Οι Οστρογότθοι (Λατινικά: Ostrogothi, Austrogothi) ήταν Γερμανικός λαός της Ρωμαϊκής εποχής. Τον 5ο αιώνα ακολούθησαν τους Βησιγότθους, δημιουργώντας ένα από τα δύο μεγάλα Γοτθικά βασίλεια μέσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με βάση τους μεγάλους γοτθικούς πληθυσμούς που είχαν εγκατασταθεί στα Βαλκάνια τον 4ο αιώνα, έχοντας διασχίσει τον Κάτω Δούναβη. Ενώ οι Βησιγότθοι είχαν συγκροτηθεί υπό την ηγεσία του Αλάριχου Α', η νέα πολιτική οντότητα των Οστρογότθων που κατέληξε να κυβερνήσει την Ιταλία συγκροτήθηκε στα Βαλκάνια υπό την επιρροή της δυναστείας των Αμάλ, της οικογένειας του Θεοδώριχου του Μεγάλου.

Ψηφιδωτό που απεικονίζει το ανάκτορο του Θεοδώριχου στο παρεκκλήσιο του παλατιού του, Άγιος Απολλινάριος ο νέος
Το βασίλειο των Οστρογότθων.

Μετά το θάνατο του Αττίλα και την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Ούννων, που συνέβη με τη Μάχη του Νεντάο το 453, η οικογένεια των Αμάλ άρχισε να συγκροτεί το βασίλειό της στην Παννονία. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ζήνων έστρεψε αυτούς τους Γότθους της Παννονίας εναντίον εκείνων της Θράκης, αλλά αντ 'αυτού οι δύο ομάδες ενώθηκαν μετά το θάνατο του Θράκα ηγέτη Θεοδώριχου Στράβωνα και του γιου του. Στη συνέχεια ο Ζήνων υποστήριξε τον Θεοδώριχο για να εισβάλει στην Ιταλία και να αντικαταστήσει εκεί τον Οδόακρο, που είχε υποστηρίξει προηγουμένως ως βασιλιά της. Το 493 ο Θεοδώριχος ίδρυσε το Οστρογοτθικό Βασίλειο της Ιταλίας, όταν νίκησε τις δυνάμεις του Οδόακρου και σκότωσε τον ανταγωνιστή του σε ένα συμπόσιο.

Μετά το θάνατο του Θεοδώριχου υπήρξε μια περίοδος αστάθειας, που τελικά έβαλε σε πειρασμό το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό να κηρύξει τον πόλεμο στους Οστρογότθους το 535, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τις πρώην δυτικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αρχικά οι Βυζαντινοί τα κατάφεραν αλλά υπό την ηγεσία του Τωτίλα οι Γότθοι κατέκτησαν εκ νέου το μεγαλύτερο μέρος της χαμένης επικράτειάς τους μέχρι το θάνατό του στη Μάχη των Ταγινών. Ο πόλεμος διήρκεσε σχεδόν 21 χρόνια και προκάλεσε τεράστιες ζημιές σε ολόκληρη την Ιταλία, μειώνοντας τον πληθυσμό της χερσονήσου. Οι εναπομείναντες Οστρογότθοι της Ιταλίας απορροφήθηκαν από τους Λομβαρδούς, που ίδρυσαν ένα βασίλειο στην Ιταλία το 568.

Όπως και με άλλες γοτθικές ομάδες, η ιστορία των λαών που τους αποτέλεσαν πριν φτάσουν στα Ρωμαϊκά Βαλκάνια είναι δύσκολο να ανασυντεθεί λεπτομερώς. Ωστόσο οι Οστρογότθοι συνδέονται με τους προηγούμενους Γκρεουτούνγκους. Οι ίδιοι οι Οστρογότθοι αναφέρονταν πιο συχνά απλώς ως Γότθοι ακόμη και τον 5ο αιώνα, αλλά και προηγούμενα αναφέρθηκαν μια φορά, σε ένα ποίημα του Κλαυδιανού που τους συνδέει με μια ομάδα Γκρεουτούνγκων, εγκατεστημένων ως στρατιωτική μονάδα στη Φρυγία. Επιπλέον ο ιστορικός των Γότθων του 6ου αιώνα Ιορδάνης ταύτιζε επίσης τους Οστρογότθους της εποχής του με τους Γότθους που κυβερνούσε τον 4ο αιώνα ο βασιλιάς Ερμανάριχος, τους οποίους ο Ρωμαίος συγγραφέας Αμμιανός Μαρκελλίνος είχε αποκαλέσει Γκρεουτούνγκους και περιέγραψε ότι ζούσαν μεταξύ των ποταμών Δνείστερου και Ντον. Οι Ούννοι και οι Αλανοί επιτέθηκαν στους Γότθους από τα ανατολικά και μεγάλες ομάδες Γότθων μετακινήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ενώ άλλοι έγιναν υποτελείς των Ούννων.

ΓότθοιΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Γότθοι
 
  Παραδοσιακή Γέταλαντ
  Νησί Γκότλαντ
  Πολιτισμός Βήλμπαρκ, αρχές του 3ου αιώνα
  Πολιτισμός Τσερνιακόφ, αρχές του 4ου αιώνα

Οι Οστρογότθοι ήταν ένας από τους πολλούς λαούς που αναφέρονται γενικότερα ως Γότθοι. Οι Γότθοι αρχίζουν να εμφανίζονται στις ρωμαϊκές πηγές από τον τρίτο αιώνα, στις περιοχές βόρεια του Κάτω Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας.[1] Ανταγωνίστηκαν για επιρροή και ρωμαϊκές επιχορηγήσεις με λαούς που είχαν ζήσει περισσότερο στην περιοχή, όπως οι Κάρπιοι και διάφοροι Σαρμάτες, και συνεισέφεραν άνδρες στο Ρωμαϊκό στρατό. Με βάση τη γερμανική τους γλώσσα και τον υλικό πολιτισμό τους πιστεύεται ότι ο γοτθικός πολιτισμός τους προέρχεται από πολιτισμούς που αρχικά προέρχονταν από την περιοχή του ποταμού Βιστούλα στα βόρεια, τη σημερινή Πολωνία.[2] Τον τρίτο αιώνα οι Γότθοι αποτελούνταν ήδη από υποομάδες με τα δικά τους ονόματα, επειδή οι Θερβίνγκοι, που συνόρευαν με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τα Καρπάθια Όρη, αναφέρονταν χωριστά τουλάχιστον σε μία περίπτωση.[3]

Οι Οστρογότθοι, που μνημονεύονται αργότερα, συνδέονται με τους Γκρεουτούνγκους που ζούσαν ανατολικότερα. Ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ των Θερβίνγκων και των Γκρεουτούνγκων αναφέρεται από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο ο ποταμός Δνείστερος, ενώ στα ανατολικά των Γκρεουτούνγκων ζούσαν Αλανοί κοντά στον ποταμό Ντον.[4]

Γοτθική γλώσσαΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Γοτθική γλώσσα

Οι Οστρογότθοι στην Ιταλία χρησιμοποιούσαν μια γοτθική γλώσσα, που είχε τόσο προφορικές όσο και γραπτές μορφές, και που αποδεικνύεται καλύτερα σήμερα στη σωζόμενη μετάφραση της Βίβλου του Ουλφίλα. Οι Γότθοι αποτελούσαν μειοψηφία σε όλα τα μέρη που ζούσαν εντός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και δεν έχει διασωθεί καμία γοτθική γλώσσα ή ξεχωριστή γοτθική εθνότητα. Από την άλλη πλευρά τα κείμενα της γοτθικής γλώσσας που βοήθησε να διατηρηθούν το Οστρογοτθικό Βασίλειο είναι η μόνη ανατολική γερμανική γλώσσα με «συνεχή κείμενα» που σώζονται και τα πρώτα σημαντικά υπολείμματα οποιασδήποτε γερμανικής γλώσσας.

EτυμολογίαΕπεξεργασία

 
Οστρογοτθικά τόξα (περίπου του 500) από την Εμίλια-Ρομάνια της Ιταλίας

Το πρώτο συνθετικό της λέξης «Οστρογότθος» προέρχεται από τη γερμανική ρίζα *auster- που σημαίνει «ανατολικός». Σύμφωνα με την πρόταση του Βόλφραμ αυτό ήταν αρχικά ένα καυχησιολογικό όνομα φυλής που σημαίνει «Γότθοι του ανατέλλοντος ηλίου», ή «Γότθοι που δοξάζονται από τον ανατέλλοντα ήλιο».[5] Ωστόσο τον 6ο αιώνα ο Ιορδάνης, για παράδειγμα, πίστευε ότι οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι ήταν δύο αντίθετα ονόματα που σημαίνουν απλώς δυτικοί και ανατολικοί Γότθοι.[3][6]

ΙστορίαΕπεξεργασία

Οι Γκρεουτούνγκοι και οι Οστρογότθοι πριν από τους ΟύννουςΕπεξεργασία

Η φύση των διαιρέσεων των Γότθων πριν από την άφιξη των Ούννων είναι ασαφής, αλλά σε όλη την ιστορία τους οι Οστρογότθοι αναφέρονται με αυτό το όνομα μόνο πολύ σπάνια, και συνήθως σε πολύ ασαφήπλαίσια. Ωστόσο, μεταξύ άλλων ονομάτων γοτθικών ομάδων, συνδέονται με τους Γκρεουτούνγκους. Οι απόψεις των επιστημόνων διίστανται σχετικά με αυτή τη σύνδεση. Ο ιστορικός Χέρβιγκ Βόλφραμ τα βλέπει αυτά ως δύο ονόματα για έναν λαό, όπως θα συζητηθεί παρακάτω. Ο Πήτερ Χήθερ, αντίθετα, έγραψε ότι:

Οι Οστρογότθοι με την έννοια της ομάδας με επικεφαλής τον Θεοδώριχο στην Ιταλία βρίσκονται στο τέλος σύνθετων διαδικασιών κατακερματισμού και ενοποίησης που περιλαμβάνουν μια ποικιλία ομάδων -κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά γοτθικών όπως φαίνεται- και οι καλύτερες, της εποχής, μαρτυρίες αμφισβητούν την αντίληψη που προκύπτει από τον Ιορδάνη ότι οι Οστρογότθοι ήταν Γκρεουτούνγκοι με άλλο όνομα.[7]

Μερικοί ιστορικοί προχωρούν πολύ πιο μακριά από τον Χήθερ, αμφισβητώντας αν μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάποια μεμονωμένη εθνότητα, ακόμη και η γοτθική, ένωσε τους Οστρογότθους προτού ενωθούν πολιτικά από τη φυλή των Αμάλ.

 
Χάρτης των γοτθικών μεταναστεύσεων και βασιλείων
 
Η Ευρώπη το 230 μ.Χ.

Μια αμφίβολη πρώιμη αναφορά για τους Οστρογότθους βρίσκεται στην πολύ αργότερα γραμμένη Historia Augusta, αλλά διακρίνει τους Οστρογότθους και τους Γκρεουτούνγκους. Στο άρθρο για τον Αυτοκράτορα Κλαύδιο Γότθικο (βασίλευσε 268–270) δίνεται ο ακόλουθος κατάλογος των «σκυθικών» λαών που είχαν κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα όταν κέρδισε τον τίτλο του «Γοτθικός»: «peuci trutungi austorgoti uirtingi sigy pedes celtae etiam eruli". Αυτές οι λέξεις παραδοσιακά ερμηνεύονται από σύγχρονους μελετητές για να συμπεριλάβουν γνωστούς λαούς: «Peuci, Grutungi, Austrogoti, Tervingi, Visi, Gipedes, Celtae etiam et Eruli». Ωστόσο αυτή η εργασία δεν θεωρείται αξιόπιστη, ειδικά για τη σύγχρονη ορολογία.[8]

Η πρώτη καταγραφή μιας γοτθικής υποομάδας που ενεργούσε στο δικό της όνομά, συγκεκριμένα οι Θερβίνγκοι, χρονολογήθηκε από το 291.[9][10] Οι Γκρεουτούνγκοι, οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι δεν κατονομάζονται νωρίτερα από το 388.[3]

Οι Οστρογότθοι αναφέρθηκαν για πρώτη φορά οπωσδήποτε περισσότερο από εκατό χρόνια μετά τους Θερβίνγκους το 399 και αυτή είναι η μόνη βέβαιη αναφορά αυτού του ονόματος πριν οι Αμάλ δημιουργήσουν το βασίλειό τους της Ιταλίας. Ένα ποίημα του Κλαυδιανού περιγράφει τους Οστρογότθους, που ήταν αναμεμειγμένοι με τους Γκρεουτούνγκους και εγκαταστάθηκαν μαζί στη Φρυγία, ως μια δυσαρεστημένη στρατιωτική δύναμη βαρβάρων, που κάποτε είχαν πολεμήσει εναντίον της Ρώμης, αλλά τώρα υποτίθεται ότι θα πολεμούσαν για αυτήν. Ο Κλαυδιανός χρησιμοποιεί τον όρο Οστρογότθος μόνο μία φορά στο μακροσκελές ποίημα, αλλά σε άλλες αναφορές στην ίδια ομάδα τους αποκαλεί συχνότερα Γκρεουτούνγκους ή "Γετικούς" (μια παλαιότερη λέξη που χρησιμοποιείται ποιητικά για τους Γότθους αυτή την περίοδο). Αυτοί οι Γότθοι οδηγήθηκαν σε εξέγερση από τον Τριβιγίλδο, ένα Ρωμαίο στρατηγό γοτθικής καταγωγής. Πολύ αργότερα ο Ζώσιμος περιέγραψε επίσης τον Τριβιγίλδο και την εξέγερσή του ενάντια στον ευνούχο ύπατο Ευτρόπιο. Ο Γαϊνάς, δυσαρεστημένος Γότθος στρατηγός που στάλθηκε για να πολεμήσει τον Τριβιγίλδο, ένωσε ανοιχτά τις δυνάμεις του με αυτόν μετά το θάνατο του Ευτροπίου. Ο Ζώσιμος πίστευε ότι ήταν συνωμοσία μεταξύ των δύο Γότθων από την αρχή. Πιστεύεται γενικά από τους ιστορικούς ότι αυτός ο εποικισμός της Φρυγίας από τους Γκρεουτούνγκους, που αναφέρονται ως Οστρογότθοι, έγινε από τμήμα της δύναμης των Γκρεουτούνγκων με επικεφαλής τον Oδόθεο το 386, και όχι από τους Γκρεουτούνγκους που είχαν εισέλθει στην αυτοκρατορία νωρίτερα, το 376 υπό τους Αλάθεο και Σάφρακα.[11][12]

Με βάση το συγγραφέα του 6ου αιώνα Ιορδάνη, του οποίου η Getica είναι μια ιστορία της Οστρογοτθικής δυναστείας των Αμάλ, υπάρχει μια παράδοση που απλώς ταυτίζει τους Γκρεουτούνγκους με τους Οστρογότθους.[13] Ο Ιορδάνης δεν αναφέρει καθόλου τους Γκρεουτούνγκους με αυτό το όνομα, αλλά προσδιόρισε τους Οστρογότθους βασιλείς της Ιταλίας, τη δυναστεία των Αμάλ, ως διαδόχους και απογόνους του βασιλιά Ερμανάριχου. Ο Ερμανάριχος περιγράφεται από τον πιο αξιόπιστο συγγραφέα της εποχής Αμμιανό Μαρκελλίνο ως βασιλιάς των Γκρεουτούνγκων, ωστόσο η οικογενειακή διαδοχή που περιγράφεται από τους δύο κλασικούς συγγραφείς είναι εντελώς διαφορετική και ο Αμμιανός θεωρείται πιο αξιόπιστη πηγή. Ο Ιορδάνης διευκρίνισε επίσης ότι γύρω στο 250 (την εποχή του αυτοκράτορα Φιλίππου του Άραβα που βασίλεψε 244–249) οι Οστρογότθοι διοικούντο από ένα βασιλιά που ονομαζόταν Οστρογότθα και είτε πήραν το όνομά τους από αυτόν τον «πατέρα των Οστρογότθων», είτε οι Οστρογότθοι και οι Βησιγότθοι πήραν αυτά τα ονόματα που σήμαιναν Ανατολικοί και Δυτικοί Γότθοι..[14]

 
Γοτθικές επιδρομές τον 3ο αιώνα
 
Η Ευρώπη το 305 μ.Χ.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Ιορδάνης είναι αναξιόπιστος, ειδικά για γεγονότα πολύ πριν από την εποχή του, αλλά ορισμένοι, όπως ο Χέρβιγκ Βόλφραμ, υποστηρίζουν την ταύτιση των Γκρεουτούνγκων και των Οστρογότθων. Ο Βόλφραμ ακολουθεί τη θέση του Φραντς Αλτχάιμ ότι οι όροι Θερβίνγκοι και Γκρεουτούνγκοι ήταν παλαιότερα γεωγραφικά αναγνωριστικά που χρησιμοποιούσαν οι ξένοι για να περιγράψουν αυτούς τους Βησιγότθους και τους Οστρογότθους πριν περάσουν το Δούναβη και ότι αυτή η ορολογία έπαψε να χρησιμοποιείται μετά το 400 περίπου, όταν πολλοί Γότθοι είχαν μετακομίσει στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.[15] Αντίθετα, σύμφωνα με τον ίδιο, οι όροι «Βησιγότθοι» και «Οστρογότθοι» χρησιμοποιήθηκαν από τους ίδιους τους λαούς για να αυτοχαρακτηριστούν και έτσι παρέμειναν σε χρήση. Προς υποστήριξη αυτού ο Βόλφραμ υποστηρίζει ότι είναι σημαντικό το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι συγγραφείς είτε χρησιμοποίησαν ορολογία που αντιπαραβάλλει τους Θερβίνγκους και τους Γκρεουτούνγκους, είτε τους Βήσους/Βησιγότθους και τους Οστρογότθους, και δεν αναμείξαν ποτέ αυτά τα ζεύγη - για παράδειγμα, ποτέ δεν αντιπαράβαλαν Θερβίνγκους με Οστρογότθους.[16] Όπως περιγράφηκε παραπάνω, υπάρχουν δύο παραδείγματα ρωμαϊκών κειμένων που συνδυάζουν τις γεωγραφικές και καυχησιολογικές ορολογίες του Βόλφραμ σαν να ήταν χωριστοί λαοί και αυτές είναι οι μόνες δύο πρώιμες αναφορές των Οστρογότθων πριν από τους Αμάλ. Για τον Βόλφραμ αυτές οι ορολογίες είναι λάθος να βλέπουν αυτούς τους λαούς ως ξεχωριστούς, αλλά σημειώνει ότι κανένας από τους δύο δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτούς που θεωρεί ότι είναι οι γεωγραφικοί και καυχησιολογικοί όροι. Πρώτον, όπως προαναφέρθηκε, Οστρογότθοι και Γκρεουτούνγκοι αναφέρονται μαζί από τον ποιητή Κλαυδιανό και δεύτερον και τα τέσσερα ονόματα χρησιμοποιούνται μαζί στην αναξιόπιστη Historia Augusta για τον Αυτοκράτορα Κλαύδιο Γοτθικό ως "Gruthungi, Ostrogothi, Tervingi, Vesi".[16][17] Ως δεύτερο επιχείρημα για αυτή τη γεωγραφική και καυχησιολογική αντίθεση ο Βόλφραμ αναφέρει τον Ζώσιμο να αναφέρεται στην ομάδα των «Σκύθων» βόρεια του Δούναβη μετά το 376 που ονομάζονταν «Γκρεουτούνγκοι» από τους βάρβαρους, υποστηρίζοντας ότι αυτοί «μπορούν μόνο» να είναι Θερβίνγκοι, και ότι αυτό δείχνει πώς το όνομα «Γκρεουτούνγκοι» χρησιμοποιείτο μόνο από ξένους.[18] Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, αυτοί οι Γκρεουτούνγκοι που αναφέρει ο Ζώσιμος είναι εκείνοι που ο Χήθερ και άλλοι ιστορικοί εξισώνουν με τους επαναστάτες Γκρεουτούνγκους που αναφέρθηκαν αργότερα από τον Κλαυδιανό στη Φρυγία το 399–400 και που, σύμφωνα με τον Κλαυδιανό, αναμείχθηκαν με τους Οστρογότθους.[11][12]

Σε κάθε περίπτωση η παλαιότερη ορολογία ενός διχασμένου γοτθικού λαού εξαφανίστηκε σταδιακά μετά την είσοδό τους στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο όρος «Βησιγότθοι» ήταν εφεύρεση του έκτου αιώνα του Κασσιόδωρου, Ρωμαίου στην υπηρεσία του Θεοδώριχου του Μεγάλου, επινόησε τον όρο Βησιγότθοι για να ταιριάζει με τους Οστρογότθους, όρους που θεωρούσε ως «Δυτικούς Γότθους» και «Ανατολικούς Γότθους» αντίστοιχα.[19] Η διαίρεση δυτικού-ανατολικού ήταν μια απλοποίηση και μια λογοτεχνική τεχνική των ιστορικών του έκτου αιώνα, ενώ οι πολιτικές πραγματικότητες ήταν πιο περίπλοκες.[20] Επιπλέον ο Κασσιόδωρος χρησιμοποίησε τον όρο «Γότθοι» για να αναφερθεί μόνο στους Οστρογότθους, τους οποίους υπηρετούσε, και διατήρησε το γεωγραφικό όρο «Βησιγότθοι» για τους Γαλατοϊσπανόφωνους Γότθους. Αυτή η χρήση, ωστόσο, υιοθετήθηκε από τους ίδιους τους Βησιγότθους στις επικοινωνίες τους με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον έβδομο αιώνα.[20]

Άλλα ονόματα για τους Γότθους αφθονούσαν. Ένας «Γερμανός» Βυζαντινός ή Ιταλός συγγραφέας αναφέρθηκε σε έναν από τους δύο λαούς ως Βαλαγότθους, που σημαίνει «Ρωμαίοι [walha] Γότθοι».[20] Το 484 οι Οστρογότθοι είχαν ονομαστεί Βαλαμιριακοί (άντρες του Βαλαμίρ) επειδή ακολουθούσαν τον Θεοδώριχο, απόγονο του Βαλαμίρ.[20] Αυτή η ορολογία επιβίωσε στη Βυζαντινή Ανατολή μέχρι και τη βασιλεία του Αθαλάριχου, που ονομαζόταν του Ουαλεμεριάκου από τον Ιωάννη Μαλάλα.[21]

Εισβολές των Ούννων και των ΑμαλΕπεξεργασία

 
Διαδρομές που ακολούθησαν Γερμανικοί εισβολείς κατά την Περίοδο των Μεταναστεύσεων

Στα τέλη του 4ου αιώνα η άνοδος των Ούννων ανάγκασε πολλούς από τους Γότθους και τους Αλανούς να ενωθούν μαζί τους, ενώ άλλοι μετακινήθηκαν προς τα δυτικά και τελικά εγκαταστάθηκαν στη Ρωμαϊκή επικράτεια στα Βαλκάνια. Οι Οστρογότθοι και οι Γκρεουτούνγκοι, ίσως ο ίδιος λαός, πιστεύεται ότι ήταν από τους πρώτους Γότθους που υποτάχθηκαν από τους Ούννους.[22] Πολλοί Γκρεουτούνγκοι εισήλθαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 376 με τον Σάφρακα και τον Aλάθεο και πολλοί από αυτούς τους Γότθους πιθανότατα στη συνέχεια ενώθηκαν με τον Αλάριχο, συνεισφέροντας στο σχηματισμό του Βησιγοτθικού Βασιλείου.[23] Όπως αναφέρθηκε παραπάνω μια ομάδα Οστρογότθων και Γκρεουτούνγκων προφανώς εγκαταστάθηκαν επίσης στη Φρυγία τη δεκαετία του 380 από τους Ρωμαίους. Κατά τα άλλα οι ιστορικές πηγές αρχίζουν να αναφέρουν μόνο το όνομα των Οστρογότθων ως τη γοτθική πολιτική οντότητα που σχηματίστηκε στα Βαλκάνια τον 5ο αιώνα.

Το Οστρογοτθικό Βασίλειο υπό τους Αμάλ άρχισε να συγχωνεύεται γύρω από την ηγεσία αυτής της δυναστείας που είχε πολεμήσει υπό τον Αττίλα και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Παννονία. Το δεύτερο σημαντικό συστατικό του πληθυσμού του βασιλείου των Αμάλ ήταν οι Θράκες Γότθοι γύρω στο 483/484.[24][25]

Οστρογότθοι της Παννονίας του 5ου αιώναΕπεξεργασία

 
Βαρβαρικά βασίλεια και φυλές μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476

Οι Οστρογότθοι της Παννονίας είχαν πολεμήσει μαζί με τους Αλανούς και τους Ούννους.[26] Όπως αρκετοί άλλοι φυλετικοί λαοί, έγιναν ένας από τους πολλούς στους Ούννους υποτελείς, που πολέμησαν στην Ευρώπη, όπως στη Μάχη των Εθνών το 451, όπου οι Ούννοι ηττήθηκαν από το Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο σε συμμαχία με μια ομάδα Αλανών και Βησιγότθων.[27] Η αφήγηση του Ιορδάνη για αυτή τη μάχη σίγουρα δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη, καθώς αποδίδει λανθασμένα μεγάλο μέρος της νίκης στους Γότθους, ενώ ήταν οι Αλανοί που αποτελούσαν τη «ραχοκοκαλιά της ρωμαϊκής άμυνας».[28] Γενικότερα ο Ιορδάνης απεικονίζει τους Αμάλ ως αρχαία βασιλική οικογένεια στα Getica του, καθιστώντας τους παραδοσιακά κυρίαρχους μεταξύ των Γότθων στην Ουκρανία, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Αττίλα. Ο Βαλαμίρ, θείος του Θεοδώριχου του Μεγάλου, απεικονίζεται ακόμη και ως ο πιο πολύτιμος ηγέτης του Αττίλα μαζί με τον Αρδάριχο των Γεπίδων.[29] Οι σύγχρονοι ιστορικοί όπως ο Πήτερ Χήθερ πιστεύουν ότι αυτό είναι υπερβολή και επισημαίνουν ότι υπήρχαν τουλάχιστον τρεις φατρίες Γότθων στις δυνάμεις του Αττίλα.[30][31]

Η καταγεγραμμένη ιστορία των Οστρογότθων ως πολιτικής οντότητας ξεκινά έτσι με την ανεξαρτησία τους από τα υπολείμματα της Αυτοκρατορίας των Ούννων μετά το θάνατο του Αττίλα το 453. Υπό τον Βαλιμίρ ήταν μεταξύ των λαών που ζούσαν στην περιοχή του Μέσου Δούναβη εκείνη την εποχή, και των οποίων η ελευθερία από την κυριαρχία των γιων του Αττίλα επιβεβαιώθηκε με τη Μάχη του Νεντάο το 454, της οποίας ηγήθηκαν οι Γέπιδες. Δεν είναι σαφές αν και ποιό ρόλο έπαιξαν οι Γότθοι σε αυτή τη μάχη, μετά την οποία πολλοί Γότθοι εντάχθηκαν στο Ρωμαϊκό στρατό, ενώ μόνο μερικοί άρχισαν να συνενώνονται υπό την ηγεσία του Βαλαμίρ και των δύο αδελφών του, Βιδίμιρου και Θεοδέμιρου, πατέρα του Θεοδώριχου του Μεγάλου.[32]

Αυτοί οι Γότθοι υπό την ηγεσία των Αμάλ προφανώς εγκαταστάθηκαν για πρώτη φορά στην Παννονική περιοχή της Λίμνης Μπάλατον και του Σιρμίου (Σρέμσκα Μιτρόβιτσα), στα σύνορα του ρωμαϊκού Δούναβη. Η γη που απέκτησαν μεταξύ της Βιντόμπονα (Βιέννη) και του Σιρμίου δεν ήταν πολύ αποδοτική, γεγονός που έκανε τους Οστρογότθους να εξαρτώνται από την Κωνσταντινούπολη για επιχορηγήσεις.[33][34] Ήρθαν σε σύγκρουση με άλλους λαούς της Μέσης Παραδουνάβιας, περιλαμβανομένου του παραδουνάβιου Σουηβικού βασιλείου του Χούνιμουντ, και των Σκιρίων, που είχαν φτάσει εκεί ως μέλη της αυτοκρατορίας των Ούννων, και αυτό οδήγησε στο θάνατο του Βαλαμίρ και τελικά στη νίκη των Γοτθικών στη Μάχη της Μπόλια το 469, τώρα υπό τον Θεοδέμιρο. Αυτός, πατέρας του Θεοδώριχου, οδήγησε αυτούς τους Γότθους στην Ανατολική Ρωμαϊκή επικράτεια το 473/474.[35] Ο νεότερος θείος του Θεοδώριχου, Βιδίμιρος, με τον ομώνυμο γιο του και μερικούς από τους Γότθους της Παννονίας, κατευθύνθηκε στην Ιταλία και ο γιος του τελικά εγκαταστάθηκε στη Γαλατία.[36]

Ο Θεοδέμιρος και ο Θεοδώριχος μετέφεραν τους Γότθους τους στα Βαλκάνια, ενώ στο μεταξύ, οι Θράκες Γότθοι ήταν το κύριο επίκεντρο της Γοτθικής δύναμης. Για κάποιο διάστημα κατείχαν ένα τμήμα της Μακεδονίας, ελέγχοντας τμήμα της Εγνατίας Οδού μεταξύ των μεγάλων ρωμαϊκών πόλεων του Δυρραχίου και της Θεσσαλονίκης. Ο Θεοδέμιρος πέθανε στην Κύρρο το 474, αφού φρόντισε να οριστεί διάδοχός του ο Θεοδώριχος (ο μελλοντικός «Μέγας»). Την ίδια χρονιά ο άλλος Θεοδώριχος («Στράβων»), έπεσε σε δυσμένεια του νέου αυτοκράτορα Ζήνωνα.[37]

Γότθοι της Θράκης του 5ου αιώναΕπεξεργασία

Οι Γότθοι της Θράκης του 5ου αιώνα, σύμφωνα με τον Πήτερ Χήθερ, είχαν πιθανώς ενοποιηθεί μόλις τη δεκαετία του 460, αν και πιθανότατα ζούσαν στην περιοχή από τη δεκαετία του 420, όταν μια ομάδα Γότθων στην Παννονία ήδη υπό την επιρροή των Ούννων αποσπάστηκε και εγκαταστάθηκε εκεί.[38] Ο Βόλφραμ έχει υποστηρίξει ότι ο Θεοδώριχος Στράβων ήταν ένας Αμάλ, του οποίαου ο πατέρας είχε χωρίσει από τον κλάδο του Θεοδώριχου μόλις την εποχή της Μάχης του Nαντάο.[39]

Σχημάτισαν μια στρατιωτική δύναμη που ήταν πιστή στον Άσπαρ, τον Ανατολικό Ρωμαίο magister militum ("στρατηλάτη") αλανικής-γοτθικής καταγωγής, που σκοτώθηκε το 471. Το θάνατο του Άσπαρ ακολούθησε μια αλλαγή στην προσέγγιση της Ανατολικής Ρωμαϊκής πλευράς στις γοτθικές στρατιωτικές δυνάμεις, με τις οποίες είχε συμμαχήσει. Ο Θεοδώριχος Στράβων ηγήθηκε μιας εξέγερσης το 473 και ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Γότθων. Όπως σημείωσε ο Βόλφραμ «Η ανάδειξή του ως βασιλιά στη Θράκη το 473 παραλληλίζεται με την ανάδειξη του Οδόακρου το 476. [...] Ένας Ρωμαϊκός στρατός φοιδεράτων προσπάθησε να εκπληρώσει τις απαιτήσεις του κάνοντας τον στρατηγό βασιλιά του».[40] Απαίτησε να αναγνωριστεί ως ο «μοναδικός Γότθος βασιλιάς στον οποίο έπρεπε να επιστραφούν όλοι οι αυτομολήσαντες [...] και απαίτησε περαιτέρω την εγκατάσταση του λαού του στη Θράκη καθώς και την ανάληψη της θεσμικής και υλικής κληρονομιάς του Άσπαρ. Απαιτήθηκε περισσότερη αιματοχυσία και καταστροφή μέχρι ο αυτοκράτορας να ενδώσει επίσημα στις απαιτήσεις του και υποσχέθηκε επιπλέον να πληρώνει δύο χιλιάδες χρυσές λίρες κάθε χρόνο». Σε αντάλλαγμα οι Γότθοί του ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για τη Ρώμη, εκτός από μια εκστρατεία κατά του Βασιλείου των Βανδάλων στη Βόρεια Αφρική.[41]

Μετά το θάνατο του Αυτοκράτορα Λέοντα Β' και τη διαδοχή του από τον παλιό αντίπαλο του Ασπάρ, Αυτοκράτορα Ζήνωνα το 474, η κατάσταση για την παλιά γοτθική παράταξη έγινε ολοένα και πιο δύσκολη στην Ανατολική Αυτοκρατορία και ο Θεοδώριχος Στράβων έχασε την υποστήριξη του Αυτοκράτορα. Ο νεότερος Θεοδώριχος, γιος του Θεοδέμιρου, μπόρεσε να ωφεληθεί από αυτό.[42]

Ο Μέγας Θεοδώριχος και οι Γότθοι της ΘράκηςΕπεξεργασία

Περίπου το 476 ο Ζήνων, έχοντας αποσύρει την υποστήριξή του από το Θεοδώριχο Στράβωνα, άρχισε να αποδίδει σημαντικές τιμές στο Θεοδώριχο, γιο του Θεοδέμιρου. Υιοθετήθηκε ως «υιός στα όπλα», ονομάστηκε φίλος του αυτοκράτορα και του δόθηκε το αξίωμα του πατρίκιου και του αρχιστράτηγου. Το βασίλειό του, με βάση στη Μοισία στον Κάτω Δούναβη, αναγνωρίστηκε ως ομοσπονδιακό βασίλειο και του χορηγήθηκε (τουλάχιστον θεωρητικά) ετήσια επιχορήγηση.[42] Ωστόσο όταν ο Ζήνων υποχρέωσε τις δύο γοτθικές ομάδες σε αντιπαράθεση το 478, ο Θεοδώριχος Στράβων έκανε έκκληση στους Γότθους υπό την ηγεσία του Αμάλ για ενότητα των Γότθων.[43] Ο Στράβων έκανε επίσης έκκληση στο Ζήνωνα, αλλά αυτός έκανε νέες προσφορές στο Θεοδώριχο των Αμάλ, που όμως απορρίφθηκαν. Ακολούθησε πόλεμος μεταξύ των Γότθων και των αυτοκρατορικών δυνάμεων και οι Γότθοι υπό την ηγεσία του Αμάλ μετακινήθηκαν και πάλι, εγκαταλείποντας τη Μοισία. Ο Ζήνων τους πρότεινε ένα νέο βασίλειο φοιδεράτων στη Δακία, βόρεια του Δούναβη, αλλά αντ' αυτού οι Γότθοι προσπάθησαν να καταλάβουν το Δυρράχιο αλλά οι ρωμαϊκές δυνάμεις τους απέκρουσαν γρήγορα.[44]

Μεταξύ 479 και 481 οι Γότθοι της Θράκης υπό το Θεοδώριχο Στράβωνα ήταν εκείνοι που κράτησαν τους Ρωμαίους απασχολημένους, αλλά το 481 ο Στράβων πέθανε, όταν έπεσε από το άλογό του και καρφώθηκε σε μια λόγχη. Ο γιος του Ρεσιτάκ δεν μπόρεσε να διατηρήσει την υποστήριξη των Γότθων και δολοφονήθηκε το 484 με εντολή του Θεοδώριχου των Αμάλ, που ένωσε τις δύο γοτθικές ομάδες. Ο Ζήνων αναγκάστηκε να συνάψει συνθήκη και ο Θεοδώριχος των Αμάλ ονομάστηκε ύπατος το 484. Οι εχθροπραξίες μεταξύ των Γότθων του Θεοδώριχου των Αμάλ και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας άρχισαν πάλι το 487.[45]

Βασίλειο της ΙταλίαςΕπεξεργασία

 
Βασίλειο των Οστρογότθων στην Ιταλία

Ο σπουδαιότερος από όλους τους Οστρογότθους ηγεμόνες, ο μετέπειτα Θεοδώριχος ο Μέγας (το γοτθικό όνομα του οποίου σήμαινε «αρχηγός του λαού») του Οστρογοτθικού Βασιλείου (Regnum Italiae, «Βασίλειο της Ιταλίας»), γεννήθηκε από τον Θεόδεμιρο το ή περί το 454, λίγο μετά τη Μάχη του Νεντάο. Την παιδική του ηλικία την πέρασε στην Κωνσταντινούπολη ως διπλωματικός όμηρος, όπου εκπαιδεύτηκε επισταμένως. [46]Στο πρώτο μέρος της ζωής του ενεπλάκη σε διάφορες διαμάχες, ίντριγκες και πολέμους εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στους οποίους είχε ως αντίπαλο τον Θεοδώριχο Στράβωνα των Γότθων της Θράκης, μακρινό συγγενή του και γιο του Τριάριου. Αυτός ο πρεσβύτερος αλλά ελάσσων Θεοδώριχος φαίνεται ότι ήταν αρχηγός, όχι βασιλιάς, εκείνου του κλάδου των Οστρογότθων, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα στην Αυτοκρατορία. Ο Μέγας Θεοδώριχος, όπως συχνά ξεχωρίζεται, ήταν άλλοτε φίλος και άλλοτε εχθρός της Αυτοκρατορίας.[47] Στην πρώτη περίπτωση έφερε διάφορους ρωμαϊκούς τίτλους και αξιώματα, όπως πατρίκιος και ύπατος. αλλά σε όλες τις περιπτώσεις παρέμενε ο εθνικός βασιλιάς των Οστρογότθων.[48] Ο Θεοδώριχος είναι επίσης γνωστός για την υποστήριξή του από την Καθολική Εκκλησία και σε μια περίπτωση βοήθησε ακόμη και στην επίλυση μιας αμφισβητούμενης παπικής εκλογής.[49] Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο Θεοδώριχος, που ήταν Αρειανός, επέτρεψε την ελευθερία της θρησκείας, κάτι που δεν είχε γίνει πριν. Ωστόσο προσπάθησε να κατευνάσει τον Πάπα και να διατηρήσει ισχυρή τη συμμαχία του με την εκκλησία. Έβλεπε τον Πάπα ως εξουσία όχι μόνο της εκκλησίας αλλά και της ίδιας της Ρώμης. Η ικανότητά του να συνεργάζεται καλά με τους ευγενείς της Ιταλίας, τα μέλη της Ρωμαϊκής Συγκλήτου και την Καθολική Εκκλησία βοήθησαν να γίνει αποδεκτός ως ηγεμόνας της Ιταλίας.[50]

Ο Θεοδώριχος προσπάθησε να αναβιώσει τη ρωμαϊκή κουλτούρα και κυβέρνηση και με αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το λαό της Ιταλίας.[51] Το 488, κατόπιν εντολής του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ζήνωνα, ξεκίνησε να ανακτήσει την Ιταλία από τον Οδόακρο. Το 489 οι Ρογοί, γερμανική φυλή που κατοικούσε στην ουγγρική πεδιάδα, συμμετείχε με τους Οστρογότθους στην εισβολή τους στην Ιταλία υπό τον αρχηγό τους Φριδέρικο.[52] Το 493 καταλήφθηκε η Ραβέννα, που ο Θεοδώριχος θα την έκανε πρωτεύουσά του. Ήταν επίσης εκείνη την εποχή που ο Οδόακρος δολοφονήθηκε από το χέρι του ίδιου του Θεοδώριχου.[53] Η εξουσία των Οστρογότθων εδραιώθηκε πλήρως στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Δαλματία και τα εδάφη στα βόρεια της Ιταλίας. Γύρω στο 500 ο Θεοδώριχος γιόρτασε την τριακοστή επέτειό του ως Βασιλιάς των Οστρογότθων.[54] Προκειμένου να βελτιώσουν τις δυνάμεις τους ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι Οστρογότθοι και οι Βησιγότθοι άρχισαν και πάλι να ενώνονται σε μια χαλαρή συνομοσπονδία γερμανικών λαών.[55] Οι δύο κλάδοι του έθνους ήρθαν σύντομα πιο κοντά : όταν υποχρεώθηκε να γίνει αντιβασιλέας του Βησιγοτθικού βασιλείου της Τουλούζης, η εξουσία του Θεοδώριχου επεκτάθηκε ουσιαστικά σε μεγάλο μέρος της Γαλατίας και σε ολόκληρη σχεδόν την Ιβηρική Χερσόνησο. Ο Θεοδώριχος σύναψε συμμαχίες με τους Βησιγότθους, τους Αλαμανούς, τους Φράγκους και τους Βουργουνδούς, μερικές από τις οποίες ολοκληρώθηκαν μέσω διπλωματικών γάμων.[55]

Η κυριαρχία των Οστρογότθων ήταν για άλλη μια φορά τόσο εκτεταμένη και λαμπρή όσο ήταν στην εποχή του Ερμανάριχου. Ωστόσο τώρα είχε έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Η κυριαρχία του Θεοδώριχου δεν ήταν βαρβαρική αλλά πολιτισμένη. Η διπλή του θέση διαπερνούσε τα πάντα. Ήταν ταυτόχρονα βασιλιάς των Γότθων και διάδοχος, αν και χωρίς αυτοκρατορικούς τίτλους, των Δυτικών Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Τα δύο έθνη, με διαφορετικά ήθη, γλώσσα και θρησκεία, ζούσαν δίπλα δίπλα στο έδαφος της Ιταλίας. Καθένα τους κυβερνιόταν σύμφωνα με τους δικούς του νόμους, από τον πρίγκιπα που ήταν, στους δύο ξεχωριστούς χαρακτήρες του, ο κοινός κυρίαρχος και των δύο.[48] Λόγω της ικανότητάς του να καλλιεργεί και να αξιοποιεί σχέσεις μεταξύ των διαφόρων γερμανικών βασιλείων, οι Βυζαντινοί άρχισαν να φοβούνται τη δύναμη του Θεοδώριχου, γεγονός που οδήγησε σε μια συμμαχία μεταξύ του Βυζαντινού αυτοκράτορα και του Φράγκου βασιλιά Κλόβις Α', ένα σύμφωνο που είχε σκοπό να αντιμετωπίσει και τελικά να ανατρέψει τους Οστρογότθους. Κατά κάποιο τρόπο ο Θεοδώριχος μπορούσε να είναι υπερβολικά φιλόξενος τόσο με τους Ρωμαίους όσο και με άλλους Γότθους, καθώς κατεύναζε τόσο τους Ορθόδοξους όσο και τους Αρειανούς Χριστιανούς. Ο ιστορικός Χέρβιγκ Βόλφραμ υποστηρίζει ότι οι προσπάθειες του Θεοδώριχου στην προσπάθεια να αποδεχθεί και το λατινικό και το βαρβαρικό πολιτισμό οδήγησαν στην κατάρρευση της κυριαρχίας των Οστρογότθων και επίσης οδήγησαν στο «τέλος της Ιταλίας ως καρδιάς της ύστερης αρχαιότητας». [56]Όλα τα χρόνια της δημιουργίας μιας προστατευτικής περιμέτρου γύρω από την Ιταλία διαλύθηκαν από τον Φραγκοβυζαντινό συνασπισμό. Ο Θεοδώριχος μπόρεσε να σώσει προσωρινά μέρος του βασίλειού του με τη βοήθεια των Θουριγγίων.[57] Συνειδητοποιώντας ότι οι Φράγκοι ήταν η πιο σημαντική απειλή και για τη Βησιγοτθική αυτοκρατορία, ο Αλάριχος Β' (που ήταν γαμπρός του Θεοδώριχου) ζήτησε τη βοήθεια των Βουργουνδών και πολέμησε κατά των Φράγκων με την προτροπή των αρχόντων της φυλής του, αλλά αυτή η επιλογή αποδείχτηκε λάθος και φέρεται να βρήκε το τέλος του στα χέρια του Φράγκου βασιλιά Κλόβις.[58]

Το θάνατο του Αλάριχου Β΄ που σκοτώθηκε στη Μάχη του Βουιγιέ ακολούθησε μια περίοδος σύγχυσης. Ο βασιλιάς των Οστρογότθων Θεοδώριχος παρενέβη ως κηδεμόνας του εγγονού του Αμαλάριχου [59]και διατήρησε για λογαριασμό του όλες τις Ιβηρικές και τμήμα των Γαλατικών του κτήσεων. Η Τουλούζη πέρασε στους Φράγκους, αλλά οι Γότθοι κράτησαν τη Ναρμπόν και την περιφέρειά της και τη Σεπτιμανία, που ήταν το τελευταίο τμήμα της Γαλατίας που κατείχαν οι Γότθοι, διατηρώντας το όνομα της Γοτθίας για πολλά χρόνια.[60] Ο Θεοδώριχος διεκδίκησε ένα είδος προτεκτοράτου σε ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας και οι Γότθοι του αγκαλιάστηκαν από το ρωμαϊκό πληθυσμό ως υπερασπιστές της Ρώμης και μέρος του νικηφόρου στρατού της, ενώ έγινε πολύς θόρυβος για την υποτιθέμενη «βασιλική καταγωγή» του, που "εξίσωνε το σόι του με μια αυτοκρατορική δυναστεία". [61] Οι Ρωμαίοι κατά κάποιο τρόπο «αναζωογονήθηκαν» από αυτούς τους νέους Γότθους πολεμιστές ως «φύλακες του Romanitas» που, μαζί με τους ιταλορωμαίους γείτονές τους, δημιούργησαν μια νέα «γοτθική αιγίδα» για τη δυτική αυτοκρατορία, ενώ όσοι ήταν εκτός της τάξης του Θεοδώριχου μετατράπηκαν σε αληθινούς «βάρβαρους».[62]

Από το 508–511 υπό τις διαταγές του Θεοδώριχου οι Οστρογότθοι βάδισαν στη Γαλατία όταν ο βασιλιάς των Βάνδαλων της Καρχηδόνας και ο Κλόβις κατέβαλαν συντονισμένες προσπάθειες να αποδυναμώσουν τον έλεγχο του στους Βησιγότθους.[66] Με το θάνατο του Θεοδώριχου το 526 οι ανατολικοί και δυτικοί Γότθοι χωρίστηκαν και πάλι.[48][63] Στα τέλη του 6ου αιώνα οι Οστρογότθοι έχασαν την πολιτική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν με άλλες γερμανικές φυλές.[55]

 
Ψηφιδωτό που απεικονίζει το παλάτι του Θεοδώριχου του Μεγάλου στο παρεκκλήσι του παλατιού του Άγιου Απολλινάριου του Νέου

Η εικόνα της διακυβέρνησης του Θεοδώριχου αποτυπώνεται για εμάς στα κρατικά έγγραφα που συντάXUHKAN, στο όνομά του και στα ονόματα των διαδόχων του, ο Ρωμαίος υπουργός του Κασσιόδωρος. Οι Γότθοι φαίνεται να ήταν πολλοί στη βόρεια Ιταλία, ενώ στο νότο κάτι περισσότερο από φρουρές.[64] Εν τω μεταξύ ο Φράγκος βασιλιάς Κλόβις πολέμησε παρατεταμένους πολέμους ενάντια σε διάφορους εχθρούς ενώ εδραίωσε την κυριαρχία του, σχηματίζοντας την εμβρυϊκή φάση αυτού που τελικά θα γινόταν η Μεσαιωνική Ευρώπη.[65]

Πόλεμος με το Βυζάντιο (535–554)Επεξεργασία

 
Νόμισμα του Θεοδάτου (534-536), κομμένο στη Ρώμη - με το βαρβαρικό μουστάκι.

Ελλείψει της ενοποιητικής παρουσίας του Θεοδώριχου οι Οστρογότθοι και οι Βησιγότθοι δεν μπόρεσαν να ενοποιήσουν τα βασίλειά τους παρά την κοινή γερμανική τους συγγένεια. Οι λίγες περιπτώσεις που έδρασαν μαζί μετά από αυτό το διάστημα είναι τόσο διάσπαρτες και τυχαίες όσο και πριν από αυτό. Ο Αμαλάριχος διαδέχθηκε το Βησιγοτθικό βασίλειο στην Ιβηρία και τη Σεπτιμανία. Ο εγγονός του Θεοδώριχου Αθαλάριχος ενδύθηκε το μανδύα του βασιλιά των Οστρογότθων για τα επόμενα πέντε χρόνια.[66] Η Προβηγκία προστέθηκε στην κυριαρχία του νέου βασιλιά των Οστρογότθων Αθαλάριχου και μέσω της κόρης του Αμαλασούνθα που ονομάστηκε αντιβασιλέας.[55] Και οι δύο δεν μπόρεσαν να διευθετήσουν τις διαφορές μεταξύ των γοτθικών ελίτ. Ο Θεοδάτος, ξάδερφος της Αμαλασούνθα και ανιψιός του Θεοδώριχου από την αδερφή του, τους συνέλαβε και τους σκότωσε.[67] Ωστόσο ο σφετερισμός οδήγησε σε περισσότερη αιματοχυσία. Πέρα από αυτή τη διαμάχη οι Οστρογότθοι αντιμετώπισαν τις δογματικές προκλήσεις που προέκυψαν από τον Αρειανισμό τους, στον οποίο αντιτάχθηκαν σθεναρά τόσο η αριστοκρατία του Βυζαντίου όσο και ο Παπισμός — τόσο πολύ που τους έφερε κοντά..[68]

Η αδυναμία της θέσης των Οστρογότθων στην Ιταλία φάνηκε ιδιαίτερα όταν ο Ανατολικός Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' θέσπισε νόμο που απέκλειε τους μη Ορθόδοξους Χριστιανούς —μεταξύ τους Αρειανούς και Εβραίους— από την απασχόληση στο δημόσια..[68] Ο βασιλιάς των Οστρογότθων Θεοδώριχος αντέδρασε διώκοντας τους Ορθόδοξους..[68] Παρ' όλα αυτά ο Ιουστινιανός πάντα προσπαθούσε να αποκαταστήσει όσο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μπορούσε και σίγουρα δεν θα έχανε την ευκαιρία. Επιτιθέμενος τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα ο Ιουστινιανός ξεκίνησε τον πόλεμο του της ανακατάκτησης.[69] Το 535 ανέθεσε στο Βελισάριο να επιτεθεί στους Οστρογότθους μετά την επιτυχία που είχε στη Βόρεια Αφρική εναντίον των Βανδάλων.[70] Πρόθεση του ήταν να ανακτήσει την Ιταλία και τη Ρώμη από τους Γότθους.[70] Ο Βελισάριος κατέλαβε γρήγορα τη Σικελία και στη συνέχεια πέρασε στην Ιταλία, όπου κατέλαβε τη Νάπολη και τη Ρώμη το Δεκέμβριο του 536. Κάποια στιγμή την άνοιξη του 537 οι Γότθοι βάδισαν κατά της Ρώμης με πάνω από 100.000 άνδρες υπό την ηγεσία του Ουίτιγι και πολιόρκησαν την πόλη, αν και ανεπιτυχώς. Παρά το γεγονός ότι ήταν περισσότεροι από τους Ρωμαίους με αναλογία πέντε προς ένα, οι Γότθοι δεν μπόρεσαν να εκδιώξουν το Βελισάριο από την πρώην δυτική πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας.[71] Οταν συνήλθε από την πολιορκία ο Βελισάριος βάδισε προς τα βόρεια, καταλαμβάνοντας το Μεδιολάνο (Μιλάνο) και την πρωτεύουσα των Οστρογότθων Ραβέννα το 540.[72]

Με την επίθεση στη Ραβέννα ο Ουίτιγις και οι άνδρες του παγιδεύτηκαν στην πρωτεύουσα των Οστρογότθων. Ο Βελισάριος αποδείχθηκε πιο ικανός σε πολιορκητικό πόλεμο από ό,τι ο αντίπαλός του Ουίτιγις στη Ρώμη και ο ηγεμόνας των Οστρογότθων, που είχε να αντιμετωπίσει και Φράγκους εχθρούς, αναγκάστηκε να παραδοθεί, αλλά όχι χωρίς όρους. Ο Βελισάριος του αρνήθηκε οποιαδήποτε παραχώρηση εκτός από την άνευ όρων παράδοση εν όψει του γεγονότος ότι ο Ιουστινιανός ήθελε να κάνει τον Ουίτιγι υποτελή βασιλιά στην Πέραν του Πάδου Ιταλία.[73] Αυτή η συνθήκη δημιούργησε κάτι σαν αδιέξοδο. Μια φατρία των γοτθικών ευγενών επεσήμανε ότι ο δικός τους βασιλιάς Ουίτιγις, που μόλις είχε χάσει, ήταν αδύναμος και χρειαζόταν ένας νέος. Ο Εράριχος, αρχηγός της ομάδας, ενέκρινε τον Βελισάριο και το υπόλοιπο βασίλειο συμφώνησε, έτσι του πρόσφεραν το στέμμα τους.[74] Ο Βελισάριος ήταν στρατιώτης, όχι πολιτικός, και ακόμα πιστός στον Ιουστινιανό. Έκανε ότι δεχόταν την προσφορά, πήγε στη Ραβέννα για να στεφθεί και αμέσως συνέλαβε τους ηγέτες των Γότθων και ανέκτησε ολόκληρο το βασίλειό τους για την Αυτοκρατορία. Φοβούμενος ότι ο Βελισάριος θα μπορούσε να δημιουργήσει μια μόνιμη βασιλεία αν εδραιώσει τις κατακτήσεις του, ο Ιουστινιανός τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινούπολη με τον Ουίτιγι.[75]

 
Ο Τωτίλας κατεδαφίζει τα τείχη της Φλωρεντίας: εικονογράφηση από το χειρόγραφο Chigi των Χρονικών του Τζοβάννι Βιλλάνι

Αμέσως μόλις έφυγε ο Βελισάριος οι εναπομείναντες Οστρογότθοι εξέλεξαν νέο βασιλιά με το όνομα Τωτίλας. Υπό τη λαμπρή διοίκηση του Τωτίλα οι Γότθοι μπόρεσαν να επιβληθούν εκ νέου σε κάποιο βαθμό. Για μια περίοδο σχεδόν δέκα ετών ο έλεγχος της Ιταλία αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των Βυζαντινών και των Οστρογοτθικών δυνάμεων.[76] Ο Τωτίλας τελικά ανακατέλαβε όλη τη βόρεια Ιταλία και έδιωξε ακόμη και τους Βυζαντινούς από τη Ρώμη, γεγονός που του επέτρεψε να αναλάβει τον πολιτικό έλεγχο της πόλης, εν μέρει εκτελώντας τη ρωμαϊκή συγκλητική εντολή. Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν προς τα ανατολικά για την Κωνσταντινούπολη.[77]

Το 550 ο Ιουστινιανός μπόρεσε να συγκεντρώσει μια τεράστια δύναμη για να ανακτήσει τις απώλειές του και να υποτάξει κάθε γοτθική αντίσταση. Το 551 το Ρωμαϊκό ναυτικό κατέστρεψε τον στόλο του Τωτίλα και το 552 μια συντριπτικής υπεροχής Βυζαντινή δύναμη υπό το Ναρσή εισήλθε στην Ιταλία από τα βόρεια. Προσπαθώντας να αιφνιδιάσει τους Βυζαντινούς εισβολείς ο Τωτίλας διακινδύνευσε με τις δυνάμεις του στις Ταγίνες, όπου και σκοτώθηκε.[77] Πληγμένοι αλλά όχι ακόμη ηττημένοι οι Οστρογότθοι προέβαλαν μια τελευταία αντίσταση στην Καμπανία υπό τον Τεΐα, αλλά όταν αυτός σκοτώθηκε επίσης στη Μάχη της Νουτσέρια τελικά συνθηκολόγησαν. Όταν παραδόθηκαν ενημέρωσαν τον Ναρσή ότι προφανώς «το χέρι του Θεού ήταν εναντίον τους» και έτσι έφυγαν από την Ιταλία για τα βόρεια εδάφη των πατέρων τους.[78] Μετά από εκείνη την τελική ήττα το όνομα των Οστρογότθων χάθηκε εντελώς. Το έθνος ουσιαστικά εξαερώθηκε μετά το θάνατο του Θεοδώριχου. Η ηγεσία λοιπόν της Δυτικής Ευρώπης πέρασε ελλείψει άλλων στους Φράγκους. Κατά συνέπεια η αποτυχία των Οστρογότθων και η επιτυχία των Φράγκων ήταν κρίσιμες για την ανάπτυξη της πρώιμης μεσαιωνικής Ευρώπης, γιατί ο Θεοδώριχος είχε βάλει «σκοπό να αποκαταστήσει το σφρίγος της ρωμαϊκής κυβέρνησης και του ρωμαϊκού πολιτισμού».[79] Έτσι χάθηκε η πιθανότητα σχηματισμού εθνικού κράτους στην Ιταλία με την ένωση ρωμαϊκών και γερμανικών στοιχείων, όπως αυτά που προέκυψαν στη Γαλατία, στην Ιβηρική και σε τμήματα της Ιταλίας υπό την κυριαρχία των Λομβαρδών. Η αποτυχία των βαρβαρικών βασιλείων να διατηρήσουν τον έλεγχο των περιοχών που είχαν κατακτήσει ήταν εν μέρει το αποτέλεσμα κενού ηγεσίας, όπως αυτό που προέκυψε από τον θάνατο του Θεοδώριχου (επίσης και της έλλειψης ανδρικής διαδοχής) και του Τωτίλα, αλλά επιπλέον και ως συνέπεια του πολιτικού κατακερματισμού εν μέσω των γερμανικών φυλών, καθώς η πίστη τους αμφιταλαντεύονταν μεταξύ των συγγενών τους και των παλαιών εχθρών τους. Η είσοδος των Φράγκων στο γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης παίζει επίσης ρόλο: αν οι Οστρογότθοι είχαν μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες εναντίον των Βυζαντινών στο πεδίο της μάχης συνδυάζοντας τη δύναμη άλλων γερμανικών φυλών, αυτό θα μπορούσε να είχε αλλάξει την κατεύθυνση της νομιμοφροσύνης των Φράγκων.[80] Η στρατιωτική επιτυχία ή η ήττα και η πολιτική νομιμοποίηση ήταν αλληλένδετες στις βαρβαρικές κοινωνίες.[81]

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Προκόπιο τον Καισαρέας, ο πληθυσμός των Οστρογότθων είχε τη δυνατότητα να ζήσει ειρηνικά στην Ιταλία με τους Ρογούς συμμάχους τους υπό τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Αργότερα ενώθηκαν με τους Λομβαρδούς κατά την κατάκτηση της Ιταλίας.

ΠολιτισμόςΕπεξεργασία

 
Oστρογοτθικά σκουλαρίκια, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης

Τα σωζόμενα γοτθικά συγγράμματα στη Γοτθική γλώσσα περιλαμβάνουν την Αγία Γραφή του Ουλφίλα και άλλα θρησκευτικά έγγραφα και θραύσματα. Όσον αφορά τη γοτθική νομοθεσία στα λατινικά βρίσκουμε το διάταγμα του Θεοδώριχου από το έτος 500 περίπου και το Variae του Κασσιόδωρου, που μπορεί επίσης να θεωρηθεί συλλογή των κρατικών εγγράφων του Θεοδώριχου και των άμεσων διαδόχων του. Μεταξύ των Βησιγότθων γραπτοί νόμοι είχαν ήδη εκδοθεί από τον Ευάριχο. Ο Αλάριχος Β' παρουσίασε ένα Breviarium Ρωμαϊκού Δικαίου για τους Ρωμαίους υπηκόους του. αλλά η μεγάλη συλλογή των βησιγοτθικών νόμων χρονολογείται από τις μεταγενέστερες ημέρες της μοναρχίας, που παρουσιάστηκε από το βασιλιά Ρεκάσβινθο περί το 654. Αυτός ο κώδικας έδωσε αφορμή για μερικά γνωστά σχόλια από τον Μοντεσκιέ και τον Γκίμπον και έχει συζητηθεί από τον Σάβινυ (Geschichte des römischen Rechts, ii. 65) και διάφορους άλλους συγγραφείς. Είναι τυπωμένα στο Monumenta Germaniae, leges, tome i. (1902).[82]

Ανάμεσα στις γοτθικές ιστορίες που υπάρχουν, εκτός από εκείνη του συχνά αναφερόμενου Ιορδάνη, υπάρχει εκείνη του Ισίδωρου, αρχιεπισκόπου της Σεβίλλης, μια ειδική πηγή της ιστορίας των Βησιγότθων βασιλέων μέχρι τον Σουιντίλα (621–631). Αλλά όλοι οι Λατίνοι και Έλληνες συγγραφείς της εποχής της γοτθικής κυριαρχίας έχουν επίσης τη συμβολή τους. Όχι για ειδικά γεγονότα αλλά για μια γενική εκτίμηση κανένας συγγραφέας δεν είναι πιο διδακτικός από τον Σαλβιανό της Μασσαλίας του 5ο αιώνα, του οποίου το έργο, De Gubernatione Dei, είναι γεμάτο αποσπάσματα που αντιπαραβάλλουν τις κακίες των Ρωμαίων με τις αρετές των «βαρβάρων», ιδιαίτερα των Γότθων. Σε όλες αυτές τις εικόνες υπάρχουν πολλές υπερβολές και από τις δύο πλευρές, αλλά πρέπει να υπάρχει μια βάση αλήθειας. Οι κύριες αρετές που επαινεί ο Ρωμαιοκαθολικός πρεσβύτερος στους Αρειανούς Γότθους είναι η αγνότητά τους, η ευσέβειά τους σύμφωνα με τη δική τους πίστη, η ανοχή τους προς τους Καθολικούς υπηκόους τους και η γενικά καλή μεταχείριση των Ρωμαίων υπηκόων τους. Τολμάει ακόμη και να ελπίζει ότι τέτοιοι καλοί άνθρωποι μπορεί να σωθούν, παρά την αίρεση τους. Αυτή η εικόνα πρέπει να είχε κάποια βάση στην αλήθεια, αλλά δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι μεταγενέστεροι Βησιγότθοι της Ιβηρίας είχαν απομακρυνθεί από την κάπως ιδεαλιστική εικόνα του Σαλβιανού.[82]

Σκανδιναβοί Οστρογότθοι του 6ου αιώνα (Ιορδάνης)Επεξεργασία

 
Πιθανός χάρτης της Σκάντζας από το έργο του Ιορδάνη

Ο Ιορδάνης ανέφερε ένα λαό με το όνομα Οστρογότθοι (Ostrogothae) σε ένα κατάλογο πολλών λαών που ζουν στο μεγάλο νησί «Σκάντζα», βόρεια από τις εκβολές του Βιστούλα, που οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές εκλαμβάνουν ότι αναφέρεται στη Σκανδιναβική χερσόνησο. Το συμπέρασμα ήταν ότι αυτοί οι Οστρογότθοι ζούσαν εκεί τον 6ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιορδάνη ή της πηγής του του Κασσιόδωρου- την ίδια περίοδο που υπήρχε ένα ισχυρό Οστρογότθικο βασίλειο στην Ιταλία. Ο ίδιος ο κατάλογος αναφέρει έναν Ροδούλφο, βασιλιά των Ράνιων που ζούσαν στην Σκάντζα κοντά στους Δανούς, που είχε περιφρονήσει το δικό του βασίλειο και είχε έρθει στην Ιταλία, όπου τον εναγκαλίσθηκε ο Θεοδώριχος ο Μέγας. [83]Αυτός ο Ροδούλφος έχει προταθεί ως πιθανή πηγή πληροφοριών για τους Σκανδιναβικούς λαούς, επειδή ο Κασσιόδωρος ήταν σημαντικός πολιτικός στην αυλή του Θεοδώριχου.[84][85]

Από την άλλη πλευρά οι μελετητές δεν έχουν καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με το πότε έγινε ο κατάλογος και από ποιον, ούτε πώς να ερμηνεύσουν τα περισσότερα από τα ονόματά τους. Ο Αρνε Σέμπι Κρίστενσεν στη λεπτομερή ανάλυσή του απαριθμεί τρεις πιθανότητες:[86]

  • ότι ο Ιορδάνης πίστευε ότι κάποιοι Οστρογότθοι είχαν μεταναστεύσει βόρεια, ή...
  • ότι παρόμοιο όνομα, «Ανατολικοί Γότθοι», είχε επινοηθεί στη Σκανδιναβία, όπου υπήρχε ένας λαός με συγγενικό όνομα, οι Γεάτες, ή...
  • ότι μια πηγή του Ιορδάνη, για παράδειγμα ο Κασσιόδωρος, είχε δημιουργήσει αυτή τη μορφή του ονόματος, ίσως έχοντας ακούσει για τους Γεάτες.

Έχει επισημανθεί από τον Ουόλτερ Γκόφαρτ ότι ο Ιορδάνης (V.38) παρεκκλίνει επίσης ειδικά για να επικρίνει ιστορίες γύρω από την Κωνσταντινούπολη, ότι οι Γότθοι ήταν κάποτε σκλάβοι στη Βρετανία ή σε άλλο βόρειο νησί και είχαν απελευθερωθεί αντί κάποιου τιμήματος. Ο Γκόφαρτ υποστηρίζει ότι ο Ιορδάνης πιθανότατα απέρριψε την ιδέα ότι οι Γότθοι έπρεπε απλώς να σταλούν βόρεια στην υποτιθέμενη γη καταγωγής τους και επισημαίνει ότι ο Προκόπιος —σύγχρονος του Ιορδάνη— αναφέρει ότι ο Βελισάριος πρόσφερε τη Βρετανία στους Οστρογότθους (Γοτθικοί Πόλεμοι, VI, 6). Ο Γκόφαρτ υποστηρίζει επίσης ότι αυτό μπορεί να συνδέεται με τις ιστορίες που αναφέρει ο Ιορδάνης.[87][88]

Με βάση το ζήτημα του καταλόγου της Σκάντζας, που αναφέρει τους Ostrogothae, έχει γίνει πολλή επιστημονική συζήτηση σχετικά με το γιατί ο Ιορδάνης ισχυρίστηκε ότι η Σκανδιναβία ήταν «μήτρα των εθνών»[89] και το σημείο προέλευσης όχι μόνο των Γότθων αλλά και πολλών άλλων βόρειων βάρβαρων λαών. Πριν από τον Ιορδάν, υπήρχε ήδη μια ιουδαιοχριστιανική παράδοση που εξισώνει τους Γότθους και άλλους «σκυθικούς» λαούς με τους απογόνους του Γγογκ και του Μαγκόγκ, που οι αναγνώστες του Βιβλίου του Ιεζεκιήλ και της Αποκάλυψης θα μπορούσαν διαφορετικά να συσχετίσουν με μακρινά νησιά.[90]

ΗγεμόνεςΕπεξεργασία

Οι πρώτοι πέντε είναι από τον Οίκο τού Αμάλ.

Γενεαλογία του Οίκου των ΑμάλΕπεξεργασία

 
 
 
 
 
 
 
 
Ερμανάριχος
βασ. των γοτθων
 
ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΛ
 
Σιγέριχος
βασ. των Βησιγότθων
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Θιυδιμίρ
 
Θεοδέμιρος
βασ. των Οστρογότθων
σύζ. Ερελέουβα
 
(κόρη)
σύζ. Βαλαμίρ
βασ. των Οστρογότθων
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2.Θρασαμούνδος
βασ. των Βανδάλων
ΔΥΝ. ΒΑΝΔΑΛΩΝ
 
Αμαλαφρίδα
σύζ.1.(άγνωστος)
 
 
 
 
 
Θεοδώριχος ο Μέγας
βασ. των Οστρογότθων
 
Αυδοφλέδα
ΔΥΝ. ΜΕΡΟΒΙΓΓΕΙΩΝ
 
Κλόβις Α΄
βασ. των Φράγκων
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αμαλαβέργα
σύζ. Χερμάναφριντ
βασ. των Θουτιγγίων
 
Θεοδ(αχ)άτος
βασ. των Οστρογότθων
σύζ. Γκουντελίβα
 
(νόθη) Θεοδεγόθα
σύζ. Αλάριχος Β΄
βασ. των Βησιγότθων
 
Αμαλασούνθα
σύζ. 1.Τραγκουίλλα
2.Ευθάριχος
ύπατος
 
(νόθη) Οστρογότθα
σύζ. Σιγισμόνδος
βασ. της Βουργουνδίας
 

σύζ. Ανίκιος (;)
 
Ιουστίνος Α΄
Αυτ. των Ρωμαίων
 
Βιγιλαντία
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
(2) Αθαλάριχος
βασ. των Οστρογότθων
 
(2) Ματασούνθα
σύζ. Ουίτιγις
βασ. των Οστρογότθων
 
Γερμανός
στρατηγός
 
 
 
 
 
Ιουστινιανός Α΄
Αυτ. των Ρωμαίων
ΔΥΝ. ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ
 
  1. Heather 2009, σελίδες 109–110.
  2. Heather 2009, σελίδες 115–117.
  3. 3,0 3,1 3,2 Wolfram 1988, σελ. 24.
  4. Heather 2009, σελίδες 151–153.
  5. Wolfram 1988, σελίδες 25, 387 fn49, 388 fn58.
  6. Christensen 2002, σελ. 206.
  7. Heather 2007, σελ. 404.
  8. Christensen 2002, σελίδες 201–205.
  9. Wolfram 1988, σελ. 24, fn52.
  10. Panegyrici Latini XI 17.1 (dated 291)
  11. 11,0 11,1 Heather 1988, σελ. 156.
  12. 12,0 12,1 Christensen 2002, σελ. 214.
  13. Heather 1996, σελίδες 52–57, 300–301.
  14. Jordanes 1915, σελίδες 87–88 [XXIV.130–XXV.131].
  15. Wolfram 1988, σελ. 387, fn58.
  16. 16,0 16,1 Wolfram 1988, σελίδες 24–25.
  17. Christensen 2002, σελίδες 202–203.
  18. Wolfram 1988, σελ. 387, fn57.
  19. Wolfram 1988, σελ. 25.
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 Wolfram 1988, σελ. 26.
  21. Wolfram 1988, σελ. 389, fn67.
  22. Bury 2000, σελ. 55.
  23. Heather 1999.
  24. Heather 2007, σελ. 73.
  25. Heather 2003, σελ. 90.
  26. Todd 1999, σελ. 177.
  27. Kim 2013, σελίδες 75, 77.
  28. Kim 2013, σελ. 77.
  29. Jordanes 1915, σελ. 107 [XXXVIII.199–200].
  30. Heather 2009, σελ. 222.
  31. Heather 2007, σελίδες 46–47, 72–73.
  32. Burns 1984, σελίδες 52–53.
  33. Todd 1999, σελ. 178.
  34. Wolfram 1988, σελίδες 260–261.
  35. Heather 2003, σελ. 86.
  36. Wolfram 1988, σελίδες 188, 268.
  37. Wolfram 1988, σελίδες 269–270.
  38. Heather 2003, σελίδες 88, 91.
  39. Wolfram 1988, σελίδες 32, 260.
  40. Wolfram 1988, σελ. 268.
  41. Wolfram 1988, σελ. 269.
  42. 42,0 42,1 Wolfram 1988, σελ. 270.
  43. Wolfram 1988, σελίδες 271–272.
  44. Wolfram 1988, σελίδες 271–274.
  45. Wolfram 1988, σελίδες 276–278.
  46. Backman 2008, σελ. 68.
  47. Waldman & Mason 2006, σελ. 575.
  48. 48,0 48,1 48,2 De Puy 1899, σελ. 2865.
  49. Frassetto 2003, σελ. 338.
  50. Frassetto 2003, σελίδες 338–339.
  51. Cantor 1994, σελ. 109.
  52. Waldman & Mason 2006, σελ. 665.
  53. Waldman & Mason 2006, σελίδες 575–576.
  54. Bury 2000, σελ. 178.
  55. 55,0 55,1 55,2 55,3 Waldman & Mason 2006, σελ. 576.
  56. Wolfram 1988, σελ. 332.
  57. Wolfram 1997, σελίδες 218–221.
  58. Wolfram 1997, σελ. 155.
  59. Larned 1895, σελ. 134.
  60. Wolfram 1988, σελ. 230.
  61. Arnold 2014, σελίδες 118–119.
  62. Arnold 2014, σελ. 133.
  63. Wolfram 1997, σελ. 225.
  64. De Puy 1899, σελ. 2,865.
  65. Collins 1999, σελίδες 116–137.
  66. Wolfram 1988, σελ. 334.
  67. Wolfram 1988, σελίδες 332–333, 337–340.
  68. 68,0 68,1 68,2 Wallace-Hadrill 2004, σελ. 36.
  69. Wolfram 1988, σελ. 339.
  70. 70,0 70,1 Halsall 2007, σελίδες 500–501.
  71. Oman 1902, σελίδες 89–90.
  72. Halsall 2007, σελίδες 502–503.
  73. Oman 1902, σελ. 91.
  74. Halsall 2007, σελ. 503.
  75. Bauer 2010, σελ. 208.
  76. Bauer 2010, σελ. 210.
  77. 77,0 77,1 Halsall 2007, σελ. 504.
  78. Oman 1902, σελίδες 95–96.
  79. Cantor 1994, σελ. 105–107.
  80. Halsall 2007, σελίδες 505–512.
  81. Halsall 2007, σελ. 512.
  82. 82,0 82,1 Freeman 1911, σελ. 275.
  83. Christensen 2002, σελίδες 267–268.
  84. Christensen 2002, σελ. 270.
  85. Ghosh 2015, σελ. 49.
  86. Christensen 2002, σελίδες 250–299.
  87. Ghosh 2015, σελίδες 52–53.
  88. Christensen 2002, σελίδες 254, 270.
  89. Jordanes 1915, σελ. 57 [IV.25].
  90. Christensen 2002, σελίδες 243–252.