Άνοιγμα κυρίου μενού

Συντεταγμένες: 37°03′59″N 22°22′35″E / 37.0664°N 22.3764°E / 37.0664; 22.3764

Ο Μυστράς, γνωστός και ως Μυζηθράς στο Χρονικόν του Μορέως, ήταν μία οχυρωμένη ελληνική πόλη και πρώην δήμος (Δήμος Μυστρά) στη Λακωνία της Περιφέρειας Πελοποννήσου[1]. Ευρισκόμενος στον Ταΰγετο, κοντά στην αρχαία Σπάρτη, ο Μυστράς υπήρξε πρωτεύουσα του βυζαντινού Δεσποτάτου του Μυστρά τον 14ο και 15ο αιώνα, βιώνοντας μία περίοδο ευημερίας και πολιτιστικής άνθησης. Η περιοχή παρέμεινε κατοικημένη καθ' όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όταν εσφαλμένα θεωρήθηκε από τους δυτικούς ταξιδιώτες ότι ήταν η αρχαία Σπάρτη. Τη δεκαετία του 1830, εγκαταλείφθηκε και χτίστηκε η νέα πόλη της Σπάρτης, περίπου 8 χιλιόμετρα ανατολικά.

Μυστράς
Τα ανάκτορα του Μυστρά
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Μυστράς
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Πελοποννήσου
Δήμος Σπάρτης
Ταχ. κωδ. 23100
Τηλ. κωδ. 27310
Ιστοσελίδα odysseus.culture.gr
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Μυστράς
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
GR-mystras-pantanassa-kirche-aussen.jpg
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια ii, iii, iv
Ταυτότητα 511
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1989 (13η συνεδρίαση)

Μετά τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης το 2011 (πρόγραμμα «Καλλικράτης»), αποτελεί δημοτική ενότητα του δήμου Σπάρτης της Π.Ε. Λακωνίας[2]. Η δημοτική ενότητα έχει έκταση 131,95 τ. χλμ.

Πίνακας περιεχομένων

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η ιστορία «της νεκρής πολιτείας» σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249, ο πρίγκιπας των Φράγκων Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ισχυρό τείχος και κάστρο στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζηθράς.

Το όνομα Μυστράς ή Μυζηθράς προϋπήρχε της ίδρυσης του κάστρου και ήταν η ονομασία με την οποία αποκαλούσε το βουνό ο τοπικός πληθυσμός πριν από το 1249. Μάλιστα, σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως, ο Γουλιέλμος ονόμασε το κάστρο Μυζηθράν, "διατί το κράζαν ούτως" («Βουνίν εύρε παράξενο, απόκομμα εις όρος. Κάστρον εποίκεν αφηρόν, Μυ(ζη)θράν ονομασέν το»). Η ονομασία σχετίζεται με τη μυζήθρα και, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, συνδέεται με το σχήμα του βουνού. Κατ' άλλους, προέρχεται από το Μυζηθράς, το οποίο αποδίδεται στον κύριο της περιοχής (ως όνομα ή ως επάγγελμα).

Η οχύρωση του βουνού και η μετεξέλιξη του Μυστρά, κατά τους επόμενους δύο αιώνες (ύστερη βυζαντινή περίοδος), σε ισχυρό πολιτικό, στρατιωτικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο συνδέεται με την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία (1204). Μετά από αυτή μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον του Βυζαντίου προς τις δυτικές επαρχίες του. Η αλλαγή συνδέεται και με την εμπορική διείσδυση των ιταλικών πόλεων (Βενετίας, Γένοβα, Πίζας κ.ά.), η οποία αναβάθμισε τη σημασία των εμπορικών κέντρων και των ναυτικών σταθμών της Πελοποννήσου.

Στην Πελοπόννησο οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν το 1204, έχοντας ως ηγέτη τους τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας (ή Μορέως), όμως κατόρθωσαν να επεκτείνουν τα όριά του ως τη νότια Πελοπόννησο μετά το 1248, όταν ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε τη Μονεμβασιά. Η ίδρυση του κάστρου στον Μυστρά το 1249 σηματοδοτούσε την εδραίωση της κυριαρχίας τους στην Πελοπόννησο.

Ο Μυστράς, ένα απομονωμένο βουνό, ύψους 634 μ., ανήκει στον ορεινό όγκο του Ταΰγετου και αποτελεί μία πολύ ισχυρή στρατηγική θέση. Το ιδιόμορφο ανάγλυφο του βουνού, με τα δύο πλατώματα στην κορυφή (όπου χτίστηκε το κάστρο) και στη βόρεια ράχη (όπου βρίσκονται τα παλάτια και η πλατεία), οι απότομες και απρόκρημνες πλαγιές στη νότια και νοτιοανατολική πλευρά του, και η δυνατότητα εύκολης οχύρωσης των υπόλοιπων πλευρών, που ήθελε από εδώ να ελέγχει και τα ατίθασα σλαβικά φύλα της περιοχής (τους Μηλιγγούς), ήταν τα φυσικά πλεονεκτήματα αυτής της θέσης και ερμηνεύουν την επιλογή του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου.

1259: Ο Μυστράς παραχωρείται στους ΒυζαντινούςΕπεξεργασία

Το 1259, στη μάχη της Πελαγονίας, στην οποία συγκρούστηκε το πριγκιπάτο της Αχαΐας και την αυτοκρατορία της Νίκαιας, οι Φράγκοι ηττήθηκαν και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος συνέλαβε τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο. Ο τελευταίος, για να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή του, παραχώρησε τα κάστρα της Μεγάλης Μαΐνης, της Μονεμβασιάς και του Μυστρά.

Μετά από το 1262, ο Μυστράς έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού, του «σεβαστοκράτορος», ο οποίος άλλαζε κάθε χρόνο και διοικούσε όλη την Πελοπόννησο. Από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδος του Μυστρά, που διήρκεσε δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της πεδιάδας άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους γύρω από το κάστρο, για να προστατευτούν από τις επιδρομές. Ο πληθυσμός αυξήθηκε ταχύτατα, δημιουργώντας μία νέα πόλη, που ονομάστηκε Χώρα και στη συνέχεια περιτειχίστηκε. Οι κάτοικοι που αναζητούσαν μόνιμη διαμονή συνέχιζαν να αυξάνουν, με αποτέλεσμα να κατοικηθεί και η περιοχή γύρω από το δεύτερο τείχος. Σταδιακά διαμορφώθηκε και η Κάτω Χώρα, η οποία επίσης περιτειχίστηκε. Την περίοδο αυτή ο Μυστράς γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της μητρόπολης Λακεδαιμονίας, χτίστηκε η μητρόπολη, η μονή των Αγίων Θεοδώρων, το Αφεντικό (Οδηγήτρια) και υπήρξε ιδιαίτερη πνευματική άνθηση.

Από το 1308 το σύστημα της διοικήσεως μεταβλήθηκε και ο τίτλος του στρατηγού έδωσε τη θέση του σε μόνιμους διοικητές. Πρώτος διοικητής ήταν ο Μιχαήλ Καντακουζηνός (απεβ. 1316) (1308-1316). Τον διαδέχτηκε ο Ανδρόνικος Ασάν (1316-1322).

Το Δεσποτάτο και η οθωμανική κατάκτησηΕπεξεργασία

 
Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας στο Μυστρά, που αναπαριστά τον δεσπότη Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο ως ηγεμόνα και μοναχό.

Το 1348 δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο του Μορέως, με πρώτο δεσπότη τον Μανουήλ Καντακουζηνό (1349-1380), γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Τον διαδέχτηκαν ο αδερφός του Ματθαίος Καντακουζηνός (1380-1383) και ο γιος του Ματθαίου Δημήτριος Α΄ Καντακουζηνός (1383-1384). Ο τελευταίος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, όταν διεκδίκησε μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την Κωνσταντινούπολη, και έδωσε τη θέση του στο γιο του αυτοκράτορα, Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο (1383-1407). Τα χρόνια που ακολούθησαν το δεσποτάτο επεκτάθηκε σε όλη την Πελοπόννησο, αναβαθμίζοντας την πολιτική, διοικητική και πνευματική σημασία του Μυστρά.

Το 1429 δημιουργήθηκε ένα δεύτερο δεσποτάτο στο Μοριά, με έδρα τη Γλαρέντζα, ηγέτης του οποίου ορίστηκε ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ενώ το 1430 ιδρύθηκε και τρίτο, με έδρα τα Καλάβρυτα, με δεσπότη τον Θωμά Παλαιολόγο, αδερφό του Κωνσταντίνου και του Θεόδωρου Β΄ Παλαιολόγου, ο οποίος ήταν δεσπότης του Μυστρά την περίοδο 1407-1443. Το 1443 ο Κωνσταντίνος έγινε δεσπότης του Μυστρά, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1448, οπότε χρίστηκε αυτοκράτορας -ο τελευταίος- της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τελευταίος δεσπότης του Μυστρά ήταν ο Δημήτριος Παλαιολόγος (1449-1460).

Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου, σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ' όλους ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων.

Τα χρόνια αυτά ο Μυστράς, και γενικότερα η Πελοπόννησος, γνώρισε μία νέα οθωμανική επιδρομή (1446), την εξέγερση των Αλβανών (1453), τις συναλλαγές των δεσποτών με τον Μωάμεθ Β' για να καταπνιγούν οι στάσεις, τις εμφύλιες συγκρούσεις των δεσποτών και το διχασμό ανάμεσα στους δεσπότες που προσέβλεπαν προς τη Δύση και σ' εκείνους που έδειχναν διάθεση συναλλαγής με τους Οθωμανούς.

Στις 30 Μαΐου του 1460, ο Δημήτριος Παλαιολόγος παρέδωσε χωρίς μάχη τον Μυστρά στους Οθωμανούς και προσκολλήθηκε στην αυλή του σουλτάνου.

Οθωμανική και ενετική κυριαρχίαΕπεξεργασία

 
Μυστράς, 1686.

Μετά την οθωμανική κατάκτηση, ο Μυστράς είχε φθίνουσα πορεία. Σημαντική στιγμή αυτής της πορείας ήταν η ανεπιτυχής προσπάθεια του ηγεμόνα του Ρίμινι Σιγισμούνδου Μαλατέστα, στην αρχή του Α' Ενετοτουρκικού πολέμου (1464), να καταλάβει την πόλη.

Το 1600 βρήκε τον Μυστρά έδρα μιας από τις διοικητικές περιφέρειες (σαντζάκια) του εγιαλετίου του Αιγαίου, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην αύξηση του πληθυσμού του. Μάλιστα, το 1668 η επαρχία (καζάς) του Μυστρά αριθμούσε περίπου 9.000 κατοίκους και ήταν η μεγαλύτερη της Πελοποννήσου.

Δύο και πλέον αιώνες μετά την πολιορκία του Μυστρά από τον Μαλατέστα, κατά τον τρίτο χρόνο του νέου Ενετοτουρκικού πολέμου (Αύγουστος 1687), οι Ενετοί κατέλεβαν τον Μυστρά και μετέφεραν την πρωτεύουσα της επαρχίας Λακωνίας στη Μονεμβασία. Την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας (1687-1715) ο Μυστράς άκμασε ως κέντρο σηροτροφίας.

Ακολούθησε νέα οθωμανική κατάκτηση (1715) και μετά μια ολιγόμηνη απελεύθερωση του Μυστρά κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1770. Κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών, πιο συγκεκριμένα, Μανιάτες και Ρώσοι, με επικεφαλής τον Αντώνιο Ψαρό, Έλληνα αξιωματικό του ρωσικού στρατού, και τον Μπάρκοφ κατέλαβαν την πόλη το Μάρτιο του 1770. Τότε οι Οθωμανοί κάτοικοι της πόλεως, αν και παραδόθηκαν με τον όρο να εξέλθουν με τις οικογένειές τους, κατά την έξοδό τους εξολοθρεύτηκαν από απειθάρχητους Μανιάτες. Ο τότε μητροπολίτης, που μπήκε ανάμεσά τους με το σταυρό, κατόρθωσε να συγκρατήσει τους Μανιάτες. Όταν αποχώρησαν οι Ρώσοι, η περιοχή περιήλθε και πάλι στην οθωμανική κυριαρχία και, παρότι γνώρισε άγρια αλβανική επιδρομή και λεηλασία, κατόρθωσε να έχει νέα πορεία ανάπτυξης.

Ο πληθυσμός του Μυστρά έφτασε κατά τα τέλη του 18ου αι. στους 18.000 κατοίκους. Η ανάπτυξή του στηρίχτησε στο εμπόριο του μεταξιού και στην εμποροπανήγυρη που γινόταν κάθε Σεπτέμβριο. Μάλιστα, ο Μυστράς έφτασε να θεωρείται η δεύτερη σε σημασία αγορά της πελοποννησιακής ενδοχώρας μετά από την Τρίπολη Αρκαδίας. Έτσι, κατά τα τέλη του 18ου αι., το 12% των κατοίκων του Μυστρά ήταν Εβραίοι, ενώ στην πόλη υπήρχαν υποκαταστήματα γαλλικών εμπορικών οίκων και οι έμποροι από τον Μυστρά μνημονεύονται στη Μασσαλία και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

 
Παναγιώτης Γιατράκος

Οι κάτοικοι του Μυστρά συμμετείχαν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο προεστός Παναγιώτης Κρεββαττάς, ο Παναγιώτης Γιατράκος και άλλοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία, ενώ πολλοί αγωνίστηκαν στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Η πόλη πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ το 1825, κατά την εισβολή των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο.

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και της Σπάρτης (1834), οι κάτοικοι του Μυστρά εγκατέλειψαν σταδιακά τον οικισμό και εγκαταστάθηκαν στη νέα πόλη. Ένα δίστιχο που λεγόταν γύρω στα 1840 εγκωμίαζε τα διπλανά χωριά, ενώ υπενθύμιζε την εγκατάλειψη του Μυστρά.
«Παρόρι με τα κρύα νερά κι' Άι Γιάννη με τ' άνθη.
κι' εσύ, καημένε μου Μυστρά, που σ' έφαγεν η Σπάρτη».

Ο Μυστράς, που το 1879 είχε μόλις 913 κατοίκους, δεν έπαυσε, εντούτοις, ως ιστορικός χώρος, να προκαλεί το ενδιαφέρον Ελλήνων και ξένων, όπως προκύπτει από τις περιγραφές περιηγητών του 19ου και 20ού αι. Οι τελευταίες οικογένειες εγκατέλειψαν τον Μυστρά το 1952, οπότε ολόκληρος ο οικισμός κηρύχτηκε αρχαιολογικός χώρος.

Ο οικισμόςΕπεξεργασία

 
Σχέδιο του Μυστρά
1. Είσοδος στην Κάτω Χώρα
2. Μητρόπολη
3. Ευαγγελίστρια
4. Άγιοι Θεόδωροι
5. Μονή Βροντοχίου
6. Πύλη της Μονεμβασίας
7. Άγιος Νικόλαος
8. Ανάκτορο Δεσποτών και πλατεία
9. Πύλη τ' Αναπλιού
10. Είσοδος στην Επάνω Χώρα
11. Αγία Σοφία
12. Παλατάκι
13. Κάστρο
14. Μαυρόπορτα
15. Μονή Παντάνασσας
16. Ταξιάρχες
17. Οικία Φραγκόπουλου
18. Μονή Παναγίας Περιβλέπτου
19. Άγιος Γεώργιος
20. Οικίες οικογένειας Κρεββατά
21. Είσοδος "Μαρμάρα"
22. Αϊ-Γιαννάκης
23. Οικία Λάσκαρη
24. Άγιος Χριστόφορος
25. Ερείπια
26. Αγία Κυριακή

Η φυσική αμυντική οχύρωση και η στρατηγική θέση έδωσαν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί στον Μυστρά μια ολόκληρη καστροπολιτεία, η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο δείγμα μεσαιωνικού οικισμού στον ελληνικό χώρο. Μάλιστα ο Μυστράς είχε την τύχη να μην υποστεί σημαντικές καταστροφές λόγω πολεμικών συγκρούσεων, γεγονός που επέτρεψε την ομαλή συνέχιση της ζωής στην πόλη κατά το μεγαλύτερο μέρος της Τουρκοκρατίας.

Πυρήνας της πόλης υπήρξε το κάστρο που έχτισε ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος στην κορυφή του λόφου (υψόμετρο 634 μ.). Εδώ ειχε την έδρα της η "κεφαλή", ο στρατηγός. Η σταδιακή επέκταση της πόλης στις πλαγιές του λόφου συνετέλεσε στη διαμόρφωση άλλων δύο χαρακτηριστικών οικιστικών ενοτήτων, που καθορίζουν και τη διαδρομή του επισκέπτη στο χώρο, αλλά και στο χρόνο.

Ακριβώς κάτω από το κάστρο, σε πλάτωμα του λόφου, διαμορφώθηκε η συνοικία των ανακτόρων (Επάνω Χώρα), που αναπτύχθηκε κυρίως προς τη βορινή πλευρά, με κύριο χαρακτηριστικό τα παλάτια των δεσποτών, την πλατεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα η πόλη απέκτησε και νέο τείχος.

Σταδιακά ο οικισμός επεκτάθηκε πιο χαμηλά και έξω από το τείχος, προς τους πρόποδες. Διαμορφώθηκε έτσι η συνοικία των αστών ή Κάτω Χώρα, σε αντιδιαστολή με την προγενέστερη Επάνω Χώρα. Εδώ χτίστηκαν διαδοχικά τα περισσότερα αρχοντικά (των Λασκαραίων, του Φραγκόπουλου κ.ά.), οι σημαντικότεροι βυζαντινοί ναοί, καθώς και αρκετά μικρά παρεκκλήσια. Νέο τείχος χτίστηκε για να περιλάβει και αυτό το τμήμα της πόλης, ενώ και έξω από το νέο τείχος, σχηματίστηκε καινούργια συνοικία, η Έξω Χώρα. Έτσι, στην εποχή της ακμής του Μυστρά (αρχές του 15ου αι.) ολόκληρη η πλαγιά ήταν κατοικημένη.

Η πρόσβαση στην καστροπολιτεία γίνεται κυρίως από την πάνω είσοδο, στη βορειοδυτική πλευρά, η οποία βρίσκεται μεταξύ του κάστρου και της Επάνω Χώρας, λίγο ψηλότερα από την πύλη του Ναυπλίου. Στο σημείο αυτό, το οποίο φυλάσσεται από επιβλητικό πύργο, οδηγεί σύγχρονος ασφαλτόδρομος. Ο σύντομος και στενός (πλάτους 3 μ.) ανηφορικός δρόμος που ξεκινάει από το σημείο αυτό είναι ο ευκολότερος τρόπος για να προσεγγίσει κανείς το κάστρο. Ασφαλτόδρομος οδηγεί τον επισκέπτη και στην κάτω είσοδο των εξωτερικών τειχών.

Το εσωτερικό τείχος, το οποίο περιέβαλλε την Επάνω Χώρα είχε δύο πύλες: στα ανατολικά την πύλη της Μονεμβασίας (ή "Μονεμβασιάς"), που ήταν γνωστή και ως "Σιδερόπορτα", και στα δυτικά την πύλη του Ναυπλίου (ή "τ' Αναπλιού"). Τις δύο πύλες ένωνε ο κεντρικός δρόμος, που περνούσε από την πλατεία.

Το κάστροΕπεξεργασία

Η σημερινή μορφή του κάστρου είναι προϊόν διαδοχικών φάσεων: της αρχικής του Βιλλεαρδουίνου και, στη συνέχεια, των εργασιών που έγιναν στα χρόνια των Βυζαντινών και των Οθωμανών.

Το κάστρο είναι μακρόστενο και εκτείνεται σε μήκος 170 μ. Περικλείει ένα πλάτωμα και έχει δύο περιβόλους που ακολουθούν την κλίση του εδάφους: τον εξωτερικό, με τον κυκλικό πύργο του βιγλάτορα, και τον εσωτερικό, με την κατοικία του διοικητή και μια δεύτερη σημαντική βίγλα. Από τον πύργο του βιγλάτορα ελέγχεται ο Ταΰγετος και όλη η κοιλάδα, ενώ από τη βίγλα του εσωτερικού περιβόλου ελέγχονται οι δυτικές του πλαγιές, απ' όπου έρχονταν οι Μηλιγγοί. Προς τον Ταΰγετο η νοτιοανατολική πλευρά του βουνού είναι απρόσιτη. Η θέα στην κοιλάδα του Ευρώτα από το κάστρο είναι εντυπωσιακή.

Κάτω από το κάστρο είχαν αναπτυχθεί τα τείχη του Μυστρά. Η πρώτη οχύρωση, που στην ουσία προστάτευε την Επάνω Χώρα, ξεκινούσε από το κάστρο, προστάτευε τα παλάτια και αρκετά αρχοντικά, συνέχιζε πάνω από την Παντάνασσα και έφτανε στον γκρεμό. Στη δυτική του πλευρά υπήρχαν μια σειρά πύργοι, ενώ εξαιρετική οχύρωση είχαν και οι δύο πύλες της πλευράς αυτής. Ακόμη πιο κάτω βρισκόταν ο δεύτερος οχυρωματικός περίβολος, ο οποίος προστάτευε τον κυρίως οικισμό και είχε ως σημεία αναφοράς το Αφεντικό (βορειοδυτικά), τη Μητρόπολη (βορειοανατολικά) και την Περίβλεπτο (νοτιοανατολικά).

ΑνάκτοραΕπεξεργασία

 
Το ανάκτορο των Δεσποτών

Στην πλατεία της Επάνω Χώρας, σε μια θέση που εποπτεύει όλο το λόφο και την κοιλάδα της Σπάρτης, ορθώνεται ένα μεγάλο συγκρότημα πρόσφατα αναστηλωμένων κτηρίων, τα οποία ταυτίζονται με τα ανάκτορα των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών. Τα επιβλητικά αυτά κτήρια, τα οποία σχηματίζουν δύο πτέρυγες που ενώνονται σχεδόν σε ορθή γωνία, κλείνουν τη βορειοανατολική πλευρά της πλατείας και ορίζουν έναν προστατευμένο χώρο όπου γίνονταν οι συνάξεις του λαού.

Οι διαφοροποιήσεις στα αρχιτεκτονικά πρότυπα δείχνουν ότι οι δύο πτέρυγες χτίστηκαν σταδιακά και σε διαδοχικές φάσεις. Η βορειοανατολική πτέρυγα άρχισε να χτίζεται μάλλον επί Λατινοκρατίας (1249-1261) και χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα, κλιμακωτή διάταξη των κτηρίων και φρουριακή όψη. Σε αυτή ανήκουν το αρχικό κτήριο με το γοτθικό τόξο στα μικρά του παράθυρα, το μαγειρείο με την εστία του και τις στέρνες, καθώς και το μεταγενέστερο δίπατο κτήριο που χρησίμευε ως κατοικία του δεσπότη (χρονολογείται στα 1350-1400).

Η βορειοδυτική πτέρυγα, η οποία αποτελεί ένα ενιαίο κτήριο, είναι σπάνιο δείγμα κοσμικής βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Πρέπει να χτίστηκε μετά το 1400 από τους Παλαιολόγους και παρουσιάζει πολλές αναλογίες με αντίστοιχα βυζαντινά κτήρια, όπως το ανάκτορο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου στην Κωνσταντινούπολη, του 13ου-14ου αι. Η πτέρυγα αυτή αποτελεί στην ουσία μια ολοκληρωμένη ανακτορική κατοικία: έχει ένα μικρό υπόγειο με καμαρωτή οροφή και δύο ορόφους. Ο πρώτος όροφος χωριζόταν σε οκτώ διαμερίσματα, ενώ ο δεύτερος, ο οποίος ήταν ενιαίος, αποτελούσε την Αίθουσα του Θρόνου, το λεγόμενο "χρυσοτρίκλινον" των Βυζαντινών. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα, που θερμαινόταν με οκτώ τζάκια, ήταν πιθανόν διακοσμημένη με τοιχογραφίες και είχε περιμετρικά στο εσωτερικό της χαμηλό χτιστό πεζούλι, για να κάθονται οι επισκέπτες.

Τα σπίτιαΕπεξεργασία

Στον Μυστρά σώζονται σπάνια δείγματα βυζαντινών σπιτιών και αρχοντικών, δίνοντας μία εικόνα της αρχιτεκτονικής των κατοίκων κατά τον Μεσαίωνα. Σώζονται επίσης και πολλά σπίτια της Τουρκοκρατίας. Η μορφή τους καθορίστηκε από τη μορφολογία του εδάφους και την πολεοδομική διάταξη του οικισμού. Μερικά είναι απλά δίπατα κτήρια χωρίς πύργο, κάποια έχουν στην πρόσοψη ηλιακόν (λιακωτό), ενώ άλλα αποτελούν πραγματικά αρχοντικά με πύργο.

Γενικά, τα σπίτια είναι ορθογώνια, με το μεγάλο τους άξονα κάθετο προς την κλίση του εδάφους και το πίσω μέρος "χωμένο" στο έδαφος. Έχουν κατώι για τα ζώα και, σε αρκετές περιπτώσεις, καμαροσκέπαστο πέρασμα στο ισόγειο (διαβατικό). Επίσης διαθέτουν αποχωρητήρια, που αναφέρονται στα βυζαντινά κείμενα ως απόπατοι. Η διημέρευση γινόταν στο ανώι, σ' ένα ευρύχωρο δωμάτιο, το τρίκλινο, με παράθυρα και μεγάλες κόγχες στους τοίχους. Οι εξώστες (ηλιακά) στηρίζονται σε σειρές από μικρά διακοσμητικά τόξα. Παρότι στο ισόγειο και στον όροφο υπήρχαν τόξα, η στέγη των σπιτιών ήταν πάντα δίρριχτη. Τα περισσότερα από αυτά ήταν σοβαντισμένα μέσα κι έξω -ιδιαίτερα στην Κάτω Χώρα- εφάπτονταν μεταξύ τους, αφήνοντας όμως και χώρους για αυλές και κήπους.

Σε καλή κατάσταση σώζεται το λεγόμενο "παλατάκι" ή "αρχοντικόν", λίγο πάνω από τον Άγιο Νικόλαο, που είναι και το πιο σύνθετο σπίτι του Μυστρά, καθώς και το σπίτι του Φραγκόπουλου κάτω από την Παντάνασσα, προς την Περίβλεπτο, και του Λάσκαρη κοντά στη Μητρόπολη, που έχει οικοδομηθεί σε διαφορετικές φάσεις και εξυπηρετούσε εύπορη οικογένεια που ανήκε στον αυτοκρατορικό κύκλο[3].

Οι εκκλησίες του ΜυστράΕπεξεργασία

 
Η μητρόπολη του Μυστρά (Άγιος Δημήτριος)
 
Η Παναγία η Οδηγήτρια

Στον Μυστρά δεσπόζουν 7 σημαντικές εκκλησίες:

  • Ο Άγιος Δημήτριος (Μητρόπολη). Βασιλική ξυλόστεγη, με ωραία γλυπτά στο τέμπλο και τοιχογραφίες. Στο προαύλιό της βρίσκεται το Μητροπολιτικό μέγαρο, σήμερα το Μουσείο του Μυστρά.
  • Η Ευαγγελίστρια, μονώροφη με χαρακτηριστικό πλατύ νάρθηκα.
  • Οι Άγιοι Θεόδωροι, με το χαρακτηριστικό πασίγνωστο οκτάγωνο τρούλο, η μεγαλύτερη και αρχαιότερη εκκλησία του Μυστρά. Διατηρεί εντυπωσιακές τοιχογραφίες, μεταξύ των οποίων και προσωπογραφία του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου με χρονολογία 1423. Εδώ και ο τάφος του δεσπότη του Μορέως Θεοδώρου Α΄.
  • Η Παναγία η Οδηγήτρια (Αφεντικό). Έτσι ονομάζεται τρίκλινος διώροφος τρουλωτός ναός με δύο εκατέρωθεν παρεκκλήσια εκείνο των «χρυσοβούλων» επειδή εσωτερικά καλύπτεται με αγιογραφική σύνθεση αγγέλων να κρατούν χρυσόβουλα των ετών 1314, 1319, 1320 και 1322, και το άλλο του Ανδρόνικου που εικονίζονται ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος και ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος.
  • Η Αγία Σοφία, πάνω από τα παλάτια, του 1350, ήταν το καθολικό της μονής του Ζωοδότη Χριστού και πιθανότατα αποτελούσε την εκκλησία των Παλατιών. Σε αυτή έχουν ταφεί πολλά μέλη της άρχουσας τάξης του Μυστρά και σε τάφο της βόρειας στοάς βρέθηκε το μεταξωτό γυναικείο φόρεμα αρχόντισσας των αρχών του 15ου αιώνα, που είναι στο μουσείο του Μυστρά.
  • Η Περίβλεπτος.
  • Η Παντάνασσα (γυναικείο μοναστήρι), η εκκλησία της οποίας είναι το καλύτερα διατηρούμενο μνημείο. Εκεί βρίσκονται και οι τάφοι της δέσποινας Κλεόπα Μαλατέστα και της Θεοδώρας, της συζύγου του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

Οι εκκλησίες αυτές υπήρξαν καθολικά μοναστηριών. Γενικά οι εκκλησίες του Μυστρά αποτελούσαν χώρο μάθησης της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, αγιογραφίας και χωροταξικής μελέτης της εποχής λίγο πριν την αναγέννηση. Σήμερα, μόνο η Παντάνασσα λειτουργεί ως μοναστήρι. Πολλές από τις εκκλησίες οφείλουν τη σημερινή τους μορφή σε εργασίες συντήρησης που πραγματοποιήθηκαν από τον Αναστάσιο Ορλάνδο λίγο πριν το 1940. Η μορφή των εκκλησιών συνδέεται με το φυσικό ανάγλυφο της θέσης στην οποία χτίστηκαν. Έτσι, το σύνολο των εκκλησιών αποκλίνει προς την ανατολή, κατά παράβαση των σχετικών κανόνων της θρησκευτικής παράδοσης. Μία από αυτές, ο Άγιος Γεώργιος, έχει φορά από το βορρά προς το νότο. Ως προς την αρχιτεκτονική μορφή, κυριαρχούν ο απλός βασιλικός τύπος και ο χαρακτηριστικός για τον Μυστρά τύπος που συνδυάζει τη βασιλική στο ισόγειο και το ναό με τρούλους στο υπερώο. Σήμα κατατεθέν των εκκλησιών είναι και οι εξωτερικές στοές. Συνολικά, η αρχιτεκτονική μορφή και τα δομικά υλικά διαμορφώνουν ένα απόλυτα αρμονικό σύνολο με το περιβάλλον.

Μητρόπολη (Άγιος Δημήτριος)Επεξεργασία

 
Το σημείο όπου ορκίστηκε ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος.

Πρόκειται για συγκρότημα κτηρίων που βρίσκεται μέσα από το βορειότερο σημείο του εξωτερικού τείχους. Είναι το αρχαιότερο σωζόμενο μνημείο της πόλης[4]. Δύο είσοδοι, μια μικρή και παλαιότερη, νότια, και μια μεταγενέστερη και πιο επιβλητική, στη δυτική αυλή, οδηγούν στο εσωτερικό του συγκροτήματος και στο ναό, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο. Εδώ στέφθηκε αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος -η πλάκα με το δικέφαλο αετό στο κέντρο του ναού μαρτυρεί αυτό ακριβώς το γεγονός. Ο ναός είναι μια τροποποιημένη μορφή της αρχικής τρίκλιτης βασιλικής που άρχισε να χτίζεται μάλλον από το μητροπολίτη Ευγένιο το 1263. Στη συνέχεια προστέθηκαν οι εργασίες και η διακόσμηση (τέλη 13ου αι.) του μητροπολίτη Νικηφόρου Μοσχόπουλου, με χορηγία του αδερφού του Ααρών, η μορφή του οποίου ξεχωρίζει ανεπαίσθητα σε μια τοιχογραφία στο ιερό. Κατά το 15ο αι., ο μητροπολίτης Ματθαίος γκρέμισε την ξύλινη δίρριχτη στέγη. Στη θέση της κατασκευάστηκε ένα σύμπλεγμα τρούλων, ενώ παράλληλα προστέθηκε ο γυναικωνίτης και καταστράφηκε το πάνω μέρος των τοιχογραφιών του εσωτερικού κλίτους. Έτσι ο ναός μετατράπηκε σε βασιλική κάτω και σταυροειδή με τρούλο πάνω.

Ο γλυπτός διάκοσμος του ναού εμφανίζει ποικιλία ως προς το ύφος και την εποχή, ενώ αξιοπρόσεκτος είναι ο ανάγλυφος δικέφαλος αετός των Παλαιολόγων στο δάπεδο, κάτω από τον τρούλο. Ποικιλία ως προς την τεχνοτροπία αλλά μεγαλύτερη εντόπιση ως προς το χρόνο (τελευταίο τέταρτο 13ου-αρχές 14ου αι.) εμφανίζουν οι εξαιρετικές τοιχογραφίες του ναού, που σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στον Νικηφόρο.

Το συγκρότημα της Μητρόπολης συμπληρώνουν κτήρια που προστέθηκαν μεταγενέστερα: το πυργόμορφο καμπαναριό (στη νοτιοανατολική γωνία του ναού), η στοά με τους πεσσούς και τις καμάρες στη δυτική πρόσοψη, μια δεύτερη στοά στη βόρεια πλευρά, απ' όπου η θέα προς την κοιλάδα είναι εξαιρετική, καθώς και η όμορφη βόρεια αυλή με τα τόξα και τα διώροφα κτήρια στη δυτική πλευρά της, έργα του μητροπολίτη Ανανία Λαμπαδάρη, ο οποίος, σφαγιάστηκε από τους Οθωμανούς το 1760. Το σημείο όπου μαρτύρησε, έξω από τη Μητρόπολη, είναι περιφραγμένο με κιγκλίδωμα. Ένας άλλος μητροπολίτης, ο Χρύσανθος, έχτισε το 1802 τη βρύση που υπάρχει στην ίδια αυλή.

Μουσείο ΜυστράΕπεξεργασία

Το μουσείο ιδρύθηκε το 1951 και στεγάζεται σε διώροφο κτήριο της δυτικής πτέρυγας της βόρειας αυλής της Μητρόπολης. Το πρώτο άτυπο μουσείο στην ανατολική πτέρυγα του μητροπολιτικού συγκροτήματος ιδρύθηκε από τον Γάλλο βυζαντινολόγο Γκαμπριέλ Μιλέ στα τέλη του 19ου αιώνα[5]. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την ίδρυσή του το 1951, η συλλογή του μουσείου εμπλουτίστηκε σημαντικά και περιλαμβάνει γλυπτά, αρχιτεκτονικά μέλη, τοιχογραφίες, φορητές εικόνες, ενδυματολογικά κατάλοιπα, κοσμήματα και χειρόγραφους κώδικες, που χρονολογούνται από τα παλαιοχριστιανικά ως τα μεταβυζαντινά χρόνια. Το σημαντικότερο έκθεμα του μουσείου είναι τμήματα μεταξωτού γυναικείου φορέματος και πλεξούδα μαλλιών, από τάφο που βρέθηκε στην Αγία Σοφία. Άλλα σημαντικά εκθέματα είναι:

  • Μαρμάρινη πλάκα (14ος αι.) που προέρχεται από την Περίβλεπτο και παριστάνει την Ανάληψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έχει επιπεδόγλυφο σκάλισμα και εμφανίζει μουσουλμανικές επιρροές στην τεχνική και τα διακοσμητικά θέματα.
  • Τμήματα από επιστύλια τέμπλων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο τμήματα από την Παντάνασσα, με το μονόγραμμα ΖΑΜΠΕΑ ΝΤΕ ΛΕΖΗΝΑΩ, το οποίο ανήκε στη γυναίκα του δεσπότη Μανουήλ Καντακουζηνού.
  • Προσκυνητάρια, με πιο σημαντικό το μαρμάρινο προσκυνητάρι με τον ένθρονο Χριστό, που έχει αποδοθεί με συνδυασμό επιπεδόγλυφης και εγχάρακτης τεχνικής (14ος-15ος αι.).
  • Δύο ταφικές πλάκες με μονογράμματα της οικογένειας των Καντακουζηνών, προερχόμενες πιθανότατα από ψευδοσαρκοφάγο.

Η ζωγραφική του Μυστρά αντιπροσωπεύεται με σπαράγματα τοιχογραφιών από τα παρεκκλήσια του και με αξιόλογες φορητές εικόνες, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν επίσης η συλλογή της μικροτεχνίας, που περιλαμβάνει βυζαντινά και ενετικά έργα (νομίσματα, δαχτυλίδια, πόρπες, ένα χάλκινο θυμιατήρι κ.ά.), και της κεραμικής, που περιλαμβάνει εκθέματα των βυζαντινών χρόνων.

Τέλος, στο μουσείο υπάρχουν τρεις χειρόγραφοι κώδικες της Ιεράς Μητρόπολης Μονεμβασίας και Σπάρτης, που χρονολογούνται στα υστεροβυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια.

ΕυαγγελίστριαΕπεξεργασία

 
Ευαγγελίστρια

Η Ευαγγελίστρια βρίσκεται στο καλντερίμι που οδηγεί από τη Μητρόπολη στη Μονή Βροντοχίου[6]. Είναι ένας μικρός δίστηλος σταυροειδής ναός, με καλαίσθητο τρούλο, νάρθηκα και γυναικωνίτη, που χρονολογείται στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 15ου αι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γλυπτός διάκοσμος στο εσωτερικό του, στον οποίο ξεχωρίζουν τα σκαλισμένα κυβικά κιονόκρανα. Ο περίβολος του ναού χρησίμευε ως νεκροταφείο, αν και όπως μαρτυρεί η ιδιαίτερη κομψότητά του αυτός δεν προοριζόταν εξαρχής για κοιμητήριο.

Μονή Βροντοχίου (Άγιοι Θεόδωροι, Οδηγήτρια/Αφεντικό)Επεξεργασία

Κύριο λήμμα: Μονή Βροντοχίου

Οι Άγιοι Θεόδωροι και η Παναγία η Οδηγήτρια, οι μεγαλύτερες και πιο εντυπωσιακές εκκλησίες του Μυστρά, βρίσκονται στη βόρεια γωνία του εξωτερικού τείχους. Αποτελούσαν τμήματα του μοναστηριακού συγκροτήματος του Βροντοχίου, το οποίο ήταν πνευματικό κέντρο του Μυστρά και χώρος ταφής των δεσποτών.

Αγία ΣοφίαΕπεξεργασία

 
Αγία Σοφία

Η Αγία Σοφία, που μάλλον ήταν καθολικό μονής και επίσημος ναός του παλατιού και των ευγενών, βρίσκεται στην Επάνω Χώρα. Χτίστηκε ανάμεσα στο 1350 και το 1365 από τον Μανουήλ Καντακουζηνό, τον πρώτο δεσπότη του Μυστρά, και ταυτίζεται με το ναό του Ζωοδότη Χριστού, ο οποίος ιδρύθηκε από τον Μανουήλ και μετατράπηκε σε ανδρικό μοναστήρι με πατριαρχικό σιγίλλιο του 1365. Ανήκει στον απλό δίστυλο τύπο (τον ίδιο με την Ευαγγελιστρία και την Περίβλεπτο) και διατηρεί λίγα μόνο στοιχεία από το γλυπτό διάκοσμο και τις τοιχογραφίες της. Πάνω στα επίκρανα των κιόνων διακρίνεται το μονόγραμμα του κτήτορά της, Μανουήλ Καντακουζηνού: Μανουήλ Καντακουζηνός Παλαιολόγος Δεσπότης Κτήτωρ[7]

ΠερίβλεπτοςΕπεξεργασία

Το περίπλοκο και γραφικό μοναστηριακό συγκρότημα της Περιβλέπτου βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του οικισμού, δίπλα στον απόκρημνο βράχο. Υπήρξε καθολικό μοναστηριού αφιερωμένου στην Παναγία[8].

ΠαντάνασσαΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Μονή Παντάνασσας

Εξαιρετικές τοιχογραφίες στον όροφο και στο ιερό, που χρονολογούνται γύρω στα 1430, ενώ αυτές του ισογείου είναι του 18ου αι.[9]

ΠρόσβασηΕπεξεργασία

Ο ασφαλτόδρομος από τη Σπάρτη φέρνει τον επισκέπτη στην πάνω ή την κάτω είσοδο. Ο επισκέπτης μπορεί να φτάσει από τη Σπάρτη με αυτοκίνητο, ταξί ή λεωφορείο, διασχίζοντας απόσταση μόλις 6 χλμ. Από τις δύο εισόδους ξεκινούν ευδιάκριτα μονοπάτια -πλακόστρωτα ή μη- που επιτρέπουν την επίσκεψη με τα πόδια σε όλα τα μνημεία.

Η πάνω είσοδος οδηγεί άμεσα στην Αγία Σοφία και προσφέρεται για τη γρήγορη πρόσβαση στο κάστρο -μέσα από το στενό αλλά όχι δύσβατο καλντερίμι- και για την περιήγηση στην Επάνω Χώρα. Κεντρικός για την Επάνω Χώρα είναι ο δρόμος που συνδέει την πύλη της Μονεμβασίας με εκείνη του Ναυπλίου.

Η κάτω είσοδος έχει δεξιά της τη Μητρόπολη, την Ευαγγελιστρία, τους Αγίους Θεοδώρους και το Αφεντικό. Από εκεί ξεκινούν ανηφορικά μονοπάτια προς την Παντάνασσα.

Για να φτάσει ο επισκέπτης στην καστροπολιτεία, πρέπει πρώτα να διασχίσει το νεότερο οικισμό του Μυστρά. Πρόκειται για ένα όμορφο χωριό, με αρκετά παραδοσιακά στοιχεία. Στο χωριό βρίσκεται το άγαλμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και ο ναός του Αγίου Ιωάννη των Βουβάλων (10΄ από την πλατεία), με την παρακείμενη κρήνη που έχει εντοιχισμένη σαρκοφάγο των ρωμαϊκών χρόνων.

Κάθε χρόνο στον Μυστρά, από τις 25 ως τις 29 Μαΐου, γιορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα οι εκδηλώσεις των Παλαιολογείων. Για να τιμηθεί ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, διοργανώνεται κύκλος θρησκευτικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων στο χώρο του κάστρου, καθώς και συνέδρια που αφορούν τα βυζαντινά χρόνια.

Στον Μυστρά διοργανώνεται επίσης κάθε χρόνο (26 Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου), η ονομαστή εμποροπανήγυρη, που αποτελεί σημαντικό εμπορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός για όλη την περιοχή.

ΦωτογραφίεςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Αθανάσιος Παλιούρας, Μυστράς: το κύκνειο άσμα του Βυζαντινού πολιτισμού, τ. Β, σελ.135-145, Βέλλα - Επιστημονική Επετηρίδα (2003)
  • Gustav Schlumberger, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, κεφ. Α΄ Ανάρρησις του διαδόχου Κωνσταντίνου Δραγάση, μετάφραση: Σπυρίδων Λάμπρος, Εκδόσεις Πελεκάνος (2013)
  • Κυριάκος Στάππας, Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Ενετοκρατίαν 1460-1821, Εκδόσεις Πελασγός (1990)
  • Μανόλης Χατζηδάκης, «Μυστράς, Η Μεσαιωνική Πολιτεία και το Κάστρο : Πλήρης οδηγός των παλατιών, των εκκλησιών και του κάστρου», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, ISBN 9602131977 ISBN 139789602131978 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Steven Runciman, «Μυστράς : Βυζαντινή Πρωτεύουσα της Πελοποννήσου», μτφρ. Πέι Κορρέ και Τζίνα Παπατσώρη, Καρδαμίτσα Ι986, (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, «Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την άλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου)», σελ.37-47 κ.α., επιμέλεια : Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ. 1η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2010, ISBN 9608280079 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 9217/10, Regesta Imperii, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Ροδονίκη Ετζέογλου, «Ο ναός της Οδηγήτριας του Βροντουχίου στο Μυστρά», έκδ. 1η, Ακαδημία Αθηνών (Αθήνα) 2013, ISBN 9789604042548 (BIBLIONET)
  • Στέφανος Σίνος, «Η αρχιτεκτονική του καθολικού της Μονής της Παντάνασσας του Μυστρά», έκδ. 1η, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 9789601647357 (BIBLIONET)

Εξωτερικοί ΣύνδεσμοιΕπεξεργασία