Η Λυσιάς ήταν αρχαία ελληνική πόλη στη βόρεια Συρία.

Το φρούριο της συριακής Λυσιάδος.

Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος την αναφέρει και ως Λυδία. Απείχε 30 μίλια βορείως της Απαμείας. Κτίστηκε στους χρόνους της δυναστείας των Σελευκιδών. Κατά τον γεωγράφο Στράβωνα βρισκόταν στην Απαμείτιδα λίμνη («υπέρ της λίμνης κειμένη της προς Απαμεία»), ανήκε στην επαρχία Κασσιώτιδα και εκείτο στην αριστερή όχθη του ποταμού Ορόντη.

Προφανώς το όνομα να σχετίζεται με τον Λυσία, επίτροπο του Αντιόχου Δ΄ Επιφανούς (175 -164 π.Χ.). Η πόλη χρησίμευε για την εμπορική (και ίσως στρατιωτική σύνδεση) της Λαοδίκειας με την Απάμεια. Κατά την εκπνοή του σελευκιδικού βασιλείου, η Λυσιάς αυτονομήθηκε υπό τον αυτόνομο Ιουδαίο τύραννο Σίλα που τον κατέβαλε ο Πομπήιος το 64 π.Χ.

Αργότερα οι Βυζαντινοί έκτισαν εκεί ένα φρούριο, γνωστό ως Βορζώ. Το 948/9 μ.Χ. ο διοικητής Abu al-Hagar κατέλαβε το κάστρο για λογαριασμό του εμίρη του Χαλεπίου Sayf al-Dawla, αλλά το 975 ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Τσιμισκής το ανακατέλαβε από την δυναστεία των Χαμδανιδών. Αργότερα το 1090 ο Σελτζούκος διοικητής του Χαλεπίου Al-Dawla Aqsunqur κατέλαβε την Βορζώ. Το 1103 την κατέλαβαν οι Σταυροφόροι του Πριγκηπάτου της Αντιόχειας. Την εποχή εκείνη (1100 -1140) οι Δυτικοί προχώρησαν σε αλλαγές στην μηχανική και δομή του κάστρου. Στις 23 Αυγούστου 1188 ο Σαλαντίν κατέλαβε το φρούριο με στρατήγημα, αλλά μετά την βραχύχρονη κατοχή του ξαναπέρασε στα χέρια των Σταυροφόρων και έπαιξε σπουδαίο ρόλο σαν αμυντικό οχυρό του Πριγκηπάτου της Αντιόχειας.

Πρόκειται για την σημερινή Bourzey (‏قلعة برزويا) της βορειοδυτικής Συρίας.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Johann Gustav Droysen Ιστορία των Επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εκδ. ελεύθερη σκέψις.
  • Μεγάλη ελληνική εγκυκλοπαίδεια.