουμάνοι, και 23.561 (0.2%) Κροάτες στην Ουγγαρία. Επίσης 1.455.883 άτομα (14.7% του συνολικού πληθυσμού) δεν δήλωσε ότι ανήκει σε κάποια εθνότητα. Έτσι, οι Ούγγροι αποτελούν πάνω από το 90% των ανθρώπων που δήλωσαν κάποια εθνότητα.[152] Στην Ουγγαρία, οι άνθρωποι μπορούν να δηλώσουν ότι ανήκουν σε παραπάνω από μια εθνότητες, έτσι το σύνολο των εθνοτήτων είναι υψηλότερο από τον συνολικό πληθυσμό.[153]

Σήμερα περίπου 5 εκατομμύρια Ούγγροι ζουν εκτός της Ουγγαρίας, κυρίως στις γειτονικές χώρες, των οποίων τμήματα αποτέλεσαν μέρος της Ουγγαρίας μέχρι την Συνθήκη του Τριανόν.

Η χώρα αριθμεί, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020, 9.769.526[2] κατοίκους. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 76,4 χρόνια (73,1 χρόνια οι άνδρες και 79,6 οι γυναίκες).[154]

ΑστικοποίησηΕπεξεργασία

 
Πόλεις και χωριά στην Ουγγαρία

Η Ουγγαρία είχε 3.152 κοινότητες στις 15 Ιουλίου 2013. Η Ουγγαρία έχει 346 πόλεις (ουγγρικός όρος: város, πληθυντικός: városok) και 2.806 χωριά (ουγγρικά: község, πληθυντικός: községek). Ο αριθμός των πόλεων αλλάζει, καθώς ο πρόεδρος μπορεί να δώσει σε χωριά καθεστώς πόλης με ειδικό νόμο. Η πρωτεύουσα Βουδαπέστη έχει ειδικό καθεστώς και δεν ανήκει σε κάποια επαρχία, ενώ 23 πόλεις θεωρούνται αστικές επαρχίες (megyei jogú város – πόλη με δικαιώματα επαρχίας). Όλες οι έδρες επαρχιών εκτός από τη Βουδαπέστη είναι αστικές επαρχίες.

Τέσσερις πόλεις (Βουδαπέστη, Μίσκολτς, Γκιουρ και Πετς) έχουν πολεοδομικά συγκροτήματα. Το Ουγγρικό Γραφείο Στατιστικής διακρίνει δεκαεφτά άλλες περιοχές σε πρότερα στάδια ανάπτυξης του πολεοδομικού συγκροτήματος τους.[155]

Η μεγαλύτερη πόλη είναι η Βουδαπέστη. Η μικρότερη πόλη είναι η Παλχάζα με 1.038 κατοίκους. Το μεγαλύτερο χωριό είναι το Σολιμάρ με 10.123 κατοίκους το 2010. Υπάρχουν πάνω από 100 χωριά με λιγότερους από 100 κατοίκους, ενώ τα μικρότερα έχουν λιγότερους από 20.

 
Βουδαπέστη
 
Ντέμπρετσεν
 
Σέγκεντ
 
Μίσκολτς
Μεγαλύτερες πόλεις ή περιοχές (Ουγγαρία) Ουγγρικό Κεντρικό Στατιστικό Γραφείο
Κατάταξη Όνομα Επαρχία Πληθ.
1 Βουδαπέστη Βουδαπέστη 1.752.286
2 Ντέμπρετσεν Χαϊντού-Μπιχάρ 201.432
3 Σέγκεντ Τσονγκράντ-Τσανάντ 160.766
4 Μίσκολτς Μπόρσοντ-Αμπαούι-Ζεμπλέν 154.521
5 Πετς Μπαράνια 142.873
6 Γκιερ Γκιερ-Μόσον-Σόπρον 132.038
7 Νιρεγκιχάζα Σάμπολτς-Σατμάρ-Μπέρεγκ 116.799
8 Κέτσκεμετ Μπατς-Κίσκουν 110.687
9 Σεκεσφέχερβαρ Φεγιέρ 96.940
10 Σομπατέλι Βας 78.407
11 Σόλνοκ Γιας-Νάγκικουν-Σόλνοκ 71.285
12 Ερντ Πέστης 68.211
13 Ταταμπάνια Κομάρομ-Έστεργκομ 65.845
14 Σόπρον Γκιερ-Μόσον-Σόπρον 62.671
15 Κάποσβαρ Σόμογκι 61.441
16 Βέσπρεμ Βεσπρέμ 59.738
17 Μπεκεστσάμπα Μπέκες 58.996
18 Ζαλαέγκερσεγκ Ζάλα 57.403
19 Έγκερ Χέβες 52.898
20 Ναγκικάνισα Ζάλα 46.649


ΓλώσσεςΕπεξεργασία

 
Χάρτης που δείχνει τις περιοχές της Ευρώπης όπου τα ουγγρικά είναι η επίσημη γλώσσα

Τα ουγγρικά είναι η επίσημη και κυρίαρχη γλώσσα στην Ουγγαρία. Είναι η 13η περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα στην Ευρώπη με περίπου 13 εκατομμύρια φυσικούς ομιλητές και είναι μια από τις 24 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[156] Έξω από την Ουγγαρία, ομιλείται επίσης από κοινότητες Ούγγρων σε γειτονικές χώρες και από τις κοινότητες της ουγγρικής διασποράς σε όλο το κόσμο. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 9.896.333 άτομα (99.6%) ομιλούν ουγγρικά στην Ουγγαρία, εκ των οποίων 9.827.875 άτομα (99%) την ομιλούν ως πρώτη γλώσσα, ενώ 68.458 άτομα (0.7%) την ομιλούν ως δεύτερη γλώσσα.[152] Τα αγγλικά (1.589.180 ομιλητές, 16.0%), και τα γερμανικά (1.111.997 ομιλητές, 11.2%) είναι οι δύο περισσότερο γνωστές ξένες γλώσσες στην Ουγγαρία, ενώ υπάρχουν αρκετές αναγνωρισμένες μειονοτικές γλώσσες στην χώρα (αρμενικά, βουλγάρικα, κροατικά, γερμανικά, ελληνικά, ρουμανικά, ρομανί, ρουθηνικά, σερβικά, σλοβακικά, σλοβενικά και ουκρανικά).[157]

Τα ουγγρικά είναι μέρος της ουραλικής γλωσσικής οικογένειας. Δεν έχει καμία σχέση με γειτονικές γλώσσες και έχει μακρινή σχέση με τα εσθονικά και τα φινλανδικά. Είναι η μεγαλύτερη ουραλική γλώσσα σε αριθμό ομιλητών και η μόνη που ομιλείται στην Κεντρική Ευρώπη. Υπάρχουν μεγάλοι πληθυσμοί ουγγρόφωνων στη Ρουμανία, την Τσεχία και την Σλοβακία, την πρώην Γιουγκοσλαβία, την Ουκρανία, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχουν μικρότερες ουγγρικές μειονότητες στον Καναδά, στην Σλοβενία και την Αυστρία, αλλά επίσης και στην Αυστραλία, την Βραζιλία, την Αργεντινή, το Μεξικό, την Βενεζουέλα και τη Χιλή. Τα επίσημα ουγγρικά βασίζονται στην διάλεκτο της Βουδαπέστης, αλλά παρόλο που η επίσημη διάλεκτος χρησιμοποιείται από τις αρχές, υπάρχουν πολλές αστικές και αγροτικές ουγγρικές διάλεκτοι.

ΘρησκείαΕπεξεργασία

Η Ουγγαρία είναι μια παραδοσιακά χριστιανική χώρα. Η ουγγρική ιστοριογραφία ταυτίζει τη θεμελίωση του Ουγγρικού κράτους με το βάπτισμα του Στέφανου Α και τη στέψη του με το Ιερό Στέμμα το 1000 μ.Χ. Ο Στέφανος ανακήρυξε το Ρωμαιοκαθολικισμό κρατική θρησκεία και οι διάδοχοί τους ήταν παραδοσιακά γνωστοί ως Αποστολικοί Βασιλείς. Η Καθολική Εκκλησία της Ουγγαρίας παρέμεινε ισχυρή ανά τους αιώνες και στον Αρχιεπίσκοπο του Εστερχομ παραχωρήθηκαν κατά καιρούς εξαιρετικά προνόμια Πρίγκιπα-Πριμάτου της Ουγγαρίας.

 
Ο Βασιλιάς Άγιος Στέφανος προσφέρει το Ουγγρικό στέμμα στην Παναγία - πίνακας του Γκιούλα Μπεντσούρ, στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου

Παρόλο που η σύγχρονη Ουγγαρία δεν έχει επίσημη θρησκεία και αναγνωρίζει ως θεμελιώδες δικαίωμα τη θρησκευτική ελευθερία το Ουυγρικό σύνταγμα "αναγνωρίζει τον εθνοδομικό ρόλο του Χριστιανισμού" στο προοίμιό του [158]

Η απογραφή του 2011 έδειξε ότι η πλειοψηφία των Ούγγρων ήταν Χριστιανοί (54,2%), με τους Καθολικούς (37,1%) και τους Ούγγρους Μεταρρυθμιστές Καλβινιστές (11,1%) να αποτελούν τον κύριο όγκο τους μαζί με τους Λουθηρανούς (2,2%), τους Ελληνοκαθολικούς (1,8%) και άλλους Χριστισνούς (1,3%). Μικρές μειονότητες είναι η Εβραϊκή (0,1%) η Βουδιστική (0,1%) και η Μουσουλμανική (0,06%) κοινότητα. Το 27,2% του πληθυσμού δεν δήλωσαν θρησκεία, ενώ το 16,7% δήλωσαν ρητά άθρησκοι και άλλο 1,5% άθεοι.[159]

Κατά τα αρχικά στάδια της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης οι περισσότεροι Ούγγροι υιοθέτησαν πρώτα το Λουθηρανισμό και στη συνέχεισ τον Καλβινισμό με τη μορφή της Ουγγρικής Μεταρρυθμιστικής Εκκλησίας. Το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα οι Ιησουίτες ηγήθηκαν μιας εκστρατείας Αντιμεταρρύθμισης και ο πληθυσμός για μια ακόμη φορά κυρίως Καθολικός. Αυτή η εκστρατεία ήταν όμως μόνο εν μέρει επιτυχής κσι οι (κυρίως Μεταρρυθμιστές) Ούγγροι ευγενείς κατάφεραν να εξασφαλίσουν την ελευθερία λατρείας για όλους τους Χριστιανούς. Στην πράξη αυτό σήμαινε cuius regio, eius religio (όποιου το βασίλειο, αυτού η θρησκεία). Ετσι οι περισσότερες επί μέρους τοποθεσίες στην Ουγγαρία αναγνωρίζονται ακόμη παραδοσιακά ως Καθολικές, Λουθηρανικές ή Μεταρρυθμιστικές. Οι ανατολικές περιοχές της χώρας, ιδίως γύρω από το Ντέμπρετσεν ("Καλβινιστική Ρώμη"), παραμένουν σχεδόν πλήρως Μεταρρυθμιστικές,[160] χαρακτηριστικό που μοιράζονται με παραδοσιακά συγγενείς εθνοτικά ουγγρικές περιοχές στη γειτονική Ρουμανία.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνδέεται με τις εθνικές μειονότητες της χώρας (Αρμένιοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Ρουθηνοί, Ουκρανοί και Σέρβοι).

Επί αιώνες η Ουγγαρία φιλοξενούσε μια σημαντική Εβραϊκή κοινότητα, με πληθυσμό πριν το Β Παγκόσμιο Πόλεμο πάνω από 800.000, αλλά υπολογίζεται ότι λίγο πάνω από 560.000 Εβραίοι της Ουγγαρίας σκοτώθηκαν μεταξύ 1941 και 1945 κατά το Ολοκαύτωμα.[161] Μόνο μεταξύ 15 Μαίου και 9 Ιουλίου 1944 πάνω από 434.000 Εβραίοι εκτοπίστηκαν με 147 τρένα [162] οι περισσότεροι στο Άουσβιτς, όπου περίπου το 80 % θανατώθηκαν στους θαλάμους αερίων όταν έφθασαν. Μερικοί Εβραίοι κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά οι περισσότεροι είτε εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου θανατώθηκαν, είτε δολοφονήθηκαν από μέλη του Σταυρού του Βέλους. Από τους πάνω από 800.000 Εβραίους, που ζούσαν εντός των ορίων της Ουγγαρίας το 1941-1944, πιστεύεται ότι επέζησαν περίπου 255.500. Σήμερα υπάρχουν στην Ουγγαρία περίπου 125.000 Εβραίοι.[163][164]

ΕκπαίδευσηΕπεξεργασία

 
Ουγγρική τάξη νηπιαγωγείου σε υπαίθριες δραστηριότητες, Μάρτιος 2007

Η εκπαίδευση στην Ουγγαρία είναι κατά κύριο λόγο δημόσια. Η προσχολική εκπαίδευση είναι υποχρεωτική και παρέχεται σε όλα τα παιδιά ηλικίας τριών ως έξι ετών, μετά τα οποία η φοίτηση είναι επίσης υποχρεωτική μέχρι την ηλικία των δεκαέξι. [165]Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαρκεί οκτώ χρόνια. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση περιλαμβάνει τρεις παραδοσιακούς τύπους σχολείων, που εστιάζουν σε τρία διαφορετικά ακαδημαϊκά επίπεδα: το γυμνάσιο, όπου γράφονται τα πιο ταλαντούχα παιδιά, προετοιμάζει φοιτητές για πανεπιστημιακές σπουδές, οι επαγγελματικές σχολές για τους μεσαίους μαθητές και οι τεχνικές σχολές, που προετοιμάζουν τους μαθητές για την επαγγελματική εκπαίδευση και τον κόσμο της εργασίας. Το σύστημα είναι εν μέρει ευέλικτο και υπάρχουν γέφυρες, για παράδειγμα οι απόφοιτοι μιας επαγγελματικής σχολής μπορούν να ακολουθήσουν ένα διετές πρόγραμμα για να έχουν πρόσβαση στην επαγγελματική τριτοβάθμια εκπαίδευση. NESCO-UNEVOC (October 2013). "Vocational Education in Hungary". Retrieved 19 May 2014.Η Διεθνής Ενωση για την Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Εργου (ΙΕΑ) αξιολόγησε τους μαθητές 13-14 ετών της Ουγγαρίας μεταξύ των καλύτερων στον κόσμο στα μαθηματικά και τις επιστήμες.

 
Η Αίθουσα του Πρυτανικού Συμβουλίου της Επιχειρηματικής Σχολής της Βουδαπέστης, της πρώτης δημόσιας επιχειρηματικής σχολής στον κόσμο, που ιδρύθηκε το 1857

Τα περισσότερα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στην Ουγγαρία είναι δημόσια και οι φοιτητές δεν πληρώνουν δίδακτρα. Το ουγγρικό δημόσιο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης περιλαμβάνει πανεπιστήμια και άλλα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που παρέχουν τόσο εκπαιδευτικά προγράμματα όσο και συναφή προγράμματα μέχρι διδακτορικό και συμμετέχουν επίσης σε ερευνητικές δραστηριότητες. Η ασφάλιση υγείας για τους φοιτητές είναι δωρεάν μέχρι το τέλος των σπουδών τους. Η αγγλική και η γερμανική γλώσσα είναι σημαντικές στην ουγγρική ανώτατη εκπαίδευση, υπάρχουν πολλά προγράμματα σπουδών που διδάσκονται σε αυτές τις γλώσσες και προσελκύουν χιλιάδες φοιτητές με προγράμματα ανταλλαγών κάθε χρόνο. Η ανώτατη εκπαίδευση και κατάρτιση της Ουγγαρίας κατατάχθηκε 44η από 148 χώρες στην Παγκόσμια Εκθεση Ανταγωνιστικότητας το 2014.[166]

Η Ουγγαρία έχει μακρά παράδοση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντικατοπτρίζει την ύπαρξη μιας κσθιερωμένης οικονομίας της γνώσης. Τα πανεπιστήμια της Ουγγαρίας περιλαμβάνουν μερικά από τα παλαιότερα στον κόσμο. Το παλαιότερο που λειτουργεί ακόμη είναι το Πανεπιστήμιο του Πετς, που ιδρύθηκε το 1367 αν και το 1276 το Πανεπιστήμιο του Βέσπρεμ καταστράφηκε από τα στρατεύματα του Πέτερ Τσακ και δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Ο Σιγισμούνδος ίδρυσε το Πανεπιστήμιο της Ομπουντα το 1395. Ενα άλλο, το Universitas Istropolitana, ιδρύθηκε το 1465 στο Πόσονι από το Μστθία Κορβίνο. Το Πανεπιστήμιο του Ναγκύσομπατ ιδρύθηκε το 1635 και μεταφέρθηκε στη Βούδα το 1777 και σήμερα ονομάζεται Πανεπιστήμιο Ετβες Λόραντ. Το πρώτο πολυτεχνείο στον κόσμο ιδρύθηκε στο Σελμεσμπάνυα του Βασιλείου της Ουγγαρίας, με διάδοχό του το σημερινό Πανεπιστήμιο του Μίσκολτς. Το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας και Οικονομικών της Βουδαπέστης θεωρείται το παλαιότερο πολυτεχνείο πανεπιστημιακής βαθμίδας και δομής στον κόσμο. Ο προκάτοχός του, το Institutum Geometrico-Hydrotechnicum, ιδρύθηκε το 1782 από τον Αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄.

Η Ουγγαρία κατατάσσεται τέταρτη (πάνω από τη γειτονική Ρουμανία, και μετά την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία) στο συνολικό αριθμό μεταλλίων της Διεθνούς Μαθηματικής Ολυμπιάδας με 336 συνολικά μετάλλια, από το 1959.

ΥγείαΕπεξεργασία

 
Szent István Kórház (Νοσοκομείο του Αγίου Στεφάνου) στη Λεωφόρο Üllői, Βουδαπέστη. Με το Szent László Kórház (Αγίου Λαδίσλαου) αποτελεί το μεγαλύτερο νοσοκομειακό συγκρότημα της Ουγγαρίας, που κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η Ουγγαρία διαθέτει ένα σύστημα καθολικής υγειονομικής περίθαλψης που χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το 100% του πληθυσμού καλύπτεται από καθολική ασφάλιση υγείας [167], που είναι απολύτως δωρεάν για παιδιά, μαθητές-φοιτητές, συνταξιούχους, άτομα με χαμηλό εισόδημα, άτομα με ειδικές ανάγκες και εκκλησιαστικούς υπαλλήλους. [168][169]Η Ουγγαρία δαπανά το 7,2% του ΑΕΠ για την υγειονομική περίθαλψη, 2.045 $ κατά κεφαλή, εκ των οποίων 1.365 $ παρέχονται από την κυβέρνηση. [170]

Η Ουγγαρία είναι ένας από τους κύριους προορισμούς του ιατρικού τουρισμού στην Ευρώπη, ιδίως οδοντιατρικού, [171][172] στον οποίο το μερίδιό της είναι 42% στην Ευρώπη και 21% παγκοσμίως. [173][174]. Η πλαστική χειρουργική είναι επίσης βασικός τομέας, με το 30% των πελατών να προέρχονται από το εξωτερικό. Η Ουγγαρία είναι γνωστή για την κουλτούρα του σπα και διαθέτει πολλά ιαματικά λουτρά, [175] που προσελκύουν τον «τουρισμό σπα». [218]"Medical tourism in good health". Imtj.com. Retrieved 3 August 2017.</ref>

Όπως και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες οι καρδιαγγειακές παθήσεις είναι η κύρια αιτία θνησιμότητας, αντιπροσωπεύοντας το 49,4% (62.979) όλων των θανάτων το 2013. Ωστόσο αυτός ο αριθμός είχε κορυφωθεί το 1985 με 79.355 θανάτους και μειώνεται συνεχώς μετά την πτώση του κομμουνισμού. Η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου είναι ο καρκίνος με 33.274 (26,2%), που έχει σταματήσει να αυξάνεται από τη δεκαετία του 1990. Οι θάνατοι από ατυχήματα μειώθηκαν από 8.760 το 1990 σε 3.654 το 2013 και ο αριθμός των αυτοκτονιών μειώθηκε σημαντικά από 4.911 το 1983 σε 2.093 το 2013 (21.1 ανά 100.000 άτομα), το χαμηλότερο από το 1956. [176] Υπάρχουν σημαντικές ανισότητες στην υγεία μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού τμήματος της Ουγγαρίας. Οι καρδιακές παθήσεις, η υπέρταση, τα εγκεφαλικά επεισόδια και οι αυτοκτονίες επικρατούν στην κυρίως γεωργική και χαμηλού εισοδήματος περιοχή της Μεγάλης Πεδιάδας στα ανατολικά, αλλά πιο σπάνιες στις περιοχές υψηλού εισοδήματος και μεσαίας τάξης της Δυτικής Υπερδουναβίας και της Κεντρικής Ουγγαρίας. [177]

Το κάπνισμα είναι κύρια αιτία θανάτου στη χώρα, αν και βρίσκεται σε απότομη πτώση: Το ποσοστό των ενηλίκων καπνιστών μειώθηκε σε 19% το 2013 από 28% το 2012, λόγω αυστηρών κανονισμών όπως η απαγόρευση του καπνίσματος σε εθνικό επίπεδο σε κάθε εσωτερικό δημόσιο χώρο και ο περιορισμός των πωλήσεων καπνού σε κρατικά ελεγχόμενα "Εθνικά Καταστήματα Καπνού". [178]

Η Ουγγαρία κατατάσσεται ως η 17η ασφαλέστερη χώρα στον κόσμο, με ποσοστό ανθρωποκτονιών 1,3 ανά 100.000 άτομα. [222][179]

ΠολιτισμόςΕπεξεργασία

ΑρχιτεκτονικήΕπεξεργασία

 
Το Ανάκτορο Εστερχάζι, οι "Ουγγρικές Βερσαλλίες", στο Φέρτεντ της περιφέρειας Γκιέρ-Mόσον-Σόπρον

Στην Ουγγαρία βρίσκεται η μεγαλύτερη συναγωγή στην Ευρώπη (Μεγάλη Συναγωγή), που χτίστηκε το 1859 σε Μαυριτανικό Αναγεννησιακό ρυθμό με χωρητικότητα 3.000 ατόμων, τα μεγαλύτερα ιαματικά λουτρό στην Ευρώπη (Széchenyi), που ολοκληρώθηκαν το 1913 επίσης σε σε Μαυριτανικό Αναγεννησιακό ρυθμό και βρίσκονται στο δημοτικό πάρκο της Βουδαπέστης, το μεγαλύτερο κτίριο στην Ουγγαρία με μήκος 268 μέτρα (το κτίριο του Κοινοβουλίου), μια από τις μεγαλύτερες βασιλικές στην Ευρώπη (Βασιλική του Έστεργκομ), η δεύτερη μεγαλύτερη μη ανήκουσα σε επισκοπή στον κόσμο (Αρχιαββαείο Πανονχάλμα) και η μεγαλύτερη παλαιοχριστιανική νεκρόπολη εκτός Ιταλίας (Πετς).

 
To Ρομανικό Αββαείο Γιακ, στην περιφέρεια Βας, που χτίστηκε μεταξύ 1220 και 1256

Σημαντικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί στην Ουγγαρία είναι ο Ιστορικισμός και η Αρ Νουβό, ή μάλλον πολλές παραλλαγές της. Σε αντίθεση με τον Ιστορικισμό η ουγγρική Αρ Νουβό βασίζεται στα εθνικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Λαμβάνοντας υπόψη την ανατολική προέλευση των Ούγγρων, ο Εντεν Λέχνερ (1845-1914), η πιο σημαντική μορφή της ουγγρικής Αρ Νουβό, αρχικά εμπνεύστηκε από την ινδική και τη συριακή αρχιτεκτονική και αργότερα από παραδοσιακά ουγγρικά διακοσμητικά σχέδια. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησε μια πρωτότυπη σύνθεση αρχιτεκτονικών ρυθμών. Εφαρμόζοντάς τους σε τρισδιάστατα αρχιτεκτονικά στοιχεία, παρήγαγε μια εκδοχή της Αρ Νουβό που ήταν συγκεκριμένη για την Ουγγαρία.

Απομακρυνόμενη από το ύφος του Λέχνερ, αλλά εμπνεόμενη ακόμη από την προσέγγισή του, η ομάδα «Νέοι» (Fiatalok), που περιελάμβανε τους Κάρολι Κος και Ντέζε Ζρουμέτσκι, χρησιμοποίησαν τις χαρακτηριστικές δομές και μορφές της παραδοσιακής ουγγρικής αρχιτεκτονικής για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

 
Το Μουσείο Εφαρμοσμένων Τεχνών, ένα Αρ Νουβό κτήριο που σχεδιάστηκε από τον Εντεν Λέχνερ

Εκτός από τους δύο βασικούς ρυθμούς η Βουδαπέστη εμφανίζει επίσης τοπικές εκδοχές τάσεων που προέρχονται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το Ζετσεσιονισμό από τη Βιέννη, το γερμανικό Jugendstil, η Αρ Νουβό από το Βέλγιο και τη Γαλλία και η επιρροή της αγγλικής και της φινλανδικής αρχιτεκτονικής αντικατοπτρίζονται όλα στα κτίρια που κατασκευάστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Μπέλα Λάιτα υιοθέτησε αρχικά το ύφος του Λέχνερ, αντλώντας στη συνέχεια έμπνευση από τις αγγλικές και φινλανδικές τάσεις. Αφού ανέπτυξε ενδιαφέρον για τον αιγυπτιακό ρυθμό, τελικά έφτασε στη μοντέρνα αρχιτεκτονική. Ο Αλανταρ Αρκαϊ ακολούθησε σχεδόν την ίδια διαδρομή. Ο Ιστβαν Μεντγκιασάι ανέπτυξε το δικό του ύφος, που διέφερε από εκείνο του Λέχνερ, χρησιμοποιώντας στυλιζαρισμένα παραδοσιακά μοτίβα για να δημιουργήσει διακοσμητικά σχέδια σε σκυρόδεμα. Στον τομέα των εφαρμοσμένων τεχνών, κυρίως υπεύθυνοι για την προώθηση της εξάπλωσης της Αρ Νουβό ήταν η Σχολή και το Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών, που άνοιξε το 1896.

Οι ξένοι έχουν απροσδόκητα "ανακαλύψει" ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των πολιτών ζει σε παλιά και αρχιτεκτονικά πολύτιμα κτίρια. Στην περιοχή του κέντρου της Βουδαπέστης, σχεδόν όλα τα κτίρια είναι περίπου εκατό ετών, με χοντρούς τοίχους, ψηλές οροφές και μοτίβα στις όψεις. [180][181]

ΜουσικήΕπεξεργασία

 
Η Κρατική Όπερα της Ουγγαρίας στη Λεωφ. Αντράσι (Μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO)

Η ουγγρική μουσική αποτελείται κυρίως από την παραδοσιακή ουγγρική λαϊκή μουσική και από εκείνη επιφανών συνθετών όπως ο Λιστ και ο Μπάρτοκ, που θεωρούνται από τους μεγαλύτερους Ούγγρους συνθέτες. Άλλοι διάσημοι συνθέτες είναι οι Ντόχνανι, Φραντς Σμιντ, Ζόλταν Κόνταϊ, Γκάμπριελ φον Βάιντιτς, Ρούντολφ Βάγκνερ-Ρέγκενυ, Λάσλο Λάιτα, Φραντς Λέχαρ, Ιμρε Κάλμαν, Σάντορ Βέρες και Μίκλος Ρόζα. Η ουγγρική παραδοσιακή μουσική τείνει να έχει ισχυρό δακτυλικό ρυθμό, καθώς η γλώσσα τονίζεται πάντα την πρώτη συλλαβή κάθε λέξης.

Η Ουγγαρία έχει διάσημους συνθέτες της σύγχρονης κλασικής μουσικής, όπως τους Γκιέργκι Λίγκετι, Γκιέργκι Κούρταγκ, Πέτερ Ετβες, Ζόλταν Κόνταϊ και Ζόλταν Γένεϊ. Ένας από τους μεγαλύτερους Ούγγρους συνθέτες, ο [[Μπέλα Μπάρτοκ, ήταν επίσης μεταξύ των σημαντικότερων μουσικών του 20ού αιώνα. Η μουσική του εμπνεύσθηκε από τα θέματα, τους τρόπους και τα ρυθμικά μοτίβα των ουγγρικών και γειτονικών λαϊκών μουσικών παραδόσεων που σπούδασε, που συνδύασε με επιρροές από τους συγχρόνους του με το δικό του ξεχωριστό στυλ.

 
Ο Φέρεντς (Φραντς) Λιστ, ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες όλων των εποχών, γνωστός συνθέτης και μαέστρος

Η Ουγγαρία έχει συνεισφέρει σημαντικά στους τομείς της παραδοσιακής, της λαϊκής και της κλασικής μουσικής. Η ουγγρική παραδοσιακή μουσική αποτελεί σπουδαίο κομμάτι της εθνικής ταυτότητας και συνεχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο στην ουγγρική μουσική. Η ουγγρική παραδοσιακή μουσική υπήρξε σημαντική και στα πρώην τμήματα της χώρας που ανήκουν - μετά τη Συνθήκη του Τριανόν του 1920 - σε γειτονικές χώρες όπως η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Πολωνία και ειδικά στη νότια Σλοβακία και την Τρανσυλβανία, και οι δύο περιοχές που έχουν σημαντικό αριθμό Ούγγρων. Μετά την ίδρυση μιας μουσικής ακαδημίας με επικεφαλής υπό τον Φέρεντς Ερκελ και τον Φραντς Λιστ η Ουγγαρία παρήγαγε σημαντικό αριθμό μουσικών καλλιτεχνών:

  • Πιανίστες: Ερνστ φον Ντόχνανι, Ερβιν Νιρεγκιχάζι, Αντορ Φέλντες, Τάμας Βάζαρι, Γκέργκι Σάντορ, Γκέζα Αντα, Άνι Φίσερ, Γκέργκι Τσίφρα, Εντβαρντ Κίλενι, Μπάλιντ Βάζονι, Αντρας Σιφ, Ζόλταν Κότσιτς, Ντέζε Ράνκι, Γένε Γιάντο και άλλοι.
  • Βιολιστές: Γιόζεφ Γιόακιμ, Λέοπολντ Άουερ, Γένε Χούμπαϊ, Ζελύ ντ' Αρανί, Γιόζεφ Σίγκετι, Σάντορ Βεγκ, Εμιλ Τέλμανι, Εντε Τζαντούρεκι, Ντένες Ζίγκμοντι, Φραντς φον Βέτσεϊ, Ζόλταν Σέκελυ, Τίμπορ Βάργκα και οι νεώτεροι Ανταλ Ζάλαϊ, Βίλμος Σάμπαν, Κρίστοφ Μπάρατι (γ. 79) και άλλοι.
  • Τραγουδιστές όπερας: Αστριντ Βάρναι, Γιόζεφ Σίμαντι, Γιούλια Βάραντι, Γιούλια Χάμαρι, Κόλος Κόβατς.
  • Συνθέτες: Εουγκενε Ορμαντυ, Γκέργκι Σελ, Ανταλ Ντόρατι, Γιάνος Φέρεντσικ, Φριτς Ρέινερ, Τζορτζ Σόλτι, Ιστβαν Κέρτες, Φέρεντς Φρικσάι, Ζόλταν Ρόζνιαι, Σάντορ Βεγκ, Αρπαντ Γιο, Ανταμ Φίσερ, Ιβαν Φίσερ, Πέτερ Ετβες, Ζόλταν Κότσιτς, Τάμας Βάσαρι, Γκίλμπερτ Βάργκα και άλλοι.
  • Κουαρτέτα εγχόρδων: Βουδαπέστης, Ουγγρικό, Βεγκ, Τάκατς, Κόνταλι, Εντερ, Φέστετιτς.
 
Ο Μπέλα Μπάρτοκ, επιδραστικός συνθέτης των αρχών του 20ού αιώνα. ένας από τους ιδρυτές της εθνομουσικολογίας

Ο Μπράουτον ισχυρίζεται ότι ο «μεταδοτικός ήχος της Ουγγαρίας επηρέασε εκπληκτικά τις γειτονικές χώρες (χάρη ίσως στην κοινή αυστροουγγρική ιστορία) και δεν είναι ασυνήθιστο να ακούγονται ουγγρικά τραγούδια στη Ρουμανία, τη Σλοβακία και την Πολωνία». [182] Refers to the country as "widely considered" to be a "home of music" Είναι επίσης διαδεδομένη στην περιφέρεια Σάμπολτς-ΣάτμαρS και στο νοτιοδυτικό τμήμα της Υπερδουναβίας, κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Το καρναβάλι του Μπουσογιάρας στο Μόχατς είναι μια σημαντική ουγγρικό παραδοσιακή μουσική εκδήλωση, στο παρελθόν συνδεόμενο με την παλιά και φημισμένη Ορχήστρα Μπόγκισλο. [183]

Η ουγγρική κλασική μουσική είναι επί μακρόν ένα «πείραμα, φτιαγμένο από την ουγγρική παράδοση και σε ουγγρικό έδαφος, για τη δημιουργία μιας συνειδητής μουσικής κουλτούρας [χρησιμοποιώντας το] μουσικό κόσμο του παραδοσιακού τραγουδιού». [184] Αν και η ουγγρική ανώτερη τάξη είχε από καιρό πολιτιστικές και πολιτικές σχέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα την εισροή ευρωπαϊκών μουσικών ιδεών, οι αγρότες διατήρησαν τις δικές τους παραδόσεις έτσι ώστε στα τέλη του 19ου αιώνα οι Ούγγροι συνθέτες να μπορέσουν να σχεδιάσουν πάνω στη μουσική τους για (εκ νέου) δημιουργία ενός ουγγρικού κλασικού ύφους. [185] Για παράδειγμα ο Μπάρτοκ συνέλεξε παραδοσιακά τραγούδια από όλη την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρουμανίας και της Σλοβακίας, ενώ ο Kόνταλυ ενδιαφερόταν περισσότερο για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού ουγγρικού μουσικού ύφους.

Κατά την εποχή της κομμουνιστικής κυριαρχίας στην Ουγγαρία (1944–1989) μια Επιτροπή Τραγουδιού διόρθωνε και λογόκρινε την παραδοσιακή μουσική από ίχνη ανατρεπτικά και μη καθαρά ιδεολογικά. Από τότε, ωστόσο, η ουγγρική μουσική βιομηχανία άρχισε να ανακάμπτει, παράγοντας επιτυχημένους ερμηνευτές στο χώρο της τζαζ, όπως ο τρομπετίστας Ρούντολφ Τόμσιτς, ο πιανίστας-συνθέτης Κάρολυ Μπίντερ και, σε μια εκσυγχρονισμένη μορφή της ουγγρικής παραδοσιακής, Φέρεντς Σέμπε και Μάρτα Σέμπεστυεν. Οι τρεις γίγαντες της ουγγρικής ροκ, τα συγκροτήματα Ιλές, Mετρό και Oμέγκα, παραμένουν πολύ δημοφιλή, ειδικά το Oμέγκα, που έχει φαν στη Γερμανία και πέρα ​​από αυτήν όπως και στην Ουγγαρία. Παλαιότερα αντεργκράουντ συγκροτήματα όπως οι Beatrice, από τη δεκαετία του 1980, παραμένουν επίσης δημοφιλή.

ΛογοτεχνίαΕπεξεργασία

 
Το αλφάβητο της Παλιάς ουγγρικής γραφής. Η χώρα υιοθέτησε τη χρήση του λατινικού αλφαβήτου επί του βασιλιά Αγιου Στέφανου (βασιλεία: 1000–1038)

Την αρχαιότερη εποχή η ουγγρική γλώσσα γραφόταν σε μια ρουνική γραφή (παρόλο που δεν χρησιμοποιήθηκε για λογοτεχνικούς σκοπούς με τη σύγχρονη έννοια). Η χώρα υιοθέτησε το λατινικό αλφάβητο μετά τον εκχριστιανισμό υπό τη βασιλεία του Στεφάνου Α΄ της Ουγγαρίας (1000–1038). Το παλαιότερο σωζόμενο γραπτό κείμενο στην ουγγρική γλώσσα είναι ένα απόσπασμα του Καταστατικού χάρτη του αββαείου του Tίχανυ (1055) που περιέχει αρκετούς ουγγρικούς όρους, μεταξύ των οποίων και η φράση feheruuaru rea meneh hodu utu rea, "μέχρι το στρατιωτικό δρόμο προς το Φέχερβαρ" Το υπόλοιπο έγγραφο ήταν γραμμένο στα λατινικά. Το παλαιότερο σωζόμενο πλήρες κείμενο στην ουγγρική γλώσσα είναι το Επικήδειο Κήρυγμα και Προσευχή (Halotti beszéd és könyörgés) (1192–1195), μετάφραση ενός λατινικού κηρύγματος. Το παλαιότερο σωζόμενο ποίημα στα Ουγγρικά είναι Ο Παλιός Ουγγρικός Θρήνος της Παναγίας (agmagyar Mária-siralom), επίσης μια (όχι πολύ αυστηρή) μετάφραση από τα Λατινικά, του 13ο αιώνα. Είναι επίσης το παλαιότερο Ουραλικό ποίημα που σώζεται. Μεταξύ των πρώτων χρονικών για την ουγγρική ιστορία ήταν το Gesta Hungarorum ("Πράξεις των Ούγγρων"), από άγνωστο συγγραφέα που ονομάζεται συνήθως Aνώνυμος, και το Gesta Hunnorum et Hungarorum ("Πράξεις των Ούννων και των Ούγγρων") του Σίμον Κέζαϊ, και τα δύο είναι στα Λατινικά. Αυτά τα χρονικά συνδυάζουν την ιστορία με τους θρύλους, οπότε ιστορικά δεν είναι πάντα αυθεντικά. Ένα άλλο χρονικό είναι το Képes krónika (Εικονογραφημένο Χρονικό), που γράφτηκε για το Λουδοβίκο το Μέγα.

Η αναγεννησιακή λογοτεχνία άνθισε επί της βασιλεία του Βασιλιά Ματθία (1458–1490). Ο Γιάνους Παννόνιους, παρόλο που έγραψε στα Λατινικά, θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ουγγρικής λογοτεχνίας, καθώς είναι ο μόνος σημαντικός ουγγρικός ουμανιστής ποιητής της περιόδου αυτής. Το πρώτο τυπογραφείο ιδρύθηκε επίσης κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ματθία, από τον Αντρας Χες στη Bούδα. Το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στην Ουγγαρία ήταν το Chronica Hungarorum. Οι πιο σημαντικοί ποιητές της εποχής ήταν ο Μπάλιντ Μπάλασι (1554–1594) και ο Μίκλος Ζρίνι (1620–1664).

Η ποίηση του Μπάλασι έχει μεσαιωνικές επιρροές και τα ποιήματά του μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: ερωτικά, πολεμικά και θρησκευτικά. Το πιο σημαντικό έργο του Ζρίνι, το επικό Szigeti veszedelem ("Η Πολιορκία του Σίγκετ", που γράφτηκε το 1648/49) είναι γραμμένο με τρόπο παρόμοιο με εκείνο της Ιλιάδας και αφηγείται την ηρωική Μάχη του Σίγκεντβαρ, όπου ο παππούς του πέθανε ενώ υπερασπιζόταν το ομώνυμο κάστρο. Μεταξύ των θρησκευτικών λογοτεχνικών έργων το πιο σημαντικό είναι η μετάφραση της Αγίας Γραφής από τον Γκάσπαρ Κάρολι (Η δεύτερη ουγγρική μετάφραση στην ιστορία), τον προτεστάντη ιερέα του Γκεντς το 1590. Η μετάφραση ονομάζεται Βίβλος του Βίζολυ, από την πόλη όπου εκδόθηκε για πρώτη φορά.

 
Σάντορ Πέτεφι, Ούγγρος ποιητής και επαναστάτης.
 
Ούγγρος συγγραφέας και δημοσιογράφος

Ο Ουγγρικός Διαφωτισμός έλαβε χώρα περίπου πενήντα χρόνια μετά το Γαλλικό. Οι πρώτοι διαφωτιστές συγγραφείς ήταν οι σωματοφύλακες της Μαρίας Θηρεσίας (Γκέργκι Μπέσενι, Γιάνος Μπάτσανι και άλλοι). Οι μεγαλύτεροι ποιητές της εποχής ήταν οι Μίχαλυ Τσόκοναϊ Βίτεζ και Ντάνιελ Μπέρζενι. Η μεγαλύτερη μορφή της γλωσσικής μεταρρύθμισης ήταν ο Φέρεντς Καζίντσυ. Από τότε η ουγγρική γλώσσα έγινε δεκτική για όλους τους τύπους επιστημονικών εξηγήσεων και επιπλέον επινοήθηκαν πολλές νέες λέξεις για την περιγραφή νέων εφευρέσεων.

Η ουγγρική λογοτεχνία έχει αποκτήσει πρόσφατα κάποια φήμη εκτός των συνόρων της Ουγγαρίας (κυρίως μέσω μεταφράσεων στα γερμανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά). Ορισμένοι σύγχρονοι Ούγγροι συγγραφείς γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς στη Γερμανία και την Ιταλία, ιδίως οι Σάντορ Μάραϊ, Πέτερ Εστερχάζυ, Πέτερ Νάντας και Ίμρε Κέρτες. Ο τελευταίος είναι σύγχρονος Εβραίος συγγραφέας που επέζησε από το Ολοκαύτωμα και κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 2002. Οι παλαιότεροι κλασικοί της ουγγρικής λογοτεχνίας παρέμειναν σχεδόν εντελώς άγνωστοι εκτός Ουγγαρίας. Ο Γιάνος Αρανυ, ένας διάσημος Ούγγρος ποιητής του 19ου αιώνα, εξακολουθεί να είναι πολύ αγαπητός στην Ουγγαρία (ειδικά η συλλογή του Μπαλάντες), μεταξύ πολλών άλλων «αληθινών κλασικών» όπως ο Σάντορ Πέτεφι, ο ποιητής της Επανάστασης του 1848, ο Έντρε Όντυ, ο Μίχαλυ Μπάμπιτς, ο Ντέζε Κόστολανι, ο Ατιλα Γιόζεφ, ο Μίκλος Ράντνοτι και ο Γιάνος Πίλινσκι. Άλλοι γνωστοί Ούγγροι συγγραφείς είναι οι Λάσλο Κρασναχορκάι, Φέρεντς Μόρα, Γκέζα Γκάρντονι, Ζίγκμοντ Μόριτς, Γκυούλα Ιλυες, Αλμπερτ Βας, Μίκλος Σέντκουτυ, Μάγκντα Σάμπο και Στέφεν Βίζιντσυ.

ΚουζίναΕπεξεργασία

 
Hortobágyi palacsinta (κρέπα γεμιστή με κρέας) στο Σόπρον
 
Κέικ Ντόμπος

Παραδοσιακά πιάτα όπως το παγκοσμίου φήμης γκούλας (gulyás στιφάδο ή gulyás σούπα) ξεχωρίζει την ουγγρική κουζίνα. Τα πιάτα συχνά αρωματίζονται με πάπρικα (κόκκινες πιπεριές), μια ουγγρική καινοτομία. [186]Η σκόνη πάπρικας, που λαμβάνεται από έναν ειδικό τύπο πιπεριού, είναι ένα από τα πιο κοινά μπαχαρικά που χρησιμοποιούνται στην τυπική ουγγρική κουζίνα. Η παχιά, βαρύ ουγγρική ξινή κρέμα που ονομάζεται tejföl χρησιμοποιείται συχνά για να απαλύνει τη γεύση των πιάτων. Η περίφημη ουγγρική ζεστή σούπα ποταμίσιου ψαριού που ονομάζεται σούπα του ψαρά (halászlé) είναι συνήθως ένα πλούσιο μείγμα διαφόρων ειδών ψαριών ποσέ.[187]

Αλλα πιάτα είναι κοτόπουλο πάπρικας, φουά γκρα από συκώτι χήνας, στιφάδο pörkölt, vadas (στιφάδο κυνηγιού με σάλτσα λαχανικών και ζυμαρικά), πέστροφα με μύγδαλα και αλμυρά και γλυκά ζυμαρικά, όπως túrós csusza (ζυμαρικά με φρέσκο τυρί κουάρκ και παχιά ξινή κρέμα). Τα επιδόρπια περιλαμβάνουν το εμβληματικό κέικ Dobos, τα στρούντελ (rétes), γεμιστά με μήλο, κεράσι, παπαρουνόσπορο η τυρί, την τηγανίτα Gundel, κροκέτες δαμάσκηνων (szilvás gombóc, ζυμαρικά somlói , σούπες όπως κρύα ξινή κερασόσουπα και γλυκό πουρέ κάστανου gesztenyepüré (μαγειρεμένα κάστανα πουρέ με ζάχαρη και ρούμι ψιλοκομμένα με κρέμα σαντιγύ). Πολύ δημοφιλή γλυκά είναι τα perec και kifli.[188]

Το csárda είναι ο πιο ξεχωριστός τύπος πανδοχείου στην Ουγγαρία, μια παλιομοδίτικη ταβέρνα, που προσφέρει παραδοσιακή κουζίνα και ποτά. Borozó συνήθως σημαίνει μια ζεστή παλιομοδίτικη κρασοταβέρνα, το pince είναι μπυραρία ή κρσσοπουλιό και το söröző είναι παμπ που προσφέρει βαρελίσια μπύρα και μερικές φορές γεύματα. Το bisztró είναι φτηνό εστιατόριο, συχνά σελφ-σέρβις. Το büfé είναι το φτηνότερο μέρος, αλλά μπορεί να χρειαστεί να φας όρθιος στον πάγκο. Αρτοσκευάσματα, κέικ κσι καφές σερβίρονται σε ζαχαροπλαστεία που ονομάζονται cukrászda, ενώ το eszpresszó είναι καφετέρια.

 
Το διάσημο κρασί Tόκαϊ. Ονομάστηκε "Vinum Regum, Rex Vinorum" ("Κρασί των Βασιλιάδων, Βασιλιάς των Κρασιών") από το Λουδοβίκο ΙΔ΄ της Γαλλίας

Το Pálinka είναι ένα κονιάκ φρούτων, αποσταγμένο από φρούτα που καλλιεργούνται στους οπωρώνες που βρίσκονται στη Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα. Είναι ποτό της Ουγγαρίας και παράγεται σε μια ποικιλία γεύσεων, όπως βερίκοκο (barack) και κεράσι (cseresznye). Ωστόσο το δαμάσκηνο (szilva) είναι η πιο δημοφιλής γεύση. Η μπύρα πηγαίνει καλά με πολλά παραδοσιακά ουγγρικά πιάτα. Οι πέντε βασικές μάρκες μπύρας της Ουγγαρίας είναι: Borsodi, Soproni, Arany Ászok, Kõbányai και Dreher. [189]Στην Ουγγαρία οι άνθρωποι παραδοσιακά δεν τσουγγρίζουν τα ποτήρια ή τις κούπες τους όταν πίνουν μπύρα. Υπάρχει ένας αστικός μύθος στην ουγγρική κουλτούρα ότι οι Αυστριακοί στρατηγοί τσούγκρισαν τα ποτήρια μπύρας τους για να γιορτάσουν την εκτέλεση των 13 μαρτύρων του Αράντ το 1849. Πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να ακολουθούν την παράδοση αν και οι νεότεροι συχνά την απορρίπτουν, αναφέροντας ότι ο όρκος είχε δοθεί να διαρκέσει τα επόμενα 150 χρόνια. [190]

Κρασιά: Όπως λέει ο Χιουγκ Τζόνσον (οινολόγος) στην Ιστορία του Κρασιού το έδαφος της Ουγγαρίας είναι ιδανικό για οινοποίηση και η χώρα μπορεί να χωριστεί σε έξι οινικές περιοχές: τη Βόρεια-Υπερδουναβία, τη Λίμνη Μπάλατον, τη Νότια Παννονία, την περιοχή του Δούναβη ή Αλφελντ, την Άνω Ουγγαρία και την Τόκαϊ-Χέγκυαλια. [191] Οι Ρωμαίοι έφεραν αμπέλια στην Παννονία και υπάρχουν μαρτυρίες εκτεταμένων αμπελώνων στη σημερινή Ουγγαρία τον 5ο αιώνα μ.Χ. Οι Ούγγροι έφεραν τις γνώσεις τους οινοποιίας από την Ανατολή. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ρουστάχ (Πέρσος εξερευνητής και γεωγράφος του 10ου αιώνα) οι Ουγγρικές φυλές ήταν εξοικειωμένες με την οινοποίηση πολύ πριν από την Ουγγρική κατάκτηση της λεκάνης των Καρπαθίων.[192]

Οι ουγγρικές οινικές περιοχές προσφέρουν μεγάλη ποικιλία κρασιών: τα κύρια προϊόντα της χώρας είναι απαλά και ξηρά λευκά με καλή οξύτητα, αν και σύνθετα γλυκά λευκά (Tίκαϊ), απαλά (Eγκερ) και με έντονη γεύση κόκκινα (Βίλανυ και Σέκεσαρντ). Οι κύριες ποικιλίες είναι: Ολασρίζλινγκ, Χάρσλεβελου, Φούρμιντ, Πινό γκρι ή Σούρκεμπαρατ, Σαρντονέ (λευκά), Κέκφρανκος (ή Μπλάουφρανκιςστα γερμανικά), Κάνταρκα, Πόρτουγκιζερ, Τσβάιγκελτ, Καμπερνέ Σοβινιόν, Καμπερνέ φρανκ και Μερλό. Τα πιο διάσημα ουγγρικά κρασιά είναι τα Τόκαϊ Ασου και Εγκρι Μπίκαβερ. [193][194]Το Τόκαϊ, που σημαίνει "του Τόκαϊ", ή "από το Τόκαϊ" στα Ουγγρικά, χρησιμοποιείται για την επισήμανση κρασιών από την περιοχή κρασιού Τόκαϊ-Χέγκυαλια. Το κρασί Τόκαϊ έχει λάβει επαίνους από πολλούς μεγάλους συγγραφείς και συνθέτες, συμπεριλαμβανομένων των Μπετόβεν, Λιστ, Σούμπερτ και Γκαίτε. Το αγαπημένο κρασί του Γιόζεφ Χάυντν ήταν ένα Τόκαϊ. Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Φρειδερίκος o Mέγας προσπάθησαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον όταν διασκέδαζαν τους επισκέπτες τους με Τόκαϊ. Ο Ναπολέων Γ΄, ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Γαλλίας, παράγγελνε 30-40 βαρέλια Τόκαϊ στη Γαλλική Βασιλική Αυλή κάθε χρόνο. Ο Γουσταύος Γ΄ της Σουηδίας, Βασιλιάς της Σουηδίας, λάτρευε το Τόκαϊ. Στη Ρωσία οι λάτρεις του περιλάμβαναν το Μεγάλο Πέτρο και την Αυτοκράτειρα Ελισάβετ, ενώ η Μεγάλη Αικατερίνη εγκατέστησε μια ρωσική φρουρά στην πόλη Τόκαϊ με σκοπό να εξασφαλίσει τακτικές παραδόσεις του κρασιού στην Αγία Πετρούπολη. [195]

Για πάνω από 150 χρόνια ένα μείγμα σαράντα ουγγρικών βοτάνων χρησιμοποιείται για τη δημιουργία του λικέρ Unicum. Το Unicum είναι ένα πικρό, σκουρόχρωμο λικέρ που πίνεται ως απεριτίφ ή επιδόρπιο, βοηθώντας έτσι τη χώνεψη. [196]

ΑναψυχήΕπεξεργασία

 
Η Λίμνη Χέβιζ, η μεγαλύτερη θερμική λίμνη στην Ευρώπη

Η Ουγγαρία είναι χώρα θερμών (ιαματικών) νερών. Το πάθος για την κουλτούρα του σπα και η ουγγρική ιστορία έχουν συνδεθεί από πολύ παλιά. Τα ουγγρικά ιαματικά λουτρά διαθέτουν ρωμαϊκά, ελληνικά, τουρκικά και βόρεια αρχιτεκτονικά στοιχεία. [197]

Λόγω μιας πλεονεκτικής γεωγραφικής θέσης, καλής ποιότητας ιαματικά νερά βρίσκονται σε μεγάλες ποσότητες σε πάνω από το 80% του εδάφους της Ουγγαρίας. Περίπου 1.500 ιαματικές πηγές βρίσκονται στην Ουγγαρία (πάνω από 100 μόνο στην περιοχή της πρωτεύουσας). Υπάρχουν περίπου 450 δημόσια λουτρά στη χώρα. [198]

Οι Ρωμαίοι δημιούργησαν την πρώτη εποχή των ιαματικών λουτρών στην Ουγγαρία. Τα ερείπια των λουτρικών συγκροτημάτων τους είναι ακόμη ορατά στην Ομπουντα. Η κουλτούρα του σπα αναζωογονήθηκε κατά την τουρκοκρατία και οι ιαματικές πηγές της Βούδας χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή ενός αριθμού λουτρών, μερικά από τα οποία, όπως τα Λουτρά Κίραλυ και Ρούντας, εξακολουθούν να λειτουργούν.

Το 19ο αιώνα η πρόοδος στις βαθιές γεωτρήσεις και την ιατρική επιστήμη έδωσαν το έναυσμα για ένα περαιτέρω άλμα στην κουλτούρα των λουτρών. Τα μεγάλα ιαματικά λουτρά όπως τα Γκέλερτ, Λούκατς, του Νησιού της Μαργαρίτας και τα Ιαματικά Λουτρά Σέτσενι είναι μια αντανάκλαση αυτής της αναβίωσης της δημοτικότητας. Τα Ιαματικά Λουτρά Σέτσενι είναι το μεγαλύτερο συγκρότημα σπα στην Ευρώπη και ήταν τα πρώτα που χτίστηκαν στην πλευρά της Πέστης της Βουδαπέστης.[199] Αυτό το κτίριο είναι ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα μοντέρνου αναγεννησιακού ρυθμού. Βρίσκεται στην πλευρά της Βούδας της Βουδαπέστης, ενώ το σπα Γκέλερτ είναι το πιο διάσημο και πολυτελές θερμικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. [200]

Παραδοσιακές τέχνεςΕπεξεργασία

 
Ούγγροι χορεύουν cárdás με παραδοσιακές φορεσιές

Οι Ugrós (πηδηχτοί χοροί) είναι παλιοί χοροί που χρονολογούνται από το Μεσαίωνα. Σε αυτή την ομάδα ανήκουν χοροί σόλο ή ζεύγους που συνοδεύονται από παλιά μουσική, βουκολικοί και άλλοι σόλο ανδρικοί χοροί από την Τρανσυλβανία. Ο Karikázó είναι ένας κυκλικός χορός που εκτελείται μόνο από γυναίκες με τη συνοδεία παραδοσιακών τραγουδιών.

Οι Csárdás είναι νεότεροι χοροί που αναπτύχθηκαν κατά το 18-19ο αιώνα. Το Csárdás είναι το ουγγρικό όνομα για τους εθνικούς χορούς, με ουγγρικά κεντημένα κοστούμια και ζωηρή μουσική. Από τους περίπλοκους χορούς των ανδρών μέχρι τους χορούς των ηλικιωμένων γυναικών, οι Csárdás καταδεικνύει τη μεταδοτική ζωηρότητα του ουγγρικού λαϊκού χορού που γιορτάζεται ακόμα στα χωριά.

Ο Verbunkos είναι ένας σόλο ανδρικός χορός, που εξελίχθηκε από τις παραστάσεις στρατολόγησης του Αυστροουγγρικού στρατού.

Ο Legényes είναι ένας σόλο ανδρικός χορός των Ούγγρων που ζουν στην περιοχή Κάλοτασεγκ της Τρανσυλβανίας. Αν και συνήθως χορεύεται από νεαρούς άνδρες, μπορεί επίσης να χορεύεται και από μεγαλύτερους. Ο χορός εκτελείται γενικά ελεύθερα από ένα χορευτή κάθε φορά μπροστά από μια μπάντα. Οι γυναίκες συμμετέχουν στο χορό στέκοντας όρθιες σε γραμμές τραγουδώντας ή φωνάζοντας στίχους ενώ οι άντρες χορεύουν. Κάθε άντρας εκτελεί έναν αριθμό χορευτικών, συνήθως τέσσερα ως οκτώ χωρίς επανάληψη. Κάθε χορευτικό αποτελείται από τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος είναι συνήθως το ίδιο για όλους (υπάρχουν μόνο μερικές παραλλαγές).

Το σημερινό ύφος της ουγγρικής λαϊκής τέχνης διαμορφώθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα, ενσωματώνοντας στοιχεία αναγέννησης και μπαρόκ, ανάλογα με την περιοχή, καθώς και επιρροές από τους Πέρσες Σασσανίδες. Λουλούδια και φύλλα, μερικές φορές ένα πουλί ή ένα σπειροειδές στολίδι είναι τα κύρια διακοσμητικά θέματα. Το πιο συχνό στολίδι είναι ένα λουλούδι με το κεντρικό του κομμάτι να μοιάζει με το μάτι του φτερού του παγωνιού.

Σχεδόν όλες οι εκδηλώσεις της λαϊκής τέχνης που υπάρχουν και αλλού στην Ευρώπη άνθισαν επίσης μεταξύ των Ούγγρων αγροτών κάποια στιγμή, με τα κεραμικά και τα υφάσματα να είναι τα πιο ανεπτυγμένα.

Τα καλύτερα επιτεύγματα στην κλωστοϋφαντουργική τέχνη τους είναι τα κεντήματα που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Αυτά του Κάλοτασεγκ στην Τρανσυλβανία είναι γοητευτικά προϊόντα ανατολίτικου σχεδιασμού, ραμμένα κυρίως σε ένα χρώμα - κόκκινο, μπλε ή μαύρο. Με απαλή γραμμή τα κεντήματα εφαρμόζονται σε καλύμματα της αγίας τράπεζας, μαξιλαροθήκες και σεντόνια.

ΠορσελάνηΕπεξεργασία

Ιδρυμένο το 1826 το Εργοστάσιο πορσελάνης του Herend είναι ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια κεραμικών του κόσμου, ειδικευμένο στην πολυτελώς ζωγραφισμένη με το χέρι και επιχρυσωμένη πορσελάνη. Στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν προμηθευτής της δυναστείας των Αψβούργων και αριστοκρατών πελατών σε όλη την Ευρώπη. Πολλά από τα κλασικά του σχέδια παράγονται ακόμη. Μετά την πτώση του κομμουνισμού το εργοστάσιο ιδιωτικοποιήθηκε και σήμερα ανήκει κατά 75% στη διοίκηση και τους εργαζομένους του, εξάγοντας σε περισσότερες από 60 χώρες του κόσμου.[201]

Η Zsolnay Porcelain Manufacture είναι ένας ουγγρικός κατασκευαστής πορσελάνης, κεραμικών, πλακιδίων και υαλωδών κεραμικών. Η εταιρεία εισήγαγε τη διαδικασία εφυάλωσης ηωσίνης και τα κεραμικά πυρογρανίτη. Το εργοστάσιο Σόλναϋ ιδρύθηκε από το Μίκλος Σόλναϋ στο Πετς για να παράγει υαλώδη και μη κεραμικά το 1853. Το 1863 ο γιος του Βίλμος Σόλναϋ (1828-1900) συμμετείχε στην εταιρεία και έγινε αργότερα διευθυντής της. Οδήγησε το εργοστάσιο στην παγκόσμια αναγνώριση, επιδεικνύοντας τα καινοτόμα προϊόντα του σε διεθνείς εκθέσεις, όπως εκείνη της Βιέννης το 1873 και του Παρισιού το 1878, όπου ο Σόλναϋ πήρε το Μεγάλο Βραβείο.

ΑθλητισμόςΕπεξεργασία

 
Η εθνική ομάδα υδατοσφαίρισης ανδρών της Ουγγαρίας θεωρείται από τις καλύτερες στον κόσμο, κατέχοντας το παγκόσμιο ρεκόρ Ολυμπιακών χρυσών και συνολικών μεταλλίων

Οι Ούγγροι αθλητές είχαν μεγάλες επιτυχίες στους Ολυμπιακούς Αγώνες και η Ουγγαρία, με συνολικά 491 μετάλλια κατατάσσεται στη δέκατη θέση. Η Ουγγαρία έχει τον τρίτο υψηλότερο αριθμό ολυμπιακών μεταλλίων κατά κεφαλή και το δεύτερο υψηλότερο αριθμό χρυσών μεταλλίων κατά κεφαλή στον κόσμο. [202]Παραδοσιακά υπερέχει στα ολυμπιακά αθλήματα υγρού στίβου. Στην υδατοσφαίριση η Ουγγρική ομάδα είναι μακράν η κορυφαία σε συγκομιδή μεταλλίων και στην κολύμβηση οι Ούγγροι άνδρες είναι τέταρτοι και οι γυναίκες όγδοες σε συνολικό αριθμό μεταλλίων. Έχουν επίσης επιτυχίες στο Κανόε καγιάκ στους Ολυμπιακούς Αγώνες, τρίτοι σε συνολικό αριθμό μεταλλίων.

Η Ουγγαρία κέρδισε το πρώτο της χρυσό μετάλλιο στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες το 2018 στο πατινάζ ταχύτητας μικρής πίστας ανδρών με την ομάδα των: Τσάμπα Μπούριαν, Σάντορ Λίου, Σάοανγκ Λίου και Βίκτορ Κνόχ. [203]

Το 2015 η Συνέλευση της Ουγγρικής Ολυμπιακής Επιτροπής και η Συνέλευση της Βουδαπέστης αποφάσισαν να θέσουν υποψηφιότητα για τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024, αλλά τελικά επικράτησε το Παρίσι. Η Βουδαπέστη έχει επίσης θέσει αρκετές φορές υποψηφιότητα να φιλοξενήσει τους αγώνες του 1916, του 1920, του 1936, του 1944 και του 1960 αλλά επικράτησαν το Βερολίνο, η Αμβέρσα, το Βερολίνο, το Λονδίνο και η Ρώμη, αντίστοιχα. [204][205]

Η Ουγγαρία φιλοξένησε πολλές παγκόσμιες αθλητικές εκδηλώσεις στο παρελθόν, μεταξύ άλλων το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας το 1997, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ξιφασκίας το 2000, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πατινάζ Ταχύτητας του 2001, τους Παγκόσμιους Διαπανεπιστημιακούς Αγώνες το 2008, το Παγκόσμιο Παγκόσμια Πρωτάθλημα Μοντέρνου Πεντάθλου το 2008, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Τριάθλου το 2010, το Παγκόσμιο πρωτάθλημα χόκεϊ επί πάγου ανδρών το 2011, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ξιφασκίας το 2013, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πάλης το 2013, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Βετεράνων Αθλητών το 2014, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Υγρού Στίβου 2017 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Τζούντο το 2017, μόνο την τελευταία εικοσαετία. Εκτός από αυτά η Ουγγαρία φιλοξένησε πολλές ευρωπαϊκές διοργανώσεις, όπως το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Υγρού Στίβου το 2006 και το 2010, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Τζούντο το 2013, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Καράτε το 2013, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ρυθμικής Γυμναστικής 2017 και θα φιλοξενήσει 4 αγώνες του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου 2020, που θα διεξαχθούν στο νέο Στάδιο Φέρεντς Πούσκας, 67.889 θέσεων.

Το Ουγγρικό Γκραν Πρι της Φόρμουλα 1 διεξάγεται στο Hungaroring, λίγο έξω από τη Βουδαπέστη, που έχει άδεια Βαθμού 1 της FIA. [206]Από το 1986 ο αγώνας συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Φόρμουλα 1 της FIA. Στο Ουγγρικό Γκραν Πρι του 2013, επιβεβαιώθηκε ότι η Ουγγαρία θα συνεχίσει να φιλοξενεί αγώνα της Φόρμουλα 1 ως το 2021. [207] Η πίστα ανακαινίστηκε πλήρως για πρώτη φορά στις αρχές του 2016 και ανακοινώθηκε ότι η συμφωνία για το Γκραν Πρι επεκτάθηκε για άλλα πέντε χρόνια, μέχρι το 2026. [208]

Το σκάκι είναι επίσης δημοφιλές και επιτυχημένο άθλημα στην Ουγγαρία και οι Ούγγροι παίκτες είναι οι 10ος ισχυρότεροι συνολικά στην κατάταξη της Διεθνούς Σκακιστικής Ομοσπονδίας (FIDE). [209]Υπάρχουν περίπου 54 Διεθνείς γκρανμαίτρ και 118 Διεθνείς μαίτρ στην Ουγγαρία, κάτι περισσότερο από ό, τι στη Γαλλία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παγκόσμιος κορυφαίος παίκτης στους νέους είναι ο Ούγγρος Ρίχαρντ Ράπορτ που βρίσκεται επί του παρόντος στην Παγκόσμια Κατάταξη της FIDE, ενώ η Γιούντιτ Πόλγκαρ γενικά θεωρείται η ισχυρότερη σκακίστρια όλων των εποχών. Μερικοί από τους καλύτερους αθλητές σπάθης του κόσμου κατάγονται επίσης από παλιά από την Ουγγαρία, [210][211] και το 2009 η εθνική ομάδα χόκεϋ επί πάγου ανδρών της Ουγγαρίας προκρίθηκε για πρώτη φορά στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της IIHF και για δεύτερη το 2015.

ΠοδόσφαιροΕπεξεργασία

 
Ο Φέρεντς Πούσκας, ο καλύτερος σκόρερ του 20ου αιώνα, το Βραβείο Πούσκας της FIFA πήρε το όνομά του

Η Ουγγαρία έχει κερδίσει τρεις Ολυμπιακούς τίτλους στο ποδόσφαιρο, τερμάτισε δεύτερη στα Παγκόσμια Κύπελλα της FIFA του 1938 και του 1954 και τρίτη στο Κύπελλο Εθνών Ευρώπης 1964. Η Ουγγαρία έφερε επανάσταση στο άθλημα τη δεκαετία του 1950, θέτοντας τις τακτικές βασικές αρχές του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου και κυριαρχώντας στο διεθνές ποδόσφαιρο με την Aranycsapat ("Χρυσή Ομάδα"), που περιελάμβανε το Φέρεντς Πούσκας, κορυφαίο σκόρερ του 20ού αιώνα,[212][213][214] στον οποίο η FIFA αφιέρωσε [215]το νεότερο βραβείο της, το Βραβείο Πούσκας. Η ομάδα της εποχής αυτής έχει αξιολογηθεί ως η δεύτερη υψηλότερη του ποδοσφαίρου όλων των εποχών στον κόσμο με 2166 και με ένα από τα μεγαλύτερα αήττητα σερί στην ιστορία του ποδοσφαίρου, παραμένοντας αήττητη σε 31 αγώνες επί πάνω από τέσσερα χρόνια. [216]

Τις δεκαετίες μετά τη χρυσή εποχή η Ουγγαρία σταδιακά εξασθένησε, αν και πρόσφατα υπάρχει ανανέωση από όλες τις απόψεις. Το 2008 ιδρύθηκε η Ουγγρική Παιδική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου. Για πρώτη φορά στην ιστορία του το Ουγγρικό ποδόσφαιρο φιλοξένησε το Πρωτάθλημα Ποδόσφαιρου σάλας της UEFA το 2010 στη Βουδαπέστη και το Ντέμπρετσεν, την πρώτη φορά που η MLSZ διοργάνωσε ένα τελικό τουρνουά της UEFA. Επίσης οι εθνικές ομάδες έχουν σημειώσει μερικές εκπληκτικές επιτυχίες, όπως η νίκη επί της Πρωταθλήτριας του Euro 2004 Ελλάδας με 3-2 [217] και επί της Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας το 2006 Ιταλίας με 3-1.[218]Κατά το Euro 2016 η Ουγγαρία τερμάτισε πρώτη στον ΣΤ΄ Ομιλο και τελικά αποκλείστηκε στο γύρο των 16.

Κυβέρνηση και πολιτικήΕπεξεργασία

 
Γιάνος Άντερ, Πρόεδρος από το 2012
 
Βίκτορ Όρμπαν, Πρωθυπουργός από το 2010

Η Ουγγαρία είναι ενιαία, κοινοβουλευτική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Το ουγγρικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί υπό ένα πλαίσιο, που αναθεωρήθηκε το 2012. Αυτό το συνταγματικό κείμενο είναι ο Θεμελιώδης Νόμος της Ουγγαρίας. Οι τροποποιήσεις απαιτούν γενικά την πλειοψηφία των δύο τρίτων του κοινοβουλίου, αλλά οι θεμελιώδεις αρχές του συντάγματος (όπως εκφράζονται στα άρθρα που εγγυώνται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το διαχωρισμό των εξουσιών, την κρατική δομή και το κράτος δικαίου) δεν μπορούν να τροποποιηθούν. 199 μέλη του κοινοβουλίου (országgyűlési képviselő) εκλέγονται στο ανώτατο όργανο κρατικής εξουσίας, τη μοναδική Országgyűlés (Εθνοσυνέλευση), κάθε τέσσερα χρόνια σε εκλογές με απλό πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα ενός γύρου με εκλογικό όριο 5 %.

 
Το Κτίριο του Ουγγρικού Κοινοβουλίου, στις όχθες του Δούναβη στη Βουδαπέστη

Αρχηγός του κράτους είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (köztársasági elnök), που εκλέγεται από την Εθνοσυνέλευση κάθε πέντε χρόνια. Διαθέτει αντιπροσωπευτικές ευθύνες και εξουσίες: δέχεται ξένους αρχηγούς κρατών, διορίζει επίσημα τον πρωθυπουργό μετά από πρότσση της Εθνοσυνέλευσης και υπηρετεί ως Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Εχει επίσης το σημαντικό δικαίωμα βέτο και μπορεί να στέλνει τους νόμους στο Συνταγματικό Δικαστήριο για αναθεώρηση. Η τρίτη σημαντικότερη πολιτική θέση στην Ουγγαρία είναι του Πρόεδρου της Εθνοσυνέλευσης, από την οποία εκλέγεται και είναι υπεύθυνος για την εποπτεία των καθημερινών συνεδριάσεων του σώματος.

Ο Πρωθυπουργός (miniszterelnök) εκλέγεται από την Εθνοσυνέλευση, υπηρετώντας ως αρχηγός της κυβέρνησης και ασκώντας την εκτελεστική εξουσία. Παραδοσιακά ο πρωθυπουργός είναι ο αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος στο κοινοβούλιο. Ο πρωθυπουργός επιλέγει τους υπουργούς του υπουργικού συμβουλίου και έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να τους απολύσει, αν και οι υποψήφιοι υπουργοί πρέπει να εμφανισθούν σε επίσημες συμβουλευτικές ακροάσεις σε μία ή περισσότερες κοινοβουλευτικές επιτροπές, να λάβουν ψήφο από την Εθνική Συνέλευση και να εγκριθούν τυπικά από τον πρόεδρο. Το υπουργικό συμβούλιο αναφέρεται στο κοινοβούλιο.

Από τις 10 Μαΐου 2012 πρόεδρος της Ουγγαρίας είναι ο Γιάνος Άντερ. Πρωθυπουργός από τις 29 Μαΐου του 2010 είναι ο Βίκτορ Όρμπαν. Στις 18 Απριλίου 2011 υπερψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο ένα νέο Σύνταγμα, παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης.

Το 2009 η Ουγγαρία, λόγω μεγάλων οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του ΔΝΤ για 9 δισ. €. [219]Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της Ουγγαρίας κορυφώθηκε το 2011 στο 83 % και από τότε άρχισε να μειώνεται. Σύμφωνα με τη Eurostat το δημόσιο χρέος της Ουγγαρίας το 2016 ανερχόταν σε 25,199 φιορίνια ή 74,1 % του ΑΕΠ [220]της και δημοσιονομικό έλλειμμα 1,9 % του ΑΕΠ το 2015. [221]Η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ουγγαρίας από τις εταιρείες Standard & Poor's, Moody's και Fitch Ratings ήταν στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές το 2016.

Στο Δείκτη Αντίληψης για τη Διαφθορά της Διεθνούς Διαφάνειας ο δημόσιος τομέας της Ουγγαρίας έχει χειροτερεύσει από 51 το 2015 σε 44 το 2019, καθιστώντας τη το 2ο μέλος της ΕΕ σε διαφθορά, μαζί με τη Ρουμανία και μετά τη Βουλγαρία.[222]

Μετά από μια δεκαετία κυβέρνησης Fidesz-KDNP με επικεφαλής το Βίκτορ Όρμπαν η έκθεση Εθνη σε Μετάβαση 2020 του Freedom House επαναταξινόμησε την Ουγγαρία από δημοκρατία σε ένα μεταβατικό ή υβριδικό καθεστώς. Σύμφωνα με την έκθεση "η δεξιά συμμαχία ... έχει σταδιακά υπονομεύσει το κράτος δικαίου στην Ουγγαρία και επιβάλλει στενό έλεγχο στους ανεξάρτητους θεσμούς της χώρας ... και έχει εξαλείψει τις δημοκρατικές διασφαλίσεις, που είναι ενσωματωμένες στο Συνταγματικό Δικαστήριο, την Εισαγγελία, την Αρχή Μέσων Ενημέρωσης και την Κρατική Υπηρεσία Ελέγχου ...". Περιόρισε επίσης την κοινοβουλευτική εποπτεία, τα ανεξάρτητα μέσα, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες, ενώ εδραιώνει την εξουσία γύρω από την κεντρική κυβέρνηση.[223]

Πολιτικά κόμματαΕπεξεργασία

Δείτε επίσης: Εκλογές στην Ουγγαρία

 
Τρέχουσα σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης της Ουγγαρίας. Από δεξιά Fidesz 116 έδρες, KDNP 17, Jobbik 17, Ανεξάρτητοι 13, Γερμανική μειονότητα 1, Πράσινοι 6, Δημοκρατικός Συνασπισμός 9, Διάλογος 5, MSZP 15

Μετά την πτώση του κομμουνισμού η Ουγγαρία έχει ένα πολυκομματικό σύστημα. Οι τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές στη χώρα έγιναν στις 8 Απριλίου 2018 [224]και ήταν οι έβδομές μετά τις πρώτες πολυκομματικές εκλογές του 1990. Το αποτέλεσμα ήταν η νίκη της συμμαχίας Fidesz-KDNP, με διατήρηση της πλειοψηφίας της των δύο τρίτων και το Βίκτορ Όρμπαν να παραμένει πρωθυπουργός.[225] Ηταν οι δεύτερες εκλογές σύμφωνα με το νέο Σύνταγμα της Ουγγαρίας, που τέθηκε σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 2012 οπότε τέθηκε επίσης σε ισχύ ο νέος εκλογικός νόμος. Οι ψηφοφόροι εξέλεξαν 199 αντί των προηγουμένων 386 βουλευτών. Στο σημερινό πολιτικό τοπίο στην Ουγγαρία κυριαρχεί το συντηρητικό Fidesz, που έχει σχεδόν πλειοψηφία δύο τρίτων, και δύο μεσαίου μεγέθους κόμματα, ο αριστερός Δημοκρατικός Συνασπισμός και το φιλελεύθερο Μομέντουμ.[226][227]

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας του Ουγγρικού κοινοβουλίου αποκαταστάθηκε με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος και το τέλος της κομμουνιστικής δικτατορίας το 1989. Το σημερινό κοινοβούλιο ονομάζεται ακόμα Országgyűlés όπως και την εποχή της βασιλείας, αλλά για να διαφοροποιείται από τη βασιλική δίαιτα του παρελθόντος αναφέρεται σήμερα ως "Εθνοσυνέλευση". Η Δίαιτα της Ουγγαρίας ήταν ένας νομοθετικός θεσμός στο μεσαιωνικό βασίλειο της Ουγγαρίας από τη δεκαετία του 1290, [228][229] και στα διάδοχα κράτη της, τη Βασιλική Ουγγαρία και το βασίλειο της Ουγγαρίας των Αψβούργων. Η απόφαση της δίαιτας του 1790 όριζε ότι η δίαιτα πρέπει να συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά κάθε 3 χρόνια, αλλά, δεδομένου ότι η δίαιτα συγκαλείτο από τη Μοναρχία των Αψβούργων, αυτή η απόφαση δεν τηρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις έκτοτε. Η Δίαιτα ανασυστάθηκε το 1867 μετά τον Αυστροουγγρικό Συμβιβασμό. Ο λατινικός όρος Natio Hungarica («Ουγγρικό Εθνος») χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό της πολιτικής ελίτ που είχε συμμετοχή στη δίαιτα, αποτελούμενη από τους ευγενείς, τον καθολικό κλήρο, και μερικούς ελευθεροεπαγγελματίες αστούς,[230][231] ανεξάρτητα από γλώσσα ή εθνικότητα. [232]

Δίκαιο και δικαστικό σύστημαΕπεξεργασία

 
Η αρχική και μελλοντική έδρα της Κουρία, του ανώτατου δικαστηρίου της Ουγγαρίας

Το δικαστικό σύστημα της Ουγγαρίας είναι ένα σύστημα αστικού δικαίου που αποτελείται από δικαστήρια με τακτική αστική και ποινική δικαιοδοσία και διοικητικά δικαστήρια με δικαιοδοσία επί των διαφορών μεταξύ ατόμων και της δημόσιας διοίκησης. Το ουγγρικό δίκαιο είναι κωδικοποιημένο και βασίζεται στο γερμανικό δίκαιο και υπό την ευρύτερη έννοια στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Το δικαστικό σύστημα αστικής και ποινικής δικαιοδοσίας αποτελείται από τοπικά δικαστήρια (járásbíróság), περιφερειακά δευτεροβάθμια δικαστήρια (ítélőtábla) και από το ανώτατο δικαστήριο (Kúria). Τα ανώτατα δικαστήρια της Ουγγαρίας βρίσκονται στη Βουδαπέστη. [233]

Η επιβολή του νόμου στην Ουγγαρία επιμερίζεται μεταξύ της Αστυνομίας και της Εθνικής Φορολογικής και Τελωνειακής Διοίκησης. Η Ουγγρική αστυνομία είναι η κύρια και μεγαλύτερη κρατική υπηρεσία επιβολής του νόμου στην Ουγγαρία. Φέρει σχεδόν όλα τα γενικά καθήκοντα της αστυνομίας, όπως ποινική έρευνα, περιπολίες, τροχαία και έλεγχος των συνόρων. Διευθύνεται από τον Εθνικό Αστυνομικό Επίτροπο υπό τον έλεγχο του Υπουργού Εσωτερικών. Το σώμα χωρίζεται σε περιφερειακά αστυνομικά τμήματα, που χωρίζονται επίσης σε επαρχιακά και δημοτικά αστυνομικά τμήματα. Η Εθνική Αστυνομία διαθέτει επίσης δευτερεύουσες υπηρεσίες με εθνική δικαιοδοσία, όπως το "Nemzeti Nyomozó Iroda" (Εθνικό Γραφείο Ερευνών), μια αστική αστυνομική δύναμη που ειδικεύεται στη διερεύνηση σοβαρών εγκλημάτων και η, τύπου χωροφυλακή, στρατιωτικοποιημένη "Készenléti Rendőrség", που ασχολείται κυρίως με ταραχές και συχνά ενισχύει τις τοπικές αστυνομικές δυνάμεις. Λόγω της προσχώρησης της Ουγγαρίας στη Συμφωνία Σένγκεν η Αστυνομία και οι συνοριοφύλακες συγχωνεύθηκαν σε ένα ενιαίο εθνικό σώμα, με τους συνοριοφύλακες να γίνονται αστυνομικοί. Αυτή η συγχώνευση πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2008. Η Αρχή Τελωνείων και Ειδικών Φόρων παρέμεινε υπαγόμενη στο Υπουργείο Οικονομικών στο πλαίσιο της Εθνικής Φορολογικής και Τελωνειακής Διοίκησης. [234]

Διοικητική διαίρεσηΕπεξεργασία

Η Ουγγαρία είναι ένα ενιαίο κράτος χωρισμένο σε 19 περιφέρειες (megye). Επιπλέον η πρωτεύουσα (főváros) Βουδαπέστη είναι μια ανεξάρτητη οντότητα. Οι περιφέρειες χωρίζονται περαιτέρω 174 επαρχίες (járás) και αυτές περαιτέρω σε πόλεις και χωριά, εκ των οποίων 23 χαρακτηρίζονται πόλεις με δικαιώματα περιφέρειας (megyei jogú város). Οι τοπικές αρχές αυτών των πόλεων έχουν εκτεταμένες εξουσίες, αλλά αυτές οι πόλεις ανήκουν στην επικράτεια της αντίστοιχης επαρχίας αντί να είναι ανεξάρτητες εδαφικές ενότητες. Τα περιφερειακά και επαρχιακά συμβούλια και οι δήμοι έχουν διαφορετικούς ρόλους και ξεχωριστές ευθύνες σχετικά με την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο ρόλος των περιφερειών είναι βασικά διοικητικός και επικεντρώνεται στη στρατηγική ανάπτυξη, ενώ οι δήμοι διαχειρίζονται την προσχολική εκπαίδευση, τη δημόσια υπηρεσία του νερού, τη διάθεση των απορριμμάτων, τη φροντίδα των ηλικιωμένων και τις υπηρεσίες διάσωσης.

Από το 1996 οι περιφέρειες και η πόλη της Βουδαπέστης ομαδοποιήθηκαν σε επτά περιοχές για στατιστικούς και αναπτυξιακούς σκοπούς. Είναι η Κεντρική Ουγγαρία, η Κεντρική Υπερδουναβία, η Βόρεια Μεγάλη Πεδιάδα, η Βόρεια Ουγγαρία, η Νότια Υπερδουναβία, η Νότια Μεγάλη Πεδιάδα και η Δυτική Υπερδουναβία.

 
Περιφέρειες της Ουγγαρίας (2020)

Εξωτερικές σχέσειςΕπεξεργασία

 
Συνάντηση των ηγετών της Ομάδας Βίσεγκραντ και της Γερμανίας και της Γαλλίας το 2013
 
Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στην Αίθουσα των Αρχόντων του Ουγγρικού Κοινοβουλίου

Η εξωτερική πολιτική της Ουγγαρίας βασίζεται σε τέσσερις βασικές δεσμεύσεις: στην ατλαντική συνεργασία, στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στη διεθνή ανάπτυξη και στο διεθνές δίκαιο. Η ουγγρική οικονομία είναι αρκετά ανοιχτή και βασίζεται έντονα στο διεθνές εμπόριο.

Η Ουγγαρία είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών από το Δεκέμβριο του 1955 και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ, του ΟΟΣΑ, της Ομάδας Βίσεγκραντ, του ΠΟΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Ασιατικής Επενδυτικής Τράπεζας Υποδομών (AIIB) και του ΔΝΤ. Η Ουγγαρία ανέλαβε την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ένα εξάμηνο το 2011 και θα την ξανααναλάβει το 2024.

Η πρωτεύουσα της Ουγγαρίας Βουδαπέστη φιλοξενεί περισσότερες από 100 πρεσβείες και αντιπροσωπευτικά όργανα ως διεθνής πολιτικός παράγοντας. [235] Η Ουγγαρία φιλοξενεί επίσης την κύρια και περιφερειακή έδρα πολλών διεθνών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Καινοτομίας και Τεχνολογίας, της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, του Διεθνούς Κέντρου Δημοκρατικής Μετάβασης, του Ινστιτούτου Διεθνούς Εκπαίδευσης, της Διεθνούς Οργάνωση Εργασίας, του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, του Περιφερειακού Περιβαλλοντικού Κέντρου Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Επιτροπής του Δούναβη και άλλων. [236]

Από το 1989 ο κορυφαίος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ουγγαρίας είναι η ενσωμάτωση σε Δυτικούς οργανισμούς οικονομίας και ασφάλειας. Η Ουγγαρία εντάχθηκε στο πρόγραμμα Συνεταιρισμός για την Ειρήνη το 1994 και έχει υποστηρίξει ενεργά τις αποστολές IFOR και SFOR στη Βοσνία. Η Ουγγαρία από το 1989 έχει βελτιώσει επίσης τις συχνά ψυχρές σχέσεις γειτονίας της, υπογράφοντας βασικές συνθήκες με τη Ρουμανία, τη Σλοβακία και την Ουκρανία, με τις οποίες παραιτήθηκε από όλες τις εκκρεμείς εδαφικές αξιώσεις και μπήκαν τα θεμέλια για εποικοδομητικές σχέσεις. Ωστόσο το ζήτημα των εθνικών μειονοτικών δικαιωμάτων στη Ρουμανία, τη Σλοβακία και τη Σερβία προκαλεί περιοδικά διμερείς εντάσεις. Από το 2017 οι σχέσεις με την Ουκρανία επιδεινώθηκαν γρήγορα λόγω του θέματος της εκεί ουγγρικής μειονότητας.[237]Η Ουγγαρία από το 1989 έχει υπογράψει όλες τις αποφάσεις του ΟΑΣΕ και διετέλεσε πρόεδρός του το 1997.

Ενοπλες ΔυνάμειςΕπεξεργασία

 
34ο Τάγμα Ειδικών Δυνάμεων

Ο Πρόεδρος φέρει τον τίτλο του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Ο Υπουργός Αμυνας από κοινού με τον Αρχηγό του Επιτελείου διοικεί τις ένοπλες δυνάμεις που περιλαμβάνουν τις Ουγγρικές Δυνάμεις Ξηράς και την Ουγγρική Πολεμική Αεροπορία. Από το 2007 οι Ενοπλες Δυνάμεις της Ουγγαρίας είναι υπό ενιαία διοικητική δομή. Το Υπουργείο Αμυνας διατηρεί τον πολιτικό έλεγχο του στρατού. Το 2016 οι ένοπλες δυνάμεις είχαν 31.080 άτομα σε ενεργό υπηρεσία με την επιχειρησιακή εφεδρεία να αυξάνει το συνολικό αριθμό των στρατευμάτων σε 50.000. Το 2016 προγραμματίστηκε οι αμυντικές δαπάνες το επόμενο έτος να είναι 1,5 δισ. €, περίπου 0,94 % του ΑΕΠ της χώρας, πολύ κάτω από το στόχο του ΝΑΤΟ για 2 %. Το 2012 η κυβέρνηση ενέκρινε ψήφισμα, με το οποίο δεσμεύτηκε να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 1,4 % του ΑΕΠ ως το 2022."Budget 2017: Hungary to spend €3.7 billion more than it should next year".[238]

Η στρατιωτική θητεία είναι εθελοντική, αν και εν καιρώ πολέμου μπορεί να γίνει στρατολόγηση. Σε μια σημαντική κίνηση εκσυγχρονισμού η Ουγγαρία αποφάσισε το 2001 να αγοράσει 14 μαχητικά αεροσκάφη Saab JAS 39 Gripen αντί περίπου 800 εκατ. €. Το Ουγγρικό Εθνικό Κέντρο Κυβερνοασφάλειας αναδιοργανώθηκε το 2016 προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερο.[239]

Το 2016 ο Ουγγρικός στρατός είχε περίπου 700 στρατιώτες σε χώρες του εξωτερικού, στο πλαίσιο των διεθνών ειρηνευτικών δυνάμεων, περιλαμβανομένων 100 της υπό NATOϊκή ηγεσία δύναμη της ISAF στο Αφγανιστάν, 210 στο Κόσοβο υπό τη διοίκηση της KFOR και 160 στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Η Ουγγαρία απέστειλε μια δύναμη υλικοτεχνικής υποστήριξης 300 ανδρών στο Ιράκ για να βοηθήσει την κατοχή των ΗΠΑ σε ένοπλες μεταφορές αν και η κοινή γνώμη ήταν αντίθετη στη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο. Ενας στρατιώτης έπεσε στο καθήκον από βόμβα σε δρόμο, ενώ υπηρετούσε στο Ιράκ.

Κατά το 18ο και το 19ο αιώνα οι Ούγγροι Ουσάροι απέκτησαν διεθνή φήμη και αποτέλεσαν πρότυπο ελαφρού ιππικού σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. [240]Το 1848-49 οι Ουγγρικές δυνάμεις είχαν επιτυχίες επί των καλύτερα εκπαιδευμένων και εξοπλισμένων Αυστριακών δυνάμεων και παρά και την αριθμητική υπεροχή τους. Το 1872 άρχισε η λειτουργία της Στρατιωτικής Ακαδημίας Λουντοβίκα. Το 1873 ο Ουγγρικός στρατός είχε πάνω από 2.800 αξιωματικούς και 158.000 άνδρες, οργανωμένους σε 86 τάγματα πεζικού και 58 μοίρες ιππικού. Κατά τον Α Πσγκόσμιο Πόλεμο από τα οκτώ εκατομμύρια άνδρες, που κινητοποίησε η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, πάνω από ένα εκατομμύριο πέθαναν. Κατά τη δεκαετία του 1930 και τις αρχές εκείνης του 1940 η Ουγγαρία ήταν απορροφημένη με την ανάκτηση των εδαφών και των πληθυσμών, που είχε απωλέσει με τη Συνθήκη ειρήνης του Τριανόν στις Βερσαλλίες το 1920. Η στρατολόγηση εισήχθη σε εθνική βάση το 1939. Η εν καιρώ ειρήνης δύναμη του Βασιλικού Ουγγρικού Στρατού αυξήθηκε σε 80.000, οργανωμένων σε επτά σώματα στρατού.[241]Κατά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο η Ουγγρική Δεύτερη Στρατιά υπέστη ολέθριες απώλειες πολεμώντας στις όχθες του ποταμού Ντον κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ. Κατά την κομμουνιστική περίοδο του Συμφώνου της Βαρσοβίας (1947-1989) ολόκληρη η 200.000 ανδρών Σοβιετική Νότια Ομάδα Δυνάμεων φρουρούσε την Ουγγαρία, πλήρης με πυροβολικό, συντάγματα αρμάτων μάχης, αεροπορία και μοίρες πυραύλων με πυρηνικά όπλα.

ΟικονομίαΕπεξεργασία

 
Η Ουγγαρία είναι μέλος της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης με 508 εκατομμύρια καταναλωτές και μέλος του χώρου Σένγκεν
 
Χάρτης εξαγωγών της Ουγγαρίας του Παρατηρητήριου Οικονομικής Πολυπλοκότητας του Χάρβαρντ

Η Ουγγαρία είναι μια μικτή οικονομία υψηλού εισοδήματος του ΟΟΣΑ με πολύ υψηλό δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης και ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και τη 16η χαμηλότερη εισοδηματική ανισότητα στον κόσμο.[242] Επιπλέον είναι η 9η σε πολυπλοκότητα οικονομία σύμφωνα με το Δείκτη Οικονομικής Πολυπλοκότητας.[243] 2018. Η Ουγγρική είναι η 57η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο (από τις 188 χώρες που μετράει το ΔΝΤ) με προϊόν 265.037 δισεκατομμύρια δολάρια,[244]και κατατάσσεται 49η στον κόσμο από την άποψη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όπως μετριέται με την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Η Ουγγαρία είναι μια οικονομία της αγοράς προσανατολισμένη στις εξαγωγές με μεγάλη έμφαση στο εξωτερικό εμπόριο και είναι η 36η μεγαλύτερη εξαγωγική οικονομία στον κόσμο. Η χώρα είχε πάνω από 100 δισεκατομμύρια δολάρια εξαγωγές το 2015 (με υψηλό εμπορικό πλεόνασμα 9.003 δισεκατομμυρίων δολαρίων), εκ των οποίων το 79% πήγε στην ΕΕ και το 21% εκτός αυτής.[245] Περισσότερο από 80% της οικονομίας της Ουγγαρίας είναι ιδιωτική με συνολική φορολογία 39,1%, που παρέχει τη βάση για το κράτος πρόνοιας της χώρας. Από την πλευρά των δαπανών η κατανάλωση των νοικοκυριών είναι το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ και αντιπροσωπεύει το 50 % του συνόλου τους, ακολουθούμενη από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου με 22 % και τις κυβερνητικές δαπάνες με 20 %.[246]Η Ουγγαρία εξακολουθεί να είναι ένας από τα κορυφαία κράτη προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με την εισροή τους στη χώρα 119,8 δισεκατομμύρια δολάρια το 2015, ενώ η ίδια η Ουγγαρία επενδύει ετησίως περισσότερα από 50 δισεκατομμύρια δολάρια στο εξωτερικό.[247] Το 2015 οι βασικοί εμπορικοί εταίροι της Ουγγαρίας ήταν η Γερμανία, η Αυστρία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Τσεχία. [248] Σημαντικές βιομηχανίες είναι η επεξεργασία τροφίμων, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οχήματα με κινητήρα, η τεχνολογία πληροφορικής, τα χημικά, η μεταλλουργία, τα μηχανήματα, τα ηλεκτρικά είδη και ο τουρισμός (το 2014 η Ουγγαρία δέχθηκε 12,1 εκατομμύρια τουρίστες από το εξωτερικό). [249] Η Ουγγαρία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ηλεκτρονικών ειδών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η κατασκευή και η έρευνα ηλεκτρονικών είναι από τους κύριους μοχλούς της καινοτομίας και της οικονομικής ανάπτυξης στη χώρα. Τα τελευταία 20 χρόνια η Ουγγαρία έχει επίσης εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο τεχνολογίας κινητής τηλεφωνίας, ασφάλειας πληροφοριών και έρευνας σχετικών υλικών. [250] Το ποσοστό απασχόλησης στην οικονομία ήταν 68,3% το 2017 και [251] η δομή της έχει τα χαρακτηριστικά των μεταβιομηχανικών οικονομιών, με το 63,2% του εργατικού δυναμικού στον τομέα των υπηρεσιών, στη βιομηχανία το29,7% και στη γεωργία με 7,1%. Το ποσοστό ανεργίας ήταν 4,1% το Σεπτέμβριο του 2017, [252] από 11% κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007–08. Η Ουγγαρία είναι μέρος της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς που έχει περισσότερους από 508 εκατομμύρια καταναλωτές. Αρκετές εγχώριες εμπορικές πολιτικές καθορίζονται από συμφωνίες μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τη νομοθεσία της.

 
Η Βουδαπέστη είναι κορυφαίο κέντρο Έρευνας και Ανάπτυξης και οικονομίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Μεγάλες ουγγρικές εταιρείες περιλαμβάνονται στον BUX, τον ουγγρικό χρηματιστηριακό δείκτη του Χρηματιστήριου της Βουδαπέστης. Στις γνωστές εταιρείες περιλαμβάνονται οι εταιρείες MOL Group του Fortune Global 500 (500 μεγαλύτερες σε έσοδα εταιρείες παγκοσμίως), OTP Bank, Gedeon Richter Plc., 'Magyar Telekom, CIG Pannonia, FHB Bank, Zwack Unicum και άλλες. [253] Εκτός αυτού η Ουγγαρία διαθέτει πολλές εξειδικευμένες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, για παράδειγμα σημαντικό αριθμό προμηθευτών αυτοκινήτων και νεοφυών επιχειρήσεων τεχνολογίας. [254]

Η Βουδαπέστη είναι η οικονομική και επιχειρηματική πρωτεύουσα της Ουγγαρίας. Η πρωτεύουσα είναι ένας σημαντικός οικονομικός κόμβος, που χαρακτηρίζεται ως Α-παγκόσμια πόλη στη μελέτη του Δικτύου Έρευνας Παγκοσμιοποίησης και Παγκόσμιων Πόλεων Ερευνας και είναι η δεύτερη ταχύτερα αναπτυσσόμενη αστική οικονομία στην Ευρώπη, καθώς το 2015 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 2,4% και η απασχόληση κατά 4,7% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. [255][256] Σε εθνικό επίπεδο η Βουδαπέστη είναι μακράν η πρώτη πόλη της Ουγγαρίας όσον αφορά τις επιχειρήσεις και την οικονομία, αντιπροσωπεύοντας το 39% του εθνικού εισοδήματος, με ακαθάριστο μητροπολιτικό προϊόν άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2015, που την καθιστά μία από τις μεγαλύτερες περιφερειακές οικονομίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. [257][258] Η Βουδαπέστη συγκαταλέγεται επίσης στις κορυφαίες 100 πόλεις στον κόσμο ως προς το ΑΕΠ, όπως μετριέται από την PricewaterhouseCoopers και σε παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας πόλεων η Βουδαπέστη βρίσκεται μπροστά από το Τελ Αβίβ, τη Λισαβόνα, τη Μόσχα και το Γιοχάνεσμπουργκ μεταξύ άλλων.[259][260]Επιπλέον ο φορολογικός συντελεστής της Ουγγαρίας είναι μόνο 9%, που είναι σχετικά χαμηλός για τα κράτη της ΕΕ. [261]

Η Ουγγαρία διατηρεί το δικό της νόμισμα, το ουγγρικό φιορίνι (HUF), παρόλο που η οικονομία πληροί τα κριτήρια του Μάαστριχτ, με εξαίρεση το δημόσιο χρέος, που όμως είναι σημαντικά κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ (75,3% το 2015). Η Ουγγρική Εθνική Τράπεζα, που ιδρύθηκε το 1924, μετά τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας - επί του παρόντος επικεντρώνεται στη σταθερότητα των τιμών με στόχο πληθωρισμό 3%. [262]

Επιστήμη και τεχνολογίαΕπεξεργασία

 
Ο Άλμπερτ Σεντ-Γκέργκι, Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής για την ανακάλυψη της Βιταμίνης C. Το Βραβείο Νόμπελ έχει απονεμηθεί σε 13 Ούγγρους
 
Το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας και Οικονομικών της Βουδαπέστης είναι το παλαιότερο σε λειτουργία πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε το 1782

Τα επιτεύγματα της Ουγγαρίας στην επιστήμη και την τεχνολογία υπήρξαν σημαντικά και οι προσπάθειες έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας της χώρας. Η Ουγγαρία δαπάνησε το 1,4% (Ελλάδα 1,0%) του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της (ΑΕΠ) για πολιτική έρευνα και ανάπτυξη το 2015, που είναι το 25ο υψηλότερη ποσοστό στον κόσμο. [263]Η χώρα κατατάσσεται στην 32η θέση μεταξύ των πιο καινοτόμων χωρών του Δείκτη Καινοτομίας του Bloomberg και βρίσκεται μπροστά από το Χονγκ Κονγκ, την Ισλανδία και τη Μάλτα. [264] Ο Παγκόσμιος Δείκτης Καινοτομίας τοποθετεί την Ουγγαρία 33η μεταξύ των χωρών του κόσμου το 2016. [265] Το 2014 η Ουγγαρία αριθμούσε το ισοδύναμο 2.651 ερευνητών πλήρους απασχόλησης ανά εκατομμύριο κατοίκους, αυξάνοντάς το σταθερά από 2.131 το 2010 και συγκρινόμενο με 3.984 στις ΗΠΑ ή 4.380 στη Γερμανία. [266]Η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας της Ουγγαρίας έχει επωφεληθεί τόσο από το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό της χώρας όσο και από την ισχυρή παρουσία ξένων εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και ερευνητικών κέντρων. Η Ουγγαρία έχει επίσης ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αναγνωρισμένων ευρεσιτεχνιών, το έκτο υψηλότερο ποσοστό παραγωγής υψηλής τεχνολογίας και μεσαίας υψηλής τεχνολογίας στη συνολική βιομηχανική παραγωγή, τη 12η υψηλότερη εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων στην έρευνα και κατέχει τη 14η θέση σε ερευνητικά ταλέντα σε επιχειρήσεις και το 17ο καλύτερο συνολικά ποσοστό απόδοσης καινοτομίας στον κόσμο. [267]

Ο βασικός παράγοντας της έρευνας και ανάπτυξης στην Ουγγαρία είναι το Εθνικό Γραφείο Έρευνας, Ανάπτυξης και Καινοτομίας (Γραφείο NRDI), που είναι ένας εθνικός στρατηγικός και χρηματοδοτικός οργανισμός για την επιστημονική έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία, η κύρια πηγή συμβουλών για την πολιτική Ε&Α της Ουγγρικής Κυβέρνησης και ο κύριος οργανισμός χρηματοδότησής της. Ο ρόλος της είναι να αναπτύξει την πολιτική Ε&Α και να διασφαλίσει ότι η Ουγγαρία επενδύει επαρκώς στην Ε&Α χρηματοδοτώντας την πρωτοποριακή έρευνα και υποστηρίζοντας την καινοτομία για να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα και να προετοιμάσει τη στρατηγική Ε&Α της ουγγρικής κυβέρνησης, να διαχειρίζεται το Εθνικό Ταμείο Έρευνας, Ανάπτυξης και Καινοτομίας και να εκπροσωπεί την Ουγγρική κυβέρνηση και την ουγγρική κοινότητα Ε&Α σε διεθνείς οργανισμούς. [268]

 
Το Κέντρο έρευνας και ανάπτυξης στη Βουδαπέστη της Gedeon Richter Plc., μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες βιοτεχνολογίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Η επιστημονική έρευνα στη χώρα υποστηρίζεται εν μέρει από τη βιομηχανία και εν μέρει από το κράτος, μέσω του δικτύου των ουγγρικών πανεπιστημίων και από επιστημονικά κρατικά ιδρύματα όπως η Ουγγρική Ακαδημία Επιστημών. [269][270]Η Ουγγαρία υπήρξε η πατρίδα μερικών από τους πιο εξέχοντες ερευνητές σε διάφορους επιστημονικούς κλάδους, ιδίως στη φυσική, τα μαθηματικά, τη χημεία και τις επιστήμες μηχανικών. Μέχρι το 2018 δώδεκα επιστήμονες της Ουγγαρίας έχουν λάβει Βραβείο Νόμπελ.[271] Μέχρι το 2012 τρεις ιδιώτες, οι Τσόμα, Γιάνος Μπόλυαϊ και Τίχανι συμπεριλήφθηκαν στο Μητρώο Παγκόσμιας Μνήμης της UNESCO, όπως και οι συλλογικές συνεισφορές Tabula Hungariae (ο αρχαιότερος (πριν το 1528) τυπωμένος χάρτης της Ουγγαρίας) και η Κορβινιανή Βιβλιοθήκη. Οι σύγχρονοι διεθνώς γνωστοί Ουγγρικοί επιστήμονες περιλαμβάνουν το μαθηματικό Λάσλο Λόβας, τους φυσικούς Άλμπερτ-Λάσλο Μπαράμπασι και Φέρεντς Κράους και το βιοχημικό Άρπαντ Πούσταϊ. Η Ουγγαρία είναι διάσημη για την άριστη μαθηματική της εκπαίδευση που έχει εκπαιδεύσει πολλούς εξαιρετικούς επιστήμονες. Διάσημοι Ούγγροι μαθηματικοί είναι και ο Φάρκας Μπόλυαϊ και ο γιος του Γιάνος Μπόλυαϊ, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδρυτές της μη ευκλείδειας γεωμετρίας, ο Πολ Έρντος, διάσημος για δημοσίευση έργων του σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες και του οποίου οιομώνυμοι αριθμοί Έρντος εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, και ο Τζον φον Νόιμαν, με βασική συνεισφορά στους τομείς της κβαντικής μηχανικής και της θεωρίας παιγνίων, πρωτοπόρος της ψηφιακής πληροφορικής και ο επικεφαλής μαθηματικός στο Πρόγραμμα Μανχάταν. Σημαντικές ουγγρικές εφευρέσεις περιλαμβάνουν το σπίρτο διοξειδίου του μολύβδου (Γιάνος Ίρινι), έναν τύπο καρμπυρατέρ (Ντόνατ Μπάνκι, Γιάνος Σόνκα), τον ηλεκτρικό κινητήρα (AC) τρένου και τη γεννήτρια (Κάλμαν Κάντο), την ολογραφία (Ντένις Γκέιμπορ), το φίλτρο Κάλμαν (Ρουντολφ Ε. Κάλμαν) και ο Κύβος του Ρούμπικ (Έρνο Ρούμπικ).

MεταφορέςΕπεξεργασία

 
Το Siemens Desiro στο δίκτυο των Κρατικών Σιδηροδρόμων της Ουγγαρίας, που είναι ένα από τα πυκνότερα στον κόσμο

Η Ουγγαρία διαθέτει ένα πολύ ανεπτυγμένο σύστημα οδικών, σιδηροδρομικών, αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών. Η πρωτεύουσα Βουδαπέστη αποτελεί σημαντικό κόμβο για το Ουγγρικό σιδηροδρομικό σύστημα (MÁV). Η πρωτεύουσα εξυπηρετείται από τρεις μεγάλους σιδηροδρομικούς σταθμούς που ονομάζονται Keleti (Ανατολικός), Nyugati (Δυτικός) και Déli (Νότιος) pályaudvars. Το Σόλνοκ είναι ο πιο σημαντικός σιδηροδρομικός κόμβος έξω από τη Βουδαπέστη, ενώ ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Tίσα στο Μίσκολτς και οι κύριοι σταθμοί των Σομπάτελυ, Γκιέρ, Σέγκεντ και Σέκεσφεχερβαρ είναι επίσης βασικοί για το δίκτυο.

Η Βουδαπέστη, το Ντέμπρετσεν, το Μίσκολτς και το Σέγκεντ έχουν δίκτυα τραμ. Το Μετρό της Βουδαπέστης είναι το δεύτερο παλαιότερο υπόγειο σύστημα μετρό στον κόσμο. Η γραμμή 1 χρονολογείται από το 1896. Το σύστημα αποτελείται από τέσσερις γραμμές. Ένα σύστημα σιδηροδρομικών μεταφορών, το HÉV, λειτουργεί στη μητροπολιτική περιοχή της Βουδαπέστης. Η Ουγγαρία έχει συνολικό μήκος περίπου 1.314 χλμ. αυτοκινητόδρομων (Ουγγρικά: autópálya). Τμήματα αυτοκινητοδρόμων προστίθενται στο υπάρχον δίκτυο, που συνδέει ήδη πολλές μεγάλες οικονομικά σημαντικές πόλεις με την πρωτεύουσα. Το πιο σημαντικό λιμάνι είναι η Βουδαπέστη. Άλλα σημαντικά είναι τα Ντουναουϊβάρος και Μπάγια.

Υπάρχουν πέντε διεθνή αεροδρόμια στην Ουγγαρία: το Φέρεντς Λιστ της Βουδαπέστης (που ονομάζεται ανεπίσημα "Φερίχεγκυ" με το προηγούμενο όνομά του), του Ντέμπρετσεν, του Σάρμελεκ (ονομάζεται επίσης αεροδρόμιο Χέβιζ-Μπάλατον), του Γκιέρ-Περ και του Πετς-Πόγκανυ. Ο εθνικός αερομεταφορέας MALÉV πραγματοποιούσε πτήσεις σε περισσότερες από 60, κυρίως ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά σταμάτησε να λειτουργεί το 2012. Η αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους WizzAir έχει τη βάση της στην Ουγγαρία.

ΕικόνεςΕπεξεργασία


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. European State Mottos[νεκρός σύνδεσμος]
  2. 2,0 2,1 Επίσημη εκτίμηση
  3. Απογραφή 2011
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 «Ουγγαρία». ΔΝΤ. Απρίλιος 2017. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2017. 
  5. «Human Development Report 2020» (PDF). United Nations Development Programme. 2019. Ανακτήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2020. 
  6. The Fundamental Law of Hungary" (PDF). Hungarian State. Retrieved 8 May 2017.
  7. "Geography Statistics of Hungary". worldatlas.com. 6 June 2017. Retrieved 6 June 2017.
  8. "Eurostat – Population on 1 January 2015". European Commission. Retrieved 20 August 2015.
  9. "Uralic (Finno-Ugrian) languages, Classification of the Uralic (Finno-Ugrian) languages, with present numbers of speakers and areas of distribution (last updated 24 September 2015)". helsinki.fi. 6 June 2017. Retrieved 6 June 2017
  10. "Hungary in the Carpathian Basin" (PDF). Lajos Gubcsi, PhD. 6 June 2017. Retrieved 6 June 2017.
  11. Acta Orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae. 36. Magyar Tudományos Akadémia (Hungarian Academy of Sciences). 1982. p. 419.
  12. Kristó Gyula – Barta János – Gergely Jenő: Magyarország története előidőktől 2000-ig (History of Hungary from the prehistory to 2000), Pannonica Kiadó, Budapest, 2002, ISBN 963-9252-56-5, p. 687, pp. 37, pp. 113 ("Magyarország a 12. század második felére jelentős európai tényezővé, középhatalommá vált"/"By the 12th century Hungary became an important European constituent, became a middle power", "A Nyugat részévé vált Magyarország ... /Hungary became part of the West"), pp. 616–644
  13. "Austria-Hungary, HISTORICAL EMPIRE, EUROPE". Encyclopædia Britannica. 6 June 2017. Retrieved 6 June 2017
  14. Richard C. Frucht (31 December 2004). Eastern Europe: An Introduction to the People, Lands, and Culture. ABC-CLIO. p. 360. ISBN 978-1-57607-800-6.
  15. "Trianon, Treaty of". The Columbia Encyclopedia. 2009.
  16. "Text of the Treaty, Treaty of Peace Between The Allied and Associated Powers and Hungary And Protocol and Declaration, Signed at Trianon June 4, 1920". Retrieved 10 June 2009.
  17. Hungary: The Unwilling Satellite Archived 16 February 2007 at the Wayback Machine John F. Montgomery, Hungary: The Unwilling Satellite.http://kapos.hu/hirek/kis_szines/2018-06-16/megerkezett_az_idei_balaton_sound_himnusza.html Devin-Adair Company, New York, 1947. Reprint: Simon Publications, 2002.
  18. Thomas, The Royal Hungarian Army in World War II, pg. 11
  19. "1949. évi XX. törvény. A Magyar Népköztársaság Alkotmánya" [Act XX of 1949. The Constitution of the Hungarian People's Republic]. Magyar Közlöny (Hungarian Bulletin) (in Hungarian). Budapest: Állami Lapkiadó Nemzeti Vállalat. 4 (174): 1361. 20 August 1949.
  20. "1989. évi XXXI. törvény az Alkotmány módosításáról" [Act XXXI of 1989 on the Amendment of the Constitution]. Magyar Közlöny (Hungarian Bulletin) (in Hungarian). Budapest: Pallas Lap- és Könyvkiadó Vállalat. 44 (74): 1219. 23 October 1989.
  21. It was governed by the Socialist Workers' Party, which was under the influence of the Soviet Union. – Rao, B. V. (2006), History of Modern Europe Ad 1789–2002: A.D. 1789–2002, Sterling Publishers Pvt. Ltd.
  22. Hanrahan, Brian (9 May 2009). "Hungary's Role in the 1989 Revolutions". BBC News.
  23. Kamm, Henry (17 June 1989). "Hungarian Who Led '56 Revolt Is Buried as a Hero". The New York Times.
  24. "1989. évi XXXI. törvény az Alkotmány módosításáról" [Act XXXI of 1989 on the Amendment of the Constitution]. Magyar Közlöny (in Hungarian). Budapest: Pallas Lap- és Könyvkiadó Vállalat. 44 (74): 1219. 23 October 1989.
  25. "Latest Human Development Index Ranking | Human Development Reports". hdr.undp.org. Retrieved 7 February 2021.
  26. Country and Lending Groups. World Bank. Accessed on 1 July 2016.
  27. "List of OECD Member countries – Ratification of the Convention on the OECD". Oecd.org. Retrieved 4 November 2011.
  28. OECD (27 June 2013). "OECD Health Data: Social protection". OECD Health Statistics (Database). doi:10.1787/data-00544-en. Retrieved 14 July 2013.
  29. Eurydice. "Compulsory Education in Europe 2013/2014" (PDF). European commission. Archived from the original (PDF) on 6 November 2013. Retrieved 19 May 2014.
  30. "Hungary's Nobel Prize Winners, 13 Hungarian win Nobel Prize yet". Hungarian Academy of Sciences.
  31. "Population per Gold Medal. Hungary has the second highest gold medal per capita in the world. All together it has 175 gold medal until 2016". medalspercapita.com.
  32. Hungarian literature – ”Popular poetry is the only real poetry was the opinion of Sándor Petőfi, one of the greatest Hungarian poets, whose best poems rank among the masterpieces of world literature”., Encyclopædia Britannica, 2012 edition
  33. Szalipszki, pg.12 Refers to the country as "widely considered" to be a "home of music".
  34. World Tourism Organization (2018), UNWTO Tourism Highlights, 2018 Edition, UNWTO, Madrid. 2018. doi:10.18111/9789284419876. ISBN 9789284419876.
  35. "Search – Global Edition – The New York Times". International Herald Tribune. 29 March 2009. Retrieved 20 September 2009.
  36. "Lake Balaton". Encyclopædia Britannica. Retrieved 20 March 2008.
  37. Solomon S (1997) South African Foreign Policy and Middle Power Leadership Archived 26 April 2015 at the Wayback Machine, ISS
  38. Higgott, Richard A.; Cooper, Andrew Fenton (1990). "Middle power leadership and coalition building: Australia, the Cairns Group, and the Uruguay Round of trade negotiations". International Organization. 44 (4): 589–632. doi:10.1017/S0020818300035414. JSTOR 2706854.
  39. "Benefits of EU Membership". Hungarian Chamber of Commerce and Industry. 6 June 2017. Archived from the original on 8 June 2017. Retrieved 6 June 2017.
  40. "International organizations in Hungary". Ministry of Foreign Affairs. Archived from the original on 13 March 2016. Retrieved 20 November 2016.
  41. Király, Péter (1997). A magyarok elnevezése a korai európai forrásokban (The Names of the Magyars in Early European Sources) /In: Honfoglalás és nyelvészet ("The Occupation of Our county" and Linguistics)/. Budapest: Balassi Kiadó. p. 266. ISBN 978-963-506-108-2.
  42. Peter F. Sugar, ed. (22 November 1990). A History of Hungary. Indiana University Press. p. 9. ISBN 978-0-253-20867-5.
  43. György Balázs, Károly Szelényi, The Magyars: the birth of a European nation, Corvina, 1989, p. 8
  44. Alan W. Ertl, Toward an Understanding of Europe: A Political Economic Précis of Continental Integration, Universal-Publishers, 2008, p. 358
  45. Z. J. Kosztolnyik, Hungary under the early Árpáds: 890s to 1063, Eastern European Monographs, 2002, p. 3
  46. Uralic etymology : Query result". starling.rinet.ru.
  47. «The Library ~ World Historia». allempires.info. 
  48. Hungary, Encyclopædia Britannica.
  49. 49,0 49,1 hungarian-history.hu https://web.archive.org/web/20080322061337/http://www.hungarian-history.hu/lib/hunspir/hsp05.htm. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Μαρτίου 2008.  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  50. «História 2001/03. – GYÖRFFY GYÖRGY: Honfoglalás a Kárpát-medencében». historia.hu. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Απριλίου 2014. Ανακτήθηκε στις 1 Αυγούστου 2010. 
  51. «The Maygars of Hungary». geocities.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Οκτωβρίου 2009. 
  52. Asia Travel Europe. «Hungaria Travel Information | Asia Travel Europe». Asiatravel.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Σεπτεμβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  53. Irredentist and National Questions in Central Europe, 1913–1939: Hungary, 2v, Volume 5, Part 2 of Seeds of Conflict, Kraus Reprint, 1973, Original from the University of Wisconsin – Madison. p. 29.
  54. Miklós Molnár (2001). A Concise History of Hungary . Cambridge University Press. σελ. 46. ISBN 978-0-521-66736-4. 
  55. «Full text of "The destiny of the United States"». archive.org. 
  56. Kulugyminiszterium.hu
  57. Pál Engel, Realm of St. Stephen: A History of Medieval Hungary, I.B.Tauris, 2005, p. 102
  58. The Mongol invasion: the last Arpad kings, Encyclopædia Britannica
  59. "A history of Hungary". Peter F. Sugar, Péter Hanák, Tibor Frank (1994). Indiana University Press. p.27. (ISBN 0-253-20867-X)
  60. John Chambers, The Devil's Horsemen: The Mongol Invasion of Europe, Atheneum, 1979.
  61. Autonomies in Europe and Hungary. . By Józsa Hévizi.
  62. Mongol Invasions: Battle of Liegnitz, HistoryNet
  63. "At the gate of Christendom: Jews, Muslims, and "pagans" in medieval Hungary ". Nóra Berend (2001). p.72. (ISBN 0-521-65185-9)
  64. cs. «National and historical symbols of Hungary». Nemzetijelkepek.hu. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2009. 
  65. «Hungary – History». Nationsencyclopedia.com. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  66. «C. A. Macartney: Hungary – A Short History». Mek.oszk.hu. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  67. «The Influences of the Florentine Renaissance in Hungary». Fondazione-delbianco.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Μαρτίου 2009. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2009. 
  68. «Hungary». Lenti.eu. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2009. 
  69. «Hungary – Britannica Online Encyclopedia». Britannica.com. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  70. «Hungary – RENAISSANCE AND REFORMATION». countrystudies.us. 
  71. Corvisier, André; John Childs; Chris Turner (1994). A Dictionary of Military History and the Art of War: and the art of war  (2 έκδοση). Blackwell Publishing. ISBN 0-631-16848-6. 
  72. Nicolae Iorga, Istoria lui Stefan cel Mare, Semne, 2004, p.200-240, 973-566-098-9
  73. «Hungary – The Bibliotheca Corviniana Collection: UNESCO-CI». Portal.unesco.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Φεβρουαρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  74. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2021. 
  75. Laszlo Kontler, "A History of Hungary" p. 145
  76. Inalcik Halil: "The Ottoman Empire"
  77. «Transylvania». Encyclopædia Britannica. http://www.britannica.com/EBchecked/topic/603323/Transylvania. 
  78. Csepeli, Gyorgy (1996). «The changing facets of Hungarian nationalism – Nationalism Reexamined». Social Research. http://findarticles.com/p/articles/mi_m2267/is_n1_v63/ai_18501094/. 
  79. Gábor Almási, "Latin and the Language Question in Hungary (1700–1844)" Achtzehnte Jahrhundert und Österreich (2013), Vol. 28, pp 211–319.
  80. Richard Cavendish, "Declaration of Hungary's Independence: April 14th, 1849." History Today 49#4 (1999) pp: 50+
  81. Gábor Gángó, "1848–1849 in Hungary," Hungarian Studies (2001) 15#1 pp 39–47. online
  82. See Géza Jeszenszky: From "Eastern Switzerland" to Ethnic Cleansing, Address at Duquesne History Forum, 17 November 2000, The author was Foreign Minister in 1990–1994.
  83.   Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Austria-Hungary» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 3 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 2 
  84. Pieter Van Duin (2009). Central European Crossroads: Social Democracy and National Revolution in Bratislava (Pressburg), 1867–1921. Berghahn Books. σελίδες 125–27. ISBN 9781845459185. 
  85. Andrew C. Janos (2011). The Politics of Backwardness in Hungary, 1825–1945. Princeton University Press. σελ. 134. ISBN 978-1400843022. 
  86. László Péter, "The Aristocracy, the Gentry and their Parliamentary Tradition in Nineteenth-Century Hungary". Slavonic and East European Review (1992) 70#1 pp 77–110.
  87. John Deak, "The Great War and the Forgotten Realm: The Habsburg Monarchy and the First World War," Journal of Modern History (2014) 86#2 pp 336–380.
  88. István Deák, “Hungary” in Hans Rogger and Egon Weber,eds., The European right: A historical profile (1963) p 364-407 quoting p. 364.
  89. Karl Polanyi, "Count Michael Károlyi." Slavonic and East European Review (1946): 92-97. online
  90. Laszlo Kurti, The Remote Borderland: Transylvania in the Hungarian Imagination (SUNY Press, 2014).
  91. «FIND RED LEADERS' LOOT.; Bela Kun and Szamuely Hid Valuables They Had Stolen». The New York Times. 13 August 1919. https://query.nytimes.com/gst/abstract.html?res=9A05E4D91338EE32A25750C1A96E9C946896D6CF. Ανακτήθηκε στις 4 May 2010. 
  92. Robert Gerwarth, "The central European counter-revolution: Paramilitary violence in Germany, Austria and Hungary after the great war." Past & Present 200.1 (2008): 175-209. online
  93. «Magyar Tudomány 2000. január». Epa.niif.hu. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  94. Ignác Romsics: Magyarország története a XX. században, 2004, p. 134
  95. Miklós Molnár (2001). A Concise History of Hungary . Cambridge University Press. σελ. 262. ISBN 978-0-521-66736-4. 
  96. Richard C. Frucht, Eastern Europe: An Introduction to the People, Lands, and Culture p. 359–360 online
  97. Felix Wittmer, Flood-light on Europe: a guide to the next war (C. Scribner's sons, 1937) p. 114.
  98. History of the Hungarian Nation By Domokos G. Kosáry, Steven Béla Várdy, Danubian Research Center Published by Danubian Press, 1969 p. 222
  99. Spencer Tucker; Laura Matysek Wood; Justin D. Murphy (1996). The European Powers in the First World War: An Encyclopedia. Taylor & Francis. σελ. 697. ISBN 0-8153-0399-8. 
  100. Anna Menyhért, "The Image of the “Maimed Hungary” in 20th Century Cultural Memory and the 21st Century Consequences of an Unresolved Collective Trauma: The Impact of the Treaty of Trianon." Environment, Space, Place 8.2 (2016): 69-97. online
  101. Asher Cohen, "Some Socio-Political Aspects of the Arrow Cross Party in Hungary." East European Quarterly 21.3 (1987): 369+.
  102. Moshe Y. Herczl, Christianity and the Holocaust of Hungarian Jewry (1993) pp 79–170. online
  103. Hungary: The Unwilling Satellite Αρχειοθετήθηκε 16 February 2007 στο Wayback Machine. John F. Montgomery, Hungary: The Unwilling Satellite. Devin-Adair Company, New York, 1947. Reprint: Simon Publications, 2002.
  104. Zara Steiner, The triumph of the dark: European international history 1933-1939 (2011). pp 954–956.
  105. «Hungary: A Country Study». Stephen R. Burant. U.S. Library of Congress. 1989. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2009. 
  106. John F Montgomery (2001). Hungary: The Unwilling Satellite 12: Hungarian Attempts at Making Separate Peace. Simon Publications. σελ. 300. ISBN 1-931313-57-1. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2009. 
  107. Martin Gilbert, The Routledge Atlas of the Holocaust, Routledge, New York, 2002. (ISBN 0-415-28145-8), p. 249
  108. Randolph L. Braham, Scott Miller: The Nazis' Last Victims, Indiana University Press, 2002. (ISBN 0-253-21529-3), p. 423
  109. Tamás Stark. Hungary's Human Losses in World War II. Uppsala Univ. 1995 (ISBN 91-86624-21-0)
  110. Donald Kendrick, The Destiny of Europe's Gypsies. Basic Books 1972 (ISBN 0-465-01611-1)
  111. Census of 1941 vs survivors in 1945.Martin Gilbert. Atlas of the Holocaust 1988 (ISBN 0-688-12364-3)
  112. Peter Pastor, "Hungarian and Soviet Efforts to Possess Ruthenia" Historian (2019) 81#3 pp 398–425.
  113. ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ - sulinet.hu
  114. Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες: καλή πατρίδα ... Ελληνικές κοινότητες πολιτικών προσφύγων στην Ανατολική Ευρώπη - Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία
  115. «Επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Μειονοτικής Αυτοδιοίκησης Μπελογιάννη». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Δεκεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2018. 
  116. Ioanna Zikakou (20 Μαΐου 2015). «Greek MPs Visit Beloiannisz Village in Hungary». GreekReporter.com. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2015. 
  117. «Ουγγαρία: Επίσκεψη Ελλήνων βουλευτών στο χωριό «Μπελογιάννης»». Νewsbomb. 19 Μαΐου 2015. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2015. 
  118. József Szekeres: Saving the Ghettos of Budapest in January 1945, Pál Szalai "the Hungarian Schindler" (ISBN 963-7323-14-7), Budapest 1997, Publisher: Budapest Archives, Page 74
  119. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, 2004, σελ.153
  120. Bakke, Elisabeth (2010), Central and East European party systems since 1989, Cambridge University Press, σελ. 79, ISBN 9781139487504, https://books.google.com/books?id=oFXdiS25N78C&q=fidesz+national+conservative&pg=PA79, ανακτήθηκε στις 17 November 2011 . [1] Αρχειοθετήθηκε 10 October 2007 στο Wayback Machine.
  121. «Viktor Orbán's Speech at Parliament on 8 June 2010». 
  122. «Orbán: Work-based economy is needed instead of a subsidy based one». 
  123. «Central Statistical Office (KSH): Unemployment reaches record height». 
  124. «State Television News: Unemployment decreased to 7,1%». 
  125. «Mihály Varga (Minister for Economy): The small- and medium-sized businesses are the primary beneficiaries of the economic growth». 
  126. «Zoltán Kész won over Fidesz in Veszprém». 
  127. Lyman, Rick (16 September 2015). «Migrants Clash With Police in Hungary, as Others Enter Croatia». New York Times. https://www.nytimes.com/2015/09/17/world/europe/europe-refugee-migrant-crisis.html. Ανακτήθηκε στις 17 September 2015. 
  128. Radovanovic, Radul (17 September 2015). «Chaotic border scrums as Croatia becomes migrant hotspot». Seattle Times. AP. http://www.seattletimes.com/nation-world/croatia-now-latest-migrant-hotspot-after-hungarian-clashes/. Ανακτήθηκε στις 17 September 2015. 
  129. «Reinforcement of temporary border barrier starts on the Hungarian–Serbian border». Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2017. 
  130. Hungary's PM plans 'more massive' fence to keep out migrants. theguardian.com. 26 August 2016.
  131. «Migrant crisis: EU ministers approve disputed quota plan». BBC News. 22 September 2015. https://www.bbc.com/news/world-europe-34329825. 
  132. "EU braces for turbulent summit after divisive deal on refugee quotas". The Guardian. 23 September 2015.
  133. «The Fundamental Law of Hungary» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2013.  Article 8(4): "A national referendum shall be valid if more than half of all electors have cast a valid vote, and shall be conclusive if more than half of all voters casting a valid vote have given the same answer to a question."
  134. https://www.bbc.com/news/world-europe-43693663
  135. https://www.euractiv.com/section/future-eu/news/orban-sworn-in-as-pm-for-third-time-eyes-20-more-years-in-power/
  136. https://www.bbc.com/news/world-europe-50039847
  137. Róbert, László (30 Οκτωβρίου 2019). «Megtört a Fidesz legyőzhetetlenségének mítosza» (PDF). politicalcapital.hu. Poltical Capital & Friedrich-Ebert-Stiftung. 
  138. «Hungary climate: Average Temperature, weather by month, Hungary weather averages - Climate-Data.org». en.climate-data.org. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2018. 
  139. Andrew Speedy. «Hungary». Fao.org. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2008. 
  140. «Hungary ranked sixth in world for environmental protection». Caboodle.hu. 10 Δεκεμβρίου 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 29 Μαΐου 2010. 
  141. «The World Factbook». Cia.gov. Ανακτήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2014. 
  142. «World Development Indicators : Google Public Data Explorer». Google.co.za. Ανακτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2017. 
  143. Max Roser (2014), Total Fertility Rate around the world over the last centuries, https://ourworldindata.org/grapher/children-born-per-woman?year=1800&country=HUN 
  144. Stolz, Joëlle (11 January 2011). «Hungarian government sends women home to make babies». The Guardian. https://www.theguardian.com/world/2011/jan/11/hungary-birth-rate-women-stolz. Ανακτήθηκε στις 3 August 2017. 
  145. «Hungary's natural decrease decelerates further». Bbj.hu. Ανακτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2017. 
  146. «Eurostat – Tables, Graphs and Maps Interface (TGM) table». ec.europa.eu. Ανακτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2017. 
  147. World Factbook EUROPE : HUNGARY, 12 July 2018, https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/hungary/ 
  148. «The World Factbook Life Expectancy». The World Factbook. 
  149. «Vital statistics, Hungarian Central Statistical Office (KSH)». Hungarian Central Statistical Office. Ανακτήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2014. 
  150. A roma népesség területi megoszlásának változása Magyarországon az elmúlt évtizedekben Changes in the Spatial Distribution of the Roma Population in Hungary During the Last Decades. ksh.hu Retrieved 1 January 2018.
  151. Ennyi roma él Magyarországon. hvg.hu. Retrieved 15 July 2018.
  152. 152,0 152,1 «Hungarian census 2011 / Országos adatok (National data) / 1.1.4.2. A népesség nyelvismeret és nemek szerint (population by spoken language), 1.1.6.1 A népesség anyanyelv, nemzetiség és nemek szerint (population by mother tongue and ethnicity), 2.1.7.1 A népesség vallás, felekezet, és fontosabb demográfiai ismérvek szerint (population by religion, denomination and main demographical indicators) (Hungarian)». Ksh.hu. Ανακτήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2014. 
  153. «Hungarian census 2011 – final data and methodology» (PDF) (στα Ουγγρικά). Hungarian Central Statistical Office. 
  154. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Προσδόκιμο ζωής και υγιές προσδόκιμο ζωής, Δεδομένα ανά χώρα
  155. «portal.ksh.hu/portal/page?_pageid=37,412178&_dad=portal&_schema=PORTAL#sett». portal.ksh.hu. Ανακτήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2021. 
  156. European Commission. «Official Languages». Ανακτήθηκε στις 29 Ιουλίου 2014. 
  157. name="Census2011">«2011 Hungary Census Report» (PDF). ksh.hu. 
  158. "Magyarország Alaptörvénye" (PDF). Parlament.hu. Hungarian Parliament. Retrieved 2 August 2014.και στο Αρθρο VII αναφέρει ότι "το κράτος μπορεί να συνεργάζεται με τις εκκλησίες για κοινωνικούς σκοπούς.Hungary's Constitution of 2011" (PDF).
  159. "Hungarian census 2011 / Országos adatok (National data) / 1.1.4.2. A népesség nyelvismeret és nemek szerint (population by spoken language), 1.1.6.1 A népesség anyanyelv, nemzetiség és nemek szerint (population by mother tongue and ethnicity), 2.1.7.1 A népesség vallás, felekezet, és fontosabb demográfiai ismérvek szerint (population by religion, denomination and main demographical indicators) (Hungarian)". Ksh.hu. Retrieved 30 September 2014.
  160. "Facts and Statistics". Reformatus.hu. 4 March 2013. Retrieved 26 March 2013.
  161. Braham, Randolph L. (2016). The Politics of Genocide: The Holocaust in Hungary. 2. New York: Columbia University Press. p. 1509. ISBN 978-0880337113.
  162. Braham 2016, p. 771, 774–775.
  163. Jewish Life Takes to the Streets at Hungary's Celebrated Judafest". Jewish Federation of North America. 9 May 2012. Archived from the original on 16 October 2013. Retrieved 4 March 2013.
  164. Myles, Robert (9 February 2013). "Hungary: A new synagogue for Budapest but anti-Semitism on rise". Digital Journal. Archived from the original on 15 March 2013. Retrieved 4 March 2013
  165. Eurydice. "Compulsory Education in Europe 2013/2014" (PDF). European commission. Archived from the original (PDF) on 6 November 2013. Retrieved 19 May 2014.
  166. Global Competitiveness Record 2013/2014". Archived from the original (PDF) on 4 June 2011. Retrieved 19 May 2014.
  167. OECD (27 June 2013). "OECD Health Data: Social protection". OECD Health Statistics (Database). doi:10.1787/data-00544-en. Retrieved 14 July 2013.
  168. "List of the entitled people for free insurance, National Healthcare Fund, 2013" (PDF).
  169. "Dőzsölők és szűkölködők – Miből gazdálkodnak az egyházak?, Figyelő (financial status of the churches in Hungary, Hungarian)". Figyelo.hu. Archived from the original on 17 April 2015. Retrieved 3 August 2017.
  170. "Health Status". stats.oecd.org. Retrieved 11 April 2019
  171. Hungary leading in Dental Tourism in Europe – BudapestAgent.com". Budapestagent.com. 20 June 2012. Retrieved 3 August 2017.
  172. "Hungary aims at bigger bite of dental tourism". Bbj.hu. Retrieved 3 August 2017.
  173. Hungary aims at bigger bite of dental tourism". Bbj.hu. Retrieved 3 August 2017.
  174. "Dental Tourism Development clinics turnover up 19%". Bbj.hu. Retrieved 3 August 2017
  175. "Hungarian Tourism promotes medical tourism – IMTJ". Imtj.com. Retrieved 3 August 2017.
  176. STADAT – 1.1. Népesség, népmozgalom (1900–)". Ksh.hu. Retrieved 3 August 2017.
  177. "Egészségjelentés 2016" (PDF). Oefi.hu. Archived from the original (PDF) on 4 April 2016. Retrieved 3 August 2017.
  178. Govt allocates HUF 450 mln to company facilitating tobacco sales monopoly". Bbj.hu. Retrieved 3 August 2017.
  179. http://visionofhumanity.org/app/uploads/2018/06/Global-Peace-Index-2018-2.pdf
  180. Magyar (Hungarian) migration, 9th century". Eliznik.org.uk. Retrieved 20 September 2009.
  181. General information on various student flats and building types in Budapest". Budapest Corner. Archived from the original on 14 December 2010. Retrieved 11 December 2010.
  182. Szalipszki, p. 12
  183. Broughton, pp. 159–167
  184. Szabolcsi, The Specific Conditions of Hungarian Musical Development "Κάθε πείραμα, φτιαγμένο από την ουγγρική παράδοση και σε ουγγρικό έδαφος, για τη δημιουργία μιας συνειδητής μουσικής κουλτούρας (μουσικής γραμμένης από συνθέτες, διαφορετικής από την παραδοσιακ μουσική), είχε ενστικτωδώς ή συνειδητά προσπαθήσει να αναπτύξει ευρέως και παγκόσμια το μουσικό κόσμο του παραδοσιακού τραγουδιού. Η λαϊκή ποίηση και μουσική εντάχθηκαν βαθιά στη συλλογική κουλτούρα του ουγγρικού λαού και αυτή η ενότητα δεν έπαψε να είναι αποτελεσματική ακόμη και όταν δόθηκε και εκφράστηκε από μεμονωμένους δημιουργικούς καλλιτέχνες, ερμηνευτές και ποιητές."
  185. Szabolcsi". Mek.oszk.hu. Retrieved 20 September 2009.
  186. "Sulinet: Magyar növény-e a paprika?". Sulinet.hu. Archived from the original on 20 June 2008. Retrieved 21 November 2008.
  187. Gundel, Karoly (1992). Gundel's Hungarian cookbook. Budapest: Corvina. ISBN 963-13-3600-X. OCLC 32227400.page 23
  188. Czégény, Clara Margaret (2006). Helen's Hungarian Heritage Recipes. Dream Machine Publishing. ISBN 978-0-9780254-0-3.
  189. Sörhelyzet, Magyarország 2016 – Gault&Millau kalauz – Gault&Millau Magyarország". Archived from the original on 4 March 2017. Retrieved 19 March 2017.
  190. Koccintás sörrel" (in Hungarian). 17 June 2005. Archived from the original on 9 March 2009. Retrieved 29 July 2011.
  191. 127/2009. (IX. 29.) FVM rendelet a szőlészeti és a borászati adatszolgáltatás, valamint a származási bizonyítványok kiadásának rendjéről, továbbá a borászati termékek előállításáról, forgalomba hozataláról és jelöléséről" (in Hungarian). Nemzeti Jogszabálytár. 27 December 2012. Retrieved 27 December 2012.
  192. Ian Spencer Hornsey, The Chemistry and Biology of Winemaking, Royal Society of Chemistry, 2007, p. 49, ISBN 9780854042661
  193. This is the world-famous sweet, topaz-colored wine known throughout the English-speaking world as Tokay. "A rich, sweet, moderately strong wine of a topaz color, produced in the vicinity of Tokay, in Hungary; also, a similar wine produced elsewhere." Webster's New International Dictionary of the English Language (Springfield, Mass.: G.&C. Merriam, 1913). See Tokay at page 2166.
  194. "Egri Bikavér – Hungarikum Lett a Vörös Cuvée". Eger.hu.
  195. True Heritage – Vinum Regum, Rex Vinorum – Wine of Kings, King of Wines". The Royal Tokaji Wine Company, 2013.
  196. Unicum". Zwack.
  197. "Hungary (Magyarország) – spa resorts & hotels". Visitspas.eu. Retrieved 18 August 2012.
  198. "New Hungary Rural Development Programme". Umvp.eu. Retrieved 23 January 2017.
  199. "Széchenyi Bath". Budapest: Hungária Koncert Kft. Retrieved 13 July 2015.
  200. "Hotel Gellért. Its stately building, at the foot of the Gellért hill, also houses the world-famous Gellért Baths, which include an outdoor pool with the original wave-generating device installed in 1927.". Budapest: Danubius Hotels Group. Retrieved 6 July 2017.
  201. "Herend Porcelain Manufactory Ltd". Herend.com. Retrieved 20 September 2009.
  202. Medals Per Capita". Retrieved 19 November 2016.
  203. Chinese-Hungarian brothers win gold for Hungary at Winter Olympics". Hungarian Free Press. 22 February 2018. Retrieved 4 March 2018.
  204. "A MOB közgyűlése támogatja a budapesti olympic" (in Hungarian). Hungarian Olympic Committee (MOB). 10 June 2015. Retrieved 23 June 2015.
  205. Tenczer Gábor (23 June 2015). "A Olympics" (in Hungarian). Index. Retrieved 23 June 2015.
  206. "List of FIA Licensed Circuits" (PDF). FIA. 6 February 2015. Retrieved 28 May 2015.
  207. "Hungarian Grand Prix deal extended until 2021". GP Today. Retrieved 6 January 2015.
  208. "Aszfaltavató a Hungaroringen" (in Hungarian). Hungaroring. 14 April 2016. Retrieved 15 April 2016. "A Magyar Nagydíj szerződését újabb öt évvel meghosszabbítottuk, ami azt jelenti, hogy a futamunknak 2026-ig helye van a Formula–1-es versenynaptárban." Translates as "We have extended the Hungarian Grand Prix's contract for a further 5 years, which means that our race has a place on the F1 calendar until 2026".
  209. "Federations Ranking". FIDE. 19 November 2016. Retrieved 19 November 2016.
  210. FIE 2009–2010 men's rankings". Fie.ch. Retrieved 22 June 2011.
  211. "FIE 2009–2010 women's rankings". Fie.ch. Retrieved 22 June 2011.
  212. "FIFA President: FIFA to help the Galloping Major". FIFA. 12 October 2005. Archived from the original on 7 October 2006. Retrieved 17 November 2006.
  213. "Coronel Puskas, el zurdo de oro". AS (in Spanish). 17 November 2006. Retrieved 17 November 2006.
  214. Mackay, Duncan (13 October 2005). "Lineker tees up another nice little earner". The Guardian. London. Retrieved 17 November 2006.
  215. Blatter unveils FIFA Puskas Award". Fifa.com. 21 October 2009. Archived from the original on 30 April 2011. Retrieved 22 June 2011.
  216. World Football Elo Ratings: Hungary". 6 July 2017. Retrieved 6 July 2017
  217. Hungary 3–2 Greece: Euro champions stunned". ESPN. 24 May 2008. Retrieved 22 June 2011.
  218. "Hungary 3–1 Italy: World Champions stunned". ESPN. 22 August 2007. Retrieved 22 June 2011.
  219. "Third supplemental memorandum of understanding" (PDF). Retrieved 21 June 2019.
  220. Central Government Gross Debt, 2016-09-30: 25 119,91 Billion HUF; Maastricht debt ratio, 2016-09-30: 74.159%". ÁKK. 20 November 2016. Retrieved 20 November 2016.
  221. KSH: Hungary's deficit to GDP reaches 1.9% in 2015". BBJ. 20 November 2016. Retrieved 20 November 2016.
  222. "Corruption Perceptions Index 2019" (PDF). transparency.org. Transparency International. p. 22. Archived from the original (PDF) on 18 February 2020. Retrieved 6 February 2020.
  223. Hungary". Freedom House. 2020. Retrieved 6 May 2020.
  224. Áder sets date of 2014 election for April 6". 18 January 2014. Archived from the original on 1 February 2014. Retrieved 18 January 2014.
  225. Hungary election: PM Viktor Orban heads for victory". bbc. 6 April 2014.
  226. rvény. In.: Magyar Közlöny. 2011. évi, 165. sz., 41095-41099. p.
  227. "Életbe lép az új választójogi törvény". Magyar Nemzet (in Hungarian). 29 December 2011. Archived from the original on 13 May 2012. Retrieved 2 January 2012.
  228. András Gergely, Gábor Máthé: The Hungarian state: thousand years in Europe (published in 2000)
  229. Elemér Hantos: The Magna Carta of the English And of the Hungarian Constitution (1904)
  230. John M. Merriman, J. M. Winter, Europe 1789 to 1914: encyclopedia of the age of industry and empire, Charles Scribner's Sons, 2006, p. 140, ISBN 978-0-684-31359-7
  231. Tadayuki Hayashi, Hiroshi Fukuda, Regions in Central and Eastern Europe: past and present, Slavic Research Center, Hokkaido University, 2007, p. 158, ISBN 978-4-938637-43-9
  232. Katerina Zacharia (2008). Hellenisms: Culture, Identity, and Ethnicity from Antiquity to Modernity. Ashgate Publishing, Ltd. p. 237. ISBN 978-0-7546-6525-0.
  233. "Curia of Hungary". National Office for the Judiciary. Retrieved 12 May 2014.
  234. Interpol entry Retrieved 15 May 2007.
  235. "Embassies in Budapest". Kulugyminiszterium.hu. 2014. Retrieved 16 April 2020.
  236. "International organizations in Hungary". Ministry of Foreign Affairs. Retrieved 20 November 2016.
  237. "Hungary-Ukraine relations hit new low over troop deployment". New Europe. 26 March 2018.
  238. hungarytoday.hu. 28 April 2016. Retrieved 28 April 2016.
  239. "Revised Hungarian IT Security Policy". National Cyber Security Center. Retrieved 20 November 2016.
  240. Witold Sarnecki; David Nicolle (2008). Medieval Polish Armies 966–1500. Bloomsbury USA. p. 19. ISBN 978-1-84603-014-7.
  241. Page 207, Mollo, Andrew, The Armed Forces of World War II, Crown, 1981, New York, ISBN 0-517-54478-4
  242. "World Bank Country Classification". Archived from the original on 24 May 2008. Retrieved 30 September 2014.
  243. "The Atlas of Economic Complexity by @HarvardGrwthLab". atlas.cid.harvard.edu.
  244. "Hungary". International Monetary Fund. Retrieved 29 April 2017
  245. External trade surplus was EUR 604 million in December". Hungarian Central Statistical Office. 10 March 2016. Retrieved 10 March 2016.
  246. "GDP – composition, by end use". CIA World Factbook. 2016. Retrieved 11 March 2016
  247. Hungary". CIA World Factbook. 2016. Retrieved 11 March 2016.
  248. "Export Partners of Hungary". CIA World Factbook. 2016. Retrieved 11 March 2016.
  249. Tourism Highlights 2015 Edition. World Tourism Organization. 10 March 2016. doi:10.18111/9789284416899. ISBN 9789284416899.
  250. Electronics". HIPA. Archived from the original on 23 October 2015. Retrieved 11 March 2016.
  251. "The employment rate of people aged 15–64 increased to 68.3%". KSH. Retrieved 30 August 2017.
  252. Unemployment rate decreased to 4.1%". Hungarian Central Statistical Office. Retrieved 26 October 2017.
  253. Global 500 – Countries: Hungary – Fortune". Money. 23 July 2012. Retrieved 10 June 2013.
  254. "Top – Hungary". startupRANKING. Retrieved 10 March 2016
  255. "Budapest's Europe's Second Fastest-Developing Urban Economy, Study Reveals – The study examines the development of the world's 300 largest urban economies, ranking them according to the pace of development". Brookings Institution. 23 January 2015. Retrieved 8 March 2016.
  256. "The World According to GaWC 2010". lboro.ac.uk. 13 April 2010. Retrieved 12 May 2014.
  257. Istrate, Emilia. "Global MetroMonitor | Brookings Institution". Brookings.edu. Archived from the original on 5 June 2013. Retrieved 10 June 2013.
  258. "Hungary's GDP (IMF, 2016 est.) is $265.037 billion x 39% = $103,36 billion". Portfolio online financial journal. Retrieved 10 June 2013.
  259. "Benchmarking global city competitiveness" (PDF). Economist Intelligence Unit. 2012. Archived from the original (PDF) on 9 July 2014. Retrieved 12 May 2014.
  260. "ukmediacentre.pwc.com". PricewaterhouseCoopers. Archived from the original on 31 May 2013. Retrieved 12 May 2014.
  261. "hngary.com". hngary.com. 2017. Retrieved 28 August 2018.
  262. Monetary Policy". Hungarian National Bank. Retrieved 10 March 2016.
  263. "Research and development (R&D) – Gross domestic spending on R&D – OECD Data". data.oecd.org. Retrieved 10 February 2016.
  264. The Bloomberg Innovation Index". Bloomberg.
  265. "Global Innovation Index". Cornell University, INSEAD, and the World Intellectual Property Organization.
  266. "Researchers in R&D (per million people)". World Bank.
  267. Global Innovation Index – ANALYSIS – Hungary". Cornell University, INSEAD, and the World Intellectual Property Organization.
  268. "The National Research, Development and Innovation Office". NRDI Office.
  269. "MTA and Science (Infograpihcs)". Hungarian Academy of Sciences.
  270. "MTA's Research Centres and Institutes". Hungarian Academy of Sciences.
  271. "Hungary's Nobel Prize Winners". Hungarian Academy of Sciences.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία