Η καυκαλήθρα (επιστ. ονόμ: Tordylium apulumΤορδύλιον το Άπουλον) είναι ετήσιο ποώδες φυτό (forb)[Σημ. 1][1] και βότανο. Κατατάσσεται στην οικογένεια των Απιίδων (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρων (Umbelliferae),[2] την οικογένεια του καρότου. Εκτείνεται σε μια περιοχή από την Ευρώπη έως τη δυτική Ασία, εισήχθη επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τώρα βρίσκεται μόνο στην Αριζόνα.

Καυκαλήθρα
(Tordylium apulum)
Καυκαλήθρα (Tordylium apulum).
Καυκαλήθρα (Tordylium apulum).
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια: Απιίδες (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος: Τορδύλιον (Tordylium)
Είδος: Τ. το Άπουλον (T. apulum)
Διώνυμο
Τορδύλιον το Άπουλον
(Tordylium apulum)

Κάρολος Λινναίος (L.)

Άλλες ονομασίεςΕπεξεργασία

Εκτός από καυκαλήθρα, ονομάζεται επίσης και καυκαλίδα. Στην Κρήτη αποκαλείται «αγριοκουτσουνάδα» και στην Κάσο «μοσχοπιδιά».

ΠεριγραφήΕπεξεργασία

Η καυκαλήθρα αναπτύσσεται συνήθως σε ύψος 20-50 εκατοστών. Έχει ένα στέλεχος που είναι όρθιο διακλαδισμένο με μαλακές, τρίχες που εξαπλώνονται στη βάση και διάσπαρτες τρίχες κατά μήκος του υπόλοιπου στελέχους. Τα φύλλα είναι μαλακά τριχωτά και πτεροειδή, με τα χαμηλότερα φύλλα να είναι ωοειδή με οδοντωτά τμήματα και τα ανώτερα φύλλα να έχουν γραμμικά τμήματα. Έχει 2-8 πρωτογενείς ακτίνες. Τα οριακά άνθη διαθέτουν 1 λευκό πέταλο, διευρυμένα και ομοιόμορφου βάθους 2-λοβωτά. Τα βράκτια (bracts)[Σημ. 2] και τα βρακτίδια είναι γραμμικά, μακρά, αιχμηρά με απλωμένες τρίχες. Ο καρπός είναι στρογγυλός, πεπλατυσμένος και συνήθως έχει μέγεθος 5-8 χιλιοστά.[3]

 
Η καυκαλήθρα (το χόρτο που ακουμπά το μαχαίρι), συναντάται σε αγρούς και λειβάδια της Ελληνικής υπαίθρου.

ΒιότοποςΕπεξεργασία

Οι καυκαλήθρες, βρίσκονται να καλλιεργούνται σε παρτέρια, χέρσα εδάφη και κράσπεδα. Το φυτό προτιμά αμμώδη, αργιλούχα και πηλώδη εδάφη. Οι καυκαλίδες προτιμούν επίσης τα όξινα, ουδέτερα και αλκαλικά εδάφη. Δεν μπορούν να αναπτυχθούν στη σκιά.[4]

ΑναπαραγωγήΕπεξεργασία

Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα και γονιμοποιούνται από έντομα. Το φυτό είναι αυτογονιμοποιούμενο.[5]

ΧρήσειςΕπεξεργασία

Η καυκαλίδα είναι άγριο χόρτο εξαιρετικής ποιότητας, με ευχάριστο άρωμα. Χρησιμοποιείται περισσότερο στην παρασκευή χορτοπιτών και ως μυρωδικό αλλά τρώγεται και μόνο του ή βρασμένο μαζί με άλλα άγρια χόρτα όπως σκατζίκια, αλευρίδες, ζοχούς κ.ά.

Τελευταία, άρχισε να χρησιμοποιείται και στη γαστρονομία και για το λόγο αυτό, μπορεί κανείς να το βρει να πωλείται σε ματσάκια, στις λαϊκές αγορές ή μανάβικα.

Οι μεσογειακές καυκαλήθρες έχουν βρώσιμα φύλλα. Στην Ιταλία χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα. Σε ανάλυση της σύνθεσης του αιθέριου ελαίου των υπέργειων μερών καυκαλήθρας από την Ιταλία ταυτοποιήθηκαν εξήντα επτά ενώσεις που αντιπροσώπευαν το 96,5% του ελαίου. Οι πιο άφθονες ενώσεις ήταν (Ε)-β-οκιμένιο (ocimene) (17,3), α-humulene (11,4%) και οκτύλιο οκτανοϊκό (octyl octanoate) (8,8%). Αιθέριο έλαιο από υπέργεια μέρη του Τ. του Άπουλου από την Ελλάδα έχει αναφερθεί ότι περιέχει α-humulene (28,7%) και οκτύλιο εξανοϊκό (octyl hexanoate) (11,7%) ως κύρια συστατικά. Δεν υπάρχουν γνωστές θεραπευτικές χρήσεις για το φυτό.[6]

ΤέχνεςΕπεξεργασία

Έχει προταθεί ότι οι καρποί του φυτού έχουν χρησιμοποιηθεί ως το φυτικό μοντέλο στο Χρυσό Κόσμημα των Μαλίων για τα τρία στρογγυλά κρεμαστά δισκία του κοσμήματος [7].

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Ο όρος forb (μερικές φορές γράφεται και phorb) αναφέρεται σε οποιοδήποτε ποώδες φυτό που δεν ανήκει στα Αγρωστώδη (Graminae) (π.χ. δημητριακά, βούρλα κ.ο.κ). Με άλλα λόγια, τα forbs είναι πόες, αλλά όλες οι πόες δεν είναι forbs. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στην γεωπονική και την κτηνοτροφία, προερχόμενη εκ του ελληνικού φορβή < φέρβω.
  2. Στη βοτανική βράκτιο (bract) ή βράκειο, είναι ένα φύλλο στο μίσχο του άνθους δηλαδή ένα τροποποιημένο ή εξειδικευμένο φύλλο, ειδικά ένα που σχετίζεται με την αναπαραγωγική δομή, όπως ένα λουλούδι, ταξιανθία άξονας ή κλίμακα κώνου.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Schröder, Hans (2009). Grasslands: Ecology, Management and Restoration. Commack, N.Y: Nova Science Publishers. ISBN 1-60692-024-3. 
  2. USDA Plants Classification Report: Apiaceae Αρχειοθετήθηκε 2015-09-27 στο Wayback Machine.
  3. Schonfelder, Ingrid and Peter. Wild Flowers of the Mediterranean. Germany: Kosmos-Verlag, Stuttgart, 1990. Print
  4. Polunin, Oleg. A Field Guide to Flowers of Europe. London: Oxford University Press, 1969. Print.
  5. United States Department of Agriculture, “Tordylium apulum L., http://plants.usda.gov/java/profile?symbol=TOAP2, 2009. Print.
  6. Tirillini, Brittany. “Essential Oil Composition of Tordylium apulum L. from Italy,” Journal of Essential Oil Research, Jan/Feb 2006. Print.
  7. Nelson, E Charles; Mavrofridis, Georgios; Anagnostopoulos, Ioannis Th (2020-09-30). «NATURAL HISTORY OF A BRONZE AGE JEWEL FOUND IN CRETE: THE MALIA PENDANT» (στα αγγλικά). The Antiquaries Journal: 1–12. doi:10.1017/S0003581520000475. ISSN 0003-5815. https://www.cambridge.org/core/product/identifier/S0003581520000475/type/journal_article. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Tordylium apulum (έκδοση 649088312) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).