Άνοιγμα κυρίου μενού

Η Κυρία Ντορεμί

Μυθιστόρημα της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου

Το βιβλίο "Η κυρία Ντορεμί" είναι μυθιστόρημα της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. Θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της.


ΥπόθεσηΕπεξεργασία

Η υπόθεση διαδραματίζεται προπολεμικά, πιθανότατα κατά τη δεκαετία του 1930. Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η εικοσιτριάχρονη Κατερίνα Μακρή, η οποία και αφηγείται την ιστορία της. Η ηρωίδα γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παρίσι, στις αρχές του 20ού αιώνα από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας της, Πέτρος Μακρής, ήταν χρηματιστής στη γαλλική πρωτεύουσα. Θεωρείτο εξέχον μέλος της ελληνικής κοινότητας εκεί, και όσο ζούσε, εξασφάλιζε στη σύζυγο και στην κόρη του μιαν άνετη ζωή. Ωστόσο, ο ίδιος περιγράφεται από την ηρωίδα ως σπάταλος και γυναικάς. Η οικογένεια ζούσε σε μία από τις αριστοκρατικότερες γειτονιές του Παρισιού, και είχε άριστες σχέσεις με τα σημαντικότερα μέλη της ελληνικής κοινότητας εκεί. Η κόρη της οικογένειας, Κατερίνα, είχε μιαν αγαπημένη Γαλλίδα δασκάλα, τη δεσποινίδα Πωλίν, η οποία συνόδευε τη μαθήτριά της οπουδήποτε και αν πήγαινε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα της Κατερίνας. Η Κατερίνα, στα χρόνια που έζησε στο Παρίσι, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, και απέκτησε δίπλωμα στη γαλλική γλώσσα και στο πιάνο.

Ωστόσο, η άνετη και ανέμελη ζωή της Κατερίνας ανατράπηκε, όταν πέθανε ο πατέρας της. Τότε συνειδητοποίησαν, μαζί με τη μητέρα της, ότι ήταν πάμπτωχες, διότι ο θανών δεν τους είχε αφήσει καθόλου χρήματα ούτε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Για το λόγο αυτό, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, όπου η μητέρα της Κατερίνας είχε συγγενείς με σπουδαία κοινωνική θέση. Όμως αυτοί τις υποδέχτηκαν ψυχρά. Η Κατερίνα δεν είχε δουλέψει ποτέ της στη Γαλλία, αλλά τώρα, θέλοντας να μην είναι βάρος σε κανέναν, τής γεννήθηκε η ιδέα να εργαστεί στην εκπαίδευση, χρησιμοποιώντας ως προσόντα της τα διπλώματα που ήδη είχε. Για να πετύχει αυτό το σκοπό της, κάποιοι συγγενείς της μεσολάβησαν στο αρμόδιο Υπουργείο, και τελικά πέτυχε να διοριστεί ως καθηγήτρια γαλλικών και μουσικής. Η απογοήτευση όμως της ίδιας και της μητέρας της ήταν μεγάλη, όταν έμαθαν ότι θα διοριζόταν στο Ρέθυμνο. Ωστόσο, η Κατερίνα αποφάσισε να πάει στο Ρέθυμνο, ενώ η μητέρα της θα παρέμενε στην Αθήνα.

Όταν έφτασε στο Ρέθυμνο, την υποδέχτηκε και τη βοήθησε ένας Κρητικός, ο Ηρακλής, εκ μέρους του διευθυντή του Γυμνασίου αρρένων. Ο Ηρακλής ήδη τής είχε βρει ένα δωμάτιο για να νοικιάσει, λίγο έξω από την πόλη του Ρεθύμνου. Το δωμάτιο ήταν σε σχετικά κακή κατάσταση, άλλα ο Ηρακλής τής εξήγησε ότι δεν μπόρεσε να της βρει καλύτερο δωμάτιο, διότι η ίδια ήδη είχε κακή φήμη στο Ρέθυμνο και κανένας ντόπιος δεν ήθελε να της νοικιάσει δωμάτιο. Ο λόγος για την κακή φήμη της ήταν τα ψέματα που ήδη είχε διαδώσει για αυτήν, χωρίς καν να τη γνωρίζει, ο "Μουσιού Μεσακόλε", ο οποίος πιθανότατα πρέπει να ήταν ο εμφανιζόμενος αργότερα Ρεθυμνιώτης συκοφάντης, ο κ. Καρδερινάκης.

Η Κατερίνα αναγκαστικά νοίκιασε το εν λόγω δωμάτιο, το οποίο ανήκε στην κυρία Μαρίκα, μία Μικρασιάτισσα πρόσφυγα, η οποία ήταν μοδίστρα, και η οποία είχε ως μαθητευόμενες εργάτριες αρκετές κοπέλες της περιοχής του Ρεθύμνου. Την ίδια μέρα, η Κατερίνα γνώρισε και τον διευθυντή του Γυμνασίου αρρένων, τον κύριο Ρώμα, έναν ευγενικό άνθρωπο, ο οποίος τη στήριξε σε όλη τη διάρκεια της διαμονής της στην Κρήτη. Ο κ. Ρώμας καταγόμενος από τη Ζάκυνθο, είχε γνωρίσει τον πατέρα της Κατερίνας, όταν ο τελευταίος ήταν νομάρχης στη Ζάκυνθο, πριν αποφασίσει να τα αφήσει όλα και να μετοικίσει στο Παρίσι. Ο Ρώμας ενημέρωσε την Κατερίνα για το δύσκολο έργο που η ίδια θα είχε να επιτελέσει, διότι κάθε τάξη της είχε 100-150 μαθητές. Μάλιστα, η δυσκολότερη τάξη ήταν ή έκτη, η οποία είχε μαθητές προχωρημένης ηλικίας, 20-25 ετών.

Στην πορεία της διαμονής της και της εργασίας της στο Ρέθυμνο, η Κατερίνα συνειδητοποίησε ότι πράγματι ήταν δύσκολο να διδάσκει σε τόσο μεγάλες τάξεις, και ιδιαίτερα στην έκτη, οι μαθητές της οποίας ουσιαστικά δεν την άφηναν να κάνει μάθημα με τη φασαρία τους. Μάλιστα, οι μαθητές της τής έβγαλαν και παρατσούκλι, φωνάζοντάς την "κυρία Ντορεμί".[1] Η κατάσταση ωστόσο έφτασε σε πολύ επικίνδυνο σημείο, όταν μια μέρα δύο μαθητές μάλωσαν μέσα στην τάξη, και έβγαλαν τα όπλα και άρχισαν να πυροβολούν.[2] Σε κάποιες δύσκολες στιγμές μέσα στην έκτη τάξη, η Κατερίνα παρατήρησε ότι ένας από τους μαθητές της έκτης, την υποστήριζε απέναντι στους συμμαθητές του.[3] Στην πορεία τον γνώρισε καλύτερα. Επρόκειτο για τον εικοσιπεντάχρονο Λευτέρη, γιο ευκατάστατου εμπόρου του Ρεθύμνου.

Μια μέρα, η Κατερίνα δέχτηκε προσβολή από τον κ. Καρδερινάκη στην ταβέρνα όπου έτρωγε. Αλλά ο Λευτέρης, με κάποιους συμμαθητές του, ενεπλάκησαν σε άγριο καβγά με τον Καρδερινάκη και την παρέα του, προκειμένου να υπερασπίσουν τη δασκάλα τους, και ο Λευτέρης τραυματίστηκε. Ωστόσο πρόλαβε και την κάλεσε στο χωριό του, έξω από το Ρέθυμνο, στο σπίτι του αγαπημένου του παππού.[4]

Η Κατερίνα μια Κυριακή επισκέφθηκε το χωριό του Λευτέρη συγκινήθηκε από την αγάπη και τη φιλοξενία του παππού και της γιαγιάς του, αλλά και όλου του χωριού. Μάλιστα, τότε γνώρισε και την Σάλλυ, μια Αγγλίδα ζωγράφο που ερχόταν και διέμενε περιοδικά εκεί, και η οποία γνώριζε αρκετά καλά τα ελληνικά. Η Σάλλυ έγινε καλή φίλη της Κατερίνας, και την υποστήριξε μέχρι την αποχώριση της τελευταίας από την Κρήτη.[5]

Με το Λευτέρη η Κατερίνα συνδέθηκε αισθηματικά, και μάλιστα αρραβωνιάστηκαν κρυφά, χωρίς να το ξέρει η μητέρα της, η οποία είχε τη γνώμη ότι η Κατερίνα θα έπρεπε να παντρευτεί έναν άντρα της ανώτερης τάξης. Αλλά αργότερα η Κατερίνα και ο Λευτέρης συνειδητοποίησαν ότι ούτε ο πατέρας του Λευτέρη ήθελε αυτό τον γάμο. Η αιτία ήταν ο γνωστός, πια, κ. Καρδερινάκης, ο οποίος είχε πει τα χειρότερα ψέματα για την Κατερίνα στον πατέρα του Λευτέρη. Μάλιστα, ο πατέρας του Λευτέρη, αντιδρώντας, επιχείρησε να φέρει το γιο του προ τετελεσμένου γεγονότος, αρραβωνιάζοντάς τον με την κόρη ενός φίλου του εμπόρου. Ωστόσο, ο Λευτέρης αρνήθηκε κατηγορηματικά να αρραβωνιαστεί την άλλη κοπέλα, και ο πατέρας του τον καταράστηκε. Για το λόγο αυτό, ο Λευτέρης θα πήγαινε για λίγο καιρό να μείνει με τον παππού του στο χωριό του μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, αφήνοντας την Κατερίνα στο Ρέθυμνο.

Εν τω μεταξύ, οι ψεύτικες κακές φήμες για την Κατερίνα αυξάνονταν και διαδίδονταν στη μικρή και άκρως συντηρητική πόλη του Ρεθύμνου. Ωστόσο, το γεγονός που έστρεψε όλη την πόλη εναντίον της ήταν το ακόλουθο: στην Κατερίνα ανατέθηκε να διδάσκει και στο Γυμνάσιο θηλέων. Μια μέρα, ο διευθυντής του γυμνασίου αυτού τής ανέθεσε να πάρει τις κοπέλες εκδρομή. Η Κατερίνα αποφάσισε να τις πάρει σε ένα όμορφο λόφο, πάνω στον οποίο βρισκόταν ένα φρούριο, και ζούσαν κάποιες κακοντυμένες γυναίκες, που η Κατερίνα νόμιζε ότι ήταν φυλακισμένες. Όμως, στην πραγματικότητα, οι γυναίκες αυτές εργάζονταν στον οίκο ανοχής που βρισκόταν εκεί. Κανείς, ούτε οι μαθήτριές της δεν την ενημέρωσαν ότι πήγαιναν εκδρομή σε ένα άκρως κακόφημο μέρος. Όταν επέστρεψαν από την εκδρομή, ευθύς την κάλεσαν οι δύο γυμνασιάρχες. Ο κ. Ρώμας προσπάθησε να την υπερασπιστεί, αλλά ο διευθυντής του Γυμνασίου θηλέων ήταν έξω φρενών. Τελικά, ο κ. Ρώμας, συμβούλεψε την Κατερίνα να μεταβεί αμέσως το επόμενο πρωί στα Χανιά, προκειμένου να ενημερώσει η ίδια τον Επιθεωρητή εκπαίδευσης, και να του εξηγήσει τι έγινε, πριν προλάβουν οι Ρεθυμνιώτες να την κατηγορήσουν πρώτοι, και πριν προλάβουν να της κάνουν, ενδεχομένως, κάποιο κακό.

Η Κατερίνα πράγματι, αφού έστειλε γράμμα στη φίλη της Σάλλυ και στο Λευτέρη, ο οποίος ήταν στο χωριό του παππού του, έσπευσε στα Χανιά. Εκεί ενημέρωσε τον Επιθεωρητή, ο οποίος επίσης γνώριζε τον πατέρα της Κατερίνας. Ο Επιθεωρητής επίσης πήρε το μέρος της, και της φέρθηκε ευγενικά και φιλόξενα. Ωστόσο, τελικά, βλέποντας το μένος των Ρεθυμνιωτών, την συμβούλεψε να μην ξαναγυρίσει για κάποιο διάστημα στο Ρέθυμνο, αλλά να πάρει άδεια για λόγους υγείας, και να πάει στη μητέρα της στην Αθήνα. Εκεί, σύμφωνα με τη συμβουλή του, η Κατερίνα θα μπορούσε να προσπαθήσει να πάρει μετάθεση. Η Κατερίνα αναγκαστικά συμφώνησε, και ετοιμάστηκε για να αναχωρήσει. Πριν αναχωρήσει, την επισκέφτηκε η φίλη της Σάλλυ, και αργότερα ο Ηρακλής. Λίγο πριν αναχωρήσει το πλοίο της, ήλθαν να την αποχαιρετήσουν και λίγοι μαθητές της της πρώτης Γυμνασίου, οι οποίοι την αγαπούσαν ιδιαίτερα.

Το βιβλίο τελειώνει με την αναχώρηση της Κατερίνας από την Κρήτη. Η ίδια, όσο ήταν στο Ρέθυμνο, είχε προτείνει στο Λευτέρη να πάνε στην Αθήνα, όπου θα μπορούσαν να παντρευτούν εκεί και να ζήσουν μαζί με τη μητέρα της. Και όσο σπούδαζε ο Λευτέρης, θα εργαζόταν η ίδια για να ζήσουν.[6] Ωστόσο, στη διάρκεια του μυθιστορήματος, η Κατερίνα ανέφερε ότι, μετά την αναχώρησή της από το νησί, η ίδια δεν επέστρεψε ποτέ, και ότι η σχέση της με το Λευτέρη τελείωσε με την αναχώρησή της.

Άλλα πρόσωπα του έργουΕπεξεργασία

Εκτός από το κεντρικό πρόσωπο της Κατερίνας Μακρή, στο βιβλίο παρουσιάζονται και άλλα πρόσωπα και η ιστορία τους. Τα πρόσωπα αυτά διαδραμάτισαν μεγαλύτερο ή μικρότερο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής της ιστορίας. Τα σημαντικότερα είναι τα εξής:

  • Ο Λευτέρης: εικοσιπεντάχρονος μαθητής της έκτης γυμνασίου, και μαθητής της Κατερίνας. Ήταν γιος μεγαλέμπορου του Ρεθύμνου. Ωστόσο ο ίδιος δεν συμπαθούσε το επάγγελμα του πατέρα του, αλλά σκόπευε, αφού τελειώσει το Γυμνάσιο, να σπουδάσει αγρονόμος στην Αθήνα[7] ή στο Παρίσι, όπου θα μπορούσε να μάθει καλά και τη γαλλική γλώσσα.[8] Ο ίδιος λάτρευε τον παππού και τη γιαγιά του που έμεναν στο χωριό τους. Συνδέθηκε με την Κατερίνα συναισθηματικά, και αρραβωνιάστηκαν κρυφά από τους γονείς τους. Ήρθε σε σύγκρουση με τον πατέρα και τη μητέρα του, οι οποίοι δεν ήθελαν το γάμο με την Κατερίνα, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να τον καταραστεί.[9] Σε μία πατριαρχική και αυστηρή κοινωνία, όπως ήταν το Ρέθυμνο τότε, το να καταραστεί ο πατέρας το γιο του, αποτελούσε συμφορά για τον νέο, αφού ο γιος αποκοπτόταν από την οικογένειά του.
  • Η μητέρα της Κατερίνας: είχε γεννηθεί στην Αθήνα και η οικογένειά της ανήκε στην ανώτερη τάξη. Μετά την επιστροφή τους από το Παρίσι στην Ελλάδα, η ίδια έμεινε στην Αθήνα, αφήνοντας την κόρη της να πάει μόνη της στο Ρέθυμνο. Στο βιβλίο δεν εμφανίζεται να συμμετέχει σε διαλόγους, αλλά η Κατερίνα μιλάει πολύ για τη μητέρα της στην εξιστόρησή της. Όσον αφορά στο γάμο, η μητέρα της Κατερίνας είχε παλιές αντιλήψεις. Πίστευε ότι οι κοπέλες από καλές οικογένειες πρέπει να παντρεύονται με μεγαλοαστούς, έστω και με συνοικέσιο, προκειμένου να μπορέσουν να κρατήσουν τη θέση τους στην κοινωνία. Και ότι οι χωριάτες έπρεπε να παντρεύονται αποκλειστικά με χωριάτισσες.[10]
  • Ο Ηρακλής: ένας μεγαλόσωμος μουστακαλής Κρητικός, ο οποίος υποδέχτηκε πρώτος την Κατερίνα στην Κρήτη, και την αποχαιρέτησε τελευταίος, όταν αυτή αποχώρησε από την Κρήτη. Στο βιβλίο γίνεται λόγος για την περιπέτεια του Ηρακλή με μία Ζακυνθινιά ψυχοκόρη του γυμνασιάρχη κ. Ρώμα, με την οποία ο Ηρακλής είχε συμφωνήσει να παντρευτούν.[11] Όμως, τελικά, η ψυχοκόρη αυτή προτίμησε και κλέφτηκε με έναν άλλον Κρητικό Πανωχωρίτη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σοβαρή ένοπλη συμπλοκή του Ηρακλή και των ανθρώπων του με τους Πανωχωρίτες, που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν 3-4 άτομα και να τραυματιστούν πάρα πολλά άλλα.[12] Ο Ηρακλής έχασε την νύφη του και εξαφανίστηκε ντροπιασμένος από το Ρέθυμνο. Αλλά αργότερα η Κατερίνα τον συνάντησε στο σπίτι της Σάλλυ, έχοντας ο ίδιος ξεπεράσει το γεγονός αυτό.
  • Η κυρία Μαρίκα, η Μικρασιάτισσα πρόσφυγας, που ασκούσε το επάγγελμα της μοδίστρας, και που νοίκιασε το δωμάτιο στην Κατερίνα. Η κυρία Μαρίκα, χάρη στη δουλειά της, ερχόταν σε επαφή με πολύ κόσμο, μάθαινε όλα τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν εις βάρος της Κατερίνας, και της τα μετέφερε, προκειμένου η τελευταία να λαβαίνει τα μέτρα της. Στο τέλος δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει την Κατερίνα εξαιτίας της ξαφνικής αποχώρησης στα Χανιά. Τής έστειλε την βαλίτσα της με τον Ηρακλή.
  • Η Σάλλυ Ρόναλς: πανέμορφη Αγγλίδα ζωγράφος, η οποία ήταν παντρεμένη με υπάλληλο της Αγγλικής Πρεσβείας της Αθήνας. Ο σύζυγός της έμενε στην Αθήνα, και η ίδια ερχόταν περιοδικά στο χωριό του παππού του Λευτέρη, όπου είχε νοικιάσει ένα όμορφο σπίτι. Η ίδια συνήθιζε να κυκλοφορεί με μαγιό, γεγονός που έκανε τους Κρητικούς να τη θεωρούν γυναίκα ελαφρών ηθών ή τρελή. Η ίδια έστελνε τα ζωγραφικά της έργα σε εκθέσεις ζωγραφικής στο Λονδίνο, αλλά πήγαινε και η ίδια εκεί κάθε φθινόπωρο, όταν άρχιζαν οι εκθέσεις. Αρκετά από τα έργα της είχαν διακριθεί. Η ίδια είχε τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών στο Λονδίνο, και στη συνέχεια εργάστηκε και στο Παρίσι, κοντά σε σημαντικούς δασκάλους. Εκτός από τη μητρική της γλώσσα, μιλούσε καλά τα Γαλλικά και τα Ελληνικά.[13]
  • Ο γυμνασιάρχης κύριος Ρώμας: ευγενικός άνθρωπος, που υποστήριξε πολύ την Κατερίνα, όσο αυτή έμεινε στην Κρήτη. Καταγόταν από τη Ζάκυνθο, και αγαπούσε τη μουσική.
  • Η κυρία Ανδρομάχη: η σύζυγος του κ. Ρώμα. Ήταν κατάκοιτη, εξαιτίας της παχυσαρκίας της. Στα νιάτα της υπήρξε χαρισματική τραγουδίστρια της όπερας, την οποία όμως εγκατέλειψε όταν παντρεύτηκε τον Ρώμα.[14]
  • Ο κύριος Καρδερινάκης: το κυριότερο "κακό" πρόσωπο της ιστορίας. Διέδιδε ψέματα για πολύ κόσμο από κακία. Το ίδιο έκανε και για την Κατερίνα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί σχεδόν ολόκληρο το Ρέθυμνο εναντίον της.
  • Η δεσποινίς Φρόσω: η καθηγήτρια των Ελληνικών. Κατοικούσε με την οικογένειά της στο Ρέθυμνο, στο οποίο και είχε γεννηθεί. Καταπιεζόταν πολύ από τον πατέρα της, και ονειρευόταν να μπορέσει να φύγει από το Ρέθυμνο, για να μπορεί να ζήσει ελεύθερη από τον πατέρα της και από την τοπική συντηρητική κοινωνία.[15] Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το Γυμνασιάρχη κ. Ρώμα, και επισκεπτόταν τη σύζυγό του, κ. Ανδρομάχη, η οποία ήταν κατάκοιτη. Οι εξελίξεις σχετικά με την Κατερίνα ανάγκασαν τη Φρόσω να διακόψει κάθε σχέση με τη νεαρή καθηγήτρια της μουσικής και των γαλλικών.[16]
  • Ο γέρος καθηγητής των γαλλικών: καταγόταν από τη Θεσσαλία, και δεν είχε πάρει ακόμα σύνταξη. Φοβόταν μήπως τον απολύσουν, επειδή δεν ήξερε καλά γαλλικά, και επειδή τη θέση του την είχε πάρει με μέσον.[17]
  • Ο μικρός Βασίλης: ένας από τους αγαπημένους μαθητές της Κατερίνας, της πρώτης γυμνασίου. Ο Βασίλης κάποια στιγμή αρρώστησε από φυματίωση και σταμάτησε να πηγαίνει σχολείο. Τότε στην Κρήτη υπήρχε η συνήθεια τους αρρώστους με φυματίωση (και τα παιδιά) να τους απομονώνουν σε κάποια καλύβα σε κάποιο έρημο μέρος, προκειμένου να μην κολλήσουν τους άλλους. Έτσι έγινε και με το Βασίλη, τον οποίο η οικογένειά του μετεγκατέστησε σε μία απόμερη καλύβα, προκειμένου να μην κολλήσει τα αδέρφια του. Ο Βασίλης θα πέθαινε μόνος του, αλλά ύστερα από προσπάθειες της Κατερίνας έγινε εφικτή η μεταφορά του σε σανατόριο της Αθήνας, όπου έγινε καλά, ύστερα από καιρό.[18]
  • Ο Επιθεωρητής στα Χανιά: μορφωμένος άνθρωπος της ανώτερης τάξης, με προοδευτικές ιδέες, ο οποίος βοήθησε την Κατερίνα.
  • Οι μαθητές της έκτης γυμνασίου: η έκτη είχε και μεγαλύτερους μαθητές ηλικίας 20 έως και 25 ετών, όπως ήταν και ο Λευτέρης. Οι περισσότεροι μαθητές της έκτης έκαναν δύσκολο το έργο της Κατερίνας μέσα στην τάξη, κυρίως κάνοντας φασαρία και πειράζοντας την καθηγήτριά τους. Ωστόσο, όταν η Κατερίνα αρραβωνιάστηκε με τον Λευτέρη, οι μαθητές αυτοί άλλαξαν στάση, και σταμάτησαν να κάνουν φασαρία και να τη δυσκολεύουν κατά τη διδασκαλία. Επειδή, μάλιστα, ο Λευτέρης είχε με το μέρος του τους συμμαθητές του, πολλές φορές οι ίδιοι έριχναν χαστούκια σε μαθητές άλλων τάξεων, όταν μάθαιναν ότι οι τελευταίοι ήταν άτακτοι μέσα στο μάθημα της Κατερίνας.[19]
  • Οι εκδιδόμενες γυναίκες στο λόφο: επρόκειτο για γυναίκες που η μοίρα τούς είχε φερθεί άσχημα, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε αυτό το επάγγελμα. Ήταν κακοντυμένες και ατημέλητες, και για αυτό η Κατερίνα δεν είχε καταλάβει την ιδιότητά τους, αλλά νόμιζε για μεγάλο διάστημα ότι ήταν φυλακισμένες. Διότι η ίδια ήξερε ότι οι εκδιδόμενες γυναίκες του Παρισιού ήταν καλοντυμένες και περιποιούνταν τον εαυτό και την εμφάνισή τους.

Σχετικά με το βιβλίοΕπεξεργασία

Πηγή έμπνευσης του εν λόγω μυθιστορήματος πρέπει να ήταν τα προσωπικά βιώματα της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου, αφού η ίδια εργάστηκε ως δασκάλα ωδικής αρχικά στο Ρέθυμνο, το 1934, και κατόπιν στα Πατήσια.

Το μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε το 1955 από τις εκδόσεις "Δίφρος", ενώ σήμερα είναι διαθέσιμο από τις εκδόσεις "Δωρικός".

Το βιβλίο γυρίστηκε σε σειρά από την ΕΡΤ τα έτη 1983-84, με πρωταγωνίστρια την Ελένη Ανουσάκη. Η σειρά αποτελείτο από 13 επεισόδια των 45 λεπτών έκαστο.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελ. 66. 
  2. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 68–70. 
  3. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελ. 67. 
  4. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 111–114. 
  5. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 116–137. 
  6. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελ. 171. 
  7. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 106, 110. 
  8. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελ. 159. 
  9. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 159–160, 168–169. 
  10. Νάκου, Λικίκα (1893). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελ. 158. 
  11. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 77–79. 
  12. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 83–91. 
  13. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 127–133. 
  14. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 93–95. 
  15. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 51–52. 
  16. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελ. 146. 
  17. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 45–48. 
  18. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 149–157, 162–164. 
  19. Νάκου, Λιλίκα (1983). Η κυρία Ντορεμί. Αθήνα: Δωρικός. σελίδες 26, 174. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

Πληροφορίες σχετικά με την ομώνυμη σειρά της ΕΡΤ στην ιστοσελίδα IMDb.

Η σειρά της ΕΡΤ είναι προσβάσιμη διαδικτυακά, στο Aρχείο της ΕΡΤ.

Επίσης, τα περισσότερα επεισόδια της σειράς είναι αναρτημένα και στο Youtube.