Με τον όρο σουίτα αναφερόμαστε γενικά σε ένα αυτοτελές και οργανωμένο σύνολο οργανικών ή ορχηστρικών μουσικών κομματιών, τα οποία εκτελούνται διαδοχικά και με δεδομένη σειρά υπό μορφή συναυλίας, παρά εν είδει συνοδείας. Το σύνολο αυτών των κομματιών μπορεί να αποτελείται και από αποσπάσματα όπερας, μπαλέτου (π.χ. "Η λίμνη των κύκνων" - Τσαϊκόφσκι) καθώς επίσης και από κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα (π.χ. "Αρλεσιανή Σουίτα" - Ζωρζ Μπιζέ).

Ο Estienne du Tertre θεωρείται ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο σουίτα στη μουσική το 1577 (suyttes de bransles), αν και την εποχή εκείνη ο όρος αφορούσε σε ζεύγη χορών. Η πρώτη σουίτα με τη μορφή που πλέον αναγνωρίζουμε είναι το "Newe Padouan, Intrada, Dantz, & Galliarda" του Paul Peuerl (1611), μία συλλογή από δέκα σουίτες, στις οποίες οι τέσσερις χοροί του τίτλου επαναλαμβάνονται με την ίδια σειρά. Κατ' αντιστοιχία, το "Banchetto musicale" του Γιόχαν Σάιν (1617) περιέχει 20 "σουίτες", η καθεμία από τις οποίες αποτελείται από πέντε διαφορετικούς χορούς.

Η κλασική σουίτα καθιερώνεται μέσα από τα έργα του Γιόχαν Γιάκομπ Φρόμπεργκερ, τα οποία όμως οφείλουν τη σειρά διαδοχής των χορών στους διάφορους εκδότες παρά στον ίδιο· στα χειρόγραφά του οι χοροί δεν ακολουθούν κάποια συγκεκριμένη αλληλουχία και η ζίγκα μπορεί να προηγείται της σαραμπάντας. Εντούτοις, η καθιέρωση της σειράς αποτέλεσε σημαντική επιρροή, κυρίως στο έργο του Μπαχ. Στην περίπτωση του Φρανσουά Κουπρέν, οι σουίτες για τσέμπαλο αποτελούνται από χορούς-κομμάτια χαρακτήρα, τα οποία φέρουν ευφάνταστους τίτλους, όπως La visionnaire («Η οραματίστρια»), La misterieuse («Η μυστηριώδης») κλπ.

Με το τέλος της Μπαρόκ περιόδου, στην κλασική εποχή της μουσικής επικράτησαν άλλα είδη, όπως η συμφωνία και το κοντσέρτο καθώς η φόρμα της σουίτας θεωρήθηκε ξεπερασμένη. Ωστόσο, κατά τον 19ο αιώνα εκδηλώνεται μια επιστροφή στις σουίτες, αν και στην περισσότερο σύγχρονη εκδοχή τους αποτελούν απλά ένα σύνολο κομματιών με κοινό θέμα που μπορεί όμως να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους μουσικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι σουίτες του 19ου αιώνα αποτελούν ενορχηστρώσεις από όπερες, μπαλέτα και άλλα είδη, με σκοπό την πιο άμεση διάδοσή τους στο κοινό. Από τα γνωστότερα παραδείγματα του είδους είναι και οι ορχηστρικές σουίτες "Πέερ Γκυντ" του Έντβαρντ Γκριγκ, καθεμία από τις οποίες αποτελείται από τέσσερις κινήσεις. Τέτοιου είδους σουίτες έχουν ως βάση τα εξής:

  1. την επιλογή ορχηστρικών μερών από κάποιο μεγαλύτερο έργο (όπερα, μπαλέτο κλπ).
  2. τη συλλογή μικρότερων κομματιών, τα οποία συνεκδοχικά μοιράζονται κάποιο κοινό μουσικό ή μη θέμα (π.χ. "Οι Πλανήτες" του Γκούσταβ Χολστ).
  3. τη Μπαρόκ θεματολογία, στην οποία γίνεται άμεση αναφορά, όπως τη "Σουίτα για πιάνο" του Άρνολντ Σένμπεργκ.

Με την άνοδο του ιμπρεσιονισμού, η σουίτα επανακαθιερώνεται τον 20ό αιώνα, κυρίως από Γάλλους συνθέτες που περιλαμβάνουν τον Κλωντ Ντεμπυσί και τον Μωρίς Ραβέλ. Το γνωστότερο παράδειγμα του «νέου» είδους αποτελεί η "Suite bergamasque" του πρώτου, καθώς και τα "Le Tombeau de Couperin" και "Miroirs" του δεύτερου.

Μουσικολογικά στοιχεία

Επεξεργασία

Στη μπαρόκ μουσική, η σουίτα αποτελείται κυρίως από μουσικούς χορούς και χαρακτηρίζεται από μια σχετικά αυστηρή δομή, η οποία συνήθως περιείχει, με τη σειρά, τα είδη:

  • Αλεμάντ (allemande): μέτριος χορός σε 4/4, γερμανικής καταγωγής,
  • Κουράντ (courante): γρήγορος χορός σε 3/4, γαλλικής καταγωγής,
  • Σαραμπάντα (sarabande): αργός χορός σε 3/4 ή 3/2, ισπανικής καταγωγής,
  • Ζίγκ ή Ζίγκα (gigue): γρήγορος χορός σε 6/8, ιρλανδικής καταγωγής (jig).

Η μπαρόκ σουίτα διέπεται από μια ενιαία τονικότητα και απαντάται επίσης με τους όρους Suite de danses, Ordre (ελλ. τάξη -όρος που χρησιμοποίησε κατά κύριο λόγο ο Φρανσουά Κουπρέν) ή Παρτίτα. Τον 18ο αιώνα ο όρος ουβερτούρα μπορεί επίσης να περιγράφει μια σουίτα στο σύνολό της, όπως με τις Ορχηστρικές Σουίτες ή Ουβερτούρες του Μπαχ. Ο Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν έγραψε πάνω από 200 σουίτες-ουβερτούρες, ενώ λαμπρά παραδείγματα αποτελούν τα "Μουσική των νερών" και "Μουσική για τα βασιλικά πυροτεχνήματα" του Χαίντελ. Η σουίτα υπέστη διάφορες τροποποιήσεις από διάφορους συνθέτες, οι περισσότερο συνηθισμένες από τις οποίες περιλαμβάνουν:

Άλλοι χοροί που απαντώνται στη μπαρόκ σουίτα, με το συνεκτικό όρο galanteries, περιλαμβάνει τους εξής: εμβατήριο (marche), γκαγιάρντα (gagliarda), φορλάνα (forlane ή furlana), ριγκωντόν (rigaudon), μπαντινερί (badinerie), πασπιέ (passepied), καναρί (canarie), μουζέτ (musette), λουρέ (loure), παβάνα (pavane), σακόν (chaconne) κ.ά.