Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Χλαίνιος (Chlaenius) είναι γένος εντόμων της τάξης των κολεοπτέρων και της οικογένειας των Carabidae. Το γένος Χλαίνιος περιλαμβάνει πέντε υπογένη με 16 είδη στην Ευρώπη,[2] ενώ παγκοσμίως έχουν περιγραφεί περίπου 50 είδη.[3] Το πρώην υπογένος Χλαινιέλλος (Chlaeniellus) του γένους Χλαίνιος σήμερα θεωρείται γνήσιο γένος με άλλα 11 είδη στην Ευρώπη,[4] π.χ. Χλαινιέλλος ο μελανόκερως (Chlaeniellus nigricornis).

Χλαίνιος
A.Chlaenius velutinus[1] B.Chlaenius spoliatus[1] C.Chlaenius festivus[1]
A.Chlaenius velutinus[1]
B.Chlaenius spoliatus[1]
C.Chlaenius festivus[1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Αρθρόποδα (Arthropoda)
Ομοταξία: Έντομα (Insecta)
Τάξη: Κολεόπτερα (Coleoptera)
Οικογένεια: Carabidae
Υποοικογένεια: Χλαινιίναι (Chlaeniinae)
Γένος: Χλαίνιος (Chlaenius)
Bonelli 1810

Στην Ελλάδα συναντούμε έξι ή επτά είδη (Chlaenius (Chlaenites) spoliatus,[5] Chlaenius (Chlaenius) festivus,[6] Chlaenius (Chlaenius) velutinus,[7] Chlaenius (Trichochlaenius) aeneopcephalus,[8] Chlaenius (Trichochlaenius) chrysocephalus,[9] Chlaenius (Trichochlaenius) gracilis[10] και ίσως Chlaenius (Trichochlaenius) auriceps[11]).

Το όνομα «Chlaenius» (Χλαίνιος) προέρχεται από τη λέξη «χλαῖνα» και κάνει αναφορά στο πυκνό βελούδινο τρίχωμα που σκεπάζει την άνω πλευρά του εντόμου σχεδόν όλων των ειδών του γένους.[12]

Χαρακτηριστικά του ακμαίουΕπεξεργασία

Το σώμα είναι πεπλατυσμένο, το κεφάλι και τα στοματικά μόρια δείχνουν προς τα μπροστά. Οι κεραίες συνίστανται από ένδεκα άρθρα. Είναι νηματοειδείς με τρίχωμα από το τέταρτο άρθρο (Η διαφορά μεταξύ του φαλακρού τρίτου και του τριχωτού τετάρτου άρθρου φαίνεται σαφώς στην Εικ. 4 αριστερά). Οι περίπου στρογγυλοί οφθαλμοί είναι μεγάλοι και κυρτοί. Τα πόδια επιτρέπουν γρήγορη μετακίνηση. Από τους πενταμερείς ταρσούς τα πρώτα τρία μέρη είναι τετραγωνικά στα πρόσθια πόδια των αρσενικών (Εικ. 5).

Στα έλυτρα έχουν εννέα ή δέκα βαθιές σειρές στιγμάτων. Η πρώτη σειρά δίπλα στο θυρεό είναι πολύ κοντή, οι ακόλουθες σειρές είναι παράλληλες. Τα μεσοδιαστήματα είναι λίγο κυρτά. Οι πλαϊνές άκρες των ελύτρων διπλώνονται προς τα κάτω (επίπλευρες).

ΒιολογίαΕπεξεργασία

Οι προνύμφες και τα ακμαία τρέφονται από άλλα μικρά ζώα. Αναπτύσσονται σε βιότοπους με μεγάλη υγρασία.

Γεωγραφική εξάπλωσηΕπεξεργασία

Συναντούμε είδη του γένους στην Αφρική, στην Ευρώπη και στην Ασία. Λείπουν στη Νότια και Βόρεια Αμερική και στα κρύα κλίματα της Ευρώπης και Ασίας. Βέβαια κάθε είδος έχει δικό του χώρο εξαπλώσεως.

Επιλεγμένα είδηΕπεξεργασία

 
Εικ.1: Chlaenius spoliatus
 
Εικ.2: Chlaenius festivus
 
Εικ.3: μέρος της κάτω πλευράς
του C. festivus
 
Εικ.4: κεφάλι (C. festivus)
 
Εικ.5: ταρσός του μπροστινού ποδιού
Α αρσενικό Β θηλυκό (C. festivus)
 
Εικ.6: μέρος του οπίσθιου ποδιού
(C. festivus) Α μήκος του αγκαθιού
στην οπίσθια άκρη της κνήμης
Β μήκος του πρώτου ταρσομερούς

Chlaenius (Chlaenites) spoliatus (P. Rossi 1792)Επεξεργασία

Το είδος διακρίνεται από όλα τα άλλα ευρωπαϊκά είδη του γένους με ένα χαρακτηριστικό που με γυμνό μάτι και από πάνω δεν φαίνεται. Το προτελευταίο άρθρο των χειλικών προσακτρίδων δεν έχει τρίχες. Άλλο ένα χαρακτηριστικό εκφράζεται στο επιστημονικό όνομα. Το «Chlaenius spoliatus» σημαίνει πως σε αυτό το είδος το τρίχωμα είναι φτωχό (λατ. spoliatus = αυτός που έχει στερηθεί ρούχα).[12] Σχεδόν δεν φαίνεται στα έλυτρα, μόνο στις πλευρές. Αυτός είναι ο λόγος, που τα έλυτρα του είδους γυαλίζουν περισσότερο στα άλλα είδη (Εικ. 1).

Συναντούμε το είδος σε όλες τις χώρες της Μεσογείου. Λείπει στις βόρειες χώρες της Ευρώπης και είναι πολύ σπάνιο στη Μεσαία Ευρώπη. Αντίθετα προς την Ανατολή το είδος επεκτείνεται μέχρι την Ασία.[5]

Chlaenius (Chlaenius) festivus (Panzer 1796)Επεξεργασία

Και αυτό το είδος (Εικ. 2) δεν αναγνωρίζεται εύκολα. Το ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό βρίσκεται στην κάτω πλευρά του σώματος. Εδώ δίπλα στις κίτρινες κάτω πλευρικές άκρες των ελύτρων (επιπλευρες) οι πλευρές των κοιλιακών στερνιτών (ουροστερνιτών) είναι επίσης κίτρινες (Εικ. 3). Υπάρχει λοιπόν στην κοιλία μια κίτρινη λωρίδα δίπλα στις επίπλευρες. Εξ άλλου το αγκάθι στην οπίσθια άκρη της κνήμης του οπίσθιου ποδιού είναι μακρύτερο από το μισό του πρώτου ταρσομερούς (Εικ. 6).

Στην Ευρώπη ο χώρος διαμονής είναι πιο περιορισμένος. Το είδος λείπει στην Αφρική και στη Δυτική Μεσόγειο. Επεκτείνεται όμως επίσης στην Ασία.[6]

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Heinz Freude, Karl Wilhelm Harde, Gustav Adolf Lohse: Die Käfer Mitteleuropas. Band 2. Adephaga 1., Elsevier, Spektrum, Akad. Verl., München 1976, ISBN 3-87263-025-3
  • Ekkehard Wachmann, Ralph Platen, Dieter Barndt: Laufkäfer – Beobachtung, Lebensweise. 1. Auflage. Naturbuch-Verlag, Augsburg 1995, ISBN 3-894-40125-7

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία