Σαούλ

Πρώτος βασιλιάς του βασιλείου του Ισραήλ
Αυτό το λήμμα αφορά το βασιλιά Σαούλ του Ισραήλ. Για το Σαούλ που έγινε ένας απο τους Αποστόλους, δείτε: Απόστολος Παύλος.

Ο Σαούλ (εβραϊκά: שָׁאוּל‬, αγγλικά: Saul‎) είναι πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης και φέρεται ως ο πρώτος βασιλιάς του Ηνωμένου Βασιλείου του Ισραήλ (1040-1011 π.Χ.). Ήταν γιος του Κις, ενός πλούσιου και ισχυρού ανθρώπου από τη φυλή Βενιαμίν.[1][2] (Α' Παρ. 8,33 - Α' Βασ. 9,1-2) Το όνομά του σημαίνει "επιθυμητός". Καταγόταν από την πατριά των Ματταρί και έμενε στη Γαβαά.[3] (Α' Βασ. 10,21-26) Σύζυγος του Σαούλ ήταν η Αχινοόμ (ή Αχινοάμ).[4] (Α' Βασιλειών 14,50) Ο Σαούλ είχε τέσσερις γιους, τον Ιωνάθαν, τον Ιεσσιού (ή Αβασάλ ή Ιεβοσθέ), τον Μελχισουέ και τον Αμιναδάβ και δύο κόρες, τη Μερόβ (ή Μεράβ) και τη Μελχόλ (ή Μιχάλ).[1][4] Ο Σαούλ πολέμησε και νίκησε όλους τους εχθρούς του Ισραήλ, τους Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Ιδουμαίους, τους Φιλισταίους, τους Αμαληκίτες, το βασίλειο του Σουβά και τους κατοίκους της Βαιθεώρ.[4][5] (Α' Βασ. 14,47-48) Η βασιλεία του κράτησε για περίπου 30 χρόνια (1040-1010 π.Χ.), κάποιοι ερευνητές ωστόσο προτείνουν ότι βασίλευεσε για 20 ή 22 χρόνια.[6]

Σαούλ
Βασιλιάς του Ισραήλ (Ηνωμένη Μοναρχία)
Saul and David by Rembrandt Mauritshuis 621.jpg
O Σαούλ και ο Δαβίδ να παίζει άρπα.
ΠερίοδοςΠερίπου 1040-1010 π.Χ.
ΣτέψηΜασσηφά
ΔιάδοχοςΙεβοσθέ
Δαβίδ
ΓέννησηΓαβαά
Θάνατος1010 π.Χ.
Κοιλάδα της Ιεζραέλ, Βασίλειο του Ισραήλ
Τόπος ταφήςΙαβίς
ΣύζυγοςΑχινοόμ
ΕπίγονοιΙωνάθαν
Ιεσσιού
Μελχισουέ
Αμιναδάβ
Μερόβ (ή Μεράβ)
Μιχάλ (ή Μελχόλ)
ΠατέραςΚις
δεδομένα (π  σ  ε )

ΕμφάνισηΕπεξεργασία

Ο Σαούλ ήταν υψηλόσωμος, αγαθός και ωραίος. Χαρακτηρίζεται απο τις Γραφές ως ο ομορφότερος και ο υψηλότερος ανάμεσα στους Ισραηλίτες. Ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος από κάθε άλλον μέσα σ' όλο το λαό.[2] (Α' Βασ. 9,2)

ΆνοδοςΕπεξεργασία

Ο Σαούλ συναντάει τον ΣαμουήλΕπεξεργασία

Μια μέρα χάθηκαν τα γαϊδούρια του Κις, πατέρα του Σαούλ, και είπε στο γιο του να πάρει μαζί του έναν υπηρέτη και να πάει να ψάξει. Ο Σαούλ και ο υπηρέτης του πέρασαν από την ορεινή περιοχή της φυλής Εφραίμ και από τις περιοχές Σελχά και Σεγαλείμ δίχως να τα βρουν. Μετά έψαξαν όλη την περιοχή της φυλής Βενιαμίν και δε βρήκαν τίποτα. Όταν έφτασαν στην περιοχή Σιφ, ο Σαούλ είπε στον υπηρέτη που τον συνόδευε να γυρίσουν πίσω, γιατί ο πατέρας του θα ανησυχούσε. Εκείνος του είπε ότι στην πόλη αυτή κατοικεί ένας άνθρωπος του Θεού, ένας προφήτης, και καθετί που λέει βγαίνει αληθινό. Να πάνε λοιπόν και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Δεν είχαν μαζί τους πολλά τρόφιμα για να προσφέρουν ως δώρο, παρά μόνο ένα τέταρτο αργυρού σίκλου (σέκελ-εβραϊκό νόμισμα). Την εποχή εκείνη ο προφήτης ονομαζόταν "ο Βλέπων".[2] (Α' Βασ. 9,3-10)

Όταν ο Σαούλ κι ο υπηρέτης του πήραν το δρόμο προς την πόλη, στο δρόμο συνάντησαν τις κοπέλες της πόλης που πήγαιναν να πάρουν νερό. Τις ρώτησαν εάν ήταν ο "Βλέπων" στην πόλη και εκείνες απάντησαν, ότι την μέρα εκείνη ήταν στην πόλη και μετά θα πρόσφερε θυσία υπέρ του λαού σε κάποιο ύψωμα.

Όταν ο Σαούλ κι ο υπηρέτης του έμπαιναν στην πόλη,  ο Σαμουήλ έβγαινε για ν' ανεβεί στον ιερό τόπο, όπου θα γινόταν θυσία στον Γιαχβέ. Την προηγούμενη μέρα ο Θεός είχε φανερώσει στο Σαμουήλ ότι: «Αύριον, κατά την ώραν αυτήν, θα στείλω προς σε ένα άνδρα από την φυλήν Βενιαμίν, τον οποίον θα χρίσης βασιλέα δια τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν. Αυτός θα απαλλάξη τον λαόν μου από τα χέρια των Φιλισταίων. Θα τους σώσω τους Ισραηλίτας, διότι είδα με ευσπλαγχνικόν βλέμμα την δυστυχίαν του λαού μου και διότι η βοή του στεναγμού των έφθασεν έως εις εμέ». Όταν ο Σαμουήλ είδε το Σαούλ, ο Θεός  του είπε: «Ιδού, αυτός είναι ο άνθρωπος, δια τον οποίον σου ωμίλησα. Αυτός θα γίνη βασιλεύς του λαού μου».[2] (Α' Βασ. 9,14-17)

Ο Σαούλ πλησίασε το Σαμουήλ και του ζήτησε να του δείξει που βρίσκεται το σπίτι του Βλέποντος. Ο Σαμουήλ του φανέρωσε πως αυτός είναι ο Βλέπων και τον προσκάλεσε να ανέβει μαζί του στο λόφο να φάνε μαζί. Επίσης του είπε: «Για τα γαϊδούρια που είναι χαμένα εδώ και τρεις μέρες μην ανησυχείς, γιατί βρέθηκαν. Αλλά σε ποιον στρέφονται τώρα οι προσδοκίες των Ισραηλιτών; Σ' εσένα στρέφονται και στην οικογένεια του πατέρα σου». Ο Σαούλ από ταπεινότητα αποκρίθηκε: «Αυτό δεν είναι δυνατόν. Εγώ ανήκω στη φυλή Βενιαμίν, την πιο μικρή απ' τις φυλές του Ισραήλ και η οικογένειά μου είναι η πιο μικρή απ' όλες τις οικογένειες της φυλής Βενιαμίν. Πως μου λες τέτοια λόγια;».[2] (Α' Βασ. 9,18-21)

Τότε ο Σαμουήλ πήρε το Σαούλ και τον υπηρέτη του, και τους έβαλε να καθήσουν στην πρώτη θέση ανάμεσα στους 70 επίσημους καλεσμένους. Ο Σαμουήλ είπε στο μάγειρα να προσφέρει στο Σαούλ την πιο εκλεκτή μερίδα. Έτσι ο Σαούλ έφαγε εκείνη τη μέρα μαζί με το Σαμουήλ. Όταν κατέβηκαν από τον ιερό τόπο στην πόλη, ο Σαμουήλ διέταξε να στρώσουν στο Σαούλ να κοιμηθεί στο πάνω δωμάτιο του σπιτιού.[2] (Α' Βασ. 9,22-25)

Ο Σαούλ και οι προφήτεςΕπεξεργασία

Όταν ξημέρωσε ο Σαμουήλ τους ξεπροβόδισε και όταν έφτασαν στην άκρη της πόλης, άφησαν τον υπηρέτη να προχωρήσει και ο Σαμουήλ πήρε το δοχείο με το λάδι και το έχυσε πάνω στο κεφάλι του Σαούλ, τον φίλησε και του είπε: «Ο Κύριος σ' έχρισε άρχοντα και βασιλιά στο λαό του. Εσύ θα τον σώσεις από τους εχθρούς του. Και ως σημάδια για να πεισθείς γι' αυτά που σου είπα, όταν θα φύγεις από 'δω, θα βρεις δυο ανθρώπους κοντά στον τάφο της Ραχήλ, στα σύνορα της φυλής Βενιαμίν, οι οποίοι θα σου πουν, ότι βρέθηκαν τα γαϊδούρια που έψαχνες, αλλά τώρα ο πατέρας σου έπαψε να νοιάζεται γι' αυτά κι ανησυχεί για σας. Μετά θα προχωρήσεις πέρα από 'κει, ωσότου φτάσεις στον τόπο που λέγεται "Δρυς Θαβώρ". Εκεί θα συναντήσεις τρεις άντρες, που θα πηγαίνουν στη Σκηνή του Μαρτυρίου στη Βαιθήλ. Αυτοί θα έχουν μαζί τους για να προσφέρουν ο ένας τρία κατσίκια, ο δεύτερος τρία αγγεία με άρτους και ο τρίτος ένα ασκί με κρασί. Θα σε χαιρετήσουν και θα σου δώσουν δύο καρβέλια ψωμί. Θα τα πάρεις απ' αυτούς και μετά θ' ανέβεις στο βουνό του Θεού, στη Βαμά, όπου υπάρχει φρουρά των Φιλισταίων. Εκεί είναι ο Νασίβ ο Φιλισταίος. Μόλις μπεις στην πόλη, θα συναντήσεις μια ομάδα προφητών, που θα κατεβαίνουν από το ύψωμα, παίζοντας μουσικά όργανα και θα προφητεύουν. Τότε θα έρθει το Πνεύμα του Κυρίου πάνω σου και θα προφητεύεις κι εσύ μαζί τους και θα γίνεις άλλος άνθρωπος. Κι όταν αυτά τα σημεία σου συμβούν, τότε μπορείς να δράσεις, γιατί ο Θεός θα είναι μαζί σου. Μετά θα κατεβείς στα Γάλγαλα πριν από μένα, κι εγώ θα έρθω να σε συναντήσω, για να προσφέρω ολοκαυτώματα και θυσίες στον Κύριο. Θα περιμένεις εκεί εφτά μέρες, ώσπου να 'ρθώ και τότε θα σου πω τι πρέπει να κάνεις».[2][3] (Α' Βασ. 9,26-10,8)

Μόλις ο Σαούλ έφυγε από το Σαμουήλ, ο Θεός τον έκανε καινούριο άνθρωπο και όλα εκείνα τα σημεία πραγματοποιήθηκαν την ίδια μέρα. Όταν έφτασε με το δούλο του στο βουνό συνάντησαν την ομάδα των προφητών και τότε κατέβηκε σ' αυτόν το Άγιο Πνεύμα και προφήτευε κι αυτός μαζί τους.  Όσοι τον γνώριζαν, όταν τον είδαν να προφητεύει μαζί με τους προφήτες, παραξενεύτηκαν που τον είδαν ανάμεσα τους.[7] Ο Σαούλ δε φανέρωσε τίποτε στους δικούς του, ούτε στους συγγενείς του, απ' όσα του είπε ο Σαμουήλ σχετικά με τη βασιλεία.[3] (Α' Βασ. 10,9-16)

Ο Σαούλ γίνεται βασιλιάςΕπεξεργασία

 
O Σαούλ και ο Δαβίδ, απο τον Τζούλιους Κρόνμπεργκ.

Κατά τα λεγόμενα της Παλαιάς Διαθήκης, ο Σαούλ έγινε βασιλιάς κατόπιν απαιτήσεως του λαού, όταν αυτός είχε αγανακτήσει από την διακυβέρνηση των γιων του προφήτη Σαμουήλ, οι οποίοι δίκαζαν τις υποθέσεις τους. Πήγαν οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ και του ζήτησαν να διορίσει έναν βασιλιά όπως είχαν και τα άλλα έθνη. Παρόλο που ο Σαμουήλ δε συμφωνούσε, ο Θεός τον πρόσταξε να ορίσει βασιλιά σύμφωνα με την επιθυμία του λαού.[8] (Α' Βασ. 8,1-9)

Ο Σαμουήλ συγκέντρωσε το λαό ενώπιον του Ιεχωβά στη Μασσηφά (Μισπά) και είπε στους Ισραηλίτες, ότι περιφρόνησαν τον Κύριο, που τους απάλλαξε απ' όλα τα δεινά και τις θλίψεις, και ζητήσανε να τους ορίσει βασιλιά.

Μετά ο Σαμουήλ προκειμένου να κάνει την εκλογή του βασιλιά, τους διέταξε να πλησιάσουν όλες οι φυλές των Ισραηλιτών, έριξαν κλήρο κι ο κλήρος έπεσε στη φυλή Βενιαμίν.  Μετά διέταξε να πλησιάσει η φυλή Βενιαμίν κατά οικογένειες κι ο κλήρος έπεσε στην οικογένεια του Ματταρί, έπειτα ο κλήρος έπεσε στο Σαούλ, γιο του Κις. Αλλά όταν τον αναζήτησαν, δεν τον βρήκαν πουθενά.[9]

Τότε ο Σαμουήλ ρώτησε τον Κύριο κι ο Κύριος του αποκρίθηκε ότι είναι κρυμμένος. Όταν τον βρήκαν, τον έφεραν και στάθηκε ανάμεσα στο λαό. Ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος απ' όλους. Είπε τότε ο Σαμουήλ στο λαό: «Κοιτάξτε αυτόν διάλεξε ο Κύριος. Πραγματικά δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν μέσα σ' όλο το λαό». Μετά ο Σαμουήλ τους ανακοίνωσε το βασιλικό δίκαιο και τον τρόπο διακυβέρνησης, και όσα είπε τα έγραψε σ' ένα βιβλίο, το οποίο το τοποθέτησε μέσα στο αγιαστήριο, κοντά στην Κιβωτό της Διαθήκης.

Μετά την εκλογή ο Σαούλ πήγε στο σπίτι του στη Γαβαά, όπου τον ακολούθησαν και μερικοί γενναίοι Ισραηλίτες. Υπήρξαν όμως και μερικοί από το λαό που τον περιφρόνησαν και δεν του πρόσφεραν δώρα τιμής.[3] (Α' Βασ. 10,17-27)

Μάχες του ΣαούλΕπεξεργασία

Ο Σαούλ πολεμά τους ΑμμωνίτεςΕπεξεργασία

Μετά από περίπου ένα μήνα, ο Νάας, βασιλιάς των Αμμωνιτών, προχώρησε με στρατό προς το βορρά και στρατοπέδευσε στην Ιαβίς στη Γαλαάδ. Οι κάτοικοι της Ιαβίς του πρότειναν συνθήκη και ο Νάας προκειμένου να συνθηκολογήσει μαζί τους, απαίτησε να βγάλει το δεξί μάτι ολονών των κατοίκων για να εξευτελίσει τους Ισραηλίτες. Οι πρεσβύτεροι της Ιαβίς ζήτησαν εφτά μέρες προθεσμία. Στο μεταξύ έστειλαν αγγελιαφόρους στη Γαβαά, την πόλη του Σαούλ, και τους ανακοίνωσαν τα γεγονότα. Όταν οι Ισραηλίτες τ' άκουσαν, φώναξαν δυνατά και έκλαψαν.[10] (Α' Βασ. 11,1-4)

Ο Σαούλ την ώρα εκείνη επέστρεφε από τους αγρούς του. Όταν άκουσε τα γεγονότα οργίστηκε πάρα πολύ εναντίον των Αμμωνιτών. Πήρε δυο βόδια, τα κομμάτιασε κι έστειλε τα κομμάτια τους με αγγελιοφόρους σ' όλη τη χώρα με το μήνυμα, ότι όποιος δεν τον ακολουθήσει εναντίον των Αμμωνιτών, τα βόδια του θα πάθουν τα ίδια. Τότε έτρεξαν όλοι να τον ακολουθήσουν. Συγκέντρωσε τους Ισραηλίτες στην Αβιεζέκ, κοντά στη Βαμά. Όταν τους μέτρησε, ήταν 600.000 άντρες. Μόνο από τη φυλή του Ιούδα πήγαν 70.000 άνδρες. Είπε αργότερα στους αγγελιαφόρους ότι την επόμενη μέρα θα εκστρατεύσουν εναντίον των Αμμωνιτών. Οι αγγελιαφόροι μετέφεραν τα ευχάριστα νέα στους κατοίκους της Ιαβίς, οι οποίοι για να κερδίσουν χρόνο είπαν στον Νάας, ότι την επόμενη μέρα θα παραδοθούν.[10] (Α' Βασ. 11,5-10)

Όταν ξημέρωσε ο Σαούλ χώρισε το στρατό σε τρία τμήματα και επιτέθηκε με δύναμη στο κέντρο της παράταξης των Αμμωνιτών. Οι Ισραηλίτες χτυπούσαν τους Αμμωνίτες και ως το μεσημέρι είχαν σκοτώσει τους περισσότερους. Όσοι γλίτωσαν σκορπίστηκαν. Τότε είπε ο λαός: «Ποιοι ήταν αυτοί που περιφρόνησαν το Σαούλ, όταν έγινε βασιλιάς; Παραδώστε μας αυτούς τους ανθρώπους να τους σκοτώσουμε». Αλλά ο Σαούλ τους είπε: «Κανένας δε θα θανατωθεί, γιατί σήμερα ο Κύριος ελευθέρωσε τον Ισραήλ». Έπειτα ο Σαμουήλ μαζί με το λαό πήγαν στα Γάλγαλα και ενώπιον του Κυρίου, ανακήρυξαν το Σαούλ και επίσημα βασιλιά. Μετά ο Σαμουήλ πρόσφερε θυσίες στον Γιαχβέ κι γιόρτασαν για το γεγονός.[10] (Α' Βασ.11,11-15)

Ο Σαούλ πολεμά τους ΦιλισταίουςΕπεξεργασία

Ο Σαούλ αφού βασίλεψε δύο χρόνια στον Ισραήλ, διάλεξε από τους Ισραηλίτες τρεις χιλιάδες άντρες, ως σωματοφύλακές του. Απ' αυτούς οι δύο χιλιάδες έμειναν μαζί του στη Μαχμάς, στην ορεινή περιοχή της Βαιθήλ, ενώ οι υπόλοιποι χίλιοι πήγαν μαζί με το γιο του τον Ιωνάθαν στη Γαβαά στην περιοχή Βενιαμίν.[11] (Α' Βασ. 13,1-2)

Ο Ιωνάθαν χτύπησε και σκότωσε το Νασίβ και τη φρουρά των Φιλισταίων στη Βαμά και οι Φιλισταίοι συγκεντρώθηκαν για να πολεμήσουν τους Ισραηλίτες, οι οποίοι είχαν στρατοπεδεύσει στα Γάλγαλα. Ο στρατός των Φιλισταίων αποτελούνταν από 30.000 πολεμικά άρματα, 6.000 ιππείς και χιλιάδες πεζούς, οι οποίοι στρατοπέδευσαν στη Μαχμάς, απέναντι από τη Βαιθωρών. Οι Ισραηλίτες από φόβο κρύφτηκαν στις σπηλιές και όπου αλλού έβρισκαν, ενώ άλλοι πέρασαν τον Ιορδάνη, προς τις περιοχές Γαδ και Γαλαάδ.[11] (Α' Βασ.13,3-7)

Ο Σαούλ ήταν ακόμη στα Γάλγαλα κι όλος ο στρατός που τον ακολουθούσε ήταν τρομαγμένος. Επειδή όμως ο Σαμουήλ είχε αργήσει να έρθει για να προσφέρει θυσία στο Θεό κι ο στρατός άρχισε να εγκαταλείπει το Σαούλ, τότε ο Σαούλ διέταξε να φέρουν τα ζώα για να κάνουν μόνοι τους τη θυσία στον Κύριο. Και πρόσφερε ο ίδιος το ολοκαύτωμα. Όταν τελείωσε ήρθε και ο Σαμουήλ, και ο Σαούλ βγήκε να τον προϋπαντήσει. Ο Σαμουήλ τον επέπληξε για την πράξη του και προφήτεψε ότι θα είχε ως τιμωρία τη μικρή διάρκεια της βασιλείας του: «Φέρθηκες ανόητα. Αν  τηρούσες τις εντολές που σου έδωσε ο Κύριος, τότε αυτός θα έκανε την οικογένειά σου να βασιλεύει για πάντα στον Ισραήλ. Τώρα όμως η βασιλεία σου δε θα διατηρηθεί. Ο Κύριος θα ψάξει να βρει έναν άνθρωπο όπως τον θέλει και θα του δώσει την εντολή να βασιλεύσει, γιατί εσύ δεν τήρησες αυτά που σε διέταξε.» Κατόπιν ο Σαμουήλ αναχώρησε από τα Γάλγαλα.[11] (Α' Βασ. 13,7-15)

 
O Σαούλ και ο Δαβίδ, ελαιογραφία του 1878, απο τον Ερνστ Τζόζεφσον.

Ο Σαούλ, με το στρατό που του είχε απομείνει περίπου 600 άντρες, στρατοπέδευσαν στη Γαβαά στην περιοχή Βενιαμίν κι έκλαιγαν, ενώ οι Φιλισταίοι ήταν στρατοπεδευμένοι στη Μαχμάς. Τρία τμήματα του στρατού των Φιλισταίων λεηλάτησαν τη γύρω περιοχή. Το ένα λεηλάτησε την περιοχή της Σωγάλ προς τη Γοφερά. Το δεύτερο λεηλάτησε την περιοχή προς τη Βαιθωρών και το τρίτο την περιοχή των πόλεων Γαΐ και Σαβίμ προς τη Γαβαά.

Εκείνη την εποχή δεν βρισκόταν σιδηρουργός σ' ολόκληρη τη χώρα του Ισραήλ, γιατί οι Φιλισταίοι δεν ήθελαν να έχουν τη δυνατότητα οι Ισραηλίτες να κατασκευάζουν ξίφη ή λόγχες. Έτσι οι Ισραηλίτες πήγαιναν στους Φιλισταίους για τα αγροτικά τους εργαλεία, τα οποία ήταν πανάκριβα. Γι' αυτό την ημέρα της μάχης οι Ισραηλίτες δεν είχαν ούτε ξίφη ούτε λόγχες. Μόνο ο Σαούλ και ο Ιωνάθαν είχαν.[11] (Α' Βασ. 13,16-23)

Ο Σαούλ είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του σ' ένα ύψωμα στη Μαγδών. Μαζί του ήταν οι 600 άνδρες και ο αρχιερέας Αχιά, ο οποίος καταγόταν από τη γενιά του Φινεές, γιου του Ηλί. Την επόμενη μέρα, ο Ιωνάθαν, γιος του Σαούλ, μαζί μ' ένα νεαρό οπλοφόρο που κρατούσε τον οπλισμό του, επιτέθηκαν μόνοι τους σ' ένα φυλάκιο Φιλισταίων. Το φυλάκιο βρισκόταν στη θέση Μασσάβ (Μεσσάβ), ανάμεσα σε δύο απότομους βράχους, που ονομάζονταν Βασές και Σεννά. Από το φυλάκιο υπήρχαν δύο δρόμοι που οδηγούσαν προς τους Φιλισταίους, ο ένας βόρεια απέναντι από τη Μαχμάς και ο άλλος νότια απέναντι από τη Γαβαά. Οι άνδρες του φυλακίου είπαν στον Ιωνάθαν και στο συνοδό του να πλησιάσουν. Όταν πλησίασαν ο Ιωνάθαν χτυπούσε κι έριχνε κάτω τους Φιλισταίους, ενώ ο νεαρός οπλοφόρος του ετοίμαζε τον οπλισμό. Έτσι σκότωσαν περίπου 20 Φιλισταίους. Μετά από το γεγονός αυτό επικράτησε πανικός και φόβος στο στρατόπεδο και στα φυλάκια των Φιλισταίων.[12] (Α' Βασ. 14,1-15)

Οι σκοποί του Σαούλ παρατήρησαν ότι υπήρχε αναταραχή στο στρατόπεδο των Φιλισταίων. Ο Σαούλ διαπίστωσε ότι έλειπε ο γιος του ο Ιωνάθαν με το νεαρό οπλοφόρο του. Τότε ο Σαούλ είπε στον αρχιερέα Αχιά να ρωτήσει τον Κύριο για το τι πρέπει να κάνουν. Και ενώ ο αρχιερέας απευθυνόταν προς το Θεό, η αναταραχή από το στρατόπεδο των Φιλισταίων μεγάλωνε. Ο Σαούλ με τους στρατιώτες του πλησίασαν το στρατόπεδο των Φιλισταίων. Βλέπουν τότε τους Φιλισταίους να σφάζονται μεταξύ τους μέσα σε μια απερίγραπτη σύγχυση. Μερικοί Ισραηλίτες που είχαν προσχωρήσει στους Φιλισταίους, ενώθηκαν τώρα κι αυτοί μαζί με το Σαούλ και τον Ιωνάθαν. Επίσης οι Ισραηλίτες που είχαν κρυφτεί στα βουνά της φυλής Εφραίμ, όταν άκουσαν ότι οι Φιλισταίοι είχαν τραπεί σε φυγή, ενώθηκαν με τους άλλους Ισραηλίτες και τους καταδίωξαν. Εκείνη την ημέρα ο Κύριος ελευθέρωσε τους Ισραηλίτες.[12] (Α' Βασ. 14,16-23)

Ο στρατός που ακολουθούσε τώρα το Σαούλ έφτανε περίπου τους 10.000 άντρες και ο πόλεμος επεκτάθηκε σ' όλη την ορεινή περιοχή της φυλής Εφραίμ και έφτασε μέχρι τη Βαμώθ. Αλλά ο Σαούλ εκείνη τη ημέρα έκανε ένα μεγάλο σφάλμα. Απείλησε και καταράστηκε το στρατό του να μη φάει τροφή ώσπου να πάρει εκδίκηση από τους Φιλισταίους. Έτσι κανένας από το στρατό δεν έφαγε τίποτα. Ο Ιωνάθαν όμως δεν ήξερε ότι ο πατέρας του είχε δεσμεύσει με αυτό τον όρκο το στρατό του. Έτσι στο δάσος της Ιάαλ, άπλωσε την άκρη του ραβδιού του και πήρε μια κερήθρα μέλι που βρήκε και έφαγε. Τότε ένας στρατιώτης τον προειδοποίησε για τον όρκο του πατέρα του. Ο Ιωνάθαν του επισήμανε την απερισκεψία του πατέρα του, γιατί έτσι άφησε το στρατό εξαντλημένο να καταδιώκει τους Φιλισταίους.[12] (Α' Βασ. 14,23-30)

Εκείνη τη μέρα οι Ισραηλίτες χτύπησαν τους Φιλισταίους που βρίσκονταν στη Μαχμάς, αλλά ο στρατός ήταν πάρα πολύ εξαντλημένος. Έτσι πήραν τα ζώα από τα λάφυρα, τα έσφαξαν επί τόπου και τα έτρωγαν με το αίμα. Όταν ανάγγειλαν στο Σαούλ ότι ο στρατός αμάρτανε ενώπιον του Κυρίου τρώγοντας και το αίμα των ζώων, τότε επέτρεψε στο στρατό να φάει κανονικά και να μην αμαρτάνει τρώγοντας το αίμα. Έτσι εκείνη τη στιγμή ο Σαούλ, που βρισκόταν στη Γεθθαίμ, έφτιαξε ένα θυσιαστήριο στον Κύριο και έφεραν όλοι τα ζώα τους και τα έσφαξαν εκεί για να τα φάνε κανονικά.[12] (Α' Βασ. 14,31-35)

Έπειτα ο Σαούλ σχεδίασε να συνεχίσει την καταδίωξη των Φιλισταίων κατά τη νύχτα και να τους εξοντώσει. Γι' αυτό ζήτησε πρώτα να συμβουλευτεί το Θεό, μέσω του αρχιερέα Αχιά, αλλά εκείνη την ημέρα ο Κύριος δεν του αποκρίθηκε. Τότε ο Σαούλ άρχισε ν' αναζητά ποια αμαρτία έγινε εκείνη την ημέρα και έδωσε καινούριο όρκο: «Ορκίζομαι στον αληθινό Θεό, που ελευθέρωσε τον Ισραήλ, ότι ακόμη κι αν ο γιος μου ο Ιωνάθαν βρεθεί ένοχος, οπωσδήποτε θα καταδικαστεί σε θάνατο». Κανείς όμως από το στρατό δεν του είπε τίποτα. Τότε ο Σαούλ ρώτησε τον Κύριο γιατί δεν του αποκρίθηκε σήμερα και έριξε κλήρο για να βρεθεί ο ένοχος. Ο κλήρος έπεσε στον Ιωνάθαν και στο Σαούλ, ενώ ο στρατός αποδείχτηκε αθώος. Τότε έριξαν κλήρο ανάμεσα στον Σαούλ και στον Ιωνάθαν, και ο κλήρος έπεσε στον Ιωνάθαν. Τότε ρώτησε ο Σαούλ τον Ιωνάθαν να του αποκαλύψει την αλήθεια και ο Ιωνάθαν του τα φανέρωσε όλα.  Τότε ο Σαούλ είπε: «Ο Θεός να με τιμωρήσει σκληρά αν δεν πεθάνεις, Ιωνάθαν». Αλλά οι στρατιώτες διαμαρτυρήθηκαν στο Σαούλ και του είπαν: «Ο Ιωνάθαν θα πεθάνει; Αυτός που έφερε τέτοια μεγάλη νίκη στον Ισραήλ; Αυτό δε θα γίνει ποτέ. Ορκιζόμαστε στον αληθινό Θεό, πως ούτε μια τρίχα από το κεφάλι του δε θα πέσει στη γη, γιατί με τη βοήθεια του Θεού έπραξε ότι έπραξε σήμερα». Έτσι ο λαός προσευχήθηκε υπέρ του Ιωνάθαν και τον γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Μετά απ' αυτά, ο Σαούλ συνέχισε την καταδίωξη των Φιλισταίων, οι οποίοι πανικόβλητοι γύρισαν πίσω στον τόπο τους. Ο Σαούλ πολέμησε και νίκησε όλους τους εχθρούς του Ισραήλ, τους Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Ιδουμαίους, τους Φιλισταίους, τους Αμαληκίτες, το βασίλειο του Σουβά και τους κατοίκους της Βαιθεώρ.[12] (Α' Βασ. 14,36-48)

Η οργή του ΓιαχβέΕπεξεργασία

Ο Σαούλ από υπερβολικό ζήλο για το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα, είχε επιδιώξει κάποτε να εξοντώσει και τους κατοίκους της Γαβαών, επειδή οι Γαβαωνίτες δεν ήταν Ισραηλίτες, αλλά υπολείμματα των Αμορραίων και των Χορραίων. Κατά την είσοδο των Ισραηλιτών στη Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή και οι Ισραηλίτες τους είχαν υποσχεθεί με όρκο να τους αφήσουν να ζήσουν. Έτσι ο Σαούλ φαίνεται ότι προσπάθησε να εκκαθαρίσει το βασίλειό του από αλλόφυλους κατοίκους.[13] (Β' Βασ. 21,1-2)

Ο Κύριος οργίστηκε με το Σαούλ και είπε στο Σαμουήλ, ότι ο Σαούλ δεν εκτέλεσε τις εντολές του. Ο Σαμουήλ λυπήθηκε βαθιά κι όλη εκείνη τη νύχτα προσευχόταν στο Θεό. Το πρωί σηκώθηκε νωρίς και πήγε να συναντήσει το Σαούλ. Ο Σαμουήλ πήγε πρώτα στην πόλη Κάρμηλο, όπου ο Σαούλ είχε χτίσει ένα μνημείο για την νίκη του και μετά πήγε στα Γάλγαλα, όπου βρισκόταν ο Σαούλ. Ο Σαμουήλ είδε το Σαούλ να προσφέρει ως ολοκαύτωμα στον Κύριο τα καλύτερα από τα λάφυρα. Στη συνέχεια τον επέπληξε, γιατί δεν τήρησε κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου. Aυτός δικαιολογήθηκε και τότε ο Σαμουήλ του είπε ότι, ο Κύριος τον έχρισε βασιλιά και τώρα που τον έστειλε να καταστρέψει τελείως τους Αμαληκίτες, αυτός δεν το έπραξε και δεν υπάκουσε στην προσταγή του Κυρίου, αλλά λυπήθηκε το βασιλιά τους και κράτησε τα καλύτερα λάφυρα, ενώ έπρεπε να τα καταστρέψει όλα.

 
Ο Θάνατος του Σαούλ, απο την Έλη Μαρκιούσε, 1848.

Ο Σαούλ δικαιολογήθηκε ότι υπάκουσε στην επιθυμία του λαού, αλλά ο Σαμουήλ του είπε: «Μήπως ο Κύριος επιθυμεί ολοκαυτώματα και θυσίες; Πιο πολύ επιθυμεί να υπακούμε στις εντολές του. Η υπακοή είναι γι' αυτόν καλύτερη από το πάχος των κριαριών.  Η ανυπακοή είναι αμαρτία και το ολοκαύτωμα που προσφέρεις, πιο πολύ μοιάζει με ειδωλολατρική θυσία παρά με ολοκαύτωμα στον Κύριο. Επειδή, λοιπόν, περιφρόνησες τις εντολές του Κυρίου, γι' αυτό κι εκείνος σε απέρριψε από το αξίωμα του βασιλιά».

Τότε ο Σαούλ ζήτησε συγχώρεση για την πράξη του και θέλησε να επανορθώσει αλλά ο Σαμουήλ του είπε, ότι η απόρριψη του Κυρίου είναι οριστική. Και όπως γύρισε ο Σαμουήλ να φύγει, τον έπιασε ο Σαούλ από την άκρη του μανδύα του και του τον έσκισε. Τότε ο Σαμουήλ του είπε: «Ο Κύριος σήμερα έσκισε κι έκοψε από πάνω σου τη βασιλεία του Ισραήλ και θα την δώσει σ' έναν άλλο, που θα είναι καλύτερος σου. Κάποια μέρα το βασίλειο θα χωριστεί στα δύο. Ο Κύριος αυτά θα τα πραγματοποιήσει και δεν αλλάζει γνώμη, διότι δεν είναι άνθρωπος για ν' αλλάξει γνώμη».[14] (Α' Βασ. 15,10-29)

Ο Σαούλ του ζήτησε τότε να τον τιμήσει για μια ακόμα φορά μπροστά στο λαό και έτσι ο Σαμουήλ ακολούθησε το Σαούλ. Τότε ο Σαμουήλ ζήτησε να του φέρουν μπροστά του τον Αγάγ, τον βασιλιά των Αμαληκιτών, τον οποίο εκτέλεσε μ' ένα σπαθί εκεί στα Γάλγαλα, ενώπιον του Κυρίου. Μετά ο Σαμουήλ πήγε στην πατρίδα του την Αρμαθαΐμ, και ο Σαούλ πήγε στο σπίτι του, στη Γαβαά. Ο Σαμουήλ όσο ζούσε δεν είδε πια το Σαούλ και ήταν βαθιά λυπημένος γι' αυτόν, όπως κι ο Κύριος είχε μετανιώσει που διάλεξε το Σαούλ για βασιλιά στον Ισραήλ.[14] (Α' Βασ. 15,30-35)

Ο Σαούλ και ο ΔαβίδΕπεξεργασία

Ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του Σαούλ άλλαξε στη συνέχεια δραματικά. Το Πνεύμα του Κυρίου είχε πια φύγει από το Σαούλ, και τον τυραννούσε ένα κακό πνεύμα σταλμένο από τον Κύριο. Οι δούλοι του Σαούλ του έφεραν το Δαβίδ, που ο Κύριος ήταν μαζί του, ήταν καλός μουσικός και ήξερε να παίζει άρπα, έτσι ώστε όταν ερχόταν το κακό πνεύμα, να παίζει μουσική και να γίνεται καλά. Τότε ο Σαούλ έστειλε αγγελιοφόρους στον Ιεσσαί και ζήτησε το γιο του, το Δαβίδ. Ο Ιεσσαί πήρε ένα γαϊδούρι, το φόρτωσε με ψωμιά, ένα ασκί κρασί κι ένα κατσίκι και τα έστειλε με το Δαβίδ ως δώρα στο Σαούλ. Ο Δαβίδ παρουσιάστηκε στο Σαούλ και εκείνος τον συμπάθησε πολύ και τον έκανε οπλοφόρο του. Ο Δαβίδ έμεινε μαζί με το Σαούλ, γιατί είχε κερδίσει την εύνοια του. Έτσι, όποτε ερχόταν το κακό πνεύμα στο Σαούλ, ο Δαβίδ έπαιρνε στα χέρια του την άρπα κι έπαιζε και ο Σαούλ ανακουφιζόταν. Το κακό πνεύμα έφευγε από πάνω του και ηρεμούσε.[15][16] (Α' Βασ.16,14-23)

Παρ'όλη την εκτίμηση που είχε ο Σαούλ προς τον Δαβίδ, μετά την νίκη του κατά του Γολιάθ ο Σαούλ τον ζήλεψε και τον φθόνησε επειδή είχε γίνει πολύ αγαπητός στο λαό. Έτσι αποφάσισε να τον σκοτώσει και σκέφτηκε ότι μέσω της κόρης του θα τον παγιδεύσει και θα σκοτωνόταν σε κάποια μάχη με τους Φιλισταίους. Ο Σαούλ υποσχέθηκε στον Δαβίδ πως αν σκοτώσει εκατό Φιλισταίους, θα του έδινε την Μερόβ (ή Μεράβ), την μεγάλη του κόρη, για γυναίκα. Ο Δαβίδ σκότωσε διακόσιους, αλλά ο Σαούλ έδωσε την Μερόβ στον Αδριήλ τον Μοθυλαθείτη.[17] (Α' Βασ. 18,17-19)

Η Μιχάλ, η δεύτερη κόρη του Σαούλ ήταν η ερωμένη του Δαβίδ, και αφού το ανήγγειλαν στον Σαούλ, αυτός ήταν πολύ ικανοποιημένος γιατί σκέφτηκε πως ήταν ένας καλός τρόπος να τον παγιδεύσει ώστε να σκοτωθεί απο τους Φιλισταίους και έγινε έτσι η σύζηγός του.

Ο Σαούλ έκανε αρκετές απόπειρες φόνου κατά του Δαβίδ αλλά όλες ήταν ανεπιτυχείς καθώς ο Δαβίδ είχε την βοήθεια της Μιχάλ.

ΘάνατοςΕπεξεργασία

Ο πόλεμος με τους Φιλισταίους δεν άργησε να ξεσπάσει. Οι Φιλισταίοι στρατοπέδευσαν στην Αφέκ, κοντά στη Σωμάν, ενώ οι Ισραηλίτες στην Αενδώρ, στην κοιλάδα της Ιεζραέλ. Οι Φιλισταίοι πολέμησαν τους Ισραηλίτες στο όρος Γελβουέ. Οι Ισραηλίτες τράπηκαν σε φυγή και θανατώθηκαν πολλοί. Οι Φιλισταίοι καταδίωξαν το Σαούλ και σκότωσαν τους γιους του Ιωνάθαν, Αμιναδάβ και Μελχισά (Μελχισουέ).[18][19] (Α' Βασ. 29,1, Β' Βασ. 1,6)

Η μάχη γινόταν όλο και σκληρότερη γύρω από το Σαούλ. Τελικά τον χτύπησαν οι τοξότες των Φιλισταίων και πληγώθηκε βαριά. Τότε είπε στον οπλοφόρο του να τον σκοτώσει για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Φιλισταίων, αλλά εκείνος δεν ήθελε να το κάνει γιατί φοβόταν. Έτσι ο Σαούλ πήρε το ξίφος του κι έπεσε μόνος του πάνω σ' αυτό. Όταν ο οπλοφόρος του είδε ότι ο Σαούλ πέθανε, έπεσε κι αυτός πάνω στο ξίφος του και πέθανε μαζί του. Έτσι πέθαναν ο Σαούλ και οι τρεις γιοι του, καθώς και ο οπλοφόρος του, όλοι την ίδια μέρα.[20][21] (Α' Βασ. 31,1-6. Α' Παρ. 10,1-6)

Τα κορμιά του Σαούλ και του Ιωνάθαν μεταφέρθηκαν στην πόλη Ιαβίς απο τους άντρες του Σαούλ και εκεί τα έκαψαν. Ύστερα τα κόκαλά τους τα έθαψαν κάτω απο καλλιεργημένη γη της Ιαβίς.[22] (Α Βασ. 31,12-13)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α' ΚΕΦ. 8». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 9». users.sch.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 10». users.sch.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  4. 4,0 4,1 4,2 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 14». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  5. Van Der Toorn, Karel (1993). «Saul and the Rise of Israelite State Religion». Vetus Testamentum 43 (4): 519–542. doi:10.1163/156853393x00430. ISSN 0042-4935. http://dx.doi.org/10.1163/156853393x00430. 
  6. Finkelstein, Israel (στα αγγλικά). The Last Labayu: King Saul and the Expansion of the First North Israelite Territorial Entity. https://www.academia.edu/1070440/The_Last_Labayu_King_Saul_and_the_Expansion_of_the_First_North_Israelite_Territorial_Entity. 
  7. «1 Samuel 19 / Hebrew - English Bible / Mechon-Mamre». www.mechon-mamre.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2020. 
  8. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 8». users.sch.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  9. «King Saul». My Jewish Learning (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2020. 
  10. 10,0 10,1 10,2 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 11». users.sch.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 13». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 14». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  13. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β' ΚΕΦ. 21». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  14. 14,0 14,1 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 15». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  15. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 16». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  16. «1 Samuel 16 Cambridge Bible for Schools and Colleges». biblehub.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Νοεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2020. 
  17. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 18». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2020. 
  18. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 29». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  19. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β' ΚΕΦ. 1». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2020. 
  20. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 31». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  21. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α' ΚΕΦ. 10». users.sch.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Σεπτεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020. 
  22. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' ΚΕΦ. 31». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2020.