Νομάρχης

Έλληνας νομάρχης


Νομάρχης ονομάζεται ο επικεφαλής μιας νομαρχίας. Ετυμολογικά, η λέξη νομάρχης αποτελεί σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préfet.[1]

Το αξίωμα του νομάρχη στην Ελλάδα έπαυσε να υφίσταται, μετά την κατάργηση των νομαρχιών με την διοικητική μεταρρύθμιση του σχεδίου Καλλικράτης. Οι τέως νομαρχίες πλέον αποτελούν περιφερειακές ενότητες και έτσι ως διάδοχη θέση μπορεί να θεωρηθεί αυτή του αιρετού Αντιπεριφερειάρχη.

Ιστορικό υπόβαθρο

Επεξεργασία

Από το 1833 έως το 1994 ο νομάρχης διοριζόταν από την εκάστοτε κυβέρνηση και δεν είχε συγκεκριμένη θητεία. Κατά παράδοση υπέβαλλε την παραίτησή του όταν άλλαζε η κυβέρνηση ή του το ζητούσε ο υπουργός Εσωτερικών.

Η νομαρχία ως ΟΤΑ

Επεξεργασία

Το 1994 η νομαρχία καθιερώθηκε ως δευτεροβάθμιος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης (Ν.2218/1994) και τα εκτελεστικά όργανά της που αποτελούνταν από τον νομάρχη και το νομαρχιακό συμβούλιο, έγιναν αιρετά με τετραετή θητεία, εκλεγόμενα την ίδια ημέρα με τα δημοτικά και κοινοτικά όργανα. Οι πρώτες νομαρχιακές εκλογές έλαβαν χώρα στις 16/23 Οκτωβρίου 1994 και οι πρώτοι αιρετοί νομάρχες ανέλαβαν καθήκοντα με την έναρξη του 1995. Η ιδιότητα του νομάρχη ήταν ασυμβίβαστη με όποιο άλλο δημόσιο αξίωμα, τοπικό ή εθνικό.

Άλλες χώρες

Επεξεργασία

Στην Αλβανία, ο νομάρχης (αλβανικά: Prefekti‎‎) αποτελεί τον εκπρόσωπο του κράτους, σε έναν από τους 12 νομούς (αλβανικά: qark‎‎). Διορίζονται από τον Πρωθυπουργό και την κυβέρνηση.

Στη Βραζιλία, ο νομάρχης (πορτογαλικά: prefeito‎) είναι ο αιρετός επικεφαλής του εκτελεστικού τμήματος ενός δήμου. Μεγάλες πόλεις, οπώς το Σάο Πάολο, το Ρίο ντε Τζανέιρο, η Κουριτίμπα, κ.α, έχουν επίσης αντινομάρχες, οι οποίοι διορίζονται από τον αιρετό νομάρχη.

Στη Γαλλία, ο νομάρχης (γαλλικά: préfet‎‎) αποτελεί τον εκπρόσωπο του κράτους σε ένα Νομό ή Περιοχή. Οι νομάρχες αποτελούν υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους και ανήκουν στο λεγόμενο Νομαρχικό Σώμα (γαλλικά: Corps préfectoral‎‎). Οι αντινομάρχες (γαλλικά: sous-préfet‎‎), είναι υπεύθυνοι για τη διοίκηση των υποδιαιρέσεων των νομών, των arrondissements. Οι νομάρχες και οι αντινομάρχες διορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα προς το υπουργικό συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Πρωθυπουργού και του υπουργού Εσωτερικών. Η διάρκεια της θητείας τους βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης, καθώς μπορούν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια κάθε υπουργικού συμβουλίου. Η θέση του νομάρχη δημιουργήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1800 από τον Ναπολέοντα. Ο ρόλος του νομάρχη εως τη δεκαετία του 1980 ήταν διττός: αφενός αποτελούσε τον υψηλότερο εκπρόσωπο του κράτους σε μία περιοχή, αφετέρου ασκούσε εξουσία ως διοικητής της περιοχής.

 
Η επίσημη στολή ενός Γάλλου νομάρχη

Από το 1982 έως το 1988, οι νομάρχες αποκαλούνταν επίτροποι της Δημοκρατίας (γαλλικά: commissaires de la République‎‎) και οι αντινομάρχες υποεπίτροποι της Δημοκρατίας (γαλλικά: commissaires adjoints de la République‎‎).

Θαλάσσιος Νομάρχης (γαλλικά: Préfet maritime‎‎) είναι το αξίωμα που κατέχει ένας ναύαρχος (γαλλικά: Amiral‎‎), ο οποίος αποτελεί τον κύριο διοικητή μίας Θαλάσσιας Ζώνης (γαλλικά: Zone maritime‎‎), ήτοι ενός τμήματος των χωρικών υδάτων και των αντίστοιχων ακτών.

Στο Παρίσι, ο Νομάρχης της Αστυνομίας(γαλλικά: Préfet de police‎‎) αποτελεί τον αρχηγό των αστυνομικών δυνάμεων της πόλης, υπαγόμενος απευθείας στον υπουργό Εσωτερικών, εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες πόλεις, όπου ο αρχηγός της τοπικής αστυνομίας υπάγεται στον δήμαρχο (γαλλικά: maire‎‎), ο οποίος και εκπροσωπεί τοπικά το Υπουργείο Εσωτερικών σε θέματα αστυνόμευσης.

Στη Γεωργία, ο νομάρχης (γεωργιανά: პრეფექტი) ήταν ο επικεφαλής του εκτελεστικού τμήματος ενός δήμου, που διοριζόταν απο τον Πρόεδρο της Γεωργίας από το 1990 εώς το 1992.

Στο Ιράν, ο νομάρχης (περσικά: بخشدار‎‎) είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση ενός τομέα στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα της χώρας.

Στην Ιταλία, οι νομάρχες (ιταλικά: prefetti‎‎) αποτελούν υψηλόβαθμους δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι ανήκουν στο Σώμα Νομαρχών (ιταλικά: Corpo prefettizio‎‎) και αποτελούν τους εκπροσώπους του κράτους σε μία Επαρχία. Οι νομάρχες έχουν πολιτική ευθύνη και συντονίζουν την τοπική ηγεσία της Κρατικής Αστυνομίας,-η οποία έχει τεχνική ευθύνη-και την επιβολή του νόμου όταν απειλείται η δημόσια ασφάλεια. Επίσης, έχουν ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ της κυβέρνησης και των τοπικών κυβερνήσεων και μεταξύ των διαφόρων οργάνων αυτοδιοίκησης κάθε επαρχίας.

Στο Κεμπέκ, ο νομάρχης (γαλλικά: préfet‎‎, αγγλικά: warden‎‎) είναι ο επικεφαλής ενός τοπικού επαρχιακού δήμου.

Στη Ρουμανία, ο νομάρχης (ρουμανικά: prefect‎‎) αποτελεί τον διορισμένο κυβερνητικό εκπρόσωπο μίας επαρχίας (județ) και στο Δήμο Βουκουρεστίου, σε μία υπηρεσία ονόματι νομαρχία (ρουμανικά: prefectură‎‎). Ο ρόλος του νομάρχη είναι η εκπροσώπηση της κυβέρνησης σε τοπικό επίπεδο, λειτουργώντας παράλληλα ως ενδιάμεσος σύνδεσμος και η παρακολούθυηση της εφαρμογής των Εθνικών Αναπτυξιακών Σχεδίων και άλλων προγραμμάτων σε τοπικό επίπεδο.

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. «Λεξικό της κοινής νεοελληνικής». www.greek-language.gr. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουλίου 2021.