Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Δεύτερος Συμμαχικός Πόλεμος (ή Πόλεμος των Συμμάχων ή και Αιτωλικός Πόλεμος) διεξήχθη από το 220 π.Χ. ως το 217 π.Χ. μεταξύ της Ελληνικής Ένωσης υπό τον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας αφενός και την Αιτωλική Συμπολιτεία, την Σπάρτη και την Ήλιδα αφετέρου. Τελείωσε με την Ειρήνη της Ναυπάκτου.

Δεύτερος Συμμαχικός Πόλεμος
Τόπος

Πίνακας περιεχομένων

Αιτίες της σύγκρουσηςΕπεξεργασία

Πολλές από τις εντάσεις που οδήγησαν στον πόλεμο αυτό τεκμηριώνονται αργότερα από τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο Πρώτος Ιλλυρικός Πόλεμος άφησε το 228 π.Χ. την Αιτωλική Συμπολιτεία μεγαλύτερη σε μέγεθος από οποτεδήποτε πριν. Οι Αιτωλοί συνέχισαν να επεκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Η προσπάθειά τους να επεκταθούν στη Θεσσαλία, όπου η Μακεδονία είχε πρόσφατα καταρρεύσει είχε ως αποτέλεσμα μια βίαιη αντίδραση από τους Μακεδόνες, την πρώτη μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Αυτό δημιούργησε μια συνεχή καχυποψία μεταξύ των δύο για τα επόμενα χρόνια.

Κατά τη διάρκεια του Κλεομένειου Πολέμου, στα μέσα της δεκαετίας του 220 π.Χ., μια νέα συμμαχία είχε προκύψει μεταξύ της Μακεδονίας, της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του Κοινού των Ηπειρωτών, της Βοιωτικής Συμμαχίας και της Ακαρνανίας, η οποία έγινε γνωστή ως «Ελληνική Ένωση» ή «Ελληνική Συμμαχία». Πρώτος ηγεμόνας της Χυμμαχίας ήταν ο Αντίγονος Δώσων, φύλακας και βασιλιάς της Μακεδονίας από 229 έως το 221 π.Χ. Μετά το θάνατό του το 221 τον διαδέχτηκε ο θετός του γιος, ο δεκαεπτάχρονος Φίλιππος Ε΄, ο οποίος ήταν υπό την εποπτεία Βασιλικού Συμβουλίου (υπό τον Απελλή από τη Χαλκίδα) και του Αχαιού ηγέτη Αράτου του Σικυώνιου.[1]

Οι Αιτωλοί, ως η μόνη δύναμη που στεκόταν στο δρόμο του πλήρους μακεδονικού ελέγχου της Ελλάδας, αισθάνονταν να απειλούνται από την επέκταση της Συμμαχίας. Καθώς είχαν περιβληθεί σχεδόν εντελώς  από τα μέλη της, άρχισαν να λαμβάνουν αμυντικά μέτρα. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο άπειρος νέος βασιλιάς στην Πέλλα θεωρήθηκε ως μια τελευταία ευκαιρία από τους Αιτωλούς. Βοηθούμενος από τα μικρά του ανίψια, Σκόπα και Δορίμαχο, ο στρατηγός Αρίστων ο Τριχωνεύς επιχείρησε να αποτρέψει την περαιτέρω αποσύνθεση της διεθνούς θέσης της Αιτωλίας και μαζί οι τρεις Τριχώνιοι επέβαλαν ριζική αλλαγή της αιτωλικής πολιτικής. Η πραγματική αιτία των προβλημάτων μεταξύ των δύο συμπολιτειών, ωστόσο, δεν ήταν περιστασιακές συμμαχίες ή διαφορές, αλλά οι διαφορετικές πολιτικές και μέθοδοι σε θεμελιώδες επίπεδο.

Αιτωλικές επιδρομέςΕπεξεργασία

Την άνοιξη του 220 π.Χ., αφού η Σπάρτη είχε προσωρινά ενταχθεί στην Συμμαχία, οι Αιτωλοί ανησυχούσαν περισσότερο για την Μεσσηνία, την τελευταία τους σύμμαχο στην Πελοπόννησο. Για να αποτρέψουν τους Μεσσήνιους να αλλάξουν και αυτοί πλευρά, ο Αρίστων έστειλε ένα εκστρατευτικό σώμα υπό τους Σκόπα και Δορίμαχο στην πόλη της Φιγαλείας, στην Τριφυλία στα μεσσηνιακά σύνορα. Στο δρόμο, τα στρατεύματα αυτά λεηλάτησαν την ύπαιθρο αρκετών αχαϊκών πόλεων και συγκεκριμένα την Πάτρα και τις Φαρές, δημιουργώντας περαιτέρω εχθρότητα. Από την Φιγαλεία μπήκαν στην Μεσσηνία, όπου συνέχισαν τη λεηλασία. Αντιδρώντας, οι Μεσσήνιοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την συμμαχία τους με τους Αιτωλούς και να καλέσουν τους Αχαιούς σε βοήθεια.

Μάχη των ΚαφυώνΕπεξεργασία

Ο Αχαιός στρατηγός Άρατος έθεσε σε ετοιμότητα τον στρατό του και έστειλε γραπτή διαμαρτυρία, ζητώντας από τους Αιτωλούς να αποχωρήσουν από την Μεσσηνία. Οι Σκόπας και Δορίμαχος φάνηκαν αρχικά να υπακούουν, στη συνέχεια όμως εισέβαλαν στην Αρκαδία, όπου νίκησαν τον στρατό των Αχαιών στην Μάχη των Καφυών. Ανήμπορος να καταπολεμήσει μόνος του την απειλή, ο Άρατος ενημέρωσε τους συμμάχους του στην Ελληνική Ένωση και έχοντας λάβει επίσημο αίτημα από τους Μεσσήνιους, ζήτησε να δουν ευνοϊκά την ένταξή τους στην Συμμαχία. Εν τω μεταξύ οι Αιτωλοί συνέχιζαν τις επιδρομές τους, καίγοντας την αρκαδική πόλη της Κυναίθης.

Κήρυξη ΠολέμουΕπεξεργασία

Ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας εμφανίστηκε διστακτικός στην αρχή, αλλά αφότου οι Αιτωλοί έγιναν σύμμαχοι με τους Ιλλυριούς, βάδισε νότια προς την Πελοπόννησο, όπου συγκέντρωσε τα μέλη της Ελληνικής Ένωσης στο συμβούλιο της Κορίνθου. Εκεί ο Άρατος και άλλοι εκπρόσωποι διαφόρων συμμαχιών έδωσαν λίστες με καταγγελίες σχετικές με τους Αιτωλούς, οι περισσότερες των οποίων κυμαίνονται σε μια περίοδο πολλών ετών. Έτσι πάρθηκε η απόφαση και το καλοκαίρι του 220 π.Χ., μετά από διαβούλευση με τις αντίστοιχες συνελεύσεις, οι σύμμαχοι επικύρωσαν την κήρυξη πολέμου στην Αιτωλική Συμμαχία.

Αν και ενεργούσε σαν να ανταποκρίνεται στις καταγγελίες των μελών της συμμαχίας, ο Φίλιππος είχε ισχυρό ενδιαφέρον για τον πόλεμο αυτό, προκειμένου να καθιερώσει τον εαυτό του ως νικηφόρο ηγέτη και να εδραιώσει την εξουσία της Μακεδονίας στην Ελλάδα. Αυτό ήταν ακριβώς ό,τι επιχειρούσε να αποτρέψει η πολιτική των Αιτωλών από το 222 π.Χ. Ωστόσο, αν και ο πόλεμος είχε αποφασιστεί ομόφωνα από τα μέλη της Ελληνικής Συμμαχίας, εκτός από τον Φίλιππο και τους Αχαιούς, οι μόνοι έτοιμοι να συμμετάσχουν ήταν οι Ακαρνάνες. Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος από τα άλλα μέλη αποδίδεται από τον Grainger στις πιο ειρηνικές πολιτικές της Αιτωλίας την προηγούμενη δεκαετία.[2]

Αιτωλικές επιθέσειςΕπεξεργασία

Ως μία από τις πρώτες πολεμικές πράξεις, ο Φίλιππος έστειλε μια δύναμη στην Κρήτη να παρέμβει στον Πόλεμο της Λύττου και να αποσπάσει το νησί από τους Αιτωλούς, επιχείρηση που πέτυχε γρήγορα. Υπέταξε επίσης τους Ιλλυριούς και τον στόλο του, και στη συνέχεια επέστρεψε στη Μακεδονία για το χειμώνα. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, η είδηση του θανάτου του βασιλιά των Λακεδαιμονίων Κλεομένη Γ΄ στην Αίγυπτο προκάλεσε πολιτική αλλαγή στη Σπάρτη, η οποία επέτρεψε στον Αιτωλό απεσταλμένο Μαχάτα να επηρεάσει τον  νεοεκλεγέντα βασιλιά Λυκούργο ώστε να συνάψει συμμαχία με την Αιτωλία.

Το καλοκαίρι του 219 π.Χ. η Σπάρτη επιτέθηκε στην Αχαΐα από το νότο, η Ηλεία από δυτικά και οι Αιτωλοί από τον βορρά. Αφού νίκησε τον Αχαιό υποστράτηγο Μίκκο της Δύμης, ο Αιτωλός στρατηγός Ευρυπίδης επέδραμε στην Δυτική Αρκαδία. Από το τέλος του καλοκαιριού, μετά από ανταρσία των μισθοφόρων τους, οι Αχαιοί βρέθηκαν κοντά στην κατάρρευση. Η αχαϊκές πόλεις της Δύμης, των Φαρών και της Τριταίας μάλιστα αρνήθηκαν να πληρώσουν τους οφειλόμενους φόρους στη Συμμαχία και χρησιμοποίησαν το ήδη συγκεντρωθέν ποσό για να προσλάβουν δική τους ομάδα μισθοφόρων.

Εν τω μεταξύ, ο Αιτωλός στρατηγός Σκόπας εξεστράτευσε στην Θεσσαλία για να λεηλατήσει το ιερό του Απόλλωνα στο Δίον της Πιερίας, στα σύνορα με την Μακεδονία, και ο ξάδερφός του Δορίμαχος έκανε το ίδιο με το μαντείο του Δία και της Διώνης στη Δωδώνη της Ηπείρου.

Μακεδονικές επιθέσειςΕπεξεργασία

Ο Φίλιππος Ε΄ έχασε αρχικά πολύτιμο χρόνο με μια πολιορκία στον Αμβρακικό κόλπο, αλλά κατόπιν πραγματοποίησε γρήγορη επέλαση στην ακτή της Δυτικής Αιτωλίας. Ξεκινώντας από την Ήπειρο, κατέκτησε πολλές πόλεις, συμπεριλαμβανομένων των Οινιαδών, και κατέληξε στην Καλυδώνα, όπου έλαβε την είδηση της επικείμενης εισβολής των Δαρδάνων στην Μακεδονία[3]..Επέστρεψε στην πατρίδα του, αλλά η εισβολή δεν έγινε ποτέ. Διασχίζοντας τον Αμβρακικό κόλπο κατά την επιστροφή του, συναντήθηκε με τον ηγέτη των Ιλλυρίων, Δημήτριο εκ Φάρου, ο οποίος είχε εκδιωχθεί από το βασίλειό του από τους Ρωμαίους.

Στην αλλαγή του χρόνου 219/18 π.Χ., ο Φίλιππος μετέφερε κρυφά τον στρατό του στην Κόρινθο και από εκεί ξεκίνησε την χειμερινή εκστρατεία στην Πελοπόννησο. Αφού κυνήγησε τον Ευρυπίδη από το πέρασμα του Απελαύρου κοντά στην Στυμφαλία, βάδισε μέσα από την Αρκαδία και την Ηλεία προς την Τριφυλία, κερδίζοντας τη μία νίκη μετά την άλλη. Στην αρχή κυρίευσε την πόλη της Ψωφίδος και την παραχώρησε στον Αχαιό του σύμμαχο, Άρατο τον Νεότερο. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε στη Λασιώνα, ενώ ο οικισμός Στρατίον παραχωρήθηκε στους πολίτες της Θέλπουσας.

Από την Ολυμπία στην Πίσα, ο βασιλιάς κινήθηκε εναντίον της Ηλείας, όπου συνέλαβε τον ηγέτη των Ηλείων Αμφίδαμο. Κατόπιν πολέμησε τους Αιτωλούς στην Τριφυλία, πήρε την πόλη της Φιγαλείας από τα χέρια των κατοίκων της και κατέκτησε ολόκληρη την επαρχία σε μια εβδομάδα. Τελικά σταμάτησε στο φρούριο του Σαμικού, όπου μια συνολική δύναμη 2.700 Αιτωλών, Ηλείων, Σπαρτιατών και μερικών Ιλλυριών πειρατών μπόρεσε να διαπραγματευτεί την απελευθέρωσή τους υπό όρους.

Επιδρομή στο ΘέρμοΕπεξεργασία

Το καλοκαίρι του 218 π.Χ., ο Φίλιππος και οι σύμμαχοί του έπλευσαν με τον στόλο τους ενάντια στο νησί της Κεφαλονιάς, αλλά όταν η πολιορκία του Ληξουρίου απέτυχε, ο βασιλιάς αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον της αιτωλικής ενδοχώρας. Έτσι μετέφερε με πλοία τον στρατό του με πλοίο στον Αμβρακικό κόλπο και από εκεί βάδισε μέσω της Στράτου και της Τριχωνίδας στο Θέρμο, καταστρέφοντας ναούς και αγάλματα στο παν-Αιτωλικό ιερό.

Μετά από μια σύντομη υποχώρηση προς τα δυτικά, μέσω της περιοχής που είχε κατακτήσει το προηγούμενο καλοκαίρι, ο νεαρός βασιλιάς επιβιβάστηκε πάλι στην Αμφιλοχία.

Επιδρομή στη ΛακωνίαΕπεξεργασία

Από τον Αμβρακικό κόλπο, ο Φίλιππος έπλευσε πίσω στην Κόρινθο και κατόπιν βάδισε γρήγορα εναντίον της Σπάρτης, όπου έκανε πολλές επιτυχείς επιδρομές ενάντια σε ανοχύρωτα χωριά νότια της πόλης μέχρι και το λιμάνι του Γυθείου. Όταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λυκούργος προσπάθησε να εμποδίσει την πορεία του προς βορρά, ο Φίλιππος και ο Δημήτριος εκ Φάρου εκτόπισαν τους Λακεδαιμόνιους από το Μενελάειο πάνω από την πόλη, ενώ ο Άρατος οδήγησε την κύρια δύναμη για να διασχίσει τον Ευρώτα.

Κατά την επιστροφή του στην Κόρινθο, ωστόσο, ο Φίλιππος χρειάστηκε να ασχοληθεί με στρατιώτες που είχαν δυσαρεστηθεί από τις χαμηλές αποδόσεις της λεηλασίας. Τότε κατέστρωσε μια συνωμοσία υπό τον δάσκαλό του, τον Απελλή, τον βασιλικό γραμματέα Μεγαλέα και πολλούς αξιωματικούς. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια σύναψης ειρήνης, ο Φίλιππος επέστρεψε στην πατρίδα του για το χειμώνα του 218/17 π.Χ.

Μάχη του ΛεοντίουΕπεξεργασία

Μετά από μια καταστροφική χρονιά υπό τον στρατηγό Επήρατο, το 217 π.Χ. ο Άρατος της Σικυώνος επέστρεψε ως επικεφαλής της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Λόγω της εμπειρίας του, κατάφερε να αναδιοργανώσει την άμυνα για να εμποδίσει τις αιτωλικές επιδρομές. Ενώ ο Άρατος απουσίαζε στην Μεγαλόπολη, ο Ευρυπίδας που παρέμενε στρατηγός των Αιτωλών στην Ηλεία, προσπάθησε να επαναλάβει τις επιδρομές του προηγούμενου έτους. Προχώρησε πολύ στο αχαϊκό έδαφος, λεηλατώντας ακόμη και κοντά στην πρωτεύουσα Αίγιο, αλλά στο δρόμο της επιστροφής έπεσε σε μπλόκο κοντά στο Λεόντιο που είχε στηθεί από τον υποστράτηγο Λύκο των Φαρών. Στην επακόλουθη Μάχη του Λεοντίου, οι Αχαιοί σκότωσαν 400 επιδρομείς και πήραν 200 αιχμαλώτους, ανάμεσά τους ο πρώην Ολυμπιονίκης Ευανορίδας της Ηλείας.

Μετά από αυτή την επιτυχία, ο Λύκος κάλεσε τον Αχαιό ίππαρχο Δημόδοκο με το ιππικό του και μαζί μπήκαν στο έδαφος της Ηλείας, όπου σκότωσαν άλλους  200 και πήραν 80 αιχμαλώτους. Την ίδια στιγμή ο Φίλιππος Ε΄ κατέλαβε την πόλη της Θήβας στην Φθιωτική Αχαΐα, ολοκληρώνοντας έτσι τις κατακτήσεις του στην Θεσσαλία. Αναγκάστηκε ωστόσο να φύγει, προκειμένου να ασχοληθεί με δυσαρεστημένος Ιλλυριούς που ήθελαν περισσότερα πολεμικά λάφυρα.

Ειρήνη της ΝαυπάκτουΕπεξεργασία

Εκείνες τις ημέρες, ο βασιλιάς έλαβε την είδηση ότι οι Ρωμαίοι είχαν ηττηθεί από τον Αννίβα στην Λίμνη Τρασιμένη. Ακολουθώντας τις συμβουλές του Δημητρίου εκ Φάρου, ο οποίος ήλπιζε να ανακτήσει την κατοχή του πρώην βασιλείου του, ο Μακεδόνας βασιλιάς αποφάσισε να τελειώσει τον πόλεμο με τους Αιτωλούς, προκειμένου να εστιάσει την προσοχή του στη Ρώμη. Με μια τελευταία μπλόφα, ο Φίλιππος παρέσυρε τους εξαντλημένους Αιτωλούς σε ειρηνευτικές συνομιλίες επί της αρχής ότι κάθε πλευρά θα πρέπει να διατηρήσει αυτό που εκείνη τη στιγμή κατείχε. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στην πόλη της Ναυπάκτου, από την οποία πήρε το όνομά της και η συνθήκη ειρήνης.[4]

ΑποτέλεσμαΕπεξεργασία

Με τη νίκη επί του Κλεομένη της Σπάρτης, ο Δεύτερος Συμμαχικός Πόλεμος ήταν ήδη η δεύτερη επιτυχία για την Ελληνική Συμμαχία που δημιουργήθηκε από τον Αντίγονο Δώσων και τον Άρατο της Σικυώνος.

Η κακή απόδοση των δυνάμεων των Αχαιών και η περιορισμένη εμπλοκή των μικρότερων συμμάχων ωστόσο, οδήγησε σε μια σημαντική αλλαγή στην εσωτερική ισορροπία δυνάμεων προς τον Μακεδόνα ηγεμόνα. Επιπλέον, ο χαρακτήρας του νεαρού βασιλιά άλλαξε προς το χειρότερο κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και η καλή σχέση μεταξύ Άρατου και Φιλίππου καταστράφηκε ανεπανόρθωτα.

Ως αποτέλεσμα των ικανοτήτων του Φιλίππου, το Βασίλειο της Μακεδονίας έγινε η μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Ελλάδα, αλλά την ίδια στιγμή οι αυξανόμενες φιλοδοξίες του απείλησαν να βλάψουν την συνοχή της Συμμαχίας, όπως αυτή είχε επινοηθεί από τον πατριό του και τον πρώην δάσκαλό του.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Fine 1940.
  2. Grainger 1999.
  3. Larsen 1965.
  4. Walbank 1967.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Austin, M.M. The Hellenistic world from Alexander to the Roman conquest (Pages 152-156) (ISBN 0-521-53561-1)
  • Eckstein, Arthur M. Mediterranean Anarchy, Interstate War, and the Rise of Rome. Berkeley, CA: Berkeley: University of California Press, 2006.
  • Fine, John V.A. “The Background of the Social War of 220-217 B.C.” The American Journal of Philology 61 (1940): 129-165.
  • Grainger, John D. The League of the Aitolians. Leiden, The Netherlands: Brill, 1999. 244-296.
  • Gruen, Erich S. The Hellenistic World and the Coming of Rome. Berkeley, CA: Berkeley: University of California Press, 1984.
  • Kleu, Michael. Die Seepolitik Philipps V. von Makedonien." Bochum, Verlag Dr. Dieter Winkler, 2015.
  • Larsen, J.A.O. “Phocis in the Social War of 220-217 B.C.” Phoenix 19 (1965): 116-128.
  • Scholten, Joseph B. The Politics of Plunder: Aitolians and Their Koinon in the Early Hellenistic Era. University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London, 2000.
  • Walbank, F.W. Philip V of Macedon. Hamden, CT: Archan Books, 1967.