Σύμφωνο της Βαρσοβίας

στρατιωτική συμμαχία

Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (επίσημα Συνθήκη της Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας) ήταν μια στρατιωτική συμμαχία αμυντικού χαρακτήρα των κομμουνιστικών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ιδρύθηκε στις 14 Μαΐου του 1955 και ένα μήνα μετά, στις 14 Ιουνίου, υπογράφηκε στη Βαρσοβία της Πολωνίας. Κύρια αφορμή του συμφώνου αυτού, όπως υποστήριξε η Σοβιετική Ένωση, θεωρώντας πιθανή απειλή από τη συμμαχία του NATO, ήταν η προ πενθημέρου της ίδρυσης, ένταξη της «επαναστρατιωτικοποιημένης» Δυτικής Γερμανίας στο NATO στις 9 Μαΐου του ίδιου έτους (1955), δια της επικύρωσης των Συνθηκών Ειρήνης του Παρισιού.

Συνθήκη της Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας
Договор о дружбе, сотрудничестве и взаимной помощи
Warsaw Pact Logo.svg
Ίδρυση14 Μαΐου 1955
Διάλυση1 Ιουλίου 1991
ΤύποςΣτρατιωτική συμμαχία
ΈδραΒαρσοβία, Πολωνία
(Αργηγείο Διοίκησης και Ελέγχου)
Μόσχα, Σοβιετική Ένωση
(Στρατιωτικό Αργηγείο)
ΜέληFlag of Bulgaria.svg Βουλγαρία
Flag of Czechoslovakia.svg Τσεχοσλοβακία
Flag of East Germany.svg Ανατολική Γερμανία
Flag of Hungary.svg Ουγγαρία
Flag of Poland.svg Πολωνία
Flag of Romania.svg Ρουμανία
Flag of the Soviet Union.svg Σοβιετική Ένωση
Flag of Albania.svg Αλβανία (έως 1968)
Ανώτατος ΔιοικητήςΠετρ Λούσεφ (τελευταίος)
Αρχηγός του ΕπιτελείουΒλαντιμίρ Λομπόφ (τελευταίος)

Η οργάνωση κατηγορήθηκε από τους δυτικούς ότι χρησιμοποιήθηκε «ντε φάκτο» ως εργαλείο για τον έλεγχο των χωρών που απελευθερώθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Σοβιετικούς και με τρόπο ώστε να επεμβαίνει στρατιωτικά ενάντια σε οποιεσδήποτε προσπάθειες έκαναν τα άλλα κράτη για να απεμπολήσουν την πολιτική ηγεμονία των Κομμουνιστικών Κομμάτων τους. Το σύμφωνο διήρκεσε για όλο τον Ψυχρό Πόλεμο έως ότου ορισμένα κράτη-μέλη άρχισαν να αποσύρονται το 1989, μετά από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τις πολιτικές αλλαγές στην πρώην Σοβιετική Ένωση.

Η δημιουργία του Συμφώνου ΒαρσοβίαςΕπεξεργασία

 
Χώρες μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας
 
Οι Ηγέτες του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1987 (από αριστερά):
Χούζακ (Τσεχοσλοβακία),
Ζίβκοβ (Βουλγαρία)
Ε. Χόνεκερ (Α.Γερμανία)
Μ. Γκορμπατσόφ (ΕΣΣΔ)
Ν. Τσαουσέσκου (Ρουμανία)
Β. Γιαρουζέλσκι (Πολωνία) και
Γ. Κάνταρ (Ουγγαρία)

Μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και την άνευ όρων παράδοση της ναζιστικής Γερμανίας, ο κόσμος χωρίστηκε σε δύο αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα. Ήταν η αρχή του «Ψυχρού Πολέμου», μια διπλωματική και πολιτική διαμάχη που θα διαρκούσε σχεδόν μισό αιώνα, με τρομερές συνέπειες για όλο τον κόσμο.

Μεταπολεμικά, οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες ήταν εξαντλημένες τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. Η δράση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ανησυχήσει τις ΗΠΑ και τους Συμμάχους της. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ το 1946 έκανε την πρώτη αναφορά στο «Σιδηρούν Παραπέτασμα» και ένα χρόνο αργότερα, ο Χάρυ Τρούμαν εξήγγειλε το περίφημο «Σχέδιο Μάρσαλ», την οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση των συμμαχικών κρατών. Στόχος ήταν η οικονομική ανάκαμψη και το αντάλλαγμα ήταν αν ακολουθήσουν το δυτικό στρατόπεδο, πολεμώντας με όλα τα μέσα τον κομμουνισμό.

Το 1949 η μάχη κατά του κομμουνισμού πήρε τη μορφή στρατιωτικής συμμαχίας καθώς υπογράφηκε στην Ουάσινγκτον το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Μεταξύ άλλων, τα άρθρα του Συμφώνου δέσμευαν τα κράτη-μέλη στην ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών την μείωση της επιρροής των κομμουνιστικών κομμάτων αλλά και την αύξηση των ενόπλων δυνάμεων. Επίσης, κάθε ένοπλη επίθεση κατά ενός κράτους ισοδυναμούσε με επίθεση εναντίον όλων των κρατών του Συμφώνου.

Το αντίβαρο του ΝΑΤΟΕπεξεργασία

Αν και η ίδρυση του ΝΑΤΟ, θεωρήθηκε από πολλούς επιθετική ενέργεια προς τα σοσιαλιστικά κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η Σοβιετική Ένωση δεν αντέδρασε. Το 1954, η ΕΣΣΔ ζήτησε να γίνει μέλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, πρόταση που φυσικά απορρίφθηκε [1]. Τον Οκτώβριο του 1954 άναψε το «σπίρτο» της σοβιετικής αντίδρασης, όταν υπογράφηκαν οι «Συμφωνίες του Παρισιού», μεταξύ των δυτικών χωρών και της Δ. Γερμανίας. Αυτό είχε ως συνέπεια ότι η Γερμανία μπορούσε να εξοπλιστεί, οι πολίτες της θα υπηρετούν στρατιωτική θητεία και τελικά να εισέλθει στο ΝΑΤΟ.

Η προσχώρηση της Δ. Γερμανίας έγινε πραγματικότητα στις 6 Μαΐου 1955. Οι μνήμες για την πολεμική δράση της Ναζιστικής Γερμανίας ήταν ακόμη νωπές και η Σοβιετική Ένωση, αντέδρασε άμεσα. Στις 14 Μαΐου ιδρύθηκε η συμμαχία που έμεινε γνωστή ως σύμφωνο της Βαρσοβίας επειδή ένα μήνα μετά υπεγράφη στην πρωτεύουσα της Πολωνίας το τελικό κείμενο, το οποίο υπέγραψαν οκτώ κράτη: Σοβιετική Ένωση, Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία και Τσεχοσλοβακία.

Στη «Διάσκεψη ευρωπαϊκών κρατών τη διασφάλιση της Ειρήνης και της σταθερότητας στην Ευρώπη», όπως έμεινε γνωστή η ιδρυτική διάσκεψη του Συμφώνου, ήταν παρούσα και η Κίνα, έχοντας μόνο όμως τον ρόλο του παρατηρητή. Η Γιουγκοσλαβία του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο ήταν η μοναδική κομμουνιστική χώρα που δεν συμμετείχε στο Σύμφωνο, καθώς ο Πρόεδρος της χώρας κράτησε ουδέτερη στάση, λόγω της σύγκρουσής του με τον Στάλιν.

Επρόκειτο για μια στρατιωτική συμφωνία, αμυντικού χαρακτήρα. Το σύμφωνο δεν όριζε πουθενά την οικονομική συνεργασία των συμβαλλόμενων κρατών. Όλα τα κράτη υπάγονταν στο γενικό επιτελείο της Σοβιετικής Ένωσης, με επικεφαλής τον σοβιετικό στρατάρχη Ιβάν Κόνιεφ. Σκοπός ήταν η διασφάλιση της ειρήνης και η αμοιβαία παροχή βοήθειας σε περίπτωση επίθεσης σε ένα ή περισσότερα κράτη – μέλη του Συμφώνου. Στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, μπορούσε να προσχωρήσει οποιοδήποτε κράτος επιθυμούσε, ακόμη και χώρες που είχαν διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Τέλος, το Σύμφωνο όριζε ότι σε περίπτωση που στην Ευρώπη θα δημιουργούνταν ένα ενιαίο σύστημα ασφάλειας, θα έπαυε η ισχύς του.

Ιδρυτικά μέληΕπεξεργασία

Προσπάθεια «αποσταλινοποίησης»Επεξεργασία

Το 1953 πέθανε ο Ιωσήφ Στάλιν. Ο νέος σοβιετικός ηγέτης, Νικίτα Χρουστσόφ, στην προσπάθεια του να αποκοπεί από το πνεύμα της άτεγκτης διακυβέρνησης, που είχε παγιώσει ο προκάτοχός του, χρησιμοποίησε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας για πολιτικούς και διπλωματικούς λόγους. Με ασπίδα το Σύμφωνο, ο Χρουστσόφ προσπάθησε να επεκτείνει και να εδραιώσει την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης στα υπόλοιπα κράτη μέλη του Συμφώνου. Επίσης, ήταν μια διαφορετική στρατηγική απέναντι στις διπλωματικές σχέσεις ΕΣΣΔ και ΗΠΑ, όπου η Μόσχα παρουσιαζόταν περισσότερο διαλλακτική και ανοιχτή σε διάλογο με τη Δύση. Ένα από τα κύρια θέματα της εξωτερικής πολιτικής του Χρουστσόφ και επομένως του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ήταν η έκκληση για δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας. Η στάση του γενικού γραμματέα το ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης ονομάστηκε «αποσταλινοποίηση».

Οι τριγμοί του ΣυμφώνουΕπεξεργασία

Την πολιτική «αποσταλινοποίησης» ακολούθησαν και άλλα κράτη του Συμφώνου. Σταδιακά, όμως, οι ηγέτες κάθε χώρας προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις που ήταν αντίθετες με την πολιτική του σοβιετικού μοντέλου. Γρήγορα, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας θα άλλαζε πρόσωπο. Στην Πολωνία, το 1956, οι μεταρρυθμίσεις του ηγέτη της χώρας, Βλαντισλάβ Γκομούλκα, ενόχλησαν τη Μόσχα, αλλά ο Χρουστσόφ αποφάσισε να μην επέμβη. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη όμως το 1956 στην Ουγγαρία, όταν φοιτητές και διανοούμενοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και πραγματοποίησαν την πρώτη αντισοβιετική εξέγερση. Τα σοβιετικά στρατεύματα κατέπνιξαν την επανάσταση και ο ηγέτης της χώρας, Νάγκι μαζί με την κυβέρνηση, φυλακίστηκε από τους Σοβιετικους και εκτελέστηκε δύο χρόνια αργότερα. Το 1961 η Αλβανία, έπαψε να υποστηρίζει το Σύμφωνο καθώς είχε τρομερή εξάρτηση από την Κίνα του Μάο, που είχε έρθει σε ρήξη με την ΕΣΣΔ. Τελικά αποχώρησε το 1968, ενώ αποστάσεις κράτησε και η Ρουμανία επί Τσαουσέσκου, με πρόσχημα ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά. Το 1968 ήταν η μοναδική φορά που οι δυνάμεις του Συμφώνου, εκτός από Ρουμανία και Αλβανία έδρασαν συλλογικά, εναντίον της Τσεχοσλοβακίας. Η απόφαση του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, ηγέτη της χώρας, να μεταρρυθμίσει το κομμουνιστικό καθεστώς δεν άρεσε στη Μόσχα και αποφάσισε να παγώσει οποιαδήποτε προσπάθεια. Ο «σοσιαλισμός με το ανθρώπινο πρόσωπο» ήταν ένα πείραμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού της Τσεχοσλοβακίας, που έμεινε στην ιστορία ως Άνοιξη της Πράγας.

Το τέλος του ΣυμφώνουΕπεξεργασία

Πολλοί υποστήριξαν ότι η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία ήταν αναγκαία για να μην πάρει η χώρα τον «δρόμο του καπιταλισμού». Παρόλα αυτά, η επέμβαση αυτή, λειτούργησε ως «ταφόπλακα» του Συμφώνου. Ρουμανία και Αλβανία έκαναν λόγο για παραβίαση εθνικού δικαίου. Έκτοτε, κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης συμμαχούσαν μεταξύ τους και αρνήθηκαν να έχουν στο έδαφός τους σοβιετικούς στρατιώτες. Τη δεκαετία του ’70 , το Σύμφωνο υπηρετούσε κάτι τελείως διαφορετικό από τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Η Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιούσε τo Σύμφωνο ως «μεσάζοντα» προς τα υπόλοιπα κράτη – μέλη, πιέζοντας για την στήριξη τους σε διεθνή ανθρωπιστικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Τη δεκαετία του ’80, πολλοί θεώρησαν ότι ο διάδοχος του Χρουστσόφ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, θα έπαυε την ισχύ του Συμφώνου. Ωστόσο, το 1985, σε διάσκεψη που συγκάλεσε ο Γκορμπατσόφ, ανανέωσε την ισχύ του Συμφώνου, ο σκοπός του οποίου ήταν σχεδόν ίδιος με αυτόν του 1955. Η διάρκεια ζωής, όμως, του Συμφώνου ήταν σύντομη. Τα κομμουνιστικά κράτη επιθυμούσαν την αυτονομία τους και με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, την 1η Ιουλίου 1991, στην τελευταία σύσκεψη των ηγετών του Συμφώνου στην Πράγα, γνωστοποιήθηκε και το τέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Σταδιακά, τα σοβιετικά στρατεύματα αποχώρησαν από τα κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, με τελευταίο τη Γερμανία το 1994. Σήμερα, εκτός από τη Ρωσία, όλα τα πρώην κράτη – μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας ανήκουν στο ΝΑΤΟ

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίπου 4.780.000 Αμερικανοί, Άγγλοι και Καναδοί στρατιωτικοί παρέμεναν στην Ευρώπη[εκκρεμεί παραπομπή]. Εξ αυτών το 1946 παρέμεναν μόνο 879.000 [εκκρεμεί παραπομπή]. Αντίθετα η Σοβιετική Ένωση λόγω της απειλής εκ των «επιθετικών βλέψεων» της Δύσης διατήρησε σχεδόν το σύνολο των δυνάμεών της, δηλαδή περίπου 5.000.000 στρατιώτες [εκκρεμεί παραπομπή]. Μετά το 1955 οι Σοβιετικοί άρχισαν να μειώνουν τις δυνάμεις τους λόγω του παράλληλου εκσυχρονισμού των όπλων. Έτσι στις αρχές του 1970 η Ρωσία διατηρούσε περί τους 3.500.000 στρατιώτες, ενώ παράλληλα ξεκινούσαν οι συνεννοήσεις για παγκόσμιο αφοπλισμό που όμως ανεστάλησαν τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Την ίδια εκείνη εποχή τα έτερα μέλη του Σ.Β. διέθεταν 50 μεραρχίες για την υποστήριξη της συνθήκης.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία