Η Οικογένεια Λόντου ήταν στρατιωτική οικογένεια της Βοστίτσας (Αίγιο), η οποία άκμασε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και της Απελευθέρωσης (’21) μέχρι και το 1850, οπότε και επήλθε η φυσική οικονομική και πολιτική παρακμή. Ήταν κλάδος της αχαϊκής οικογένειας Λόντου.

Η αρχήΕπεξεργασία

Το 1715 ο Γκολφίνος Ανδρ. Λόντος, ο οποίος θεωρείται και ο γενάρχης του κλάδου αυτού της οικογένειας Λόντου, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Αίγιο, προερχόμενος από τον Κάλανο Νεζερών όπου και γεννήθηκε. Εκεί άρχισε να επιδίδεται στην αγορά κτημάτων και να ασχολείται με το εμπόριο, το οποίο του απέφερε τεράστια κέρδη. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Γκολφίνος απέκτησε μεγάλη επιρροή ανάμεσα στους κοτζαμπάσηδες και τελικώς αναγνωρίστηκε ως άρχοντας της περιφέρειας.

ΑκμήΕπεξεργασία

Η οικογένεια Λόντου της Βοστίτσας αναμείχθηκε ενεργά στο κίνημα των Ορλωφικών (1770) αλλά εντούτοις κατόρθωσε να γλιτώσει από την οργή των Τούρκων. Από τις μαρτυρίες της εποχής φαίνεται ότι μέλη της οικογένειας διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους. Αποτέλεσμα αυτής της σχέσης ήταν να διοριστεί ο Σωτηράκης Λόντος, το 1778, γενικός επίτροπος των Πελοποννήσιων. Η επιρροή της οικογένειας αυξήθηκε ακόμα περισσότερα μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Σωτηράκης Λόντος κατέλαβε το αξίωμα του Μωρογιάννη. Από τότε οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις. Η πρώτη ήταν του Αχαϊκού, στην οποία ήταν αρχηγός η οικογένεια Λόντου και στηριζόταν από τους προκρίτους της Βοστίτσας, των Πατρών, της Ηλείας, και η δεύτερη ήταν της Καρύταινας. Τελικά οι προύχοντες της Καρύταινας πέτυχαν τον αποκεφαλισμό του Σωτηράκη Λόντου. Εκμεταλλευόμενος αυτό το πλήγμα κατά της οικογένειας των Λόντων, ο Ιωάννης Δεληγιάννης-Παπαγιαννόπουλος εγκαθίδρυσε νόθο κλάδο του δικού του οίκου στην περιοχή των Νεζεροχωρίων εντός των γαιών των Λόντων, οι οποίοι κατάγονται από τον Κάλανο Νεζερών, αποσκοπώντας έτσι αφενός στην διαρκή τριβή των κύριων ανταγωνιστών του με τους συγγενείς και συμμάχους του Παπαγιαννόπουλους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν με επίκεντρο την γειτονική Καλάνιστρα, και αφετέρου στην εν γένει εξουδετέρωση οποιασδήποτε εχθρικής επιρροής στην περιοχή βορείως της Γορτυνίας.

Ύστερα από τον αποκεφαλισμό του Σωτηράκη η οικογένεια έπεσε σε δυσμένεια με αποτέλεσμα ο Ανδρέας Λόντος, γιος του Σωτηράκη, να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού ήρθε σε επαφή με τουρκικούς κύκλους, κατόρθωσε να ανακτήσει την επιρροή του και να επιστρέψει στο Αίγιο με το αξίωμα του Καζάρχη. Βέβαια είναι γεγονός ότι δεν κατάφερε να ανακτήσει την παλιά αίγλη της οικογένειας με αποτέλεσμα να γίνει τύραννος στην επαρχεία του. Αργότερα ωστόσο μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και επανόρθωσε για τις πράξεις του. Το 1819 η οικογένεια περνάει μια μικρή οικονομική δυσκολία λόγω της κρίσης του εμπορίου με αποτέλεσμα ο Αντρέας Λόντος να δανειστεί από τον Καλαμογδάρτη και τον Ταμπακόπουλο.

Στην Επανάσταση του 1821 η οικογένεια Λόντου προσέφερε τα μέγιστα. Τα μέλη της είχαν προετοιμαστεί για την επικείμενη εξέγερση αφού είχαν μυηθεί ήδη από το 1818 στην Φιλική Εταιρεία. Με την έναρξη της επανάστασης συγκρότησε σώμα 700 στρατιωτών και πήρε μέρος στις μάχες της Πάτρας και του Μεσολογγίου ενώ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον εμφύλιο.

Μετά το τέλος της επανάστασης πολλά μέλη της οικογένειας Λόντου διετέλεσαν σε σημαντικές θέσεις όπως πρωθυπουργοί, υπουργοί, γερουσιαστές, πρόεδροι της Βουλής, βουλευτές, στρατηγοί, ναύαρχοι, δήμαρχοι, κ.α. Το ενεργότερο μέλος αυτής ήταν ο Ανδρέας Σ. Λόντος.

Η φυσική παρακμήΕπεξεργασία

Από το 1840 ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος της οικογένειας, ο Ανδρέας, άρχισε να αντιμετωπίζει μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Στην αρχή δανειζόταν χρήματα από τα αδέρφια του, Λουκά και Αναστάσιο, αλλά αργότερα τα αδέρφια του μη μπορώντας να συνεχίσουν να του δανείζουν άρχισαν να του κατάσχουν τα κτήματα. Συγκεκριμένα ο αδερφός του Αναστάσιος του κατέσχε μεγάλο μέρος της κτηματικής του περιουσίας με αποτέλεσμα το οικονομικό του πρόβλημα να διογκωθεί. Με την παραίτηση της Κυβέρνησης Μαυροκορδάτου, της οποίας ήταν υπουργός, ο Ανδρέας Λόντος παραγκωνίστηκε ακόμα περισσότερο, ενώ διώχθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη. Τελικά την 24η Σεπτεμβρίου του 1845 μη μπορώντας να αντέξει την αποτυχία του αυτοκτόνησε με ένα όπλο στο σπίτι του στην Αθήνα. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Αίγιο και συγκεκριμένα στο σπίτι του αδερφού του Λουκά στις 15 Οκτωβρίου αλλά δεν τάφηκε με εκκλησιαστικό τελετουργικό εξαιτίας της απαγόρευσης που είχε επιβληθεί από την Κυβέρνηση Κωλέττη. Τελικά η κηδεία του πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη του 1847, αμέσως μετά τον θάνατο του Ιωάννη Κωλέττη. Παράλληλα, από τον θάνατο του Ανδρέα, παρ´όλο που τα μέλη της οικογένειας Λόντου συνέχισαν να εκλέγονται βουλευτές Βοστίτσας, σταμάτησε η ουσιαστική επιρροή της οικογένειας στα πολιτικά δρώμενα του τόπου. Το τυπικό τέλος επήλθε λίγα χρόνια αργότερα με τον θάνατο και του τελευταίου αδερφού της οικογένειας Λουκά Λόντου.

ΜέληΕπεξεργασία

  • Κωνσταντίνος Λόντος, γιος του Λουκά
  • Αναστάσιος Λόντος, υποναύαρχος και γιος του Κωνσταντίνου
  • Μιλτιάδης Μεσσηνέζης, σταφιδέμπορος και γιος της Μαρίας
  • Αριστοτέλης Μεσσηνέζης, σταφιδέμπορος και γιος του Μιλτιάδη
  • Ιωάννης Μεσσηνέζης, γιος του Μιλτιάδη
  • Γεώργιος Μεσσηνέζης, έμπορος, πρόξενος Λονδίνου και γιος του Μιλτιάδη
  • Μιλτιάδης Μεσσηνέζης, σύζυγος Κωνσταντίνου Μιχαλόπουλου και κόρη του Γεωργίου
  • Λέων Μ. Μεσσηνέζης, έμπορος, βουλευτής, σύζυγος της Σουζάνας Σταυροπούλου και γιος του Μιλτιάδη
  • Μιλτιάδης Μεσσηνέζης, έμπορος και γιος του Λέοντος
  • Ζωή Μεσσηνέζη, σύζυγος Στυλιανού Ανδρέα Κοντογούρη και κόρη της Μαρίας
  • Ιωάννης Μεσσηνέζης, πρόεδρος της Βουλής & του Συμβουλίου της Επικρατείας, βουλευτής, σύζυγος της Μαρίας Δούμας και γιος της Μαρίας
  • Λέων Μεσσηνέζης, νομάρχης και γιος του Ιωάννη
  • Μαρία Μεσσηνέζη, σύζυγος Κωνσταντίνου Σωρηριάδη και κόρη του Ιωάννη
  • Γεώργιος Μεσσηνέζης, δικηγόρος και γιος του Σωτήρη
  • Λυκούργος Μεσσηνέζης, σύζυγος Καλλίστης Ανδρέα Νοταρά και γιος του Σωτήρη
  • Σωτήριος Μεσσηνέζης, δικηγόρος και γιος του Λυκούργου
  • Φίλιππος Μεσσηνέζης, διπλωμάτης και γιος του Σωτήρη
  • Υακίνθη Μεσηνέζη, σύζυγος Πέτρου Μαργαρίτη και κόρη του Λυκούργου
  • Μεσσηνέζης, γιος του Λυκούργου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία