Ο Δαβίδ[1] αποτελεί εξέχουσα Βιβλική προσωπικότητα. Υπήρξε ποιμένας, μουσικός, ποιητής, στρατιωτικός διοικητής, προφήτης και βασιλιάς. Το όνομά του (στα Εβρ. דָּוִד‎) σημαίνει «Αγαπητός». Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά μετά τον Σαούλ Βασιλιάς της Ιουδαϊκής δυναστείας στην Ιερουσαλήμ που βασίλευσε για 40 χρόνια πιθανώς από το 1033/1077 π.Χ. έως το 993/1037 π.Χ.

Δαβίδ
Βασιλιάς του Ισραήλ
David SM Maggiore.jpg
Γλυπτό που αναπαριστά τον βασιλιά Δαβίδ
στη Βασιλική της Σάντα Μαρία Ματζιόρε
(Basilica di Santa Maria Maggiore).
Περίοδος1033 ή 1077 - 993 ή 1037 π.Χ.
ΠροκάτοχοςΣαούλ
ΔιάδοχοςΣολομών
Γέννηση1207
Βηθλεέμ
Θάνατος1255
Τόπος ταφήςΔαβίδ
ΣύζυγοςΜιχάλ, Αχινοάμ, Αβιγαία, Μααχά, Βηρσαβεέ, Φεγγίθ, Αβιτάλ, Αιγλά
ΕπίγονοιΣολομών, Αμνών, Αδωνίας, Αβεσσαλώμ, Νάθαν, Ιεθεραάμ,Χιλεάβ, Ναφέκ, Θάμαρ, Ελισούς, Ιανάθαν, Σαβατίας, Ναγέθ, Σωβάβ, Ελιδαέ, Σαμούς, Ελισαμά, Ναγές, Θεησούς, Ιεφιές, Εβεάρ, Γαλαμαάν, Ιεβαάρ, Ελιφαλάθ, Σαμαέ, Λεασαμύς, Ιεσσιβαάθ, Βααλιμάθ, Ελιφαάθ, Ναγέδ, Ναγέτ,
ΠατέραςΙεσσαί
ΜητέραΝιτζεβέτ
δεδομένα (π  σ  ε )

Βίος σύμφωνα με την ΒίβλοΕπεξεργασία

Τα πρώτα χρόνια της ζωής τουΕπεξεργασία

 
Ο προφήτης Δαβίδ παίζει λύρα. Εικόνα δια χειρός Φίκου

Ο Δαβίδ ήταν Εβραίος και γεννήθηκε στη Βηθλεέμ. Ήταν ο 8ος γιος του Ιεσσαί από τη φυλή Ιούδα, γιου του Ωβήδ, γιου της Ρουθ και του Βοόζ[2]. Ήταν ο μικρότερος από τα οκτώ παιδιά του Ιεσσαί, και περιγράφεται στη Βίβλο ότι ήταν μικρός στο ανάστημα και όμορφος στην εμφάνιση.[3] Παντρεύτηκε κατά σειρά την κόρη του Σαούλ Μιχάλ,[4] την Αχινοάμ την Ιεζραελίτισσα και την Αβιγαία την Καρμηλίτισσα, τη χήρα του Νάβαλ, ενώ αργότερα παντρεύτηκε τη χήρα του Ουρία Βηρσαβεέ, με την οποία απέκτησε τον Σολομώντα.[5] Την περίοδο που ζούσε στη Χεβρώνα, ο βασιλιάς Δαβίδ πήρε και άλλες γυναίκες.[6] και απέκτησε αρκετούς γιους και κόρες[7] Όταν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ πήρε και άλλες συζύγους και παλλακίδες με τις οποίες έκανε και άλλα παιδιά.[8]

Ο Δαβίδ έγινε γνωστός ως εξαίρετος πολεμιστής και πλήρως αφοσιωμένος στον Θεό. Όταν τον επέλεξε ο Θεός για να τον χρησιμοποιήσει σύμφωνα με το θέλημά Του, τον περιέγραψε ως «άντρα σε αρμονία με την καρδιά [Του]». (Πράξεις 13:22, ΜΝΚ) Από μικρή ηλικία ήταν ποιμένας στα πρόβατα της οικογένειάς του και ήταν πολύ ικανός στη σφεντόνα. Μετά από οδηγία του Θεού, ο προφήτης Σαμουήλ τον έχρισε ως μελλοντικό βασιλιά του Ισραήλ, ενώ ήδη βασιλιάς ήταν ο Σαούλ, τον οποίο όμως είχε απορρίψει ο Θεός.[9]

Στο παλάτι του Σαούλ, συνδέθηκε με βαθιά φιλία με το γιο του Σαούλ, τον Ιωνάθαν, ο οποίος ήταν μερικές δεκαετίες μεγαλύτερός του.[10] Ήταν δεξιοτέχνης μουσικός έτσι ώστε ο Σαούλ τον κάλεσε στο παλάτι του για να τον διασκεδάζει και να τον καταπραΰνει όταν ήταν κακοδιάθετος.[11] Λόγω των επιτευγμάτων του Δαβίδ, ο Σαούλ ένιωσε έντονο φθόνο και αποπειράθηκε αρκετές φορές να τον σκοτώσει. Μάλιστα μετά την ένδοξη νίκη του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ —αφού η δόξα και η δημοτικότητά του έγιναν μεγαλύτερες από του Σαούλ— ο Σαούλ τον μίσησε ακόμη περισσότερο.[12]

 
Ο Δαβίδ, έργο του Μιχαήλ Άγγελου.

Η φυγή του στην έρημοΕπεξεργασία

Κυνηγημένος από τον Σαούλ, ο Δαβίδ κρύφτηκε μαζί με τους άντρες του σε σπηλιές στην έρημο της Ιουδαίας. Αν και δόθηκαν στον Δαβίδ ευκαιρίες να σκοτώσει το Σαούλ, η οσιότητά του στον Θεό και η μεγαλοψυχία του δεν του το επέτρεψαν.[13] Παρόμοια ενήργησε και μετά το θάνατο του Σαούλ,[14] ανελαβε τη φροντίδα του ανάπηρου γιου του Ιωνάθαν, του Μεμφιβοσθέ.[15] Αργότερα κατέφυγε στη Γαθ.[16] Μάλιστα, πολλούς από τους ψαλμούς που περιέχονται στους Βιβλικούς Ψαλμούς ο Δαβίδ τούς έγραψε αυτή την περίοδο της ζωής του, ως φυγάς. Μετά το θάνατο του Σαούλ και των γιων του από τους Φιλισταίους, ο Δαβίδ έκλαψε πικρά, γράφοντας και έναν εξαίρετο θρήνο.[17]

Η ανακήρυξή του ως βασιλιάΕπεξεργασία

Στη Χεβρώνα, ο λαός τον ανακήρυξε βασιλιά, σε ηλικία 30 ετών.[18] Έτσι, έγινε ο δεύτερος βασιλιάς του Ισραήλ. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια της βασιλείας του διεξήγε πόλεμο εναντίον των βόρειων φυλών του Ισραήλ που αναγνώριζαν ως βασιλιά τον Ις-βοσθέ (Ισβόσεθ), ο οποίος υποστηριζόταν από το αρχιστράτηγο Αβενήρ. Μετά από τη νίκη του και το θάνατο των δύο αυτών αντρών, ο Δαβίδ ανακηρύχτηκε βασιλιάς και των δώδεκα φυλών του Ισραήλ.[19] Εγκαταστάθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Ισραήλ, την Ιερουσαλήμ, και επέκτεινε τα σύνορα του βασιλείου του,αποδεκατιζοντας γυναικοπαιδα και νικώντας όλους τους εχθρούς του, τους Φιλισταίους, τους Χαναανίτες, τους Αμμωνίτες και τους Σύριους, τους Εδωμίτες, τους Αμαληκίτες, τους Μωαβίτες και τους Αραμαίους, εξασφαλίζοντας μια περίοδο ανακωχής με όλους τους γειτονικούς λαούς.[20]

Κατόπιν άρχισε να ασχολείται με την οργάνωση του κράτους και του στρατού.[21] Εργάστηκε για την οργάνωση της λατρείας του Θεού, μετέφερε με μεγάλες τιμές την Κιβωτό της Διαθήκης από την Κιριάθ-ιαρείμ στην Ιερουσαλήμ, οργάνωσε την υπηρεσία των Λευιτών, των ιερέων, των μουσικών και των θυρωρών του Ναού, ενώ επιθυμούσε διακαώς να ανεγείρει έναν Ναό απαράμιλλης δόξας και μεγαλείου.[22] Αν και ο σχεδιασμός του Ναού έγινε από τον ίδιο με τη βοήθεια έμπειρων τεχνητών, ο Ναός χτίστηκε τελικά από τον φιλειρηνικό γιο του, τον Σολομώντα.[23] Ο Θεός σύναψε αιώνια διαθήκη μαζί του και του αποκάλυψε ότι "θα στερέωνε το θρόνο του στον αιώνα" και ότι "από το σπέρμα του" θα προερχόταν ο μεσσιανικός Σωτήρας του κόσμου. (2 Σαμ. 7:1-29· 1 Χρον. κεφ. 17· Ψαλμός 89:3, 4)

 
Η Βηθ-σαβεέ λουόμενη, έργο του Φραντσέσκο Χάγιεζ.

Παρ' όλη την ισχυρή πίστη και την αποκλειστική αφοσίωσή του προς τον Θεό, ο Δαβίδ διέπραξε ορισμένα πολύ σοβαρά παραπτώματα. Σκότωσε 7 απογόνους του βασιλιά Σαούλ, απαρίθμησε το λαό, υπέπεσε σε μοιχεία με τη Βηθ-σαβεέ (Βηρσαβεέ) και σκότωσε μέσω πλεκτάνης τον σύζυγό της, Ουρία.[24] Ο προφήτης Νάθαν τον έλεγξε με θάρρος για τις ανήθικες πράξεις του και ο Δαβίδ μετανόησε ολόκαρδα και μεταμελήθηκε για την προηγούμενη πορεία του. Αλλά ο Θεός δεν απέτρεψε τις σκληρές συνέπειες των αμαρτιών του που επήλθαν στη ζωή του. Για παράδειγμα, ο γιος του Αβεσσαλώμ στασίασε εναντίον του σφετεριζόμενος τη βασιλεία του, με θλιβερό όμως τέλος, κάτι που προκάλεσε μεγάλο πόνο στον Δαβίδ.[25]

Τα τελευταία χρόνια της ζωής τουΕπεξεργασία

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ήταν περίοδος πολύ συχνών πολέμων με τους Φιλισταίους.[26] Ο γιος του Αδωνίας προσπάθησε να αποσπάσει το θρόνο από τον Σολομώντα, τελικά όμως με την παρέμβαση του Νάθαν απεφεύχθη.[27] Οι συμφορές αυτές έκαναν τον Δαβίδ ακόμη πιο ταπεινό και τον έφεραν πιο κοντά στο Θεό.

Ο Δαβίδ διακρίθηκε, επίσης, ως εξαιρετικός μουσικός. Ως ψαλμωδός και ποιητής του Ισραήλ, απολάμβανε να ψάλλει ύμνους δοξολογίας με ποικίλα θέματα.[28] Ήταν επιδέξιος κιθαρωδός και διάσημος για τις μουσικές του ικανότητες.[29] Συνέθεσε ύμνους, κατασκεύασε και εφηύρε όργανα για λατρευτική χρήση, δημιούργησε την ορχήστρα του Ναού με 4.000 μουσικά όργανα και οργάνωσε τη λατρεία στο Ναό.[30] Έγραψε τουλάχιστον 73 ψαλμούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα αποτελούν μέρος της λατρείας Ιουδαίων και Χριστιανών.

Βασίλευσε για 40 χρόνια —επτά από τα οποία στη Χεβρώνα και άλλα 33 στην Ιερουσαλήμ— και «υπηρέτησε πιστά τη βουλή του Θεού στη γενιά του». (2 Σαμ. 5:4· 1 Βασ. 2:11· Πράξεις 13:36) Πριν πεθάνει έδωσε κατευθυντήριες οδηγίες στο γιο του Σολομώντα.[31] Θεωρείται ως ο σπουδαιότερος βασιλιάς του Ισραήλ και μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες των Εβραϊκών Γραφών. Πέθανε ειρηνικά σε ηλικία 70 χρόνων και θάφτηκε στην πόλη Δαβίδ.[32] (1 Βασ. 2:10).

Στην Καινή ΔιαθήκηΕπεξεργασία

 
Όπως ο Δαβίδ, ο Ιησούς αποκλήθηκε «ο καλός ποιμένας»[33].

Σύμφωνα με τις Χριστιανικές Γραφές, ο Δαβίδ υπήρξε προφητικός τύπος του Χριστού. Μάλιστα, ο Ιησούς γεννήθηκε από τη βασιλική γραμμή του Δαβίδ ως ο προειπωμένος Μεσσίας. Γι' αυτό και ο Ιησούς Χριστός καλείται και «Γιος του Δαβίδ».[34]. Ο άγγελος Γαβριήλ είπε στην παρθένα Μαρία σχετικά με το ένδοξο παιδί που κυοφορούσε: «Αυτός θα είναι μεγάλος, και Γιος του Υψίστου θα ονομαστεί. Και θα του δώσει ο Κύριος ο Θεός το θρόνο του Δαβίδ του προπάτορά του».[35] Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι ο Ιησούς Χριστός «παίρνοντας ανθρώπινη φύση, ήρθε στον κόσμο από το γένος του Δαβίδ», ενώ περιγράφεται από τον Ιωάννη να λέει ο ίδιος ο ενδοξασμένος Ιησούς: «Εγώ είμαι η ρίζα και το γένος του Δαβίδ, το αστέρι το λαμπρό, το πρωινό».[36]

Ιστορία και αρχαιολογίαΕπεξεργασία

Το Tel Dan Stele, ένας πέτρινος στύλος με επιγραφή που χτίστηκε από τον βασιλιά της Δαμασκού στα τέλη του 9ου / αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. για να τιμήσει τη νίκη του κατά δύο εχθρών βασελειών του, περιέχει τη φράση bytdwd (εβραϊκά: ביתדוד‎), που οι περισσότεροι επιστήμονες μεταφράζουν ως "Οίκος του Δαβίδ".[37]

Άλλοι λόγιοι, όπως ο Άνσον Ρέινι αμφισβήτησαν αυτή την έννοια που δόθηκε στην επιγραφή, αλλά θεωρούν πιθανό να είναι μία αναφορά σε μια δυναστεία του Βασιλείου του Ιούδα που προέκυψε απο έναν ιδρυτή που ονομαζόταν Δαβίδ.[37] Το Mesha Stele από το Βασίλειο των Μωαβιτών, που χρονολογείται από περίπου την ίδια περίοδο, μπορεί επίσης να περιέχει το όνομα Δαβίδ σε δύο μέρη, αν και αυτό είναι λιγότερο σίγουρο από την αναφορά στην επιγραφή Tel Dan.[38]

Εκτός από τους δύο στύλους, ο αναλυτής της Βίβλου και αιγυπτιολόγος Κένεθ Κίτσεν δηλώνει ότι το όνομα του Δαβίδ εμφανίζεται και σε ανάγλυφο του Φαραώ Σοσένκ Α' (συνήθως αναφερόμενος και ως Σισάκ ή Σουσακίμ στη Βίβλο (Γ' Βασιλέων 14:25-27).[39][40] Το ανάγλυφο αναφέρει ότι ο Σοσένκ ξεκίνησε επιδρομές σε διάφορες τοποθεσίες της Παλαιστίνης το 925 π.Χ., και ο Κίτσεν ερμηνεύει μία απο τις τοποθεσίες που αναφέρονται σε αυτό ως "Τα ύψη του Δαβίδ", η οποία ήταν στο νότιο Ιούδα και την πόλη Ναυάθ (εβραϊκά: הַנֶּגֶב‎) όπου η Βίβλος λέει ότι ο Δαβίδ βρήκε καταφύγιο μετά τον κατατρεγμό του απο τον Σαούλ.[41] Το ανάγλυφο είναι κατεστραμμένο και η ερμηνεία είναι αβέβαιη.[40]

Εκτός από αυτά, όλα όσα είναι γνωστά για τον Δαβίδ προέρχονται από τη Βιβλική βιβλιογραφία. Κάποιοι μελετητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτό ήταν πιθανόν καταγεγραμμένο από τα σύγχρονα αρχεία του 11ου και του 10ου αιώνα π.Χ., αλλά ότι δεν υπάρχει σαφής ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της ακριβούς ημερομηνίας σύνταξης.[42] Άλλοι μελετητές, όπως ο Α. Graeme Auld, Καθηγητής Εβραϊκής Βίβλου στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, πιστεύουν ότι τα βιβλία του Σαμουήλ συντέθηκαν ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιωσία στο τέλος του 7ου αιώνα π.Χ., που επεκτάθηκε κατά τη διάρκεια της εξορίας της Βαβυλώνας (6ος αιώνας π.Χ.) και ουσιαστικά ολοκληρώθηκε περίπου το 550 π.Χ. Ο Auld υποστηρίζει ότι η περαιτέρω επεξεργασία έγινε ακόμα πιο μετά. Οι συγγραφείς και οι εκδότες του βιβλίου Σαμουήλ επέστησαν πολλές προηγούμενες πηγές, συμπεριλαμβανομένης, για την ιστορία τους του Δαβίδ, της «ιστορίας της άνοδος του Δαβίδ»[43][44] και της «αφήγησης της διαδοχής».[45][46] Το βιβλίο των Χρονικών (Παραλειπομένων), το οποίο αναφέρει την ιστορία από διαφορετική οπτική γωνία, πιθανότατα διαδραματίζεται κατά την περίοδο 350-300 π.Χ., και χρησιμοποιεί το Σαμουήλ ως πηγή του.[47][48]

Οι συντάκτες και του Σαμουήλ και των Χρονικών (Παραλειπομένων) δεν σκόπευαν να καταγράψουν την ιστορία, αλλά να προωθήσουν τη βασιλεία του Δαβίδ ως αναπόφευκτη και επιθυμητή και γι 'αυτό το λόγο δεν υπάρχει τίποτα για τον Δαβίδ συγκεκριμένο και αδιαμφισβήτητο.[49] Τα αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι τον 10ο αιώνα π.Χ., τα χρόνια του Δαβίδ, ο Ιούδας ήταν αραιοκατοικημένος και η Ιερουσαλήμ δεν ήταν παρά ένα μικρό χωριό. Κατά τον επόμενο αιώνα εξελίχθηκε σιγά σιγά από ένα αρχηγείο των υψίπεδων σε ένα βασίλειο, αλλά πάντοτε ήταν επισκιασμένο από το παλαιότερο και ισχυρότερο βασίλειο του Ισραήλ στα βόρεια.[50] Η βιβλική μαρτυρία δείχνει επίσης ότι το βασίλειο του Ιούδα, του Δαβίδ, ήταν κάτι μικρότερο από μια πλήρης μοναρχία. Ο λαός τον αποκαλεί συχνά, negid για παράδειγμα, που σημαίνει "πρίγκιπας" ή "αρχηγός", αντί για melek, που σημαίνει "βασιλιάς". Ο βιβλικός Δαβίδ δεν δημιουργεί καμία σύνθετη γραφειοκρατία που χρειάζεται ένα βασίλειο (ακόμη και ο στρατός του αποτελείται από εθελοντές) και οι οπαδοί του συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με αυτόν και από τη μικρή οικιακή του περιοχή γύρω από τη Χεβρώνα.

Ο Jacob L. Wright, Αναπληρωτής Καθηγητής της Εβραϊκής Βίβλου στο Πανεπιστήμιο Emory, γράφει ότι οι πιο δημοφιλείς θρύλοι για τον Δαβίδ, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας του Γολιάθ, της σχέσης του με τη Βηθεσδά και η βασιλεία του στο Ηνωμένο Βασίλειο του Ισραήλ και όχι μόνο στον Ιούδα, είναι η δημιουργία εκείνων που έζησαν γενιές μετά από αυτόν, ιδιαίτερα εκείνους που ζούσαν στα τέλη της Περσικής ή Ελληνιστικής περιόδου.[51]

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Γράφεται επίσης Δαυίδ ή Δαυείδ.
  2. 1 Σαμ. 17:12· 2 Σαμ. 5:4· 1 Χρον. 10:14.
  3. 1 Σαμ. 16:11, 12
  4. Αργότερα ο πατέρας της ο Σαούλ την έδωσε σε γάμο με τον Φαλτί λόγω της μακράς απουσίας του Δαβίδ. (1 Σαμ. 25:44)
  5. 1 Σαμ. 18:27· 25:43, 44· 27:3· 2 Σαμ. 2:2, 12:24.
  6. Εκείνη την περίοδο επέστρεψε σε αυτόν και η Μιχάλ, η κόρη του Σαούλ.
  7. 2 Σαμ. 3:2-5· 1 Χρον. 3:1-4
  8. 2 Σαμ. 5:13-16· 1 Χρον. 3:5-9· 14:3-7.
  9. 1 Σαμ. 16:1-13.
  10. 1 Σαμ. 18:1-4.
  11. 1 Σαμ. 16:14-23· 17:15.
  12. 1 Σαμ. 17:31-54· 18:6-16
  13. 1 Σαμ. κεφ. 25, 26.
  14. 1 Σαμ. 23:14-27· κεφ. 26· Ψαλμός 54.
  15. 1 Σαμ. κεφ. 9.
  16. 1 Σαμ. 27:8-12· κεφ. 28.
  17. 1 Σαμ. 31:1-9· 2 Σαμ. 1:1-27.
  18. 2 Σαμ. 2:7· 5:4.
  19. 2 Σαμ. κεφ. 4· 5:1-5· 1 Χρον. 11:10· 12:38.
  20. 2 Σαμ. 5:17-25· 8:1-3· κεφ. 10· 1 Βασιλέων 11:15· 1 Χρον. 14:8-17· 18:1-13· Ψαλμός 60:9, 10.
  21. 1 Χρον. 27:1-15.
  22. 1 Χρον. κεφ. 15, 16, 23-26.
  23. 1 Χρον. 22:8· 28:3.
  24. 2 Σαμ. 21:7-9· κεφ. 10, 11· Ψαλμοί 32, 51.
  25. 2 Σαμ. 16:20-22· 18:33-19:8.
  26. 2 Σαμ. 21:15-22.
  27. 1 Βασ. κεφ. 1.
  28. 1 Χρον. 15:27, 28· 16:41,42· 23:30.
  29. 1 Σαμ. 16:18.
  30. 1 Χρον. κεφ. 15, 16· 23:5· 2 Χρον. 7:6· Νεεμίας 12:24, 36· Αμώς 6:5.
  31. 1 Βασ. 2:1-9.
  32. Η πόλη Δαβίδ ήταν η Σιών στην Ιερουσαλήμ. (2 Σαμουήλ 5:7)
  33. Στην Καινή Διαθήκη, βλέπε Ιωάννης 10:11, 14· Εβραίους 13:20. Οι εμπειρίες και τα αισθήματα του Δαβίδ ως ποιμένα πολύ πιθανόν να περιγράφονται στους Ψαλμούς 8, 19, 23 (22) και 29 (28).
  34. Ματθαίος 1:1· 9:27· 12:23· 15:22· 21:9· 22:42· Μάρκος 10:47, 48· 12:35· Λουκάς 18:38· 20:41 Μάλιστα κάποιοι εκκλησιαστικοί πατέρες, θεωρώντας τον Ιησού ως τον ενσαρκωμένο Θεό, αποκάλεσαν τον Δαβίδ «Θεοπάτωρ». (Επιφάνειος ο Σαλαμίνος, Λόγος εις την Θεόσωμον Ταφήν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού 43.453 «Δαβὶδ ὁ Θεοπάτωρ»· Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Λόγος Περί Ψευδοπροφητών 59.559 «ὁ θεοπάτωρ Δαυῒδ»)
  35. Λουκ. 1:32.
  36. Ρωμαίους 1:3· Αποκάλυψη 22:16.
  37. 37,0 37,1 Pioske, Daniel (11 Φεβρουαρίου 2015). David's Jerusalem: Between Memory and History. Routledge. ISBN 978-1-317-54891-1. 
  38. Pioske, Daniel (11 Φεβρουαρίου 2015). David's Jerusalem: Between Memory and History page 180. Routledge. ISBN 978-1-317-54891-1. 
  39. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' ΚΕΦ. 14». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 
  40. 40,0 40,1 «King David». archive.nytimes.com. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 
  41. Β' Βασιλειών, Κεφάλαιο 19
  42. Hill, Andrew E.; Walton, John H. (2009). A Survey of the Old Testament. Zondervan. ISBN 978-0-310-28095-8. 
  43. «Bible Gateway passage: 1 Samuel 16:14-23 - New International Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 
  44. «Bible Gateway passage: 2 Samuel 5:10 - New International Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 
  45. «Bible Gateway passage: 2 Samuel 9-20 - New American Bible (Revised Edition)». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 
  46. «Bible Gateway passage: 1 Kings 1-2 - New International Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 
  47. Mills, Watson E.; Bullard, Roger Aubrey (1990). Mercer Dictionary of the Bible. Mercer University Press. ISBN 978-0-86554-373-7. 
  48. McKenzie, Steven L. (1 Αυγούστου 2004). Abingdon Old Testament Commentaries: I & II Chronicles. Abingdon Press. ISBN 978-1-4267-5980-2. 
  49. Moore, Megan Bishop; Kelle, Brad E. (17 Μαΐου 2011). Biblical History and Israel S Past: The Changing Study of the Bible and History. Wm. B. Eerdmans Publishing. ISBN 978-0-8028-6260-0. 
  50. Finkelstein, Israel; Silberman, Neil Asher (3 Απριλίου 2007). David and Solomon: In Search of the Bible's Sacred Kings and the Roots of the Western Tradition. Simon and Schuster. ISBN 978-0-7432-4363-6. 
  51. «The Bible and Interpretation - David, King of Judah (Not Israel)». web.archive.org. 10 Μαΐου 2019. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2020. 

Βλέπε επίσηςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία