Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α´

Έλληνας ιεράρχης, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών

Ο Ιερώνυμος Κοτσώνης (1905 - 15 Νοεμβρίου 1988) ήταν Έλληνας θεολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου, ο οποίος διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Αθηνών κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών.

Ιερώνυμος Κοτσώνης
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος
Archbishop Ieronymos A.jpg
Από1967
Έως1973
ΠροκάτοχοςΧρυσόστομος Β΄
ΔιάδοχοςΣεραφείμ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση1905
Υστέρνια Τήνου, Ελλάδα
Θάνατος15 Νοεμβρίου 1988 (83 ετών)
Αθήνα, Ελλάδα
ΕθνικότηταΕλληνική
ΔόγμαΧριστιανός Ορθόδοξος

Καταγωγή και σπουδέςΕπεξεργασία

Γεννήθηκε το 1905 στα Υστέρνια Τήνου[1] και προερχόταν από ναυτική οικογένεια ενώ έξι μήνες πριν γεννηθεί, πέθανε ο πατέρας του, Ιερώνυμος. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Τήνο και τη Σίφνο και ακολούθως μετακόμισε στην Αθήνα όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του ως οικότροφος στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή.[2] Το 1924 εισήλθε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1928 με άριστα. Στη συνέχεια διετέλεσε ιδιαίτερος επιστημονικός γραμματέας του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Α΄, καθώς και διευθυντής του παιδικού τμήματος της Χ.Α.Ν. Το 1934 συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία (Μόναχο, Βερολίνο, Βόννη) και το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη βοήθεια υποτροφίας του κληροδοτήματος Μανούση.[3][4]

Ιερατική και ακαδημαϊκή πορείαΕπεξεργασία

Ο Ιερώνυμος εντάχθηκε στην Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή»[5] και ο πνευματικός του και προϊστάμενος της αδελφότητας, Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας, τον συνέστησε στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη και στις 4 Ιανουαρίου 1939 χειροτονήθηκε διάκονος.[3] Τοποθετήθηκε στον ιερό ναό Αγίας Ειρήνης Αιόλου ως διάκονος, καθώς και ως δεύτερος γραμματέας στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το 1940 αναγορεύθηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών[4] και στις 23 Ιουνίου του ίδιου έτους χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και προχειρίστηκε αρχιμανδρίτης. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε εφημέριος του ιερού ναού Αγίου Δημήτριου Κηφισιάς και κατόπιν γενικός αρχιερατικός επίτροπος της περιφέρειας Κηφισιάς, που τότε υπαγόταν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Παράλληλα, από το 1939 μέχρι το 1941 διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «Εκκλησία» (μηνιαία έκδοση της Εκκλησίας της Ελλάδος), ενώ συνέβαλε και στην έκδοση του περιοδικού «Θεολογία».[4]

Η κυβέρνηση κατοχής τον απέλυσε από συνοδικό γραμματέα και ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, λίγο πριν εκδιωχθεί, τον διόρισε εφημέριο του νοσοκομειακού ναού του Ευαγγελισμού, όπου παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Μετά την κατοχή αποσύρθηκε και αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1945 υπέβαλε στη Θεολογική Σχολή διατριβή για τη θέση του υφηγητή, το 1946 απέσυρε όμως την υποψηφιότητά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διαφωνία του με καθηγητές του. Το 1949 διορίστηκε πρωθιερέας των Ανακτόρων[1], θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1967. Τον Σεπτέμβριο του 1959 εξελέγη καθηγητής Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής στη Θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.[4] Παράλληλα, ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο και τιμήθηκε με τον χρυσό σταυρό του Τάγματος των Αγίων Γεωργίου και Κωνσταντίνου.[1]

Αρχιεπίσκοπος ΑθηνώνΕπεξεργασία

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Ιερώνυμος, εκμεταλλευόμενος την επιρροή του στη βασιλική οικογένεια, ενεπλάκη ενεργά στα εκκλησιαστικά πράγματα, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην αστάθεια που επικρατούσε στους κόλπους της ελλαδικής εκκλησίας.[6] Από την άλλη, παρά την υποστήριξή του από το Παλάτι, δεν εξελέγη επίσκοπος κατά τις πολλαπλές αρχιερατικές εκλογές του 1965.[7]

Δίωξη και αντικανονική απομάκρυνση Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β'Επεξεργασία

 
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ ο οποίος διώχθηκε από το δικτατορικό καθεστώς και απομακρύνθηκε αντικανονικά.

Για την ανάρρηση του Ιερώνυμου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο προηγήθηκε η αντικανονική απομάκρυνση του τότε αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου από τη χούντα και τα ανάκτορα. Η ανατροπή του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου διευκολύνθηκε από το ότι ο ίδιος ήταν ηλικιωμένος. Συγκεκριμένα τη Μεγάλη Παρασκευή, 28 Απριλίου 1967, κατά την περιφορά του Επιταφίου, ο Χρυσόστομος πιέστηκε να επιβιβαστεί σε αυτοκίνητο που τον μετέφερε στο σπίτι του. Λίγο αργότερα, κάποιοι που ισχυρίστηκαν ότι είναι γιατροί, συνοδευόμενοι από νοσοκόμες και αστυνομικούς, τον επισκέφτηκαν και του ζήτησαν να ετοιμαστεί για εισαγωγή στο νοσοκομείο. Παρά τη σθεναρή άρνησή του και τη διαβεβαίωση του προσωπικού του γιατρού, Δημητρίου Καπνιά, ότι δεν είχε πρόβλημα υγείας, οι αυτόκλητοι επισκέπτες αρνήθηκαν να αποχωρήσουν χωρίς τον Χρυσόστομο, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου, οπότε τον ανάγκασαν να τους ακολουθήσει στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού. Ωστόσο -και παρά τις πιέσεις- ο Χρυσόστομος αρνήθηκε να παραιτηθεί και εξαναγκάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού για περισσότερο από ένα μήνα, χωρίς να είναι ασθενής. Στις 6 Μαΐου, αξιωματούχος των Ανακτόρων παρέδωσε στον Χρυσόστομο δύο παραλλαγές επιστολής παραίτησης για να διαλέξει ποια θα υπογράψει.[8]. Σε επιστολή του προς τον τότε βασιλιά, ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος δήλωνε την πλήρη άρνησή του να παραιτηθεί, «…αρνούμαι διαρρήδην να γίνω παραβάτης θείων προσταγμάτων διότι θα είμαι ρίψασπις και προδότης και επίορκος, και υπό τοιαύτας συνθήκας δε θα θελήσω ποτέ [...] να καλύψω εξ αισχύνης το πρόσωπό μου. Αν η εκκλησία και η πολιτεία θελήσει ούτως ή άλλως, είτε κανονικώς είτε νομίμως να επιβάλει μίαν λύσιν, αντίθετον προς τας πεποιθήσεις μου, εγώ ου δύναμαι εμποδίσαι αυτήν και θα έχω να δικαιολογηθώ ενώπιον του δικαίου Κριτού ότι βία και δυναστεία υπέκυψα, αλλά και μετά διαμαρτυριών ενώπιον θεού και ανθρώπων» [9]

Αντικανονική ανάρρηση Ιερωνύμου στον αρχιεπισκοπικό θρόνοΕπεξεργασία

Στις 10 Μαΐου 1967 η δικτατορική κυβέρνηση Κόλλια, προχώρησε στη θέσπιση του αναγκαστικού νόμου 3/1967 με τον οποίο ανέτρεψε το υφιστάμενο από το 1923 κανονικό εκκλησιαστικό καθεστώς. Έτσι επιβλήθηκε η σύσταση αριστίνδην Ιεράς Συνόδου για εκλογή νέου αρχιεπισκόπου. Κατήργησε δηλαδή τη Σύνοδο της Ιεραρχίας ως ανώτατη εκκλησιαστική αρχή και επέβαλε στην Εκκλησία της Ελλάδος μια «Αριστίνδην Σύνοδο», από οκτώ μητροπολίτες που διορίσθηκαν ήδη την επομένη με βασιλικό διάταγμα και οι οποίοι ήταν εκείνοι, οι ελάχιστοι ιεράρχες, που δέχονταν να συνεργαστούν ανοικτά με τη δικτατορία.[3]

Ακολούθως ο δικατορικός υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Καλαμποκιάς κήρυξε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο εν χηρεία, επεκτείνοντας και στον Χρυσόστομο την αντίστοιχη διάταξη του νομοθετικού διατάγματος 4589/1966, που υποχρέωνε σε αποχώρηση τους μητροπολίτες και βοηθούς επισκόπους μόλις αυτοί συμπλήρωναν το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας τους.[10]

Έτσι, ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων της Χούντας κήρυξε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο εν χηρεία, παρόλο που ο κανονικός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ζούσε.

Ο αρχιμανδρίτης των ανακτόρων και καθηγητής Πανεπιστημίου Ιερώνυμος Κοτσώνης επιλέχθηκε ως ένας από τους τρεις υποψηφίους που πρότεινε η οκταμελής αριστίνδην Ιερά Σύνοδος στον Κωνσταντίνο, ο οποίος και τον επέλεξε. Η προδιαγεγραμμένη «εκλογή» του έγινε στις 13 Μαΐου του 1967 υπό την εποπτεία του ίδιου του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος Γεωργίου Παπαδόπουλου και του Στυλιανού Παττακού[11][3]) και την επόμενη μέρα χειροτονήθηκε μητροπολίτης.[12] Η ενθρόνισή του πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαΐου.

Ενδεικτικό της αντικανονικότητας της κατάστασης είναι το γεγονός πως η χειροτονία του Ιερώνυμου έγινε στις 4 Μαΐου 1967, χωρίς να έχει παραιτηθεί ο κανονικός αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄, του οποίου η εξαναγκασμένη παραίτηση έφερε τελικά ημερομηνία 11 Μαΐου 1967[13][14]. Η ανάρρηση του Ιερώνυμου Κοτσώνη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο αποτελεί την πρώτη και κυριότερη φάση του πραξικοπήματος στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Η αντικανονική εκλογή του προξένησε επιθέσεις και σχόλια, καθώς θεωρήθηκε ευθέως ευνοούμενος της χούντας των συνταγματαρχών και χαρακτηρίστηκε χουντικός και βασιλικός. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η ενθρόνιση του Ιερωνύμου, είναι χαρακτηριστική η εισήγηση του μητροπολίτη Κορίνθου Παντελεήμονος στην Έκτακτη Πολυμελή Σύνοδο στις 5 Μαρτίου του 1974: «Εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων συνάγεται ότι η άνοδος του Ιερωνύμου εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον υπήρξε πάντη ανώμαλος και άκρως αντικανονική, επί πλέον πάσχουσα και εκ της χρησιμοποιήσεως δι’ αυτήν κοσμικών αρχόντων».[15][16]

Δίωξη και αντικανονική απομάκρυνση δημοκρατικών μητροπολιτώνΕπεξεργασία

 
O επίσκοπος Δημήτριος Τρακατέλλης, εξελέγη το 1968 Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος, αλλά αρνηθηκε τη θέση για λόγους κανονικής τάξης, δηλαδή λόγω του ελέγχου της Εκκλησίας από το δικτατορικό καθεστώς.

Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του απομακρύνθηκαν αντικανονικά πολλοί επίσκοποι και μητροπολίτες όπως οι Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου, Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος Βαβανάτσος και Σιδηροκάστρου Βασίλειος Μαγκριώτης. Επίσης εξωθήθηκαν σε παραιτήσεις οι μητροπολίτες Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Κύριλλος Καρμπαλιώτης, Δημητριάδος Δαμασκηνός Χατζόπουλος, Ελασσόνος Ιάκωβος Μακρυγιάννης, Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης και Λαρίσης Ιάκωβος Σχίζας κ.ά.[17] Με αυτόν τον τρόπο η χούντα των συνταγματαρχών κατάφερε να απομακρύνει αφενός επισκόπους που δεν είχαν διάθεση συνεργασίας με το δικτατορικό καθεστώς και αφετέρου, στις κενές θέσεις που δημιουργήθηκαν, να τοποθετήσει νέους μητροπολίτες φιλικά διακείμενους προς αυτήν. Όλοι σχεδόν οι νέοι μητροπολίτες που εξελέγησαν από την αντικανονική Σύνοδο είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: προέρχονταν από τις οργανώσεις της «Ζωής» και του «Σωτήρος» και στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου είχαν υπηρετήσει ως στρατιωτικοί ιεροκήρυκες.[18]

Την αντικανονική αυτή κατάσταση στην Εκκλησία της Ελλάδος καταδίκασε ο τότε επίσκοπος Βρεσθένης Δημήτριος Τρακατέλλης ο οποίος αν και εξελέγη Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος αρνήθηκε τη θέση, λόγω του ελέγχου της Εκκλησίας της Ελλάδος από το δικτατορικό καθεστώς.[19]

Αντικανονικό σύστημα απονομής εκκλησιαστικής δικαιοσύνηςΕπεξεργασία

Στην πρώτη φάση της δικτατορίας άλλες παρεμβάσεις της Πολιτείας ήταν η με συντακτική πράξη απαγόρευση στους εκκλησιαστικούς λειτουργούς παντός ιερατικού βαθμού, της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας για διοικητικές πράξεις της δικτατορίας, η επιβολή «αντικανονικού και ανελεύθερου συστήματος απονομής εκκλησιαστικής δικαιοσύνης» κι ενός ιδιώνυμου εκκλησιαστικού αδικήματος: η απώλεια της έξωθεν καλής μαρτυρίας και η εξαιτίας αυτής αποχώρηση των κληρικών.[20] Με το Ν.Δ. 126/1969 θεσπίζεται νέος Καταστατικός Χάρτης. Κι ενώ διατηρείται η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, θεσπιζόταν κάτι καινούργιο ως προς τη συγκρότησή τους: καταργούνταν τα προβλεπόμενα από τον Πατριαρχικό τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928 «πρεσβεία» χειροτονίας και ίσου αριθμού μελών από τις «παλαιές» και «νέες χώρες». Με τα συντάγματα του 1968 και 1973 δεν παρέκκλιναν από τη συνήθη μορφή των συνταγματικών διατάξεων.[21]

Διαμεσολαβητής μεταξύ Παλατιού και ΧούνταςΕπεξεργασία

Σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας ο Ιερώνυμος υπήρξε ένας από τους μεσολαβητές μεταξύ του παλατιού και της ηγεσίας της χούντας. Διαβίβαζε μάλιστα τα προσωπικά μηνύματα του Παπαδόπουλου και δεχόταν τις απαντήσεις του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου.[22][23]

Παράλληλα, του πιστώνονται η συστηματική οργάνωση του φιλανθρωπικού έργου της εκκλησίας και η τόνωση της εκκλησιαστικής δραστηριότητας.[24] Μεταξύ άλλων, μερίμνησε για την ίδρυση του Διορθοδόξου Κέντρου Πεντέλης, του Ιεραποστολικού Κέντρου, νοσοκομείου κληρικών, την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας της «Χριστιανικής Αλληλεγγύης», την ανάπτυξη των κατηχητικών σχολείων κ.ά.[7][25] Επίσης προώθησε τη χρήση κινητού ναού για τους παραθεριστές.[26]

Κρίση με το Παγκόσμιο Συμβούλιο ΕκκλησιώνΕπεξεργασία

Μετά από επίσημα και ανεπίσημα διαβήματα, δημοσιεύματα του ξένου Τύπου στηλιτευτικά των μέτρων της Δικτατορίας, στις 17 Νοεμβρίου του 1967 ο διευθυντής της Εκκλησιαστικής Επιτροπής για Διεθνή Θέματα (Commission of the Churches on International Affairs), Δρ. Φρέντερικ Νόλντε (Frederick Nolde) έστειλε επιστολή στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό, με την οποία του ανέφερε πως Έλληνες μετανάστες εργάτες είχαν απειληθεί από όργανα του καθεστώτος, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες της Διεθνούς Αμνηστίας. Στις αρχές του 1968 η Εκτελεστική Επιτροπή του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, αφού έλαβε το παραπάνω υπόμνημα του Νόλντε, ζήτησε να επισκεφθεί και να συναντήσει στην Ελλάδα εκπροσώπους της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Αρχιεπισκοπής. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος όμως δεν έδωσε συνέχεια, και απέτρεψε την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), μια επίσκεψη με ιδιαίτερο συμβολισμό και διεθνή αντίκτυπο. Ο καθηγητής Νικόλαος Ζαχαρόπουλος αναφέρει ότι μετά από αρκετό χρονικό διάστημα ο Γενικός Γραμματέας του ΠΣΕ ήλθε στην Ελλάδα αεροπορικώς, αλλά οι Ελληνικές αρχές δεν του επέτρεψαν αρχικά την είσοδο στην χώρα. Μετά δύο ώρες του επετράπη.[27] Στις 4 με 20 Ιουλίου 1968 θα πραγματοποιείτο στην Ουψάλα της Σουηδίας η Δ΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ η Ελλαδική Εκκλησία όμως αρνήθηκε να αποστείλει αντιπροσώπους λόγω των τεταμένων σχέσεων Ελλάδας και Σουηδίας την περίοδο εκείνη. Επίσης ο Ιερώνυμος επικαλέστηκε την ανάμιξη του ΠΣΕ στη σχεδίαση του νέου Συντάγματος της χώρας. Έτσι όμως, ο Ιερώνυμος γινόταν «φερέφωνο της Δικτατορίας».[28] Ο Νικόλαος Ζαχαρόπουλος επισημαίνει πως η αποχή της Ελλαδικής Εκκλησίας από τις εργασίες της Συνέλευσης συνδεόταν και με τη θεματολογία της, που μεταξύ άλλων αφορούσε και την «κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη», κάτι που θα δυσχέραινε την Ελληνική αντιπροσωπεία.[29]

Άρνηση βοήθειας προς σεισμοπλήκτουςΕπεξεργασία

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης αρνήθηκε να παραλάβει οικονομική βοήθεια που έστελνε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για τους σεισμόπληκτους των Ιονίων νήσων, γιατί έτσι θα υποχρεωνόταν να ευχαριστήσει έναν διεθνή οργανισμό που ασκούσε κριτική στο Δικτατορικό καθεστώς της Ελλάδας.[30]

Αποδοχή θανατικών εκτελέσεωνΕπεξεργασία

Στα τέλη του 1968 ο ΓΓ του Παγκόσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, μετά από έκκληση της «οικουμενικής ομάδας» της πόλης Κρίφτελ της Δυτικής Γερμανίας, έστειλε προσωπικό και ανεπίσημο διάβημα προς τον Ιερώνυμο, με το οποίο τον καλούσε να παρέμβει με σκοπό την αποτροπή των θανατικών εκτελέσεων των Ελευθέριου Βερυβάκη και Αλέξανδρου Παναγούλη. Ο Ιερώνυμος απάντησε χαρακτηρίζοντας την επιστολή αυτή, «παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας» και «επέμβαση υπέρ δολοφόνων».[31]

Παραίτηση και τελευταία χρόνιαΕπεξεργασία

Στις 25 Νοεμβρίου του 1973, όπου εκδηλώθηκε νέο πραξικόπημα που κατέλυσε την τότε δικτατορική κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη, κατόπιν προσκλήσεως του Δημητρίου Ιωαννίδη, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ προσήλθε από τα Ιωάννινα στην Αθήνα και όρκισε Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη και στη συνέχεια την κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973. Η ιεροπραξία αυτή της ορκωμοσίας πραγματοποιήθηκε[32] χωρίς την άδεια του Αρχιεπισκόπου και συνιστά[32] το κανονικό αδίκημα της εισπηδήσεως, το οποίο και τιμωρείται από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας. Στα πλαίσια αυτά ο τότε Αρχιεπίσκοπος με έγγραφό του προς τη Σύνοδο κατήγγειλε[32] την κανονική παράβαση και ζήτησε την επιβολή των σχετικών ποινών. Καθώς όμως και ο Αρχειπίσκοπος Ιερώνυμος είχε εκλεγεί αντικανονικά, κατά σαφή παράβαση της κείμενης νομοθεσίας που ορίζεται από το Κανονικό Δίκαιο, θεωρήθηκε πλέον ως ανεπιθύμητος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1973 ο Ιερώνυμος Κοτσώνης υπέβαλε την παραίτησή του και τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου ανέλαβε ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Γεώργιος Πάτσης, που ήταν ο αρχαιότερος εκ των ιεραρχών.[33]

Τον Δεκέμβριο του 1973, υπέβαλε την παραίτησή του και αποσύρθηκε[34] στη γενέτειρά του, τα Υστέρνια της Τήνου.

Στις 12 Ιανουαρίου 1974 συνήλθε η κανονική Ιερά Σύνοδος, αποτελούμενη δηλαδή από τα μέλη της Ιεραρχίας που είχαν εκλεγεί προ της Δικτατορίας, ενώ απεκλείσθησαν οι αντικανονικώς εκλεγέντες επίσκοποι που εξελέγησαν από τις ψευδοσυνόδους της δικτατορίας (αριστίνδην Συνόδους). Δια της κανονικής πλεόν Συνόδου, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος ο Σεραφείμ Τίκας σε διαδοχή του αντικανονικά εκλεγμένου προ επταετίας Ιερώνυμου Κοτσώνη.[35]

Ο Ιερώνυμος Κοτσώνης τον Αύγουστο του 1987 έπαθε ημιπληγία. Απεβίωσε στις 15 Νοεμβρίου του 1988. Κηδεύτηκε σαν κανονικός Αρχιεπίσκοπος πρώην Αθηνών και πάσης Ελλάδος στη Μονή Ασωμάτων Πετράκη και ετάφη στην Τήνο.

ΠηγέςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 Σύγχρονος Εγκυκλοπαιδεία Ελευθερουδάκη. 15ος (πέμπτη έκδοση). Αθήναι: Εγκυκλοπαιδικαί Εκδόσεις Ν. Νίκας και ΣΙΑ Ε.Ε. 1964. σελ. 799. 
  2. Ο Εφημέριος, 15 Μαΐου - 11 Ιουνίου 1967, σελ. 482-483.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Κονιδάρης, Ιωάννης Μ. (7 Ιανουαρίου 2017). «1967: Ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος της απριλιανής χούντας». tovima.gr. ΤΟ Βήμα Online. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2018. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια. 7ος. Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος. 1965. σελ. 919-921. 
  5. Αντωνιάδου, Μαρία (14 Μαΐου 2000). «tovima.gr - Ο εμφύλιος πόλεμος στην Εκκλησία». TO BHMA. Ανακτήθηκε στις 6 Ιουλίου 2016. 
  6. Αγγελοπούλου, Αθανασίου Αν. (1998). Εκκλησιαστική Ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εικοστός αιώνας). Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη. σελ. 67-68. 
  7. 7,0 7,1 μητρ., Ανδρέας Νανάκης (11 Ιουνίου 2017). «Η Εκκλησία της Ελλάδος και η χούντα». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2018. 
  8. Τα ψέματα του τέως για τον Χρυσόστομο - άρθρο της Εφημερίδας των Συντακτών, 18.01.2016
  9. στο Ιωάννης Κονιδάρης, Η δικτατορία του 1967 και η μεταπολίτευση στην Εκκλησία, στο: Εκκλησιαστικά Άτακτα-Άρθρα στο «Βήμα της Κυριακής» 1993-1998, εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1999, σελ. 187
  10. Αγγελοπούλου (1998). σελ. 71-72.
  11. Κονιδάρης, Ιωάννης (1999). «Διαπάλη και εναρμόνηση (Ι). Το πραξικόπημα στην Εκκλησία». Εκκλησιαστικά Άτακτα-Άρθρα, Βήμα της Κυριακής (εκδόσεις Αντ.Ν. Σάκκουλα): 94. 
  12. Μακεδονία, 14 Μαΐου 1967, σελ. 1.
  13. «1967 - 1973 Εκκλησία και Χούντα οι δύο όψεις - ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ». www.xristianiki.gr. 16 Νοεμβρίου 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 6 Ιουλίου 2016. 
  14. Ιωάννης Κονιδάρης, Διαπάλη και εναρμόνηση (Ι). Το πραξικόπημα στην Εκκλησία,στο: Εκκλησιαστικά Άτακτα-Άρθρα στο ΄΄Βήμα της Κυριακής΄΄ 1993-1998, εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1999, σελ.94
  15. Αγγελοπούλου (1998). σελ. 108.
  16. Ο Γκλίξμπουργκ και η Εκκλησία - εφημερίδα των Συντακτών 18.01.2016
  17. Αγγελοπούλου (1998). σελ. 113.
  18. Γ. Καραγιάννη, Εκκλησία καί κράτος 1833-1977, ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους, εκδ. Το Ποντίκι, Αθήνα 1997, σ. 167.
  19. Γ. Καραγιάννη, Εκκλησία καί κράτος 1833-1977, ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους, εκδ. Το Ποντίκι, Αθήνα 1997, σ. 167.
  20. Γιώργος Καραγιάννης, Εκκλησία και κράτος 1833-1997. Ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους, εκδ. Το Ποντίκι, Αθήνα, 1997, σελ 165
  21. Ιωάννης Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2000, σελ.85-86
  22. ["Σημειώσεις 1967 - 1977", Λεωνίδα Παπαγου, 1999, ISBN139789607079695]
  23. Δημήτρης Ψαρράς: Ο Γκλίξμπουργκ και η Εκκλησία, Εφημερίδα των Συντακτών, 18.01.2016
  24. «Ιστορία της Εκκλησίας των Αθηνών: Από το 1833 και εξής». iaath.gr. Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2018. 
  25. Αγγελοπούλου (1998). σελ. 97-98.
  26. Και κινητή... εκκλησία!, Ιστορικό Λεύκωμα 1968, σελ. 138, Καθημερινή (1998)
  27. Ζαχαρόπουλος, Νικόλαος (1994). «Πτυχή των σχέσεων Εκκλησίας Ελλάδος και Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην περίοδο της Δικτατορίας των συνταγματαρχών», στο: Αντιχάρισμα στη μνήμη Ιωάννου Κ.Παπαζαχαρίου. Α΄. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο. σελ. 177-178. 
  28. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 179
  29. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 186
  30. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 186
  31. Νικόλαος Ζαχαρόπουλος, ό.π., σελ. 182-183
  32. 32,0 32,1 32,2 Κονιδάρης, Ιωάννης (1994). Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους. Αθήνα: εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα. σελ. 118. ISBN 978-960-232-170-6. 
  33.   Εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ στην Iερά Μονή Πετράκη στην Αθήνα (Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)
  34. Στο κείμενο της παραίτησής του ανέφερε: «Απομακρύνομαι, τέλος, εκ της ενεργού υπηρεσίας, διότι ένεκα των συνεχών κατ' εμού επιθέσεων, μου ήτο αδύνατον να απασχολούμαι εν τη Εκκλησία δημιουργικώς».
  35.   Εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ στην Iερά Μονή Πετράκη στην Αθήνα (Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)
τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Χρυσόστομος Β΄
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
1967-1973
Διάδοχος
Σεραφείμ