Σταρόστα (κυριλλικά: староста, λατινικά: capitaneus, γερμανικά: Starost, Hauptmann) είναι ένας σλαβικός όρος που δηλώνει έναν γηραιό μιας κοινότητας του οποίου ο ρόλος ήταν να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία και κτήματα μιας φατριάς ή μιας οικογένειας. Η σλαβική ρίζα του σταρόστα μεταφράζεται ως «ανώτερος». Από τον Μεσαίωνα, σήμαινε έναν αξιωματούχο σε ηγετική θέση σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών πλαισίων σε ολόκληρο τον σλαβικό κόσμο. Όσον αφορά έναν δήμο, ο σταρόστα ήταν ιστορικά ανώτερος βασιλικός διοικητικός αξιωματούχος, ισοδύναμος με τον σερίφη της κομητείας ή το ξεπερασμένο σενεσάλο, και ανάλογος με τον έπαρχο. Στην Πολωνία, ένας σταρόστα θα διαχειριζόταν μια περιοχή του στέμματος ή μια οριοθετημένη περιοχή που ονομαζόταν σταρόστφο (starostwo).[1]

Στον Πρώιμο Μεσαίωνα, ο σταρόστα θα μπορούσε να ηγηθεί μιας εγκατεστημένης αστικής ή αγροτικής κοινότητας ή άλλων κοινοτήτων, όπως ένας σταρόστα της εκκλησίας ή ένας σταρόστα του αρτέλ, κ.λπ.. Ο σταρόστα λειτουργούσε επίσης ως ο κύριος των τελετών σε παραδοσιακούς γάμους στη Ρουθηνία, στην Ουκρανία και στην Πολωνία, παρόμοια με το στάρι σβατ (стари сват) στους σερβικούς γάμους.

Βασίλειο της ΠολωνίαςΕπεξεργασία

Στο Βασίλειο της Πολωνίας και στην Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, ο σταρόστα ήταν από τον 15ο αιώνα το αξίωμα ενός εδαφικού διαχειριστή, που συνήθως ανατέθοταν σε έναν τοπικό ιδιοκτήτη γης και μέλος της αριστοκρατίας, Σλάχτα (Szlachta). Μέχρι την τρίτη διχοτόμηση της Πολωνίας το 1795, υπήρχαν δύο τύποι σταρόστα:

  • Σταρόστα κάστρου, (πρώην Καστελάνος ή capitaneus cum iurisdictione), ο Starosta grodowy ως τοπικός εκπρόσωπος του βασιλιά, επέβαλλε τη φορολογική, δικαστική διοίκηση και θέματα εγκληματικότητας σε μια περιοχή, που ονομαζόταν σταρόστφο και
  • Σταρόστα γης (Starosta niegrodowy, capitaneus sine iurisdictione), του οποίου ο ρόλος (ήταν πάντοτε άνδρες) ήταν ως επιμελητής των στελεχών γης και της γαιοκτησίας γης χωρίς πραγματικές υποχρεώσεις Η απουσία Απαγορευτή κατά της συσσώρευσης των διαχειριζόμενων περιοχών είχε ως αποτέλεσμα ορισμένοι ευγενείς να γίνουν πάρα πολύ πλούσιοι και να κερδίσουν τον όρο, άρχοντες.

Υπήρχαν επίσης γενικοί σταρόστα που ήταν επαρχιακοί κυβερνήτες.[2] Όλοι οι σταρόστα εξαφανίστηκαν μετά την Εξέγερση του Κοστσιούσκο το 1794 και δεν αποκαταστάθηκαν παρά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν άλλαξε ο ρόλος τους.

Στη σύγχρονη Πολωνία, ο σταρόστα ορίζει έναν διοικητή της περιφέρειας, ο οποίος είναι επικεφαλής της αστικής διοίκησης σταρόστφο και διαχειρίζεται ένα πόβιατ, παρόμοια με τον αρχηγό ενός δημοτικού συμβουλίου.

Τσεχία και ΣλοβακίαΕπεξεργασία

Στην Τσεχία και τη Σλοβακία, ο σταρόστα είναι ο τίτλος ενός δημάρχου μιας πόλης ή ενός χωριού. Οι δήμαρχοι των μεγάλων πόλεων χρησιμοποιούν τον τίτλο primátor (πριμάτορ). Ο όρος αντιστοιχεί στο αυστριακό ή το γερμανικό Bürgermeister (Μπούργκομαστερ).

Αγία Ρωμαϊκή ΑυτοκρατορίαΕπεξεργασία

Ιστορικά, ο τίτλος «Starost» χρησιμοποιήθηκε επίσης σε μέρη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά δεν συνδέεται με την ιδιοκτησία γης. Η γερμανική λέξη Starostei αναφερόταν στο γραφείο ή στην περιοχή στέμματος ενός Starost. Στα γερμανικά, ο τίτλος starost/starosta μεταφράζεται επίσης ως Hauptmann και ανάλογος με ένα έπαρχο.

Αλλες χώρεςΕπεξεργασία

  • Στη Ρουθηνία (Ρως του Κιέβου) ήταν κατώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος.
  • Στη Λιθουανία από το 1991, ο seniūnas είναι ο τίτλος του αρχηγού μιας επαρχίας.
  • Στη Γαλικία και στη Βουκοβίνα, υπό την αυστριακή κυριαρχία, ένας σταρόστα επόπτευε τη διοίκηση της κομητείας
  • Στη Ρωσία η λέξη χρησιμοποιήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα για να δηλώσει τον εκλεγμένο ηγέτη της obshchina (ομπσίνα).
  • Στην Ουκρανία, το 1918 ήταν μια θέση διορισμένου αξιωματούχου που εκπροσωπούσε την κεντρική κυβέρνηση σε περιοχές. Από το 2015 είναι αξιωματούχος ενός χωριού που είναι μέρος της ενωμένης κοινότητας.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ukrainian Encyclopedia (στα Αγγλικά). 
  2. Stanisław Kutrzeba (1903). STAROSTOWIE ICH POCZĄTKI I ROZWÓJ W XIV W (στα Πολωνικά). Biblioteka Cyfrowa UJK. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία