Χένρικ Ίψεν

Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας

Ο Χένρικ Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου 1828 - 23 Μαΐου 1906) ήταν Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης. Ως ένας από τους ιδρυτές του μοντερνισμού στο θέατρο, ο Ιψεν αναφέρεται συχνά ως ο πατέρας του ρεαλισμού και ένας από τους πιο επιδραστικούς θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του.[1][2]. Μεγάλα του έργα του είναι μεταξύ άλλων τα Μπραντ, Πέερ Γκυντ, Ο εχθρός του λαού, Ο Αυτοκράτορας και ο Γαλιλαίος, Το κουκλόσπιτο, Έντα Γκάμπλερ, Βρυκόλακες, Η αγριόπαπια, Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί, Ρόσμερσχολμ και Αρχιμάστορας Σόλνες. Είναι ο πιο πολυπαιγμένος θεατρικός συγγραφέας στον κόσμο μετά το Σαίξπηρ και Το κουκλόσπιτο ήταν το πιο πολυπαιγμένο έργο στον κόσμο το 2006.

Ερρίκος Ίψεν
Henrik Ibsen av Eilif Peterssen 1895.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Henrik Johan Ibsen (Νορβηγικά)
Γέννηση20  Μαρτίου 1828
Σίεν
Θάνατος23  Μαΐου 1906
Όσλο
Αιτία θανάτουεγκεφαλικό επεισόδιο
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Τόπος ταφήςVår Frelsers gravlund
ΚατοικίαΚοπεγχάγη
Μόναχο
Σίεν
Όσλο
Μπέρχεν (έως 1857)
ΕθνικότηταΝορβηγοί
ΨευδώνυμοBrynjolf Bjarme
Χώρα πολιτογράφησηςΝορβηγία
Θρησκείααθεϊσμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΝορβηγική γλώσσα
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
Νορβηγική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταθεατρικός συγγραφέας
ποιητής
δημιουργός γραπτών έργων
λιμπρετίστας
καλλιτέχνης
σκηνοθέτης
συγγραφέας
Αξιοσημείωτο έργοΠέερ Γκυντ
Το κουκλόσπιτο
Βρικόλακες
Ο εχθρός του λαού
Η αγριόπαπια
Έντα Γκάμπλερ
Ρόσμερσχολμ
Επηρεάστηκε απόΑύγουστος Στρίντμπεργκ
Georg Brandes
Σαίρεν Κίρκεγκωρ
Henrik Wergeland
Jens Peter Jacobsen
Περίοδος ακμής1850
Οικογένεια
ΣύζυγοςΣουζάννα Ίψεν
ΤέκναΣίγκουρντ Ίψεν
Hans Jacob Henriksen
ΓονείςKnud Ibsen και Marichen Altenburg
ΑδέλφιαΧέντβιχ Ίψεν
Ole Paus Ibsen
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΜεγαλόσταυρος του Τάγματος του Ντάνεμπρογκ
Order of the Polar Star - Commander's Grand Cross
Ιπποτικός Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Αγίου Όλαφ
Ιστότοπος
www.nb.no/forskning/ibsen/
Υπογραφή
Henrik Ibsen's signature.png
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το πρώτο ποητικό και θεατρικό έργο του Ιψεν, Πέερ Γκυντ, έχει έντονα σουρρεαλιστικά στοιχεία. Μετά από αυτό ο Ιψεν εγκατέλειψε το στίχο και έγραφε σε ρεαλιστική πρόζα. Αρκετά από τα μεταγενέστερα θεατρικά του έργα θεωρήθηκαν σκανδαλώδη από πολλούς της εποχής του, όταν αναμενόταν το ευρωπαικό θέατρο να δίνει πρότυπα αυστηρά ηθικής οικογενειακής ζωής και ευπρέπειας. Στα επόμενα έργα του ο Ιψεν εξέτασε τις πραγματικότητες, που κρύβονταν κάτω από την επιφάνεια, αποκαλύπτοντας πολλά που ήταν ενοχλητικά σε αρκετούς από τους συγχρόνους του. Είχε μια κριτική ματιά και διερευνούσε ελεύθερα τις συνθήκες της ζωής και τα ζητήματα ηθικής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις πολλών κριτικών Η αγριόπαπια και το Ρόσμερσχολμ 《συναγωνίζονται για την πρώτη θέση μετσξύ των έργων του》. Ο ίδιος ο Ιψεν θεωρούσε ως αριστούργημά του το Ο Αυτοκράτορας και ο Γαλιλαίος.

Ο Ιψεν κατατάσσεται συχνά μεταξύ των πιο διακεκριμένων θεατρικών συγγραφέων της ευρωπσικής παράδοσης. Θεωρείται ευρέως ως ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας του 19ου αιώνα. Επηρέασε άλλους θεατρικούς συγγραφείς και μυθιστοριογράφους, όπως οι Τζορτζ Μπέρναρντ Σω, Όσκαρ Γουάιλντ, Άρθουρ Μίλερ, Τζέιμς Τζόυς, Ευγένιος Ο Νιλ και Μίροσλαβ Κρλέζα. Προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1902, το 1903 και το 1904.

Ο Ιψεν έγραψε τα έργα του στα Δανική γλώσσα (την κοινή γραπτή γλώσσα Δανίας και Νορβηγίας κατά τη διάρκεια της ζωής του) και αυτά εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Gyldendal της Δανίας. Αν και τα περισσότερα έργα του τοποθετούνται στη Νορβηγία - συχνά στο Σίεν, την πόλη-λιμάνι όπου μεγάλωσε - ο Ιψεν έζησε 27 χρόνια στην Ιταλία και τη Γερμανία και σπάνια επισκέφτηκε τη Νορβηγία κατά τα πιο παραγωγικά του χρόνια. Γεννημένος στην οικογένεια Πάους-Ιψεν, εμπόρων της ανώτερης νεσαίας τσξης, διαμόρφωσε τα έργα του σύμφωνα με το οικογενειακό του περιβάλλον και συχνά χαρακτήρες με πρότυπο μέλη της οικογένειάς του. Ηταν πατέρας του πρωθυπουργού (1903-1905) Σίγκουρντ Ιψεν. Τα έργα του Ιψεν είχαν έντονη επιρροή στο σύγχρονο πολιτισμό.

Οικογένεια και νεανικά χρόνιαΕπεξεργασία

Ο Χένρικ Ίψεν γεννήθηκε σε μια εύπορη εμπορική οικογένεια στην πλούσια πόλη-λιμάνι Σίεν του Μπράτσμπεργκ (Τέλεμαρκ). Γονείς του ήταν ο Κνουντ Ιψεν (1797-1877) και η Μάριχεν Αλτενμπουργκ (1799-1869). “Οι γονείς μου και από τις δύο πλευρές ήταν μέλη των πιο αξιοσέβαστων οικογενειών του Σίεν” γράφει ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον κριτικό Γκέοργκ Μπράντες το 1882, εξηγώντας ότι είχε στενή συγγένεια με "σχεδόν όλες τις εύπορες οικογένειες που δέσποζαν τότε στην πόλη και τα περίχωρά της".

Η μητέρα της Mάριχεν και ο πατριός του Kνουτ ήταν αδέλφια και οι γονείς του Χένρικ είχαν μεγαλώσει μαζί και πρακτικά ανατραφεί σαν αδέλφια. Ο πατέρας τού Κνουτ Ιψεν, ο καπετάνιος Χένρικ Ιψεν, πνίγηκε στη θάλασσα όταν ο Κνουτ ήταν νεογένητος και η μητέρα του παντρεύτηκε τον καπετάνιο Ολε Πάους τον επόμενο χρόνο. Ο Ολε Πάους ήταν αδελφός της μητέρας της Μάριχεν Χέντέβιγκ Πάους, ήταν συνεπώς θείος από μητέρα της συζύγου του. Οι οικογένειές τους είχαν επίσης πολύ στενές σχέσεις : Ο μεγαλύτερος γιος του Ολε και ετεροθαλής αδελφός του Κνουτ Χένρικ Γιόχαν Πάους ανατράφηκεβστο σπίτι της Χέντεβιγκ μαζί με την εξαδέλφη του Μάριχεν και τα παιδιά των αδελφών του Πάους, περιλαμβανομένων του Κνουτ και της Μάριχεν, πέρασαν τα περισσότερα παιδικά τους χρόνια μαζί. Η Μάριχεν Αλτενμπουργκ θεωρείτο καλή νύφη, ήταν κόρη ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους του Σίεν. Ο πατέρας του Χένρικ προέρχονταν από μια μακριά γραμμή καπετάνιων, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να γίνει έμπορος. Ο γάμος του με τη Μάριχεν ήταν ένα “υπέροχο οικογενειακό προξενιό”. Παλαιότεροι μελετητές του έχουν υποστηρίξει ότι ο Χένρικ Ιψεν γοητεύτηκε από τον "παράξενο, σχεδόν αιμομικτικό γάμο" των γονιών του και ασχολήθηκε με το θέμα των αιμομικτικών σχέσεων σε αρκετά έργα, ιδιαίτερα στο αριστούργημά του Ρόσμερσχολμ. Αφ' ετέρου ο Γέργκεν Χάαβε επισημαίνει ότι η στενή συγγένεια των γονέων του δεν ήταν τόσο ασυνήθιστη μεταξύ της ελίτ του Σίεν.


Όταν ο Ίψεν ήταν επτά ετών, η τύχη του πατέρα του άλλαξε προς το χειρότερο και η οικογένεια αναγκάστηκε να πουλήσει το αρχοντικό της Αλτενμπουργκ στο κέντρο του Σίεν και να μετακομίσει μόνιμα στο μεγσλο εξοχικό της σπίτι στο Βένστεπ, έξω από την πόλη. Ηταν ακόμη σχετικά εύποροι, είχαν υπηρέτες και συναναστρέφονταν άλλα μέλη της ελίτ του Σίεν. Οι πιο κοντινοί γείτονές του στο Νότιο Βένστεπ ήταν ο πρώην ιδιοκτήτης και δήμαρχος Ούλριχ Φέντερικ Κούντριο και η οικογένειά του, που είχαν επίσης αναγκαστεί να πουλήσουν το αρχοντικό τους. H αδελφή του Χένρικ Χέντβιγκ έγραψε για μητέρα τους: "Ηταν μισ ήσυχη, αξιαγάπητη γυναίκα, η ψυχή του σπιτιού της, τα πάντα για τον άντρα και τα παιδιά της, θυσιάστηκε ξανά και ξανά, χωρίς πικρία ή παράπονο." Το 1843, όταν ο Χένρικ έφυγε από το σπίτι, η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Σνίπετορπ, που ανήκε στον ετεροθαλή αδελφό του Kνουτ, τον πλούσιο τραπεζίτη και πλοιοκτήτη Κρίστοφερ Μπλομ Πάους.

Η παλιότερη ιστοριογραφία του Ιψεν έχει υποστηρίξει ότι η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του Ίψεν. Ο Χάαβε επισημαίνει ότι τα οικονομικά προβλήματα του πατέρα του τη δεκαετία του 1830 ήταν κυρίως αποτέλεσμα των δύσκολων καιρών και κάτι κοινό της οικογένειας Ιψεν με πολλές άλλες της αστικής τάξης. Ο Χάαβε υποστηρίζει σκόμη ότι ο Χένρικ Ιψεν είχε μια σχετικά ευτυχισμένη και ήρεμη παιδική ηλικία. Πολλοί μελετητές του Ιψεν έχουν συγκρίνει χαρακτήρες και θέματα στα έργα του με την οικογένεια και την ανατροφή του. Τα έργα του συχνά ασχολούνται με θέματα οικονομικών δυσκολιών, καθώς και με ηθικές συγκρούσεις τους που έχουν τις ρίζες τους σε σκοτεινά μυστικά κρυμμένα από την κοινωνία.

Ο ίδιος ο Ιψεν επιβεβάιωσε ότι τόσο είχε ως πρότυπο, όσο και ονόμασε χαρακτήρες στα έργα του, από την ίδια του την οικογένεια. Κεντρικό θέμα στα έργα του είναι η παρουσίαση γυναικών που υποφέρουν, απηχώντας τη μητέρα του Μάριχεν Αλτενμπουργκ σύμφωνα με τον Τέμπλετον που υποστηρίζει ότι η συμπάθειά του προς τις γυναίκες βρήκε τελικά χαρακτηριστική έκφραση στην απεικόνισή τους σε έργα όπως Το κουκλόσπιτο και Ρόσμερσχολμ.

Στα δεκαπέντε ο Ίψεν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο. Μετακόμισε στην μικρή πόλη Γκρίμσταντ για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Γκρίμσταντ αρχίζει να διαβάζει και να γράφει θεατρικά έργα. Το 1846, όταν ο Χένρικ ήταν 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, που αργότερα το αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να το γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένεια του. Ο Χλενρικ Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε την μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του.

Το 1850, ο Ίψεν μετακόμισε στην Χριστιανία (που αργότερα μετονομάστηκε σε Όσλο) με σκοπό να μπει στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο, όταν κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, αποτυγχάνοντας στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών, προτιμώντας να αφοσιωθεί στο γράψιμο, ερχόμενος και σε επαφή με το μικρό λογοτεχνικό κύκλο της Νορβηγίας της εποχής. Το πρώτο του θεατρικό έργο, η τραγωδία Κατιλίνας (1850), δημοσιεύθηκε με το ψευδώνυμο "Brynjolf Bjarme" όταν ήταν μόλις 22 ετών, αλλά δεν ανέβηκε στο θέατρο. Το πρώτο του έργο που ανέβηκε, Ο Ταφικός Τύμβος, είχε μικρή απήχηση. Ωστόσο ο Ιψεν ήταν σποφασισμένος να γίνει θεατρικός συγγραφέας, αν και τα πολλά έργα που έγραψε τα επόμενα χρόνια δεν γνώρισαν επιτυχία. Η κύρια έμπνευση του Ιψεν κατά την πρώιμη περίοδό του, μέχρι τον Πέερ Γκυντ, φαίνεται να ήταν ο Νορβηγός συγγραφέας Χένρικ Βέργκελαντ και οι Νορβηγικές Λαικές Ιστορίες (Norske folkeeventyr) -συλλογή των Πέτερ Κτίστεν Ασμπγερνσεν και Γέργκεν Μόε. Στα νεανικά χρόνια του Ιψεν ο Βέργκελαντ ήταν ο πιο διάσημος και μακράν ο πιο αναγνώσιμος Νορβηγός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.

Η μετέπειτα ζωή και το έργο τουΕπεξεργασία

Σύντομα μετακομίζει στο Μπέργκεν όπου περνά τα επόμενα χρόνια δουλεύοντας στο Det norske Theater, όπου είχε αυξημένες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην παραγωγή 145 έργων ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, δραματολόγος και παραγωγός. Την περίοδο συτή δεσμευόταν από το θέατρο βάσει συμβολαίου να γράφει ένα έργο το χρόνο για να ανεβαίνει στο συγκεκριμένο θέατρο και εξέδωσε πέντε μάλλον ασήμσντα έργα. Παρά την αποτυχία του να πετύχει σαν θεατρικός συγγραφέας απέκτησε μεγάλη εμπειρία στο Νορβηγικό Θέατρο, εμπειρία που αποδείχτηκε πολύτιμη όταν συνέχισε να γράφει.

Το 1858 επέστρεψε στην Χριστιανία για να γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου της, ενώ ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική. Στις 18 Ιουνίου 1858 παντρεύτηκε τη Σουζάνα Τόρεσεν, που γέννησε το μοναδικό τους παιδί Σίγκουρντ στις 23 Δεκεμβρίου 1859. Η σύζυγός του θα τον στηρίξει συναισθηματικά και θα τον ενισχύσει στη σταδιοδρομία του, πείθοντάς τον να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη θεατρική τέχνη. Το ζευγάρι έζησε υπό δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και σταδιακά ο Ίψεν απογοητεύθηκε πολύ από τη ζωή στη Νορβηγία. Το 1864 εγκατέλειψε τη Χριστιανία και πήγε στο Σορρέντο της Ιταλίας, αυτοεξοριζόμενος. Αρχικά έφυγε για ένα χρόνο, αλλά, εργαζόμενος κυρίως στη Νότιο Ιταλία και τη Γερμανία, τελικά γύρισε στην πστρίδα του μετά από 27 χρόνια, ως δισκεκριμένος αλλά και αμφιλεγόμενος θεατρικός συγγραφέας.

Το επόμενο έργο του, Μπραντ (1865), του απέφερε την αποδοχή της κριτικής που επιζητούσε, μαζί με κάποια οικονομική επιτυχία, όπως και το επόμενο έργο του, Πέερ Γκυντ (1867), για το οποίο ο Έντβαρντ Γκρηγκ συνέθεσε μουσική και τραγούδια. Παρόλο που ο Ιψεν διάβασε αποσπάσμστα του Δανού φιλόσοφου Σαίρεν Κίρκεγκωρ και ίχνη της επιρροής του τελευταίου είναι εμφανή στο Μπραντ αν και μόνο μετά το έργο αυτό ο Ιψεν πήρε στα σοβαρά τον Κίρκεγκωρ. Αν και αρχικά ενοχλημένος με το φίλο του Γκέοργκ Μπράντες, που σύγκρινε τον Μπραντ με τον Κίρκεγκωρ, ο Ιψεν διάβασε τα έργα του τελευταίου Είτε-είτε και Φόβος και Τρόμος. Το επόμενο έργο Ιψεν Πέερ Γκυντ είναι συνειδητά επηρεασμένο από τον Κίρκεγκωρ.

Ο Ίψεν, καταξιωμένος πλέον σαν καλλιτέχνης τελικά γύρισε στην πατρίδα του το 1895, όπου και έγραψε τα δυο τελευταία του έργα. Τότε μπόρεσε να ορθοποδήσει οικονομικά, αγοράζοντας ένα πολύ ακριβό σπίτι απέναντι από τα ανάκτορα του Όσλο, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. Ο Ίψεν είχε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον πλούτο, κάτι που αποδεικνύεται και από τη διακόσμηση αυτού του σπιτιού, η οποία διατηρείται στο ακέραιο έως σήμερα. Συνήθιζε επίσης να κάνει καθημερινούς περιπάτους, αλλά δεν επεδίωκε την επαφή με το κοινό (ήταν εσωστρεφής) και τον ενδιέφερε η μελέτη των ανθρωπίνων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και συχνή αλληλογραφία με αρκετές νεαρές κοπέλες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί κάποιο ίχνος απιστίας του σε αυτές. Έπινε σχεδόν σε καθημερινή βάση τη μπύρα του στο γνωστό στέκι της πόλης του Όσλο "Grand Cafe", του πολυτελούς ξενοδοχείου "Grand Hotel". Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού είχε υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και ήταν πια ανήμπορος να δημιουργήσει.

Χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας τουΕπεξεργασία

Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

Εργογραφία – Θεατρογραφία – Ελληνικές μεταφράσεις[3]Επεξεργασία

  • 1850: Catilina (Κατιλίνας), ιστορικό δράμα. H πρώτη παράσταση του πρώτου έργου του Ίψεν δόθηκε από το Nya Teatern της Στοκχόλμης στις 3 Δεκεμβρίου του 1881
μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, 3η έκδ. Αθήνα 2019)
 
Η αφίσα της παράστασης "Κωμωδία του Έρωτα" -φιλοτεχνημένη από τον ζωγράφο Έντμουντ Έντελ -που παρουσιάστηκε στο θέατρο του Βερολίνου το 1900
  • 1850: Kjæmpehøien (Ο τύμβος)
    Το έργο πρωτοανεβαίνει στη σκηνή του Kristiania Norske Theater της Χριστιανίας, στις 26 Σεπτεμβρίου 1850.
    Πρωτοεκδίδεται σε εφημερίδα του Μπέργκεν το 1854. Σε βιβλίο εκδίδεται το 1917
::—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, ως «Ο τάφος του πολεμιστή» (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, 3η έκδ. Αθήνα 2019)
  • 1851: Norma, En Politikers Kjærlighed (Νόρμα ή Ο έρωτας ενός πολιτικού), παρωδία της «Νόρμας» του Μπελλίνι
μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, Αθήνα 2018)

μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, Αθήνα 2019)

  • 1856: Gildet paa Solhoug (Η γιορτή στο Σολχάουγκ)
    Στο θέατρο πρωτοανεβαίνει στο Det Norske Theater του Μπέργκεν στις 2 Ιανουαρίου του 1856.
    Σε βιβλίο εκδίδεται πρώτη φορά τον Μάρτη του ίδιου χρόνου
—μτφ. Λέων Κουκούλας (εκδ. ";")
μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, Αθήνα 2019)
—μτφ. Φέλιξ Ντιτζόρτζιο (εκδ. "Δωδώνη")
μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, ως «Οι πολεμιστές στο Χέλγκελαντ» (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, Αθήνα 2020)
  • 1862: Kjærlighedens Komedie (Η κωμωδία του έρωτα)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1873 στο Christiania Theater της Χριστιανίας
  • 1863: Kongs-Emnerne (Οι μνηστήρες του θρόνου)
    Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1864 στο Christiania Theater της Χριστιανίας, με σκηνοθέτη τον ίδιο τον συγγραφέα
—μτφ. Καίτη Κάστρο (εκδ. "Δωδώνη")
 
Το σκηνικό της παράστασης του 1907, του "μικρού Εγιόλφ"
  • 1866: Brand (Μπραντ), θεατρικό ανάγνωσμα.
    Η πρώτη ολοκληρωμένη παράσταση δόθηκε στις 24 Μάρτη του 1885 στο Nya Teatern της Στοκχόλμης:
  • 1867: Peer Gynt (Πέερ Γκυντ) δραματικό ποίημα.
    Ο Ίψεν το διασκεύασε για το θέατρο και η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1876 στο Christiania Theater της Χριστιανίας
—μτφ. Όμηρος Μπεκές (εκδ. "Δωδώνη")
—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, Επιμελητής: Ήρκος Αποστολίδης (εκδ. "Gutenberg")
  • 1869: De unges Forbund (Ο σύνδεσμος των νέων)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 18 Οκτώβρη του 1869 στο Christiania Theater της Χριστιανίας (Όσλο:)
  • 1871: Digte (ποιήματα)
  • 1873: Kejser og Galilæer (Ο Αυτοκράτορας και ο Γαλιλαίος) θεατρικό ανάγνωσμα 10 πράξεων
  • 1877: Samfundets Støtter (Τα στηρίγματα της κοινωνίας)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε στο Odense Teater της Δανίας στις 14 Νοέμβρη του 1877
  • 1879: Et Dukkehjem (Το κουκλόσπιτο ή Νόρα)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε στο Det Kongelige Teater (Βασιλικό θέατρο) της Κοπενχάγης: στις 21 Δεκέμβρη του 1879
—μτφ. Λέων Κουκούλας (εκδ. "Γκοβόστης")
—μτφ. Γ.Πολίτης (εκδ. "Δωδώνη")
  • 1882: En Folkefiende (Ο εχθρός του λαού)
    Η πρώτη του έργου στο Όσλο, στις 13 Ιανουαρίου του 1883 στο Christiania Theater
—μτφ. Πέλος Κατσέλης (εκδ. "Δωδώνη")
—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, Επιμελητής: Ήρκος Αποστολίδης (εκδ. "Gutenberg")
  • 1884: Vildanden (Η αγριόπαπια)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1885 στο Den Nationale Scene του Μπέργκεν της Νορβηγίας
—μτφ. Βασίλης Δασκαλάκης (εκδ. "Δωδώνη")
μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος (εκδ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, 3η έκδ. Αθήνα 2019)
—μτφ. Ήρκος Αποστολίδης (Εκδόσεις: Gutenberg)
  • 1886: Rosmersholm (Ρόσμερσχολμ)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 17 Γενάρη του 1887 στο Den Nationale Scene του Μπέργκεν της Νορβηγίας
  • 1888: Fruen fra Havet (Η κυρά της θάλασσας)
    Η πρώτη του έργου δόθηκε την ίδια μέρα σε δυο χώρες ταυτόχρονα. Στο Hoftheater της Βαϊμάρης: και στο Christiania Theater του Όσλο στις 12 Φεβρουαρίου 1889
—μτφ. Λέων Κουκούλας (εκδ. "Γκοβόστης")
—μτφ. Λέων Κουκούλας (εκδ. "Γκοβόστης")
—μτφ. Βασίλης Παπαγεωργίου (εκδ. "Σαιξπηρικόν")
—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, Επιμελητής: Ήρκος Αποστολίδης (εκδ. "Gutenberg")
  • 1894: Lille Eyolf (Ο μικρός Εγιόλφ)
    Πρώτη του έργου στις 12 Ιανουαρίου του 1895 στο Deutsches Theater του Βερολίνο:
—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, Επιμελητής: Ήρκος Αποστολίδης (εκδ. "Gutenberg")
—μτφ. Λέων Κουκούλας (εκδ. "Γκοβόστης")
—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, Επιμελητής: Ήρκος Αποστολίδης (εκδ. "Gutenberg")
—μτφ. Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος, Επιμελητής: Ήρκος Αποστολίδης (εκδ. "Gutenberg")
—μτφ. Έρι Κύργια (εκδ. "Κάπα Εκδοτική")

Ελληνικές Θεατρικές ΠαραστάσειςΕπεξεργασία

Ελληνικές θεατρικές παραστάσεις των έργων του Ίψεν

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. D. Thomas, Henrick ibsen (Λονδίνο 1984)
  2. Νικ. Παπανδρέου, Ο Ίψεν στην Ελλάδα. Από την πρώτη γνωριμία στην καθιέρωση, 1890-1910 (Αθήνα, 1983)
  3. Η αρχική χρονολογία είναι αυτή της πρώτης έκδοσης των έργων. Πηγή των πληροφοριών: http://ibsen.nb.no/id/11130436.0

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Μαλεβίτσης Χρήστος, «Φιλοσοφική ανάλυση του Αρχιμάστορα Σόλνες του Ίψεν». Εποπτεία 88 (1984), 217-230.
  • Τσιρώνης Χρήστος, «Θάνατος – Εξουσία- Κατανάλωση. Ηθικοί Στοχασμοί στο έργο: Ο Αρχιμάστορας Σόλνες (Ε. Ίψεν)», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, τομ.14 (2004), σελ.269-279.
  • Βιβλιογραφία στoν διαδικτυακό τόπο για τη ζωή και το έργο του Ίψεν: www.ibsen.gr/βιβλιογραφία.

Βλέπε επίσηςΕπεξεργασία