Άνοιγμα κυρίου μενού

Η πεζογραφική παραγωγή των πρώτων δεκαετιών του ελληνικού κράτους ήταν μέχρι πρόσφατα ελάχιστα μελετημένη και υπήρχε η άποψη ότι η ποσότητα των έργων ήταν μικρή και η ποιότητα χαμηλή. Τουλάχιστον ως προς την ποσότητα οι νεότερες έρευνες έχουν δείξει ότι η παραγωγή είναι πολύ πιο πλούσια απ΄ ότι πιστευόταν, και ως προς την ποιότητα έχει αναθεωρηθεί η άποψη ότι τα έργα της περιόδου δεν έχουν καμία σχέση με την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Στην πεζογραφία της περιόδου κυριαρχεί το μυθιστόρημα. Λιγότερα είναι τα δείγματα διηγημάτων. Κυρίαρχη γλώσσα είναι η καθαρεύουσα, με αρκετές διαβαθμίσεις από απλή καθαρεύουσα, ομιλουμένη των αστικών κέντρων, ως την αυστηρή αρχαΐζουσα. Τα βασικά είδη μυθιστορήματος που καλλιεργούνται είναι το ρομαντικό ερωτικό (συχνά με επιστολική μορφή, όπως ο Λέανδρος του Παναγιώτη Σούτσου) και το ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν λείπουν έργα με πιο ρεαλιστικές αναφορές στην σύγχρονη πραγματικότητα, όπως Ο Ζωγράφος, του Γρ. Παλαιολόγου, η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι του Χ. Δημόπουλου, ο Πίθηκος Ξουθ, του Ιάκωβου Πιτσιπίου. Εξέχουσα θέση στο σύνολο της παραγωγής κατέχουν τα έργα Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη και ο Λουκής Λάρας του Βικέλα.

Το μυθιστόρημαΕπεξεργασία

Το μυθιστόρημα είναι το κατ΄ εξοχήν είδος που αναπτύχθηκε τότε. Φυσικά επρόκειτο για νέο είδος, αφού στην προγενέστερη παραγωγή δεν υπάρχουν δείγματα μυθιστορημάτων σε πεζό λόγο, σε αντίθεση με κάποια έμμετρα μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο Ερωτόκριτος. Οι συγγραφείς για να ονομάσουν το είδος χρησιμοποιούσαν τον όρο «μυθιστορία» ή το «ρωμανόν», απόδοσεις του αντίστοιχου γαλλικού όρου romance, και γνώριζαν ότι αυτό το είδος ήταν καινοφανές στα νεοελληνικά γράμματα. Γι΄ αυτό και οι πρώτοι συγγραφείς διεκδικούσαν τα πρωτεία της συγγραφής του πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Ο Παναγιώτης Σούτσος, που δημοσίεσε τον Λέανδρο το 1835, επισήμως είναι ο συγγραφέας του πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Όμως ο Ιάκωβος Πιτσιπιός είχε προαναγγείλει το 1834 τη δημοσίευση μυθιστορίας, που τελικά έγινε το 1839. (Η ορφανή της Χίου ). Τέλος και ο Γρηγόριος Παλαιολόγος διεκδικούσε τα πρωτεία, παρ' όλο που το έργο του δημοσιεύθηκε το 1839. (Ο Πολυπαθής).

Η πεζογραφία εθεωρείτο εκείνη την περίοδο δευτερεύουσα σε σχέση με την ποίηση, και το μυθιστόρημα πολλοί το απέρριπταν, επειδή πίστευαν ότι ασκούσε βλαβερή επίδραση στα «χρηστά ήθη» , κυρίως γιατί ήταν ξενόφερτο είδος. Γι' αυτό και οι περισσότεροι συγγραφείς στους προλόγους τους τόνιζαν ότι το έργο τους είχε κυρίως ηθικοπλαστική πρόθεση, ότι σκόπευε να συνδυάσει το τερπνόν (που εδώ ήταν κυρίως η συγκίνηση) με το ωφέλιμον.

Οι επικρίσεις κατά των μυθιστορημάτων δεν έπαυαν όσο το είδος αυτό εξαπλωνόταν. Αντιθέτως, η πληθώρα μεταφράσεων ξένων (κυρίως γαλλικών) έργων, συνετέλεσε στην αύξηση των αντιδράσεων καθώς θεωρήθηκε ότι αυτά ειδικά έβλαπταν τα ήθη και διέφθειραν τους νέους και τις γυναίκες, που ήταν το κατ΄ εξοχήν αναγνωστικό κοινό. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών ήταν η επίθεση το 1856 από το περιοδικό Αθηνά κατά του περιοδικού Πανδώρα, που δημοσίευε μεταφράσεις μυθιστορημάτων αλλά και πρωτότυπα έργα. Ο εκδότης της Πανδώρας, Νικόλαος Δραγούμης, απάντησε τεκμηριωμένα εξετάζοντας γενικά την ιστορία του μυθιστορήματος, την εξέλιξή του στην Ευρώπη, τα ελληνικά δείγματα και τα δημοσιευθέντα στο περιοδικό του έργα, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες και υπερβολικές. Παρά ταύτα, λίγο καιρό μετά η Πανδώρα διέκοψε τη δημοσίευση μυθιστορημάτων και την αντικατέστησε με ιστορικά αφηγήματα. Σχετική με τις αντιδράσεις αυτές πιθανόν να είναι και η στροφή, από το 1850, στο ιστορικό μυθιστόρημα, καθώς και η μεταγενέστερη απαξίωση σχεδόν του συνόλου της παραγωγής της περιόδου.

Τα πρώτα μυθιστορήματα: ερωτικές περιπετειώδεις αφηγήσειςΕπεξεργασία

Το χαρακτηριστικό των πρώτων μυθιστορημάτων που εκδόθηκαν ήταν η κοινή δομή: αφηγούνταν την ιστορία ενός ζευγαριού ερωτευμένων που ο έρωτάς τους αντιμετώπιζε εμπόδια που δεν τους επέτρεπαν να είναι μαζί. Ως προς την μορφή όμως και την ανάπτυξη του θέματος τα έργα παρουσιάζουν ποικιλία: το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ο Λέανδρος του Παναγιώτη Σούτσου, είναι επιστολικό μυθιστόρημα που ακολουθεί ξένα πρότυπα όπως το Die Leiden des jungen Werthers toy Γκαίτε και έχει τυπικά ρομαντικά μοτίβα, όπως το μοτίβο της περιπλάνησης, την υπερβολική έκφραση συναισθημάτων, τον θάνατο από θλίψη και την αυτοκτονία. Τα ίδια μοτίβα απαντώνται και σε ένα άλλο επιστολικό μυθιστόρημα που ακολουθεί την ίδια δομή, τον Θέρσανδρο του Επαμεινώνδα Φραγκούδη, αλλά και στο μυθιστόρημα Ο εξόριστος του 1831 του αδερφού του Παναγιώτη, Αλέξανδρου Σούτσου, με την διαφορά ότι ο Εξόριστος δεν έχει επιστολική μορφή και σ' αυτόν η πλοκή είναι το όχημα για να παρουσιαστούν οι αντιπολιτευτικές ιδέες του συγγραφέα. Σε άλλα έργα όμως επιλέγεται το αίσιο τέλος, όπως στην δημοφιλέστατη τότε Ορφανή της Χίου του Ιάκωβου Πιτσιπιού, η οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις και τις προθέσεις του συγγραφέα, ακολουθεί τις συμβάσεις του περιπετειώδους αρχαιοελληνικού μυθιστορήματος. Ένα ρομαντικό έργο που ξεχωρίζει είναι ο Ζωγράφος, του Γρηγόριου Παλαιολόγου, που βασίζεται μεν σε μία ερωτική ιστορία, αλλά ασκεί με χιούμορ καυστική κριτική στην πολιτική και κοινωνική ζωή και τις συνήθειες των αθηναίων της εποχής (της δεκαετίας του 1830).

Τα ιστορικά μυθιστορήματαΕπεξεργασία

Μετά το 1850 παρατηρείται η τάση της παραγωγής ιστορικών μυθιστορημάτων. Το πρώτο έργο αυτής της ομάδας είναι ο Αυθέντης του Μορέως (1850), του Α. Ρ. Ραγκαβή, που αφηγείται μια ιστορία από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο, βασισμένη στο Χρονικόν του Μορέως. Η εποχή της βενετοκρατίας στην Κρήτη ενέπνευσε τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στο δικό του ιστορικό μυθιστόρημα, τους Κρητικούς γάμους (1871), ενώ στον 17ο αιώνα, αλλά στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα, τοποθετείται το μυθιστόρημα Βασιλική, σουλτάνα η Αθηναία (1878), του Νικολάου Μακρή. Στα δύο αυτά μυθιστορήματα το ιστορικό στοιχείο υπερτερεί έναντι της μυθιστορηματικής πλοκής και του μύθου, και από αυτήν την άποψη θεωρούνται αποτυχημένα. Αντιθέτως, περισσότερο ισορροπημένη ανάπτυξη παρουσιάζουν τα εμπνευσμένα από την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821 μυθιστορήματα Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως (1861) του Στέφανου Ξένου και Κατσαντώνης και Αι τελευταίαι ημέραι του Αλή πασά (1862) του Κωνσταντίνου Ράμφου, που έγιναν πολύ δημοφιλή αναγνώσματα.

Μυθιστορήματα με ιδιαίτερο χαρακτήραΕπεξεργασία

Από το σύνολο των μυθιστορημάτων της περιόδου ξεχωρίζουν τα έργα Ο Πολυπαθής (1839) του Γρηγορίου Παλαιολόγου, Ο Πίθηκος Ξουθ (1849) του Ιάκωβου Πιτσιπιου, ο Θάνος Βλέκας (1855) του Παύλου Καλλιγά, η Πάπισσα Ιωάννα (1866) του Ροΐδη, η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι (1870) του Χαρίλαου Δημόπουλου και ο Λουκής Λάρας (1871) του Δ. Βικέλα.

Ο Πολυπαθής έχει μία ιδιαίτερη θέση γιατί ακολουθεί ένα διαφορετικό λογοτεχνικό πρότυπο, το πικαρικό μυθιστόρημα. Ο κεντρικός ήρωάς του, Αλέξανδρος Φαβίνης, αφηγείται την περιπετειώδη ζωή του και τα ταξίδια του σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας και εξιστορεί με κωμικό και συχνά ειρωνικό τρόπο όχι μόνο τα παθήματά του, αλλά και τα ήθη των λαών και των ανθρώπων που γνώρισε. Το έργο αντιμετωπίστηκε με αυστηρή κριτική γιατί θεωρήθηκε ότι προέβαλλε αρνητικά πρότυπα που μπορεί να διαφθείρουν τα ήθη και εθεωρείτο χαμένο μέχρι την σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη και επανέκδοσή του το 1989.

Κωμικό και σατιρικό περιεχόμενο, καθώς και κάποια πικαρικά στοιχεία έχει και ο ημιτελής Πίθηκος Ξουθ, το δεύτερο έργο του Ιάκωβου Πιτσιπιού, που είναι ωστόσο τελείως διαφορετικό από την Ορφανή της Χίου. Ο συγγραφέας ασκεί κριτική στην ζωή των Ελλήνων αστών μέσω του πιθήκου πρωταγωνιστή, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο διάσημος περιηγητής Μπαρτόλντι που έζησε για πολλά χρόνια μακριά από τους ανθρώπους και απέκτησε χαρακτηριστικά πιθήκου.

Ο Θάνος Βλέκας είναι ένα από τα λίγα έργα της περιόδου που δεν περιέπεσαν στην αφάνεια και δεν καταδικάστηκαν από την σύγχρονη και μεταγενέστερη κριτική, εξαιτίας της ξεχωριστής θεματολογίας του. Είναι ένα από τα πρώτα έργα που άντλησαν την έμπνευσή τους από την καθημερινή ζωή των αγροτών στην ύπαιθρο και γι' αυτό θεωρήθηκε πρόδρομος της ηθογραφίας και των πεζογραφικών τάσεων που επικράτησαν την επόμενη περίοδο, της γενιάς του 1880. Αφηγείται την ιστορία ενός αγρότη, του Θάνου Βλέκα, και εστιάζει στο πρόβλημα της ληστείας που ταλαιπωρούσε την ελληνική κοινωνία κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο συγγραφέας του, Παύλος Καλλιγάς, ήταν διακεκριμένος νομικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πιο γνωστό ίσως έργο της περιόδου, που ξεχωρίζει όχι μόνο και για την τολμηρή επιλογή να αφηγηθεί τον μεσαιωνικό θρύλο για την Πάπισσα Ιωάννα, μια γυναίκα που λέγεται ότι ανέβηκε στον παπικό θρόνο μεταμφιεσμένη σε άντρα , αλλά και για την λογοτεχνική ποιότητα που οφείλεται στο ιδιαίτερο ύφος του Ροΐδη.

Η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι είναι ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε ανώνυμα στη Βράιλα της Ρουμανίας το 1870. Αφηγείται τις εντυπώσεις ενός νεαρού από την Κωνσταντινούπολη που έφτασε στην Ελλάδα με ενθουσιασμό για να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και αποδίδει με ρεαλιστικό τρόπο την σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Το έργο παρέμεινε άγνωστο μέχρι την πρώτη αναφορά του στην Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Κ.Θ. Δημαρά, ο οποίος διατύπωσε και την πρώτη βάσιμη υπόθεση για την ταυτότητα του συγγραφέα, αποδίδοντάς το στον λόγιο Χαρίλαο Δημόπουλο, που ζούσε στην Ρουμανία και δίδασκε στην Ελληνική Σχολή Αρρένων στην Βραΐλα. Η υπόθεση του Δημαρά έχει επαληθευτεί από τις νεότερες έρευνες.

Ο Λουκής Λάρας του Δημήτριου Βικέλα είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου. Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στα χρόνια της Επανάστασης του '21 και αφηγείται την πραγματική ιστορία ενός χιώτη εμπόρου, όπως αυτός την διηγήθηκε στον Βικέλα. Αυτό που το ξεχωρίζει από τα άλλα ιστορικά μυθιστορήματα με θέμα την Επανάσταση είναι η αντιηρωική σκοπιά (ο ήρωας δηλώνει ότι δεν είχε καμία κλίση για τα όπλα και τον πόλεμο), οι χαμηλοί τόνοι και ο ρεαλιστικός χαρακτήρας. Το έργο θεωρήθηκε ήδη από την κριτική της Γενιά του 1880 ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην πεζογραφία των ρομαντικών χρόνων και την ηθογραφία.

Το διήγημαΕπεξεργασία

Το διήγημα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο καλλιεργήθηκε πολύ λιγότερο από το μυθιστόρημα. Τα πρώτα δείγματα διηγημάτων είναι δύο ανώνυμα που αποδίδονται στον Παναγιώτη Σούτσο, το Αναμνήσεις ενός ψιττακού και το ημιτελές Τρισχιλιόπηχος, που δημοσιεύθηκαν το 1833 στην εφημερίδα "'Ηλιος", που διεύθυνε ο ίδιος. Διηγήματα είχαν δημοσιευτεί επίσης στο περιοδικό "Ίρις", υπό την διεύθυνση του Α.Ρ.Ραγκαβή, που δυστυχώς δεν σώζεται. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση διηγημάτων έγινε σχετικά νωρίς, το 1845, με το διηγήματα του Ιωάννη Δεληγιάννη. Ο πιο παραγωγικός συγγραφέας διηγημάτων ήταν ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, που εξέδωσε τρεις τόμους (1855, 1857, 1859). Τα διηγήματά του όμως δεν διαδραματίζονται στην Ελλάδα και έχουν μικρή σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Πολλά από αυτά είναι διασκευές ή μεταφράσεις ξένων έργων. Άλλοι διηγηματογράφοι της περιόδου είναι οι Κωνσταντίνος Πωπ, Δημήτριος Αινιάν και Άγγελος Βλάχος.

Τα περιοδικάΕπεξεργασία

Τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της περιόδου δημοσιεύονταν πρώτα σε περιοδικά και αργότερα εκδίδονταν αυτοτελώς. Τα περιοδικά αυτά δεν ήταν λογοτεχνικά με τη σημερινή έννοια του όρου. Ήταν μάλλον περιοδικά εγκυκλοπαιδικά- ποικίλης ύλης που απευθύνονταν σε ευρύ κοινό με στόχο κυρίως να διευρύνουν τις γνώσεις τους. Οι σχετικές με λογοτεχνία ενότητές τους περιελάμβαναν πρωτότυπα ή μεταφρασμένα διηγήματα και μυθιστορήματα και περιηγήσεις. Κάποια από τα περιοδικά αυτά είναι:

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Η παλαιότερη πεζογραφία μας, εκδ. Σοκόλη, Εισαγωγικός τόμος και τόμος Γ'
  • Ν. Βαγενά, " Οι αρχές της πεζογραφίας του ελληνικού κράτους" , στο: Ν. Βαγενά, Η ειρωνική γλώσσα, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2004
  • Σ. Ντενίση,Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ο sir Walter Scott (1830-1880), Καστανιώτης, Αθήνα 1994
  • Κ.Θ.Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 271-289,327-338
  • Απ. Σαχίνη, Θεωρία και άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα (1760-1870), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία