Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Άντριεν Ίσενμπραντ (φλαμανδικά: Adriaen Isenbrandt (απαντάται και ως Adrien, Isenbrant, Ysenbrant, Ysenbrandt και Hysebrant), μεταξύ 1480 και 1490 – Ιούλιος 1551) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος της Αναγέννησης της βόρειας Ευρώπης, ο οποίος, σύμφωνα με τεκμηριωμένες μαρτυρίες, υπήρξε σαφώς σημαντικός καλλιτέχνης στην εποχή του, αλλά στον οποίο δεν μπορούν να αποδοθούν με σαφήνεια τα έργα του. Όπως υποθέτουν οι ιστορικοί της τέχνης, διατηρούσε μεγάλο εργαστήριο, που ειδικευόταν στα θρησκευτικά θέματα και στις αφιερωματικές αναθέσεις πινάκων και δημιουργούσε εργαζόμενος στα συντηρητικά πρότυπα της πρώιμης ολλανδικής ζωγραφικής. Πιστεύεται από ορισμένους ότι είναι ο ανώνυμος δημιουργός που αποκαλείται Master of the Seven Sorrows of the Virgin (Δάσκαλος των Επτά Θρήνων της Παρθένου). Άλλοι ιστορικοί τέχνης αμφιβάλλουν αν μπορεί με αξιοπιστία να του αποδοθεί έστω και ένα έργο, ενώ ο αριθμός των έργων που του αποδίδονταν από μεγάλα μουσεία έχει αρχίσει να φθίνει επί πολλές δεκαετίες.

Άντριεν Ίσενμπραντ
Bemberg Fondation Toulouse - Vierge à l'Enfant - Adriaen Isenbrant - Huile sur panneau - Inv.1027.jpg
Γέννηση1490 (περίπου)[1] ή 1500 (περίπου)[2] ή 1485 (περίπου)[3]
Μπρυζ
Θάνατος1551
Μπρυζ
Ιδιότηταζωγράφος
Σημαντικά έργαVirgin and Child και d:Q3539580
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Πίνακας περιεχομένων

ΒίοςΕπεξεργασία

Λίγα είναι τα τεκμήρια από τα οποία μπορεί να καταγραφεί ο βίος του. Ορισμένες αναφορές σε αυτόν γίνονται στη λογοτεχνία κατά τη διάρκεια του βίου του ή αμέσως μετά, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ως δημιουργός κάποιας από τις εργασίες που έχουν διασωθεί. Τα υπόλοιπα βασίζονται κυρίως σε υποθέσεις. Είναι πιθανό να γεννήθηκε είτε στο Χάαρλεμ είτε στην Αμβέρσα γύρω στο 1490. Δεν είναι γνωστό ούτε σε ποιον ζωγράφο μαθήτευσε ούτε σε ποια πόλη, αν και σε κάποιες πηγές αναφέρεται ότι υπήρξε μαθητής του Χέραρντ Ντάβιντ.[4]. Αναφέρεται για πρώτη φορά το 1510, όταν έγινε μέλος της Συντεχνίας ζωγράφων και σελλοποιών του Αγίου Λουκά της Μπρυζ[5] Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους έγινε Δάσκαλος (Master) της Συντεχνίας ζωγράφων του Αγίου Λουκά και των χρυσοχόων του Αγίου Ελόοϊ (St. Elooi). Αργότερα εκλέχτηκε εννέα φορές ως "διακονος" (φλαμανδ. vinder) και δύο φορές θησαυροφύλακας (φλαμανδ. gouverneur) της Συντεχνίας.[5]

Σύντομα δημιούργησε σημαντικό εργαστήριο, πιθανόν στην οδό Korte Vlaminckstraat της Μπρυζ. Το εργαστήριο βρισκόταν πολύ κοντά σε αυτό του Ντάβιντ (στην οδό Vlamijncbrugghe) αλλά και στο παλαιό εργαστήριο του Χανς Μέμλινγκ. Η Μπρυζ εκείνη την εποχή ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις της Ευρώπης. Πλούσιοι έμποροι παράγγελναν δίπτυχα και πορτρέτα για προσωπική τους χρήση. Ο Ίσενμπραντ ζωγράφιζε κυρίως για ιδιώτες πελάτες. Εν τούτοις, ορισμένα έργα του φαίνεται να δημιουργήθηκαν χωρίς συγκεκριμένη παραγγελία. Είχε αρκετές παραγγελίες ώστε να προσφέρει εργασία και σε άλλους ζωγράφους της Μπρυζ, όπως καταφαίνεται από μια δικαστική διαμάχη του με τον Γιαν φαν Άικ το 1534 (όχι τον διάσημο ζωγράφο) για τη μη παράδοση έργων που είχε παραγγείλει. Είχε επίσης αναλάβει την εκπροσώπηση του Άντριααν Προφόοστ, γιου του Γιαν Προφόοστ, ο οποίος το 1530 μετακόμισε στην Αμβέρσα. Σύγχρονες πηγές αναφέρουν τον Ίσενμπραντ ως διάσημο και εύπορο ζωγράφο.

Νυμφεύτηκε δύο φορές, την πρώτη φορά με την Μαρία Χραντέελ (Maria Grandeel), θυγατέρα του ζωγράφου Πέτερ Χραντέελ και απέκτησαν ένα παιδί. Μετά τον θάνατο της συζύγου του το 1537, νυμφεύτηκε εκ νέου με την Κλεμεντίνε ντε Χέρνε (Clementine de Haerne). Από τον δεύτερο γάμο του απέκτησε δύο θυγατέρες και ένα γιο.[6] Είχε επίσης και μια εξώγαμη θυγατέρα με την πανδοχέα Κατελάινε φαν Μπράντενμπουρχ (Katelijne van Brandenburch), η οποία ήταν παράλληλα ερωμένη του φίλου του Αμπρόζιους Μπένσον.

Όταν απεβίωσε στη Μπρυζ λίγο πριν τις 21 Ιουλίου 1551,[5] τάφηκε στο κοιμητήριο του Αγίου Ιακώβου της Μπρυζ πλάι στην πρώτη του σύζυγο. Τα τέκνα του κληρονόμησαν τέσσερις οικίες με τον περιβάλλοντα χώρο τους.

Επαγγελματικός βίοςΕπεξεργασία

Μαζί με τους Άλμπερτ Κορνέλις (πριν την περίοδο 1513 - 1531) και τον Αμπρόζιους Μπένσον, ζωγράφο από τη Λομβαρδία, εργάστηκε στο εργαστήριο της ηγετικής φυσιογνωμίας στη ζωγραφική της Μπρυζ Χέραρντ Ντάβιντ, παρά το ότι εκείνη την εποχή ήταν ήδη "Δάσκαλος". Ο Αντόνιους Σαντέρους (Antonius Sanderus ή Antoon Sanders) στο έργο του "De Brugensibus eruditionis fama claris libri duo" (Άμστερνταμ, 1624) μας πληροφορεί επίσης ότι σύμφωνα με μια προγενέστερη αυθεντία, τον Ντιονίσιους Χαρντβάιν (Dionysius Hardwijn ή Harduinus, 1530-1604/1605), ο Άντριεν Ίσενμπραντ περιγράφεται ως μαθητής του Νταβίντ και επιδέξιος στη δημιουργία πορτρέτων και γυμνών μορφών".[7][8] Καθώς δεν υπάρχει τεκμηριωμένη απόδειξη ότι ο Ίσενμπραντ υπήρξε ποτέ μαθητής του Νταβίντ, ο όρος "μαθητής" δεν θα πρέπει, πιθανόν, να εκληφθεί ως κυριολεκτικός. Ο Ίσενμπραντ συχνά μνημονεύεται σε εργασίες παλαιότερων ζωγράφων, όπως ο Γιαν βαν Άικ και ο Χούγκο φαν ντερ Χους. Υπάρχει, επίσης, κάποια σχέση με τους πίνακες των συγχρόνων του στη Μπρυζ Αμπρόζιους Μπένσον και Λάνσελοτ Μπλοντέελ. Το μεγάλο εύρος ποιότητας στους πίνακες που έχουν ομαδοποιηθεί ως δημιουργίες του Ίσενμπραντ δείχνει την ύπαρξη μεγάλου εργαστηρίου με πολλούς αντιγραφείς και οπαδούς του.[5]

Είναι πιθανό να ταξίδεψε στη Γένοβα το 1551 μαζί με τον Γιοάχιμ Πατινίρ και τον Νταβίντ. Η επιρροή του Νταβίντ είναι εμφανής στη σύνθεση των τοπίων στο φόντο όσων εργασιών αποδίδονται στον Ίσενμπραντ. Στην κριτική παρουσίαση/κατάλογο εκθεμάτων της Exposition des primitifs flamands à Bruges του 1902 ο σημαντικός γνώστης της πρώιμης φλαμανδικής τέχνης και ιστορικός από τη Γάνδη Ζωρζ Υλαίν ντε Λόο (Georges Hulin de Loo) έφθασε στο συμπέρασμα ότι ο Ίσενμπραντ είναι ο ανώνυμος ζωγράφος "των επτά Θρήνων της Παρθένου" και δημιουργός μιας μεγάλης ομάδας πινάκων που ως τότε αποδίδονταν είτε στον Ντάβιντ είτε στον Γιαν Μόστερτ από τον Γερμανό ιστορικό τέχνης Γκούσταφ Φρίντριχ Βάαγκεν (Gustav Friedrich Waagen).[9] Γι' αυτό και ο Ίσενμπραντ ορισμένες φορές αποκαλείται "ψευδο-Μόστερτ".[10] Ακόμη και αν αυτή η απόδοση έργων στον Ίσενμπραντ δεν μπορεί να αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας, σήμερα είναι εν γένει αποδεκτή από αρκετούς ιστορικούς τέχνης, αν και αρκετοί άλλοι θεωρούν τον Ίσενμπραντ ως "βολική ετικέτα" για ένα σώμα έργων δημιουργημένων από πολλούς διαφορετικούς καλλιτέχνες.

Δεν έχει διασωθεί έργο που να μπορεί με βεβαιότητα να αποδοθεί στον Ίσενμπραντ. Ένα έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι απέστειλε μερικούς πίνακες από την Αμβέρσα στην Ισπανία καταδεικνύει ότι εργαζόταν και για να εξαγάγει, εκτός από την "τοπική" αγορά, γεγονός που δείχνει την παγκόσμια φήμη του. Δύο πίνακες που συνήθως του αποδίδονται, έχουν χρονολογία 1518:

  • Πορτρέτο του Πάουλους ντε Νίγκρο (Groeningemuseum, Μπρυζ) (1518)
  • Το τρίπτυχο Bröhmse με την Προσκύνηση των Μάγων. Αυτή ήταν η πλέον μνημειώδης εργασία του, αλλά καταστράφηκε το 1942 όταν η εκκλησία της Marienkirche στο Λίμπεκ βομβαρδίστηκε. Για τον Βάλτερ Φρίντλαντερ (Walter Friedlander), αυτό ήταν το έργο - κλειδί που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση του στυλ του καλλιτέχνη.

Μια από τις πρώτες του δημιουργίες, γύρω στα 1518 - 1521 ήταν "Η Παναγία των επτά Θρήνων, λατρευόμενη από την οικογένεια φαν ντερ Φέλντε", δίπτυχο το οποίο μπορεί να δει κανείς στην εκκλησία της Παναγίας της Μπρυζ ενώ η αριστερή του πτέρυγα εκτίθεται στα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου στις Βρυξέλλες.

Αποτελούσε κοινή πρακτική για μεγάλους καλλιτέχνες, όπως ο Ίσενμπραντ, να ζωγραφίζουν μόνο τα κύρια σημεία των δημιουργιών τους, όπως τα πρόσωπα και τα τμήματα σάρκας των μορφών. Τα τμήματα αυτά διαχωρίζονται με καφέ χρωστική και το φόντο στη συνέχεια συμπληρώνεται από βοηθούς. Η τελική ποιότητα του πίνακα εξαρτάται, με αυτό τον τρόπο, από την ποιότητα εκτέλεσης και την επάρκεια των βοηθών, γεγονός που συχνά οδηγούσε σε πίνακες με μεγάλη ανομοιομορφία ως προς την ποιότητα. Οι βοηθοί ζωγράφισαν, επίσης, όπως ήταν η κοινή πρακτική της εποχής, πολλές παραλλαγές της "Βρεφοκρατούσης Παρθένου" που αποδόθηκαν στον Ίσενμπραντ, δίνοντάς του τη φήμη ότι παρήγαγε μεγάλο όγκο εργασίας. Στην έκθεση για τους πρώιμους Φλαμανδούς ζωγράφους, που πραγματοποιήθηκε στη Μπρυζ το 1902, παρουσιάστηκε μεγάλη συλλογή έργων του. Αντίθετα από τους συγχρόνους του, αναφέρεται μόνον ένας βοηθός του, ο Κορνέλις φαν Καλενμπερχε (Cornelis van Callenberghe), που εισήλθε στο εργαστήριό του το 1520.

Το 1520, μαζί με τους Άλμπερτ Κορνέλις και Λάνσελοτ Μπλοντέελ, εργάστηκε στις διακοσμήσεις για τη θριαμβευτική είσοδο του Καρόλου Κουίντου στη Μπρυζ.

Οι πίνακές του χαρακτηρίζονται από σχολαστική εκτέλεση και μεγάλη λεπτότητα. Οι μορφές χρωματίζονται με θερμότερους τόνους και περισσότερο ζωντανά χρώματα, σε σχέση με αυτές του Ντάβιντ. Ειδικότερα, το κόκκινο της φωτιάς ή το σκούρο μπλε, τοποθετούμενα σε ειδυλλιακό φόντο συνιστώμενο από λοφώδες τοπίο με πλούσια βλάστηση, με κάστρα τοποθετημένα επάνω σε κάθετο βράχο (τυπικό χαρακτηριστικό του Ίσενμπραντ), ποταμούς με μαιάνδρους και δένδρα με πυκνό φύλλωμα δείχνουν την επιρροή του Νταβίντ. Ο Ίσενμπραντ δεν αντέγραφε μόνον συνθέσεις του Νταβίντ αλλά και άλλων, παλαιότερων ζωγράφων, όπως οι Γιαν βαν Άικ, Χούγκο φαν ντερ Χους και Χανς Μέμλινγκ. Δανείστηκε συνθέσεις από τον Γιαν Μαμπούζε (γεγονός που οδήγησε σε σύγχυση έργων του με αυτά του Ίσενμπραντ) και σχέδια από τον Άλμπρεχτ Ντύρερ και τον Μάρτιν Σόνγκαουερ. Τέτοια δάνεια από παλαιότερους δημιουργούς ήταν στην ημερήσια διάταξη και κοινή πρακτική στην εποχή του. Εν τούτοις, τα έργα του Ίσενμπραντ διατηρούν την ατομικότητά τους.

Ζωγράφισε, επίσης, και μερικά πορτρέτα, όπως αυτό του Πάουλους ντε Νίγκρο (Groeningemuseum, Μπρυζ), "Άνδρας που ζυγίζει χρυσό" (1515-1520, (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη) και "Νεαρός άνδρας με ροζάριο" (Μουσείο Νόρτον Σάιμον, Πασαντίνα, Καλιφόρνια). Τα πορτρέτα αυτά, ακόμη και αν είναι στερεοτυπικά και άψυχα, έχουν εκτελεστεί με απαλές γραμμές και την τεχνική του σφουμάτο στις καμπύλες.

Η επίδραση της ιταλικής Αναγέννησης είναι εμφανής στη λεπτομερή προσθήκη σκηνικών στοιχείων, όπως των ακροκιόνων (volute), αρχαίων κιόνων και τις κεφαλές κριαριών, όπως στη σύνθεσή του Συνάθροιση του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου (σήμερα στο Μουσείο Γκεττύ, Λος Άντζελες) και στην "Παναγία με το Βρέφος" (σήμερα στο Ρέικσμουζεουμ του Άμστερνταμ). Μέσω αυτών των στοιχείων μπορεί να θεωρηθεί ως πρόδρομος του ζωγράφου της Αναγέννησης Λάνσελοτ Μπλοντέελ.

Συχνά συγκρίνεται με τον Αμπρόζιους Μπένσον, τον ζωγράφο από τη Λομβαρδία που μετανάστευσε στη Μπρυζ. Είναι πιθανόν αυτός να γνώρισε την τεχνική του σφουμάτο στον Ίσενμπραντ. Μαζί με τον Μπένσον, ο Ίσενμπραντ ανήκει σε μια γενεά που επικαλύπτει και διαδέχεται τη γενιά του Χέραρντ Ντάβιντ και του Γιαν Προφόοστ.

Επιλεγμένα έργαΕπεξεργασία

Πολλά από τα έργα του βρίσκονται σήμερα στις συλλογές μεγάλων μουσείων ανά τον κόσμο:

Σήμερα δεν του αποδίδονται πλέον από τους κατόχους:


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. (Αγγλικά) Benezit Dictionary of Artists. 2006. ISBN-13 978-0-19-977378-7.
  2. (Αγγλικά) Union List of Artist Names.
  3. RKDartists.
  4. Web Gallery of Art
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 National Gallery of Art
  6. Parmentier R.A (1939). «Bronnen voor de geschiedenis van het Brugse schildersmilieu in de 16e eeuw. IX. Adriaan Isenbrant». Belgisch tijdschrift voor Oudheidkunde en Kunstgeschiedenis: 229–265. 
  7. Bodenhausen, Ebehard Freiherr von – Gerard David und Seine Schule. Munich: F Bruckmann, 1905. (reprinted New York: Collectors Edition, n.d.) (in German)
  8. Antonius Sanderus – Flandria Illustrata (1641–1644)
  9. Waagen, G.F. (1847) – Nachtrage zur Kenntnis der altniederländischen Malerschulen des 15ten und 16ten Jahrhundert: Kunstblatt, edition 28
  10. Georges Hulin de Loo – Bruges 1902 : Exposition de tableaux flamands des XIVe, XVe et XVIe siècles; catalogue critique; Gent, 1902 (in French)
  11. National Gallery

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία