Άνοιγμα κυρίου μενού

Καρυούπολις

προστατευόμενος αρχαιολογικός χώρος

Συντεταγμένες: 36°40′38″N 22°26′57″E / 36.67722°N 22.44917°E / 36.67722; 22.44917

Η Παλιά Καρυούπολις είναι μία Βυζαντινή ερειπωμένη πολιτεία στην Λακωνία, και συγκεκριμένα στη Μάνη.

Παλιά Καρυόπολις
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Παλιά Καρυόπολις
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Δήμος Γυθείου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λακωνίας
Υψόμετρο 430 μ
Πληθυσμός 0
Άλλα
Παλαιά ονομασία Καρυούπολις

Πίνακας περιεχομένων

Τοποθεσία - ΙστορίαΕπεξεργασία

 
Ο λόφος τής Παλιάς Καρυουπόλεως
 
Σκαλιστή Λάρνακα στην Παλιά Καρυούπολη

Βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου στρατηγικής σημασίας, για την ευρύτερη περιοχή. Η τοποθεσία είναι στο κέντρο της απόστασης που χωρίζει τον Λακωνικό από τον Μεσσηνιακό κόλπο, και παράλληλα είναι στην οριογραμμή των συνόρων της Ταινάριας από την Λακωνική περιοχή, όπως ήταν χωρισμένη κατά την εποχή της Ενετοκρατίας τον 16ο αιώνα.

Πρώτη γραπτή αναφορά του ονόματος υπάρχει από τον 8ο αιώνα, αλλά η πόλη προϋπήρχε, άγνωστο όμως πόσο. Το 821 εγκαταστάθηκε εκεί ο μοναχός Νικήτας και παρέμεινε έναν χρόνο. Στο διάστημα της παραμονής του έγραψε το εκκλησιαστικό έργο «Βίος του οσίου Φιλαρέτου».

Ο Νικήτας δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο, αλλά μέλος της αυτοκρατορικής οικογενείας του Βυζαντίου. Ο Όσιος Φιλάρετος από την Άμνια της Παφλαγονίας, ήταν παππούς του Νικήτα και της εξαδέλφης του Μαρίας, την οποία παντρεύτηκε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ΄ γεγονός που επέβαλε την εγκατάσταση της οικογένειας στην Κωνσταντινούπολη.

Μετά τη Φραγκοκρατία, που άρχισε να ακμάζει ο Μυστράς, η Καρυούπολις αποτέλεσε σημαντική πόλη για τους Παλαιολόγους. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, μάλιστα διατηρούσε εκεί φρουρά, και στρατοπεδάρχη τής εμπιστοσύνης του. Ως στρατοπεδάρχης την επoχή του αναφέρεται ο Γεώργιος (Solianos) Σοφιανός. Τα παραπάνω μας γνωστοποιούνται από τον περιηγητή Ciriaco de'Pizzicolli, περισσότερο γνωστό ως Κυριάκο από Ανκόνα, που την επισκέφθηκε το 1447 και φιλοξενήθηκε σε αυτή.

Από το 1618 που έχουμε την πρώτη γραπτή αναφορά για επισκοπή Καρυουπόλεως, αποτελούσε θρησκευτικό κέντρο στην περιοχή, και μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα. Εξίσου σημαντική συμμετοχή είχε στα Ορλωφικά,που συμμετείχε ο επίσκοπος Καρυουπόλεως Παΐσιος. Κατά την διάρκεια τής Ελληνικής Επαναστάσεως 1821 επίσκοπος Καρυουπόλεως είναι ο Κύριλλος Γέρμος. Η επισκοπή Καρυουπόλεως μετονομασθεί σε επισκοπή Γυθείου το 1833, με έδρα το Γύθειο. Σήμερα ακόμη αναφέρεται ως επισκοπή μόνο στο παλαιό ημερολόγιο.

Μακρά η σειρά των επισκόπων που διακόνησαν μεταξύ τών οποίων ο Ανανίας Λαμπαρδής και ο Παρθένιος. Ο πρώτος βρήκε τραγικό θάνατο αργότερα όταν ήταν μητροπολίτης Λακεδαίμονος στον Μυστρά από τούς Τούρκους, και ο δεύτερος ηγήθηκε του αποικισμού των Μανιατών στο Καργκέζε στην Κορσική το 1664. Το όνομα Καργκέζε δόθηκε αφού εκλατινίσθηκε το Καρυούπολις, σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή Δασκαλάκη. Η παράδοση διασώζει ότι ο προκάτοχος του επισκοπικού θρόνου Ιωάσαφ, γέρος πλέον παρέμεινε, μη δυνάμενος λόγω ηλικίας να ακολουθήσει, και αυτοκτόνησε. Ο αποικισμός και οι άλλες εξελίξεις στην περιοχή είχαν ως αποτέλεσμα την σταδιακή ερήμωση της πόλης. Έτσι, όλες οι δραστηριότητες και οι περισσότεροι κάτοικοι, αναζητώντας ευφορότερα εδάφη, εγκαταστάθηκαν ανατολικότερα στην περιοχή Μινιάκοβα που μετονομάστηκε Καρυούπολις και υπάρχει μέχρι σήμερα. Η ίδρυση της νέας πόλης και η εγκατάσταση, έγινε σταδιακά κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Η σημερινή ονομασία της ερημωμένης πόλης είναι Παλιά Καρυόπολις.

Στην Καρυούπολη και στην ευρύτερη περιοχή δραστηριοποιήθηκαν και οι Φωκάδες, απόγονοι της Βυζαντινής οικογένειας, που κατέφυγαν εκεί μετά την άλωση.

Σημερινή κατάστασηΕπεξεργασία

 
Άγιος Γεώργιος Παλιάς Καρυουπόλεως

O λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται η Βυζαντινή πόλη παρέμενε ασήμαντος για τους πολλούς, για αρκετά χρόνια.

Μετά τις τελευταίες πυρκαγιές στην περιοχή αποκαλύφθηκε το μέγεθος τών ερειπίων τής Καρυουπόλης.

Πλήθος από μνημεία, άλλα ταυτοποιημένα και άλλα ανεξερεύνητα καλύπτουν την κορυφή του λόφου και όχι μόνο, αλλά διάσπαρτα φτάνουν και μέχρι τους πρόποδες. Περισσότερες από δέκα εκκλησίες, άλλες των πρωτοβυζαντινών χρόνων, και άλλες των υστεροβυζαντινών. Τρεις από αυτές που είναι χαρακτηρισμένες ήδη μνημεία από την αρχαιολογική υπηρεσία με σχετικό ΦΕΚ, ανήκουν στην υστεροβυζαντινή περίοδο, σε ρυθμό μονόχωρου ναού μετά τρούλου, και χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα και 14ο αιώνα, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος. Επιπλέον υπάρχουν ερείπια δεκάδων κατοικιών και κτιρίων πάσης χρήσεως, οχυρωμένοι πύργοι, και υπολείμματα ακόμη και Ρωμαϊκής εποχής, είναι η σημερινή κατάσταση. Σημαντική θέση αυτή τού ανεμόμυλου, και τών δεξαμενών νερού που ονομάζονται Γηστέρνες. Επίσης παραμένουν τμήματα τού κατασκευασμένου δρόμου που οδηγούσε στην πόλη. Η σημερινή της ονομασία είναι Παλιά Καρυόπολις.

Απέναντι από τον λόφο, στα ανατολικά, βρίσκεται το χωριό Δροσοπηγή, ενώ στη βόρεια πλαγιά του ιδίου λόφου η Παναγίτσα.

Αναφορά στην αρχαιότηταΕπεξεργασία

Κατά την ιστορική διαδρομή η Καρυούπολις αποτέλεσε τον σημαντικότερο πυρήνα των εξελίξεων στην περιοχή, με ρόλο στην εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Παρέμεινε το προπύργιο και η ασπίδα της αντίστασης των Ελλήνων στις επιδρομές των διαφόρων εχθρικών φύλλων, από ξηρά και θάλασσα, σε όλη την διάρκεια τής ιστορίας της. Ίσως εκεί να βρισκόταν η αρχαία Πύρριχος, τής οποίας η θέσις δεν έχει καθορισθεί μα επιστημονική σαφήνεια. Λόγω τής στρατηγικής σημασίας τής θέσεώς της αποτέλεσε σίγουρα τον προμαχώνα του κάστρου τής Μαίνης. Από την Αργοναυτική εκστρατεία αναφέρεται ο βασιλιάς του Ταινάρου Εύφημος. Αργοναύτες υπήρξαν και οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης. Υπαγόταν στην αρχαία Ασίνη, σύμφωνα με την κατάθεση του Κυριάκου από Ανκώνα.

Αναφορά στην Νέα ΚαρυούποληΕπεξεργασία

Το πρώτο μισό τού 18ου αιώνα η Καρυούπολις, βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο μετοίκισης στην Μινιάκοβα. Τα αίτια της σταδιακής μετακίνησης είναι η αναζήτηση ευφορότερων χωραφιών, και η προβλεπόμενη ανάπτυξη της περιοχής Γυθείου, το οποίο ιδρύθηκε το 1740μ.χ. με το όνομα Μαραθονήσι. Η επισφράγιση της μετοίκισης έγινε με την μεταφορά και της επισκοπικής έδρας, η οποία πιθανόν ολοκληρώθηκε επί διακονίας του Ανανία Λαμπαρδή (1741-1747μ.χ.) στην επισκοπή Καρυουπόλεως. Η Μανηάκοβα ή Μινιάκοβα, τοπωνύμιο Σλαβικής προέλευσης,σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, ονομαζόταν αρχικά ο οικισμός που ιδρύθηκε κυρίως από μέλη της οικογένειας Φωκάδων Καβαλιεράκηδων, της Καρυούπολης, όπως ο Φλίτσος, το Καυκί, και το Νιοχώρι. Σώζεται σκαλισμένη, πάνω σε πέτρα, χρονολογική επιγραφή 1749μ.χ. που επιβεβαιώνει το κτίσιμο του σπιτιού Καβαλιεράκη. Η παρουσία λοιπόν της επισκοπικής έδρας στην Μινιάκοβα είχε και ως υποχρεωτικό αποτέλεσμα την αλλαγή της ονομασίας σε Καρυούπολη. Έκτοτε η παλιά βυζαντίνη πόλη ονομάζεται Παλιά Καρυούπολις. Η σημερινή Καρυούπολις είναι παραδοσιακός οικισμός σε οχυρή θέση που μαζί με τους συνοικισμούς Βρύσες, Λαγκάδα και Πρωτοβά, απαριθμεί 160 κατοίκους και αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Γυθείου. Στο ύψωμα του λόφου βρίσκεται το επιβλητικό οχυρό των Καβαλλιεράκη – Φωκά που εμπόδιζε την διέλευση προς την Μάνη και αποτελείται από δύο κύρια κτιριακά συγκροτήματα με τοξωτές πύλες, περίβολο και πολεμίστρες, που αρκετές είναι δίδυμες. Δυτικά βρίσκεται ο ναός του Αγίου Πέτρου και ανατολικά ο Πύργος του Κοσονάκου, που κτίστηκε στα χρόνια της επανάστασης του (1821μ.χ.) και δεσπόζει στην περιοχή, ενώ δίπλα του είναι ο Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Ο Ναός περιλαμβάνει τοιχογραφίες του 19ου αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα όψιμης μεταβυζαντινής τέχνης της Μάνης (1749μ.χ.).

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  • ΚΑΡΥΟΥΠΟΛΙΣ ΜΙΑ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΛΗ,(εκ των «Λακωνικών Σπουδών» τ.Θ’ σσ 3-60)της Αρχαιολόγου Ροδονίκης Ετζεόγλου.
  • ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ 15ος-19ος αιώνας τού Κώστα Κόμη, εκδοθέν από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
  • Cyriec of Ancona: Later travels edited and translated by Edward W. Bodnar) Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
  • Georgetown university, professor Edward W.Bodnar S.J.
  • ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, εκδόσεις κάκτος Χατζόπουλος.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΝΗΣ, τού Ανάργυρου Κουτσιλιέρη εκδόσεις Παπαδήμα.
  • ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ ΛΑΚΩΝΙΚΑ, τού Iωάννη Β.Βίγλα εκδόσεις Μοριάς.