Παναγιώτης Σκαλούμπακας

Έλληνας αξιωματικός, διοικητής του Γ΄ ΕΤΟ της Μακρονήσου

O Παναγιώτης Σκαλούμπακας (1918 - 5 Ιανουαρίου 2010) ήταν ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, γνωστός κυρίως για τη βίαιη δράση του ως διοικητής τάγματος επί των στρατευμένων-κρατουμένων στον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.[1][2][3][4]

Παναγιώτης Σκαλούμπακας
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Παναγιώτης Σκαλούμπακας (Ελληνικά)
Γέννηση1918
Επισκοπή Αρκαδίας
Θάνατος5  Ιανουαρίου 2010
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
ΣπουδέςΣτρατιωτική Σχολή Ευελπίδων
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
ΕργοδότηςΕλληνικός Στρατός

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Νεανικά χρόνιαΕπεξεργασία

Ο Παναγιώτης Σκαλούμπακας γεννήθηκε στην Επισκοπή Τεγέας της Τρίπολης το 1918. Ήταν γιος πολυμελούς αγροτικής οικογένειας Βενιζελικών (οπαδοί του Αλ. Παπαναστασίου) και είχε άλλα τέσσερα αδέλφια, τρία μεγαλύτερα και ένα μικρότερο. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων όπου αναφέρεται ότι ως εκπαιδευτής κτυπούσε τους πρωτοετείς[5] και έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940.[6]

Η δράση στη ΜακρόνησοΕπεξεργασία

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τριπλή κατοχή επελέγη ως Διοικητής του 4ου Λόχου Σκαπανέων υπό το Γ΄ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη, με τον βαθμό του Λοχαγού στις 4 Αυγούστου 1946.[6] Εκεί, εφαρμόζοντας σκληρές μεθόδους και πάσης φύσεως βασανιστήρια, επιδόθηκε στη λεγόμενη «ανάνηψη» των κομμουνιστών (δηλώσεις μετανοίας). Η μονάδα, με την προσθήκη τριών επιπλέον λόχων, αναδιοργανώθηκε ως Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων, πάντα υπό τη διοίκηση του Σκαλούμπακα.[7]

Στις 14 Ιουνίου 1947 το τάγμα μετακινήθηκε στη Μακρόνησο ως Γ΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (Γ΄ ΕΤΟ), υπό την Β-XI Διεύθυνση του ΓΕΣ.[6] Εκεί ο λοχαγός Σκαλούμπακας συνέχισε τη λεγόμενη «εθνική διαπαιδαγώγηση» των οπλιτών του, θεωρούμενος έτσι ως «στυλοβάτης του πρώτου αναμορφωτηρίου στη Μακρόνησο»,[8] αρχικά ως διοικητής του τάγματος και κατόπιν, με τον ερχομό αρχαιότερου αξιωματικού, ως υποδιοικητής. Πλήθος μαρτυριών αναφέρουν τα απάνθρωπα βασανιστήρια που υπέστησαν οι υπηρετούντες εκεί (Γελαδόπουλος, Φλούντζης κ.άλ.). Για τους «σκαπανείς» της Μακρονήσου, το Γ΄ ΕΤΟ ήταν συνώνυμο της φρίκης, το τάγμα «που ο Σκαλούμπακας το 'χε κάνει αληθινό εξοντωτήριο», σύμφωνα με τη μαρτυρία του συγγραφέα Γιώργη Πικρού (1919-2008).[9]

Μετέπειτα (την 6η Σεπτεμβρίου 1948),[10] ο Σκαλούμπακας μετατέθηκε σε μάχιμη μονάδα, «προκειμένου να αμβλυνθούν οι αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί για το πρόσωπό του».[11]

Μετά τη Μακρόνησο - Ύστερος βίοςΕπεξεργασία

Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως διοικητής σε διάφορες στρατιωτικές μονάδες ανά την Ελλάδα (Αθήνα, Λάρισα, Καρδίτσα, Θεσσαλονίκη, Πρέβεζα[12] και Χανιά). Το 1959, ο τότε αντισυνταγματάρχης Σκαλούμπακας ασχολήθηκε με τη συγγραφή, γράφοντας τρία εγχειρίδια αντικομμουνιστικού περιεχομένου, γύρω από την ιστορία του κομμουνισμού και από την κομμουνιστική δράση στην Ελλάδα και διεθνώς. Τα βιβλία αυτά τα δίδαξε ο ίδιος στη Διοικούσα τάξη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων το ακαδημαϊκό έτος 1959-1960. Τον Δεκέμβριο του 1966 προήχθη σε ταξίαρχο και τον Φεβρουάριο του 1969 αποστρατεύθηκε με το βαθμό του υποστρατήγου.

Σε συνέντευξη που ο ίδιος έδωσε το 2008, σε προχωρημένη ηλικία, για τους σκοπούς ντοκιμαντέρ για τη Μακρόνησο, αρνήθηκε πως έγιναν βασανιστήρια, αλλά αν συνέβησαν, τότε αυτά έγιναν όχι μέσω διαταγών, αλλά με πρωτοβουλία κατωτέρων στελεχών, και πως εάν δεν είχαν γίνει κάποια πράγματα για την αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής απειλής», τότε η Ελλάδα θα είχε πάρει το δρόμο των υπολοίπων βαλκανικών χωρών και του ανατολικού μπλοκ και θα έμενε «200 χρόνια πίσω».[13][14] Από πολλούς συγγραφείς, αναλυτές και σχολιαστές ο Σκαλούμπακας αναφέρεται ως βασανιστής της Μακρονήσου.[15][16][3][1] Ωστόσο, κατά τους υποστηρικτές της δραστηριότητάς του, η «διαπαιδαγώγηση» και «ελληνοποίηση» των κρατουμένων γινόταν μόνο μέσω εθνικών τραγουδιών και δημιουργικών δραστηριοτήτων,ενώ και οι κατήγοροί του κατατάσσονται στην ευρύτερη «αριστερή προπαγάνδα» των κομμουνιστών.[17]

Ο Παναγιώτης Σκαλούμπακας απεβίωσε στις 5 Ιανουαρίου 2010, σε ηλικία 92 ετών.

Προσωπική ζωήΕπεξεργασία

Τον Μάρτιο του 1954 είχε νυμφευθεί την Αλτάνη Παπαλέξη, με την οποία απέκτησε δύο γιους: τον Χρήστο, και τον Αθανάσιο,[εκκρεμεί παραπομπή] οι οποίοι «καθοδηγήθηκαν» από τον πατέρα τους «στις εθνικές ιδέες», έτσι που «συνεχίζουν [περήφανα] τον αγώνα του, μέσω των κοινωνικών δικτύων», […], εναντίον της μάστιγος που λέγεται κομμουνισμός».[10]

Ο γιος του Χρήστος Σκαλούμπακας έχει απασχολήσει την επικαιρότητα με ακραίες δημόσιες τοποθετήσεις,[18] ενώ τον Ιούνιο του 2019 διεγράφη από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας για προσβλητικές και εκδικητικές εκφράσεις, που άφηναν υπονοούμενα για το έργο του πατέρα του.[19][20]

Το Γ΄ ΕΤΟ ως υπόδειγμα αποτελεσματικής βίαςΕπεξεργασία

Το Γ΄ ΕΤΟ υπήρξε το πειραματικό πεδίο για τη δοκιμή επί 2.500-3.000 ατόμων των μεθόδων για «επιτυχή» αναμόρφωση των οπλιτών, δηλαδή την υπογραφή «δηλώσεων μετανοίας».[21] Yπήρξε το πρότυπο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν οι μέθοδοι πίεσης εναντίον των οπλιτών-κρατουμένων όταν, υπό την καθοδήγηση του Σκαλούμπακα ως διοικητή, «επιβλήθηκε ένα καθεστώς διαρκούς σωματικής και ψυχολογικής βίας», με συνεχείς αγγαρείες, στέρηση τροφής και νερού, διαπόμπευση των «αμετανόητων», διαταραχή του ύπνου των οπλιτών, ξυλοδαρμούς και «πέταγμα στη θάλασσα».[3] Το Γ΄ ΕΤΟ, σύμφωνα με τη μαρτυρία (Απρίλιος 1948) του μετέπειτα ακαδημαϊκού και Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου, αναφέρεται ως η μονάδα όπου στέλνονταν «για λιντσάρισμα» όσοι στρατευμένοι-κρατούμενοι δεν εκάμπτοντο.[22]

H σωματική και ψυχολογική βία στους οπλίτες του τάγματος συμπληρωνόταν με «ηθική» διαπαιδαγώγηση σε καθημερινή βάση, όπου «ανανήψαντες» στρατιώτες διάβαζαν δημόσια επιστολές «αποκήρυξης του κομμουνισμού» και έβγαζαν λόγους αντίστοιχου περιεχομένου. Εξαιτίας των βασανιστηρίων και της ψυχολογικής βίας, παρά πολλοί κρατούμενοι κατέληξαν στο νοσοκομείο της Μακρονήσου με σωματικές κακώσεις, άλλοι εμφάνισαν ψυχικά νοσήματα και, σε πολλές περιπτώσεις, επιχείρησαν να αυτοκτονήσουν.[3] Η επιτυχία των μεθόδων του λοχαγού Σκαλούμπακα στην εξάντληση στης φυσικής αντοχής και στο τσάκισμα του ηθικού των οπλιτών-κρατουμένων του Γ΄ ΕΤΟ αποτυπώθηκε στο προσωνύμιο «γαλάζιο τάγμα», με το οποίο υπονοείτο η μεταστροφή των «κόκκινων» κρατουμένων προς την «εθνικοφροσύνη».[21]

Αυτή η εικόνα του Σκαλούμπακα δε γίνεται αποδεκτή ως αληθινή από τους θαυμαστές του, παρά μόνο ως συκοφαντική. Ορισμένοι εξ αυτών την αναφέρουν ως κακόβουλο, φανταστικό αποκύημα των αριστερών, το οποίο αποτυπώνει «αντεθνικό μένος» που αμαυρώνει με «αισχρότατα ψεύδη» τη μνήμη του Σκαλούμπακα. Θεωρούν ότι αυτή η αρνητική εικόνα βρήκε πρόσφορο έδαφος διάδοσης στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό, έπειτα από τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ από τον Καραμανλή το 1974.[6]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Νικόλας Τριανταφύλλου (24 Φεβρουαρίου 2016). «Οι εντιμότατοι φίλοι του Γιάννη Κυριακίδη». Protagon.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2018. 
  2. «H Μακρόνησος "στο πάρτι του Αδώνιδος"». Το Κουτί της Πανδώρας. 21 Φεβρουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2018. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «Βασανιστήρια». Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2017. 
  4. Κούνδουρος, Νίκος (2009). Ονειρεύτηκα πως πέθανα. Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος. σελ. 47. ISBN 978-960-8399-78-5. 
  5. Μούτουλας, Παντελής (2004). =Πελοπόννησος, 1940-45. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης. Αθήνα: Βιβλιόραμα. σελ. 413. ISBN 9789608087408. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Ησαΐας Κωνσταντινίδης (24 Ιανουαρίου 2017). «Στρατηγός Παναγιώτης Σκαλούμπακας (1918-2010). Ένας μεγάλος πατριώτης και ήρωας! (μέρος α΄)». Ελεύθερη Ώρα. 
  7. «Ο διοικητής Γ' Τάγματος Σκαλούμπακας». Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου. ΑΣΚΙ. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2018. 
  8. «Λοχαγός Σκαλούμπακας Παν». Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου. ΑΣΚΙ. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2017.  Φωτογραφικό τεκμήριο με ιδιόχειρη σημείωση από το αρχείο του Νίκου Μάργαρη (1922-2004).
  9. Πικρός, Γιώργης (1975). Το χρονικό της Μακρονήσου. Πρόλογος: Κώστας Βαλέτας (2η έκδοση). Αθήνα. σελ. 55. 
  10. 10,0 10,1 Ησαΐας Κωνσταντινίδης (31 Ιανουαρίου 2017). «Στρατηγός Παναγιώτης Σκαλούμπακας (1918-2010). Ένας μεγάλος πατριώτης και ήρωας! (μέρος β΄)». Ελεύθερη Ώρα. 
  11. «Σκαλούμπακας Παναγιώτης». Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου. ΑΣΚΙ. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2017. 
  12. Ήταν Φρούραρχος της πόλης όταν έγινε το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Λάζαρης, Θοδωρής (15 Μαρτίου 2016). «Η Οδύσσεια ενός κινηματογραφιστή -13». Λευκαδίτικα Νέα. Ανακτήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2017. 
  13. Χρυσούλα Παπαϊωάννου (2009-03-27). «Στη Μακρόνησο δεν υπήρχαν ήρωες, μόνο φόβος». Ελευθεροτυπία. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=29800. Ανακτήθηκε στις 2018-02-11. 
  14. Μαρία Κατσουνακη (2009-04-20). «Αυτοί που δεν εξαργύρωσαν ποτέ τίποτα». Η Καθημερινή. http://www.kathimerini.gr/355085/article/politismos/arxeio-politismoy/aytoi-poy-den-e3argyrwsan-pote-tipota. Ανακτήθηκε στις 2018-02-11. 
  15. Λάζαρης, Βασίλης K., επιμ. (2006). Μακρόνησος: ιστορικός τόπος. Γ΄. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. σελ. 514. ISBN 978-960-451-006-1. 
  16. Μάργαρης, Νίκος (1982). Ιστορία της Μακρονήσου. Αθήνα. σελ. 186. 
  17. Γιώργος Πισσαλίδης (10 Απριλίου 2009). «Μία απάντηση στη Μακρόνησο των Γιαννακάκη και Καραμπάτσου». Ελληνικές Γραμμές. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2018. 
  18. Newsroom. ««Πυρά» Ακρίτα κατά ΝΔ: «Να χαίρεστε το εγγεγραμμένο μέλος σας Χρήστο Σκαλούμπακα»». Documento. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2019. 
  19. https://www.ethnos.gr/politiki/43096_nd-diegrafi-o-hristos-skaloympakas-meta-apo-hydaies-anartiseis?amp
  20. https://www.news247.gr/politiki/diegrafi-apo-melos-tis-nd-o-skaloympakas-gia-revansistikes-anartiseis-sto-diadiktyo.7456815.html
  21. 21,0 21,1 Πολυμέρης Βόγλης· Στρατής Μπουρνάζος (2009). «Στρατόπεδο Μακρονήσου, 1947-1950. Βία και προπαγάνδα». Στο: Χρήστος Χατζηιωσήφ. Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα Δ2: Ανασυγκρότηση - Εμφύλιος - Παλινόρθωση, 1945-1952. Αθήνα: Βιβλιόραμα. σελ. 56. ISBN 9789608087897. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2018. 
  22. Δεσποτόπουλος, Κωνσταντίνος (2006). Αναπολήσεις B΄ (1940-1960). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. σελ. 134. ISBN 960-02-2026-3.