Μαντώ Μαυρογένους

Ελληνίδα αγωνίστρια της επανάστασης του 1821

Η Μαντώ Μαυρογένους (Τεργέστη, 1796 - Πάρος, Ιούλιος 1840) ήταν Ελληνίδα αγωνίστρια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με καταγωγή από τη Μύκονο. Για τη συνολική της προσφορά στον Αγώνα τιμήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια με το βαθμό της Αντιστρατηγού. Διώχθηκε και εξορίστηκε από τον πολιτικό Ιωάννη Κωλέττη και τελικά πέθανε πάμφτωχη στην Πάρο, καθώς είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία για τον αγώνα.

Μαντώ Μαυρογένη
Friedel - Manto Mavrogenous.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Μαντώ Μαυρογένη (Ελληνικά)
Όνομα γεννήσεωςΜαγδαληνή-Αδαμαντία Μαυρογένη
Γέννηση1796
Τεργέστη
ΘάνατοςΙουλίου 1840
Πάρος
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός[1]
Οικογένεια
ΟικογένειαΟικογένεια Μαυρογένη
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςστρατηγός
Υπογραφή
Manto Mavrogenous signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Τα πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 με το βαπτιστικό όνομα Μαγδαληνή-Αδαμαντία[2] και ήταν κόρη του εμπόρου και μέλους της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαου Μαυρογένη και της Ζαχαράτης Μπάτη.

Ο πατέρας της καταγόταν από την Πάρο και η μητέρα της από την Μύκονο, αλλά έμεναν στην Τεργέστη ήδη δέκα χρόνια, επειδή ο πατέρας της Νικόλας ήταν σπαθάρης (υπασπιστής) του ηγεμόνα της Μολδαβίας και η μητέρα της, η Ζαχαράτη, ήταν δραστήρια γυναίκα που διηύθυνε εκεί τις εμπορικές υποθέσεις του άντρα της.

Ένας από τους προγόνους της, ο μεγάλος θείος του πατέρα της, Νικόλαος Μαυρογένης, ήταν Δραγουμάνος (Διερμηνέας) του Στόλου και Πρίγκηπας της Βλαχίας. Εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη και εκεί ο πατέρας της Νικόλαος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Λίγο καιρό πριν την Επανάσταση μετακόμισε με τον θείο της τον παπα-Μαύρο στην Τήνο. Ήταν μια όμορφη γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, και μεγάλωσε σε μια μορφωμένη οικογένεια, επηρεασμένη από την εποχή του Διαφωτισμού.

Η δράση στην ΕπανάστασηΕπεξεργασία

 
Η προτομή της Μαντώς Μαυρογένη στην Αθήνα.

Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε 200 Αλγερινούς που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες, και αργότερα πολέμησε στην Κάρυστο, τη Φθιώτιδα και τη Λιβαδειά. Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον πληθυσμό της Ελλάδας. Επίσης, εκτός από τα Γαλλικά, μιλούσε άπταιστα Ιταλικά, αλλά και Τουρκικά.

Εξόπλισε δύο επανδρωμένα και ιδιωτικά πλοία με δικά της έξοδα, με τα οποία καταδίωξε τους πειρατές που επιτέθηκαν στη Μύκονο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων. Μετά την καταστροφή της Χίου, μία μοίρα Αλγερινών σκαφών, με συνολική δύναμη 200 ανδρών, επιχείρησε να αποβιβαστεί στη Μύκονο, αλλά υποχρεώθηκε ν' αποχωρήσει ύστερα από την αντίσταση που προέβαλαν οι νησιώτες, οργανωμένη από τη Μαυρογένη. Στις 22 Οκτωβρίου 1822, πάλι υπό την ηγεσία της, οι Μυκονιάτες απώθησαν εκ νέου τους Τούρκους που είχαν αποβιβαστεί στη νήσο. Εξόπλισε και εφοδίασε 150 άνδρες για να εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο και έστειλε δυνάμεις και οικονομική υποστήριξη στη Σάμο, όταν το νησί απειλήθηκε από τους Τούρκους. Αργότερα, η Μαυρογένη έστειλε ένα άλλο σώμα 50 ανδρών στην Πελοπόννησο, οι οποίοι συμμετείχαν στην Άλωση της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες. Επίσης ξόδεψε χρήματα για την ανακούφιση των στρατιωτών και των οικογενειών τους, αλλά και για την προετοιμασία μιας εκστρατείας προς τη Βόρεια Ελλάδα με την υποστήριξη πολλών Φιλελλήνων.

Αργότερα δημιούργησε ένα στόλο έξι πλοίων και πεζικό αποτελούμενο από δεκαέξι λόχους, με 50 άντρες ο καθένας, και έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις στην Κάρυστο το 1822, και επίσης χρηματοδότησε την εκστρατεία της Χίου, όμως δεν κατάφερε να εμποδίσει τη σφαγή της Χίου. Μια άλλη ομάδα 50 ανδρών στάλθηκε για να ενισχύσει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων. Όταν ο οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε στις Κυκλάδες, επέστρεψε στην Τήνο και πούλησε τα κοσμήματά της για τη χρηματοδότηση του εφοδιασμού και εξοπλισμού των 200 ανδρών που πολεμούσαν τον εχθρό, και περιέθαλψε 2.000 ανθρώπους που είχαν επιβιώσει από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι άντρες της συμμετείχαν σε αρκετές άλλες μάχες, όπως αυτές του Πηλίου (ενισχύοντας τα σώματα των οπλαρχηγών Διαμαντή Νικολάου και Τάσου Καρατάσου κατά του Σελίμ Πασά της Αδριανούπολης, που ήταν επικεφαλής μίας στρατιάς 12.000 Οθωμανών), της Φθιώτιδας και της Λιβαδειάς.

Η Μαντώ απηύθυνε έκκληση στις γυναίκες του Παρισιού και του Διαφωτισμού στην Ευρώπη ώστε να πάρουν το μέρος των Ελλήνων. Μετακόμισε στο Ναύπλιο το 1823, για να βρίσκεται στον πυρήνα του αγώνα, αφήνοντας την οικογένειά της, ενώ περιφρονούνταν ακόμα και από τη μητέρα της λόγω των επιλογών της. Την εποχή εκείνη η Μαυρογένους γνώρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη, με τον οποίον και αρραβωνιάστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύντομα, έγινε διάσημη σε όλη την Ευρώπη για την ομορφιά και τη γενναιότητά της. Αλλά το Μάιο του ίδιου χρόνου, το σπίτι της κάηκε τελείως και η περιουσία της εκλάπη. Μετά από αυτό πήγε στην Τρίπολη για να είναι μαζί με τον Υψηλάντη, ενόσω ο Παπαφλέσσας τής παρείχε τροφή.

«Οι Έλληνες, γεννημένοι να είναι ελεύθεροι, θα οφείλουν την ανεξαρτησία τους μόνο στον εαυτό τους. Επομένως, δεν ζητώ από την παρέμβασή σας να αναγκάσετε τους συμπατριώτες σας να μας βοηθήσουν. Αλλά μόνο για να αλλάξουν την ιδέα της αποστολής βοήθειας στους εχθρούς μας. Ο πόλεμος εξαπλώνει τον τρομερό θάνατο…»
Η επιστολή της Μαντώς στις γυναίκες του Παρισιού

Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, για τη συνολική δραστηριότητά της ο Ιωάννης Καποδίστριας τής απένειμε — τιμή μοναδική σε γυναίκα — το αξίωμα της Αντιστράτηγου επί τιμή και της παραχώρησε μια κατοικία στο Ναύπλιο, όπου και μετακόμισε. Είχε στην κατοχή της ένα σπαθί-κειμήλιο με την επιγραφή «Δίκασον Κύριε τους αδικούντας με, τους πολεμούντας με, βασίλευε των Βασιλευόντων». Το ξίφος αυτό λέγεται ότι προέρχεται από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ότι η Μαυρογένους το έδωσε στον Καποδίστρια.

Δίωξη από τον Κωλέττη και τελευταία χρόνιαΕπεξεργασία

Στον αρραβώνα της Μαυρογένη με τον Υψηλάντη αντιτάχθηκαν πολλοί από τους ισχυρούς πολιτικούς, οι οποίοι είδαν την ενοποίηση των δύο αυτών ισχυρών οικογενειών, οι οποίες διέθεταν φιλικές σχέσεις, ως απειλή. Ο επικεφαλής των αντιπάλων τους στην Ελλάδα ήταν ο πολιτικός Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος κατάφερε και διέλυσε τον αρραβώνα. Η Μαντώ, μετά τη διάλυση του αρραβώνα επέστρεψε στο Ναύπλιο όπου ζούσε βαθιά καταθλιπτικά, σε κατάσταση εξαθλίωσης, στερήσεων και φτώχειας, και δεν έλαβε κάποια σημαντική τιμητική σύνταξη (απλά, κατόπιν υπομνήματός της, εγκρίθηκε γι' αυτήν ένα μικρό βοήθημα που τότε δινόταν σε απομάχους της ζωής), ούτε της αποπληρώθηκε κάποιο ποσό από τα χρήματα που είχε δώσει για τη χρηματοδότηση των διάφορων μαχών. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, και με ενέργειες του Ιωάννη Κωλέττη, εξορίστηκε από το Ναύπλιο και οδηγήθηκε στη Μύκονο.[3] Ακολούθως, μετακόμισε στην Πάρο το 1840, όπου κατοικούσαν μερικοί από τους συγγενείς της. Πέθανε από τυφοειδή πυρετό στην Πάρο τον Ιούλιο του 1840, μόνη, λησμονημένη και πάμφτωχη, έχοντας ξοδέψει όλη της την περιουσία για τον αγώνα για την ελευθερία.

 
Η προτομή της Μαυρογένη στην πρωτεύουσα της Μυκόνου

ΥστεροφημίαΕπεξεργασία

Η κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας της Μυκόνου φέρει το όνομά της και εκεί έχει ανεγερθεί η μαρμάρινη προτομή της. Η κεντρική πλατεία της πόλης και λιμένα της Παροικιάς της Πάρου πήρε το όνομά της. Η Ελλάδα έχει τιμήσει την ηρωίδα με την ονομασία πολλών δρόμων σε ολόκληρη τη χώρα. Η ελληνική κυβέρνηση κυκλοφόρησε πολλά αναμνηστικά κέρματα προς τιμήν της.[4] Μια ταινία για τη ζωή της, με τίτλο Μαντώ Μαυρογένη, γυρίστηκε και προβλήθηκε το 1971, με την Τζένη Καρέζη να την ενσαρκώνει.

Η Μαυρογένη απεικονίστηκε στο κέρμα των 2 δραχμών (1988-2001).[5]

Ιστορικές αναφορέςΕπεξεργασία

Τη Μαυρογένη γνώρισε από κοντά ο Γάλλος Μαξίμ Ρεμπώ το 1821, και την περιγράφει ως ευγενική προσωπικότητα με φλογερό πατριωτισμό. Συγκρίνοντάς τη με τη Μπουμπουλίνα αναφέρει:

«Από τη μια μεριά [Μπουμπουλίνα] το θάρρος, σπάνιο σε γυναίκες, που συνοδεύεται όμως από τη βουλιμία για το κέρδος… Κι από την άλλη [Μαντώ] η φιλοπατρία σε όλη της την καθαρότητα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, η απόλυτη αυτοθυσία, η πιο συγκινητική απρονοησία για το προσωπικό μέλλον.»

«Μου έλεγε η Μαντώ: Δεν με νοιάζει τι θα γίνω αν είναι να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία.»

Παρόμοια εντύπωση για τη Μαντώ σχημάτισε και ο Άγγλος Έντουαρντ Μπλακιέρ, ο οποίος προσθέτει ότι του έκανε εντύπωση η φιλοδοξία της να δει όλες τις τάξεις ενωμένες.[6]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  2. Ιωάννης Κρασσάς, εφημερίδα "Πολιτεία Παπάγου-Χολαργού", #118 (Μαΐου - Ιουνίου 2021), σελ. 10
  3. Τριανταφυλλόπουλος, Κωνσταντίνος (1936). «Η αναφορά της Μαντώς Μαυρογένη κατά του Δημητρίου Υψηλάντη». Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 11: 292-297
  4. «Greece 2 drachmas 1992». Fleur-de-Coin. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2008. 
  5. Bank of Greece Αρχειοθετήθηκε 2009-03-28 στο Wayback Machine.. Drachma Banknotes & Coins: 2 drachmas Αρχειοθετήθηκε 2009-01-01 στο Wayback Machine.. Retrieved on 27 March 2009.
  6. Σιμόπουλος, Κυριάκος (2004). Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21. Αθήνα: Πολιτιστικές Εκδόσεις, τόμ. Α, σσ. 300-301.

Προτεινόμενη βιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Δρακάκης Ανδρ., «Μια δίκη κατά της Μαντούς Μαυρογένη. (Σελίδες από τη ζωή της)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. 25 (1982), σελίδα 217-266
  • Ταρσούλη Αθηνά, Μαντώ Μαυρογένη-Μια χαρακτηριστική επιστολή της στις Γαλλίδες κυρίες, Νέα Εστία, τομ. 79, τ/χ.929, (1966), σελίδα 390-393
  • Τριανταφυλλόπουλος Κωνσταντίνος, « Η αναφορά της Μαντούς Μαυρογένη κατά του Δημητρίου Υψηλάντη», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τομ. 11 (1936), σελίδα 292-297

Επιπλέον βιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Τάκης Παπανικολάου, Έλληνες, Ήρωες, Ωραίοι και Μαντώ Μαυρογένους, εκδόσεις Αντωνίου Ν. Σάκκουλα Ε.Ε, 2021