Μαντώ Μαυρογένους

Ελληνίδα αγωνίστρια της επανάστασης του 1821

Η Μαντώ Μαυρογένους (Τεργέστη, 1796 - Πάρος, Ιούλιος 1848) ήταν Ελληνίδα αγωνίστρια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Για την συνολική της προσφορά στον αγώνα, τιμήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία με τον βαθμό της Αντιστρατήγου.

Μαντώ Μαυρογένους
Manto Mavrogenous2.jpg
Λιθογραφία της Μαντούς Μαυρογένους από τον Άνταμ Φρίντελ.
ΓέννησηΑδαμαντία Μαγδαληνή Μαυρογένους
1796
Τεργέστη, Αυστριακή Αυτοκρατορία
ΘάνατοςΙούλιος 1848 (52 ετών)
Πάρος, Ελλάδα
ΧώραFlag of Greece (1822-1978).svg Ελλάδα
ΒαθμόςΕπίτιμη Αντιστράτηγος
ΣυγγενείςΝικόλαος Μαυρογένης (πατέρας)
Ζαχαράτη Χατζή Μπάτη (μητέρα)

Τα πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Οι γονείς της κατάγονταν από τη Μύκονο αλλά έμεναν στην Τεργέστη ήδη δέκα χρόνια,επειδή ο πατέρας της Νικόλας ήταν σπαθάρης(υπασπιστής)του ηγεμόνα της Μολδαβίας και η μητέρα της, η Ζαχαράτη, ήταν δραστήρια γυναίκα που διήφθυνε στην Τεργέστη τις εμπορικές υποθέσεις του άντρα της. Ήταν κόρη του εμπόρου και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαου Μαυρογένη και της Ζαχαράτης Χατζή Μπάτη. Ένας από τους προγόνους της, ο μεγάλος θείος του πατέρα της, Νικόλας Μαυρογένης, ήταν ο Δραγομάνιος του Στόλου και ο Πρίγκιπας της Βλαχίας. Εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη και εκεί ο πατέρας της Νικόλαος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Λίγο καιρό πριν την Επανάσταση μετακόμισε με τον Θείο της τον Παπα-Μαύρο στη Τήνο. Ήταν μια όμορφη γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, μεγάλωσε σε μια μορφωμένη οικογένεια, επηρεασμένη από την εποχή του Διαφωτισμού. Σπούδασε αρχαία ελληνική φιλοσοφία και ιστορία σε ένα κολέγιο στην Τεργέστη και μιλούσε άπταιστα Γαλλικά, Ιταλικά και Τουρκικά.

Η δράση στην ΕπανάστασηΕπεξεργασία

 
Η προτομή της Μαντούς στην Αθήνα.

Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε διακόσιους Αλγερινούς που λυμαινόταν τις Κυκλάδες και αργότερα πολέμησε στη Κάρυστο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον πληθυσμό της Ελλάδας. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία. Για τη συνολική δραστηριότητά της ο Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο. Επίσης εκτός από τη Γαλλική, μιλούσε άπταιστα την Ιταλική, αλλά και την Τουρκική γλώσσα.

Εξόπλισε δύο επανδρωμένα και «ιδιωτικά» πλοία με δικά της έξοδα, με τα οποία καταδίωξε τους πειρατές που επιτέθηκαν στη Μύκονο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων. Στις 22 Οκτωβρίου 1822, οι Μυκονιάτες απωθούσαν τους Οθωμανούς Τούρκους υπό την ηγεσία της, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στο νησί. Εξόπλισε και εφοδίασε 150 άνδρες για να εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο και έστειλε δυνάμεις και οικονομική υποστήριξη στη Σάμο, όταν το νησί απειλήθηκε από τους Τούρκους. Αργότερα, η Μαυρογένους έστειλε ένα άλλο σώμα πενήντα ανδρών στην Πελοπόννησο, οι οποίοι συμμετείχαν στην Άλωση της Τριπολιτσάς και την πτώση της πόλης στους Έλληνες. Επίσης ξόδεψε χρήματα για την ανακούφιση των στρατιωτών και των οικογενειών τους, αλλά και για την προετοιμασία μιας εκστρατείας προς τη Βόρεια Ελλάδα με την υποστήριξη πολλών φιλελλήνων.

Αργότερα δημιούργησε έναν στόλο έξι πλοίων και πεζικό αποτελούμενο από δεκαέξι λόχους με πενήντα άντρες το καθένα και έλαβε μέρος στη μάχη της Καρύστου το 1822 και χρηματοδότησε την Εκστρατεία της Χίου,όμως δεν κατάφερε να εμποδίσει την σφαγή της Χίου. Μια άλλη ομάδα πενήντα ανδρών στάλθηκε για να ενισχύσει τον Νικηταρά στη Μάχη των Δερβενακίων. Όταν ο οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε στις Κυκλάδες, επέστρεψε στην Τήνο και πούλησε τα κοσμήματά της για τη χρηματοδότηση του εφοδιασμού και εξοπλισμού των 200 ανδρών που πολεμούσαν τον εχθρό και περιέθαλψε δύο χιλιάδες ανθρώπους που είχαν επιβιώσει από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι άντρες της συμμετείχαν σε αρκετές άλλες μάχες όπως αυτές του Πηλίου, Φθιώτιδας και της Λιβαδειάς.

Η Μαντώ απηύθυνε έκκληση στις γυναίκες του Παρισιού και του διαφωτισμού στην Ευρώπη ώστε να πάρουν το μέρος των Ελλήνων. Μετακόμισε στο Ναύπλιο το 1823, για να βρίσκεται στον πυρήνα του αγώνα, αφήνοντας την οικογένειά της η οποία περιφρονούταν ακόμα και από τη μητέρα της λόγω των επιλογών της. Την εποχή εκείνη η Μαυρογένους γνώρισε τον Υψηλάντη με τον οποίον και αρραβωνιάστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύντομα, έγινε διάσημη σε όλη την Ευρώπη για την ομορφιά και την ανδρεία της. Αλλά τον Μάιο του ίδιου χρόνου, το σπίτι της κάηκε τελείως και η περιουσία εκλάπη. Μετά από αυτό πήγε στην Τρίπολη για να είναι μαζί με τον Υψηλάντη, ενόσω ο Παπαφλέσσας της παρείχε τροφή.

"Οι Έλληνες, γεννημένοι να είναι ελεύθεροι, θα οφείλουν την ανεξαρτησία τους μόνο στον εαυτό τους. Επομένως, δεν ζητώ από την παρέμβασή σας να αναγκάσετε τους συμπατριώτες σας να μας βοηθήσουν. Αλλά μόνο για να αλλάξουν την ιδέα της αποστολής βοήθειας στους εχθρούς μας. Ο πόλεμος εξαπλώνει τον τρομερό θάνατο..."
Η επιστολή της Μαντούς στις γυναίκες του Παρισίου

Στον αρραβώνα της Μαντούς με τον Υψηλάντη αντιτάχθηκαν πολλοί από ισχυρούς πολιτικούς, οι οποίοι είδαν την ενοποίηση των δύο αυτών ισχυρών οικογενειών, οι οποίες διέθεταν φιλοσορικές σχέσεις, ως απειλή. Ο «επικεφαλής» των αντιπάλων τους στην Ελλάδα ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος ηγήθηκε της επιτυχημένης απόπειρας διάλυσης του αρραβώνα. Η Μαντώ, μετά τον αρραβώνα επέστρεψε στο Ναύπλιο όπου ζούσε βαθιά καταθλιπτικά, σε κατάσταση εξαθλίωσης, στερίσεων και φτώχειας και δεν έλαβε κάποια τιμητική σύνταξη, ούτε της αποπληρώθκε κάποιο ποσό από τα χρήματα που είχε δώσει για την χρηματοδότηση των διάφορων μαχών. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη και τις έντονες πολιτικές του συγκρούσεις με τον Ιωάννη Κωλέττη, εξορίστηκε από το Ναύπλιο και επέστρεψε στη Μύκονο, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων της.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε, ο Ιωάννης Καποδίστριας της απέδωσε τον βαθμό του Αντιστράτηγου επι τιμή και της χορήγησε μια κατοικία στο Ναύπλιο, όπου και μετακόμισε εκεί. Είχε στην κατοχή της ένα σπαθί κιμήλειο με την επιγραφή «Δίκασον Κύριε τους αδικούντας με, τους πολεμούντας με, βασίλευε των Βασιλευόντων». Το ξίφος αυτό λέγεται ότι προέρχεται από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ότι η Μαυρογένους το έδωσε στον Καποδίστρια.

Τα ύστερα χρόνιαΕπεξεργασία

Η Μαυρογένους μετακόμισε στη Πάρο το 1840, όπου κατοικούσαν μερικοί από τους συγγενείς της. Έζησε και πέθανε απο τυφοειδή πυρετό σε ένα σπίτι που εξακολουθεί να είναι ιδιόκτητο. Το σπίτι αυτό βρίσκεται κοντά στην Παναγία την Εκατονταπυλιανή, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε από τη μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, της Αγίας Ελένης. Η Μαυρογένους πέθανε στην Πάρο τον Ιούλιο του 1848, μόνη, λησμονημένη και πάμφτωχη, έχοντας ξοδέψει όλη της την περιουσία για τον αγώνα για την ελευθερία.

 
Η προτομή της Μαυρογένους στην πρωτεύουσα της Μυκόνου

ΥστεροφημίαΕπεξεργασία

Η κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας της Μυκόνου φέρει το όνομά της και έχει μια (μεγαλύτερη από την ίδια) προτομή της. Η κεντρική πλατεία της πόλης και λιμένα της Παροικιάς της Πάρου πήρε το όνομά της. Η Ελλάδα έχει τιμήσει αυτή την ηρωίδα με την ονομασία πολλών δρόμων σε ολόκληρη τη χώρα μετά από αυτήν. Η ελληνική κυβέρνηση κυκλοφόρησε πολλά αναμνηστικά κέρματα προς τιμήν της.[1] Μια ταινία για τη ζωή της, με τίτλο Μαντώ Μαυρογένους γυρίστηκε και προβλήθηκε το 1971 με την Τζένη Καρέζη να την ενσαρκώνει.

Η Μαυρογένους απεικονίστηκε στο κέρμα των 2 δραχμών (1988-2001).[2]

Ιστορικές αναφορέςΕπεξεργασία

Τη Μαντώ γνώρισε από κοντά ο Γάλλος Rybaud το 1821 και την περιγράφει σαν ευγενική προσωπικότητα με φλογερό πατριωτισμό. Συγκρίνοντάς την με τη Μπουμπουλίνα αναφέρει:
"Από τη μια μεριά [Μπουμπουλίνα] το θάρρος, σπάνιο σε γυναίκες, που συνοδεύεται όμως από τη βουλιμία για το κέρδος... Κι' από την άλλη [Μαντώ] η φιλοπατρία σε όλη της την καθαρότητα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, η απόλυτη αυτοθυσία, η πιο συγκινητική απρονοησία για το προσωπικό μέλλον.

Μου έλεγε η Μαντώ: Δεν με νοιάζει τι θα γίνω αν είναι να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία".
Παρόμοια εντύπωση για τη Μαντώ σχημάτισε και ο Άγγλος Eduard Blaquire, ο οποίος προσθέτει ότι του έκανε εντύπωση η φιλοδοξία της να δει όλες τις τάξεις ενωμένες.[3]

Μετά την Επανάσταση, καταδιωκόμενη από τον Ιωάννη Κωλέττη (ο οποίος συμμετείχε και στην Α' Εθνοσυνέλευση που έγινε το Δεκέμβριο του 1821 στην Επίδαυρο), ξαναγύρισε στη Μύκονο και τον Ιούλιο του 1848 πέθανε στην Πάρο φτωχή και λησμονημένη.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Greece 2 drachmas 1992». Fleur-de-Coin. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2008. 
  2. Bank of Greece Αρχειοθετήθηκε 2009-03-28 στο Wayback Machine.. Drachma Banknotes & Coins: 2 drachmas Αρχειοθετήθηκε 2009-01-01 στο Wayback Machine.. Retrieved on 27 March 2009.
  3. Σιμόπουλος Κυριάκος, "Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21", έκδοση "Πολιτιστικές Εκδόσεις", 2004, τ. Α, σελ. 300, 301.

Προτεινόμενη βιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Δρακάκης Ανδρ., «Μια δίκη κατά της Μαντούς Μαυρογένη. (Σελίδες από τη ζωή της)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. 25 (1982), σελ. 217-266
  • Ταρσούλη Αθηνά, Μαντώ Μαυρογένους-Μια χαρακτηριστική επιστολή της στις Γαλλίδες κυρίες, Νέα Εστία, τομ. 79, τ/χ.929, (1966), σελ. 390-393
  • Τριανταφυλλόπουλος Κων/νος, « Η αναφορά της Μαντούς Μαυρογένη κατά του Δημητρίου Υψηλάντη», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τομ. 11 (1936), σελ. 292-297