Corallus batesii

είδος φιδιού της τροπικής Νότιας Αμερικής

Corallus batesii, δηλαδή κοράλλος του Μπέιτς, είναι η επιστημονική ονομασία είδους φιδιού, γνωστού και με το μακροσκελές περιγραφικό κοινό όνομα πράσινος δενδρόβιος βόας της Λεκάνης του Αμαζονίου. Το είδος αυτό είναι ιθαγενές τροπικών δασών της Νότιας Αμερικής.

Corallus batesii
Nina 053006-08.JPG
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Ερπετά (Reptilia)
Τάξη: Φολιδωτά (Squamata)
Υποτάξη: Φίδια (Serpentes)
Οικογένεια: Βοΐδες (Boidae)
Γένος: Κοράλλος (Corallus)
Είδος: Corallus batesii
Gray, 1860
Συνώνυμα
  • Chrysenis batesii, Gray 1860
  • Boa canina (μέρος), Amaral 1825
  • Corallus caninus (μέρος), J.A. Peters & Orejas-Miranda 1970

Ταξινομική και ετυμολογίαΕπεξεργασία

Αρχικώς το είδος περιγράφηκε με την ονομασία Chrysenis batesii το 1860 από τον Βρετανό ζωολόγο φυσιοδίφη Τζον Έντουαρντ Γκρέι.[2] Το επίθετο batesii δόθηκε προς τιμή ενός άλλου Βρετανού φυσιοδίφη και εξερευνητή, του Χένρυ Γουόλτερ Μπέιτς.[3] To είδος αποσπάσθηκε ως ξεχωριστό είδος εκ του Corallus caninus (πράσινος δενδρόβιος βόας) από τους Henderson κ.ά.[4][5] το 2009, μια επιλογή που στηρίχθηκε από τον σημαντικό Αμερικανό ερπετολόγο Van S.B. Wallach το 2014.

ΠεριγραφήΕπεξεργασία

The πράσινος δενδρόβιος βόας της Λεκάνης του Αμαζονίου έχει κίτρινη κοιλιά και πράσινο-σμαραγδί επάνω μέρος, πιο σκούρο από εκείνο του απλού πράσινου δενδρόβιου βόα, με μια λευκή λωρίδα (και κάθετες σε αυτή μικρές λευκές γραμμές) πάνω από τη ραχοκοκκαλία. Ο C. batesii διαφέρει επίσης από τον C. caninus στο σχήμα και τον αριθμό των φολίδων κατά μήκος του ρύγχους, αλλά κυρίως έχει μεγαλύτερο μήκος, που φθάνει σχεδόν τα 9 feet (2,7 m).[6]

Συμπεριφορά και διατροφήΕπεξεργασία

Ο Corallus batesii είναι δενδρόβιο φίδι, τόσο ημερόβιο όσο και νυκτόβιο.[1] Το είδος εκτιμάται αρκετά ως κατοικίδιο ζώο και μπορεί ακόμα και να αναπαραχθεί σε αιχμαλωσία, σε ζωολογικούς κήπους. Είναι προτιμητέο έναντι του Corallus caninus εξαιτίας της πιο ήρεμης συμπεριφοράς του (αν και αμφότερα τα είδη πωλούνται σε υψηλές τιμές από τους ιθαγενείς κατοίκους των τροπικών δασών της Νότιας Αμερικής).[1] Τρέφεται με νυχτερίδες, άλλα μικρά θηλαστικά και πουλιά.[1]

ΑναπαραγωγήΕπεξεργασία

Ο Corallus batesii είναι ωοζωοτόκο είδος, δηλαδή τα αυγά του εκκολάπτονται μέσα στο σώμα του θηλυκού. Τα θηλυκά γεννούν κατά μέσο όρο πάνω από 5 φιδάκια σε κάθε γέννα.

Γεωγραφική κατανομήΕπεξεργασία

Καθώς υποδηλώνει και η κοινή ονομασία του, το είδος συναντάται στη φύση μόνο στη λεκάνη απορροής του ποταμού Αμαζονίου.[7] Ωστόσο αυτή είναι τεράστια και απλώνεται σε διαφορετικές χώρες: στη Βραζιλία, στο Περού, στο κράτος του Ισημερινού, στην Κολομβία, στη Βολιβία, στη Βενεζουέλα, στο Σουρινάμ, στη Γουιάνα και στη Γαλλική Γουιάνα. Το φίδι έχει βρεθεί σε υψόμετρα έως και 1.000 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.[1]


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Rivas G., Gutiérrez-Cárdenas P., Caicedo J., Hoogmoed M., Gagliardi G., Cisneros-Heredia D.F., Nogueira C., Gonzales L.: «Corallus batesi [sic]», στην IUCN Red List of Threatened Species 2016. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2021.
  2. Gray, J.E.: «Description of a New Genus of Boidæ discovered by Mr. Bates on the Upper Amazon», Annals and Magazine of Natural History, Third Series, τόμος 6, σσ. 131-132. (το αρχικό κείμενο online).
  3. Beolens, Bo, Watkins, M., Grayson, M.: The Eponym Dictionary of Reptiles, Johns Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 2011, ISBN 978-1-4214-0135-5 (σελ. 19)
  4. NRDB species: Corallus batesii
  5. ITIS, I.D. 951223
  6. Henderson, Robert W.; Pauers, Michael J.; Colston, Timothy J. (2013). «On the congruence of morphology, trophic ecology, and phylogeny in Neotropical treeboas (Squamata: Boidae: Corallus)». Biological Journal of the Linnean Society 109 (2): 466–475. doi:10.1111/bij.12052. 
  7. Bernarde P.S., Albuquerque S., Barros T.O., Turci L.C.B.: «Serpentes do Estado de Rondônia, Brasil», Biota neotrop., τόμ. 12, νο. 3 (έτος 2012), σσ. 1-29. (στην πορτογαλική με αγγλική περίληψη).