Άνοιγμα κυρίου μενού

O Σάντσο Γκαρθές Γ΄ της Παμπλόνα ή Σάντσο ο Μέγας (ισπανικά: Sancho Garcés III de Pamplona, βάσκικα: Antso Gartzez Nagusia, 99218 Οκτωβρίου 1035)[1][2] ήταν Βασιλιάς της Παμπλόνα και Κόμης της Αραγωνίας (1004-1035). O Σάντσο Γκαρθές Γ΄ ήταν ο μεγαλύτερος γιος και διάδοχος του Γκαρθία Σάντσεθ Β´ της Παμπλόνα και της Χιμένα Φερνάντεθ. Κυβέρνησε επίσης την Κομητεία της Αραγωνίας, την Κομητεία της Καστίλης και τις κομητείες της Άλαβας και του Μονθόν. Αργότερα πρόσθεσε στην κυριότητα του την Κομητεία του Σοβράρμπε (1015), την Κομητεία της Ριβαγόρθα (1018) και την Κομητεία της Θέας (1030). Έκανε επέμβαση στο Βασίλειο του Λεόν καταλαμβάνοντας την πρωτεύουσα (1034).

Σάντσο Γκαρθές Γ´
Lauda Sepulcral SanchoIII El Mayor Navarra.jpg
Η επιτύμβια πλάκα του Σάντσο Γκαρθές Γ´
Βασιλιάς της Παμπλόνα
Περίοδος10041035
ΠροκάτοχοςΓκαρθία Β΄ της Παμπλόνα
ΔιάδοχοςΓκαρθία Γ΄ της Παμπλόνα
κόμης της Αραγωνίας
Περίοδος10041035
ΠροκάτοχοςΓκαρθία Β΄ της Παμπλόνα
ΔιάδοχοςΡαμίρο Α´ της Αραγωνίας
Γέννηση992
Θάνατος18 Οκτωβρίου 1035 (43 ετών)
Τόπος ταφήςμοναστήρι του Σαν Σαλβαδόρ της Όνιας
ΣύζυγοςΜουνιαδόνα της Καστίλης
ΕπίγονοιΓκαρθία Γ΄ της Παμπλόνα
Φερδινάνδος Α´ του Λεόν
Χιμένα Σάντσεθ
Γκονθάλο
Ραμίρο Α´ της Αραγωνίας
Μαγιόρ Σάντσεθ
ΟίκοςΟίκος των Χιμένεθ
ΠατέραςΓκαρθία Σάντσεθ Β´ της Παμπλόνα
ΜητέραΧιμένα Φερνάντεθ
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Γέννηση και διαδοχήΕπεξεργασία

Το ακριβές έτος γέννησης του Σάντσο δεν είναι γνωστό, αλλά περίπου το 992. Οι γονείς του ήταν ο Γκαρθία Σάντσεθ Β΄ ο Τρομερός και η Χιμένα Φερνάντεθ, κόρη του Φερνάντο Βερμούδεθ, κόμη της Θέας στα σύνορα με τη Γαλικία. Ο Γκαρθία και η Χιμένα καταγράφονται ως παντρεμένοι για πρώτη φορά το 992 αλλά δεν υπάρχει καμία καταγραφή για τον γιο τους Σάντσο μέχρι το 996. Η πρώτη καταγραφή του μέλλοντα βασιλιά είναι ένα δίπλωμα του πατέρα του όπου χορηγεί το χωριό Τερρέρο στο μοναστήρι του Σαν Μιγιάν ντε λα Κόγκογια. Ο βασιλιάς περιγράφει τον Σάντσο απλά ως «ο γιος μου» (filius meus). Το ίδιο δίπλωμα επίσης εμφανίζει τον μελλοντικό δούκα Σάντσο ΣΤ´ της Γασκώνης στο δικαστήριο της Παμπλόνα.[3]

Ο Σάντσο ανατράφηκε στο μοναστήρι της Λέυρε. Η τελευταία φορά που εμφανίζεται ο πατέρας του ως βασιλιάς είναι το 1000, ο Σάντσο εμφανίζεται για πρώτη φορά ως βασιλιάς το 1004 κληρονομώντας το βασίλειο της Παμπλόνα (αργότερα γνωστό ως Ναβάρρα). Το κενό έχει οδηγήσει σε εικασίες σχετικά με τον βασιλιά της Παμπλόνα στο μεσοδιάστημα. Ένα έγγραφο δείχνει τον Σάντσο Ραμίρεθ της Βιγιέρα να βασιλεύει στην Παμπλόνα το 1002, ίσως όπως ο Χιμένο Γκαρθές της Παμπλόνα κατά τη διάρκεια των νεανικών του χρόνων του Γκαρθία Σάντσεθ Α´ της Παμπλόνα τρεις γενιές νωρίτερα. Την κηδεμονία του Σάντσο στην νεότητα του ανέλαβε ένα συμβούλιο αντιβασιλείας από τους επισκόπους, τη μητέρα του Χιμένα και τη γιαγιά του Ουράκα Φερνάντεθ.

Πολιτική στα ΠυρηναίαΕπεξεργασία

Ο Σάντσο φιλοδοξούσε να ενοποιήσει τις Χριστιανικές ηγεμονίες λόγω του κατακερματισμού της Μουσουλμανικής Ισπανίας στα βασίλεια της Τάιφα μετά την Μάχη του Καλατανιαθόρ. Το 1010 παντρεύτηκε τη Μουνιαδόνα της Καστίλης κόρη του Σάντσο Γκαρθία της Καστίλης και το 1015 ξεκίνησε μια επεκτατική πολιτική. Εκτόπισε τον Μουσουλμανικό έλεγχο στην ρημαγμένη από το χαλιφάτο πρώην κομητεία του Σοβράρμπε. Στη Κομητεία της Ριβαγόρθα εμφανίστηκε άλλη μια ευκαιρία. Το 1010 μέρος της κομητείας διανεμήθη μεταξύ του Γουλιέλμου Ισάρν νόθου γιου του κόμη Ισάρν, του Ραϋμόνδου Γ´ του Κάτω Παλιάρς και της συζύγου του Μαγιόρ Γκαρθία της Καστίλης, που ήταν ταυτόχρονα ανιψιά του Ισάρν και θεία της γυναίκας του Σάντσο. Το 1018, ο Γουλιέλμος Ισάρν προσπάθησε να παγιώσει τον έλεγχό του στην κοιλάδα του Αράν αλλά σκοτώθηκε, ο Σάντσο εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να πάρει το μερίδιο του, προφανώς βασισμένος σε κάποια χαλαρή απαίτηση που προέκυπτε από τη γυναίκα του. Ο Ραϋμόνδος και η Μαγιόρ ακύρωσαν το γάμο τους, δημιουργώντας περαιτέρω διαίρεση ή οποία τελικά επιλύθηκε το 1025 όταν η Μαγιόρ αποσύρθηκε σε ένα Καστιλιανικό μοναστήρι και ο Σάντσο έλαβε την υποβολή υποτέλειας του Ραϋμόνδου.[4] Ο κόμης Ραϋμόνδος διατήρησε την ανατολική όχθη του ποταμού Νογέρα Ριβαγορσάνα και κάποια εδάφη στη δύση, τα οποία προσχώρησαν στην Κομητεία του Κάτω Παλιάρς. Ο Σάντσο ανέκτησε επίσης μερικά από τα εδάφη που είχαν καταλάβει οι μουσουλμάνοι στην εκστρατεία του 1006, στην κοιλάδα του Έσερα.[5] Επίσης ανάγκασε τον Βερεγγάριο Ραϋμόνδο Α´ της Βαρκελώνης να γίνει υποτελής του, αν και ήταν ήδη υποτελής του Γάλλου βασιλιά. Ο Βερεγγάριος συναντήθηκε με τον Σάντσο στη Σαραγόσα και στη Ναβάρρα πολλές φορές προκειμένου να χαράξουν μια αμοιβαία πολιτική ενάντια στην Κομητεία της Τουλούζης.

Απόκτηση της ΚαστίληςΕπεξεργασία

 
Χάρτης των βασιλείων που ελέγχονταν από τον Σάντσο Γ´ κατά τον θάνατό του (1035)
   Κομητεία της Αραγωνίας και εξαρτήσεις που άνηκαν στη Παμπλονέζικη μοναρχία από το 922
   Η κερδισμένη Κομητεία της Ριβαγόρθα και προσαρτήσεις 1018-1025
   Σύνορα που αποκαταστάθηκαν από τον Σάντσο Γ´ τον Μέγα 1018-1025
   Χαμένα εδάφη του 922
   Περιοχή που συνδέεται με την Παμπλόνα τον 10ο αιώνα
   Κομητεία της Καστίλης και της Άλαβας
   Διεκδικούμενη ζώνη από το βασίλειο του Λεόν
   Μουσουλμανικά εδάφη

Το 1016, ο Σάντσο καθόρισε τα σύνορα μεταξύ της Ναβάρρας και της Καστίλης, ως αποτέλεσμα της καλής σχέσης που ανέπτυξε με το γάμο του με την Μουνιαδόνα της Καστίλης κόρη του Σάντσο Γκαρθία της Καστίλης. Το 1017, έγινε ο προστάτης της Καστίλης για λογαριασμό του νεαρού Γκαρθία Σάντσεθ της Καστίλης. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των τριών Χριστιανικών βασιλείων του Λεόν, της Καστίλης και της Ναβάρρας χάλασαν μετά τη δολοφονία του Κόμη Γκαρθία το 1027. Είχε προσυμφωνηθεί να παντρευτεί την Σάντσα, κόρη του Αλφόνσου Ε´ του Λεόν, ο οποίος με αυτό τον τρόπο είχε οριστεί να αποκτήσει από την Καστίλη τα εδάφη μεταξύ των ποταμών Σέα και Πισουέργκα (ως αντίτιμο για την έγκριση της οικογενειακής συμφωνίας). Ο Γκαρθία καθώς έφτανε στη Λεόν για το γάμο του δολοφονήθηκε από τους γιους ενός ευγενούς τον οποίο είχε αποβάλλει από τη χώρα.

Ο Σάντσο Γ´ ήταν αντίθετος με το γάμο και την αναμενόμενη επέκταση της δύναμης του Λεόν στη Καστίλη, και χρησιμοποίησε το θάνατο του Γκαρθία για να αντιστρέψει την κατάσταση. Χρησιμοποιώντας το πρόσχημα της προστασίας που ασκούσε επί της Καστίλης, κατέλαβε αμέσως την κομητεία και όρισε ως διάδοχό τον δικό του μικρότερο γιο Φερδινάνδο ανιψιό του εκλιπόντος κόμη φέρνοντας την κομητεία πλήρως εντός της σφαίρας επιρροής του.

Τάιφα της ΣαραγόσαςΕπεξεργασία

Σάντσο ήταν ο κύριος εχθρός της Τάιφα της Σαρακούστα που προέκυψε από το διαμελισμό του Χαλιφάτου της Κόρδοβας και κυβερνιόταν από την δυναστεία Μπανού Τουιμπί. Οι μάχες μεταξύ των Παμπλονέζων και των κατοίκων της Σαραγόσας ήταν συνεχείς και οι τύχες τους εναλλάσσονταν. Το 1022 όταν πέθανε ο πρώτος εμίρης των Τουιμπί, Μουνδίρ Α´, ο Σάντσο είχε την ευκαιρία να πάρει κάποια περιορισμένης όμως επέκτασης εδάφη στα σύνορα στην περιοχή του Σοβράρμπε και της Ριβαγόρθα. Η εχθρότητα των δύο κρατών συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του επόμενου εμίρη, Γιαχά αλ-Μουζαφφάρ.[6] Το κύριο επίτευγμα του Σάντσο δεν ήταν να κατακτήσει τα αχανή εδάφη από τους μουσουλμάνους, διότι τα κέρδη από τα εδάφη αυτά θα ήταν ελάχιστα, αλλά η ενοποίηση των στρατιωτικών προσπαθειών των κομητειών. Η ενοποίηση ολοκληρώθηκε με το γιο του Ραμίρο Α´ της Αραγωνίας σχηματίζοντας το βασίλειο της Αραγωνίας και δημιουργώντας μια ισχυρή συνοριακή αμυντική γραμμή, η οποία επέτρεψε την αύξηση του πληθυσμού και τη συγκέντρωση πόρων για μελλοντικές κατακτήσεις.[7]

Επικυριαρχία στη ΓασκώνηΕπεξεργασία

Ο Σάντσο ανέπτυξε σχέσεις με το Δουκάτο της Γασκώνης, πιθανόν στην βάση κύριου–υποτελή, με τον ίδιο να έχει τον ρόλο του κυρίαρχου.[8] Ως συνέπεια της σχέσης του με το Αββαείο του Κλυνύ βελτίωσε το δρόμο από την Γασκώνη προς την Λεόν, αυτός ο δρόμος έφερε αυξημένη κίνηση προς την Ιβηρική με προσκυνητές που συνέρρεαν στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα. Εξαιτίας αυτού ο Σάντσο κατατάσσεται ως ένας από τους πρώτους μεγάλους προστάτες της διαδρομής του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα.

Ο Σάντσο ΣΤ´ της Γασκώνης ήταν συγγενής του Σάντσο του Μέγα, πέρασε ένα μέρος της ζωής του στην βασιλική αυλή στην Παμπλόνα και συμμετείχε μαζί του στην Χριστιανική ανακατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου. Το 1010 οι δύο Σάντσο εμφανίστηκαν στο Σαιν-Ζαν ντ'Ανζελί μαζί με τον Ροβέρτο Β´ της Γαλλίας και τον Γουλιέλμο Ε´ της Ακουιτανίας. Δεν υπήρχε κυρίαρχος στο δουκάτο της Γασκώνης, μετά το θάνατο του Σάντσο ΣΤ´ (1032) ο Σάντσο ο Μέγας επέκτεινε την εξουσία του οριστικά στη Γασκώνη, σε έγγραφα που είχε εκδώσει από το ανώτατο δικαστήριο ανέφερε ότι η εξουσία του εκτείνεται μέχρι τον Γαρούνα. Στη νότια Γασκώνη ο Σάντσο δημιούργησε μια σειρά από υποκομητείες: Λαμπούρντ (μεταξύ 1021 και 1023), Μπαγιόν (το 1025), και Μπαθτάν (επίσης το 1025).

Απόκτηση του ΛεόνΕπεξεργασία

 
Η Ιβηρική Χερσόνησος το 1030, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σάντσο Γ´.

Μετά τη διαδοχή του Μπερμούδο Γ´ στη Λεόν, ο Σάντσο διαπραγματεύτηκε το γάμο του γιου του Φερδινάνδου με τη Σάντσα, τη πρώην αρραβωνιαστικιά του Γκαρθία Σάντσεθ και αδερφή του Μπερμούδο, και μαζί με αυτόν μια προίκα στην οποία περιλαμβάνονταν τα αμφισβητούμενα εδάφη του Λεόν. Ο Σάντσο σύντομα ενεπλάκη σε εκτεταμένο πόλεμο με τη Λεόν, και τα ενωμένα Καστιλιάνικα και Ναβαρρέζικα στρατεύματα γρήγορα κατέλαβαν μεγάλο μέρος του βασιλείου του Μπερμούδο, καταλαμβάνοντας την Αστόργα. Από το Μάρτιο του 1033, ήταν βασιλιάς στα εδάφη που εκτείνονταν από τη Θαμόρα μέχρι τα σύνορα της Βαρκελώνης.

Το 1034 έπεσε μέχρι και η πόλη της Λεόν, η imperiale culmen (αυτοκρατορική πρωτεύουσα, όπως την θεωρούσε ο Σάντσο), και ο Σάντσο στέφθηκε και πάλι βασιλιάς της. Το μέγεθος της κυριαρχίας του Σάντσο πλέον επεκτεινόταν από τα σύνορα της Γαλικίας στην δύση μέχρι την κομητεία της Βαρκελώνης στην ανατολή. Το 1035, ανασυστάθηκε η επισκοπή της Παλένθια, η οποία είχε καταστραφεί από τους Μαυριτανούς. Έδωσε την έδρα και αρκετά ηγουμενικά αξιώματα στον Μπέρναρντ, γαλλικής ή ναβαρρέζικης καταγωγής, στον οποίο έδωσε επίσης την κοσμική εξοχότητα (ως feudum), η οποία περιελάμβανε πολλά κάστρα στην περιοχή. Ωστόσο, δολοφονήθηκε στην Αγκιλάρ ντε Μπουρέμπα [αμφίβολο] στις 18 Οκτωβρίου του 1035 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Σαν Σαλβαδόρ της Όνιας, μια απομονωμένη περιοχή στην πόλη Μπούργος, υπό την επιγραφή: "Sancius, gratia Dei, Hispaniarum rex".

ΔιαδοχήΕπεξεργασία

Πριν από το θάνατό του το 1035, ο Σάντσο μοίρασε τα υπάρχοντά του στους γιους του. Από τους τρεις εν ζωή γιους από την Μουνιαδόνα, ο μεγαλύτερος Γκαρθία είχε ήδη εμφανιστεί ως regulus (βασιλιάς) στη Ναβάρρα, κληρονομώντας το βασίλειο συμπεριλαμβανομένης και της χώρας των Βάσκων, καθώς και την επικυριαρχία πάνω στα εδάφη του βασιλείου που δόθηκαν στα αδέρφια του. Ο Γκονθάλο τέθηκε υπό τον έλεγχο των κομητειών του Σοβράρμπε και της Ριβαγόρθα, τις οποίες θα κρατήσει ως regulus. Στον Φερδινάνδο Α΄ δόθηκε η Καστίλη με το θάνατο του κόμη Γκαρθία Σάντσεθ το 1027, αρχικά κρατώντας την υπό τον πατέρα του και αργότερα πήρε και την Λεόν από τον Μπερμούδο Γ΄ του Λεόν, πριν τον σκοτώσει και καταλάβει την Λεόν και το βασιλικό τίτλο. Στον Ραμίρο, τον μεγαλύτερο αλλά νόθο γιο του Σάντσο από την ερωμένη Σάντσα της Αϋμπάρ, δόθηκε η περιοχή στην πρώην κομητεία της Αραγωνίας με την προϋπόθεση πως δεν θα ζητούσε περισσότερα εδάφη από τον Γκαρθία, υπό τον οποίο αρχικά ενεργούσε ως baiulus (διοικητής), αλλά από τον οποίο αργότερα πέτυχε την de facto ανεξαρτησία του. Έγγραφα αναφέρουν δύο ακόμη γιους, έναν δεύτερο Ραμίρο και έναν Μπέρναρντ, αλλά οι απόψεις διίστανται σχετικά με το αν ήταν νόμιμοι γιοι του που πέθαναν νέοι, ή αν η εμφάνισή τους αποτελεί σφάλμα γραφής ή πλαστογραφία. Ο Σάντσο άφησε δύο κόρες, την Μαγιόρ και τη Χιμένα, η πρώτη ίσως ήταν η γυναίκα του Πονς, Κόμη της Τουλούζης, η δεύτερη ήταν σύζυγος του Μπερμούδο Γ´.

Το τέλος τουΕπεξεργασία

Απεβίωσε στις 18 Οκτωβρίου του 1035 όντας αρκετά νέος ακόμα και χωρίς να περιμένει το θάνατό του, ενώ ο μεγαλύτερος από τους γιους του και διάδοχος, Γκαρθία, ταξίδεψε στη συνέχεια στη Ρώμη για να εκπληρώσει ένα τάμα που είχε κάνει.[9]

Ο τόπος ταφής του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαμάχης, δεδομένου ότι τόσο το μοναστήρι του Σαν Σαλβαδόρ της Όνιας (στην Όινια), όπως και το πάνθεον των βασιλέων του Σαν Ισίδορο (στη Λεόν), έχουν τάφους που ισχυρίζονται, πως αντιστοιχούν σε αυτόν το μονάρχη και υπάρχουν γραπτές πηγές, που τεκμηριώνουν και τους δύο ισχυρισμούς.[10][11] Όμως ακόμη κι έτσι, η πλειοψηφία των ιστορικών πιστεύει, πως ο Σάντσο έχει ταφεί στην Όνια. Σύμφωνα με τον Martinez Diez, ο γιος του Φερδινάνδος ήταν υπεύθυνος για την μετακίνηση της σορού του βασιλιά στο μοναστήρι της Όνιας και προέδρευσε στις τελετές της κηδείας του νεκρού βασιλιά.[9] Η σύζυγός του έζησε τουλάχιστον τριάντα ένα επιπλέον χρόνια και απεβίωσε το καλοκαίρι του 1066· μέχρι τότε είχαν αποβιώσει όλοι οι γιοι του από τον γάμο του και πιθανώς να ζούσε μόνο η Χιμένα, η χήρα του Μπερμούδο βασιλιά του Λεόν.[12]

ΥστεροφημίαΕπεξεργασία

 
Ο Σάντσο, όπως απεικονίζεται από τον Χουάν Ρίζι τον 17ο αιώνα

Διέμενε στη Νάχερα, αντί για την παραδοσιακή πρωτεύουσα της Παμπλόνα. Καθώς το βασίλειό του μεγάλωνε ανέπτυξε σχέσεις με την άλλη πλευρά των Πυρηναίων και θεωρούσε τον εαυτό του Ευρωπαίο μονάρχη.

Εισήγαγε στην Ιβηρική γαλλικές φεουδαρχικές αρχές και εκκλησιαστικές και πνευματικές απόψεις. Μέσα από τους στενούς δεσμούς του με τον κόμη της Βαρκελώνης, τον δούκα της Γασκώνης και τη φιλίας του με τη μοναστική μεταρρυθμίστρια Ηγουμένη Ολίβια, ο Σάντσο δημιούργησε σχέσεις με πολλές από τις κορυφαίες προσωπικότητες βόρεια των Πυρηναίων, κυρίως με τον Ροβέρτο Β´ της Γαλλίας, τον Γουλιέλμο Ε´ δούκα της Ακουιτανίας, τον Γουλιέλμο Β´ και Αλντουίν Β´ κόμητες του Ανγκουλέμ και τον Όντο Β´ κόμη του Μπλουά.[13] Μέσα από αυτό τον κύκλο ήταν πιθανώς που οι Κλουνιακές μεταρρυθμίσεις επηρέασαν αρχικά τη σκέψη του. Το 1024 ένας ναβαρρέζος μοναχός, ο Πατέρνο του Σαν Χουάν ντε λα Πένια από το Κλυνύ, επέστρεψε στη Ναβάρρα και έγινε ηγούμενος της μονής Σαν Χουάν ντε λα Πένια, όπου καθιέρωσε τα Κλουνιακά έθιμα και έτσι ιδρύθηκε ο πρώτος Κλουνιακός οίκος στην Ιβηρική, δυτικά της Καταλονίας, υπό την αιγίδα του Σάντσο Γ΄. Η Μοζαραβική λειτουργία συνέχισε να ασκείται στο Σαν Χουάν ντε λα Πένια και η άποψη ότι ο Σάντσο Γ΄ διέδωσε τη Κλουνιακή χρήση σε άλλους οίκους εντός του βασιλείου του, έχει απαξιωθεί από τον Χούστο Πέρεθ δε Ουρβέλ. Ο Σάντσο Γ΄ έσπειρε τους σπόρους της Κλουνιακής μεταρρύθμισης και την υιοθέτηση της Ρωμαϊκής ιεροτελεστίας, αλλά δεν τα θέσπισε σε ευρεία κλίμακα.

Ο Σάντσο Γ΄ ξεκίνησε επίσης τις ναβαρρέζικες νομισματικές κοπές, κόβοντας το νόμισμα, που η εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα αποκαλεί «δηνάρια Καρολίγγειας επιρροής». Η διαίρεση του βασιλείου του μετά το θάνατό του, οι έννοιες της υποτέλειας και επικυριαρχίας και η χρήση της φράσης «με τη χάρη του Θεού» (Dei gratia) μετά τον τίτλο του, είχαν εισαχθεί από τη Γαλλία, με την οποία προσπάθησε να διατηρήσει σχέσεις. Γι' αυτό και έχει χαρακτηριστεί ως ο "πρώτος Ευρωπαϊστής της Ιβηρικής."[14]




Ωστόσο, το πιο προφανές κληροδότημα του ήταν η προσωρινή ένωση όλης της Χριστιανικής Ιβηρικής. Τουλάχιστον ονομαστικά, κυβερνούσε τη Λεόν, την αρχαία πρωτεύουσα του βασιλείου που κερδήθηκε από τους Μαυριτανούς κατά τον όγδοο αιώνα, και τη Βαρκελώνης, τη μεγαλύτερη από τις καταλανικές πόλεις. Αν και χώρισε το βασίλειο του μετά θάνατον, δημιουργώντας έτσι την διαρκή κληρονομιά των βασιλείων της Καστίλης και της Αραγωνίας, άφησε όλα τα εδάφη στα χέρια μίας δυναστεία, της δυναστείας Χιμένεθ, η οποία κράτησε τα βασίλεια σε συγγένεια αίματος μέχρι το δωδέκατο αιώνα. Έκανε το λιλιπούτειο ναβαρρέζικο βασίλειο ισχυρό, πολιτικά σταθερό και ανεξάρτητο, διατηρώντας το στο υπόλοιπο του Μεσαίωνα. Για αυτό το λόγο και η σφραγίδα του έχει σφετερισθεί από τον Βασκικό εθνικισμό. Όμως μέσα από τη διαίρεση της βασιλείας, απομόνωσε το βασίλειο και ανέστειλε την δυνατότητα του να αποκτήσει εδάφη σε βάρος των Μουσουλμάνων. Συνοψίζοντας, η βασιλεία του όρισε τη πολιτική γεωγραφία της Ιβηρικής μέχρι την ένωση της υπό τους Καθολικούς Μονάρχες.

ΤίτλοιΕπεξεργασία

Καθ' όλη τη μακρά βασιλεία του, ο Σάντσο χρησιμοποίησε μια μυριάδα τίτλων. Έπειτα από τη στέψη του στη Λεόν, ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του «rex Dei gratia Hispaniarum», δηλαδή «ο με τη χάρη του Θεού, ο βασιλιάς των Ισπανιών», και είναι πιθανό να κόπηκαν νομίσματα με την επιγραφή NAIARA/IMPERATOR (αυτοκράτορας).[α] Η χρήση του πρώτου τίτλου υπονοεί τη βασιλεία του πάνω σε όλα τα Ιβηρικά βασίλεια τα οποία ιδρύθηκαν ανεξάρτητα, ενώ η χρήση της μορφής «Dei gratia», που υιοθετήθηκε από τη γαλλική πρακτική, τόνισε ότι η δικαιοδοσία της βασιλείας του είχε θεία προέλευση και υποστήριξη. Ο τελευταίος, αυτοκρατορικός τίτλος χρησιμοποιούταν σπάνια, για αυτό δεν είναι καταγεγραμμένα τεκμηριωμένος, καθώς έχει βρεθεί μόνο σε νομίσματα, τα οποία όμως απλά πιθανολογείται πως χρονολογούνται από την βασιλεία του. Δεν είναι απίθανο ωστόσο, ότι επιθυμούσε να σφετεριστεί τον αυτοκρατορικό τίτλο, που οι βασιλείς του Λεόν έφεραν μέχρι τότε.[14] Παρά το γεγονός αυτό, η εκκλησιαστική της εποχής Ηγουμένη Ολίβια αναγνώρισε τον Σάντσο μόνο ως «rex Ibericus» (βασιλιά της Ιβηρικής) ή «rex Navarrae Hispaniarum» (βασιλιά των ναβαρρέζικων Ισπανιών), ενώ αποκαλούσε τόσο τον Αλφόνσο Ε´ όσο και τον Μπερμούδο Γ´ του Λεόν αυτοκράτορες. Ο πρώτος τίτλος θεωρεί τον Σάντσο ως βασιλιά όλης της Ιβηρικής, όπως και ο δεύτερος, αν και περιορίζει τη βασιλεία του μόνο πάνω στη Ναβάρρα σαν να είχε επεκταθεί η εξουσία του πάνω σε ολόκληρο το Χριστιανικό τμήμα της χερσονήσου.

Ο γάμος και η οικογένειαΕπεξεργασία

Ο Σάντσο Γ´ ήταν νυμφευμένος με την Μουνιαδόνα της Καστίλης, κόρη του Σάντσο, κόμη της Καστίλης και της Άλαβας. Είχαν τα παρακάτω παιδιά:

Πριν νυμφευτεί τη Μουνιαδόνα της Καστίλης, ο Σάντσο Γ´ είχε ένα γιο με την Σάντσα της Αϋπμάρ:

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Αυτές συνήθως αποδίδονται στον Σάντσο Γ´, αν και ο Ubieto Arteta τα αποδίδει στον πρόγονο του Σάντσο Α´.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Sancho III el Mayor Biblioteca Gonzalo de Berceo
  2. Eloy Benito Ruano, Sancho III el Mayor de Navarra, σελ. 12, Μαδρίτη: Real Academia de la Historia (2003) ISBN 84-95983-31-1
  3. Martínez Díez 2007, σελ. 38–39.
  4. Martínez Díez 2007, σελ. 81–89.
  5. Martínez Díez 2007, σελ. 92.
  6. Martínez Díez 2007, σελ. 99.
  7. Martínez Díez 2007, σελ. 103.
  8. Collins 1990.
  9. 9,0 9,1 Martínez Díez 2007, σελίδες 172-173.
  10. Baztan 1923.
  11. Fuente 1888.
  12. Martínez Díez 2007, σελ. 173.
  13. Donovan 1958, σελ. 22.
  14. 14,0 14,1 Μενέντεθ Πιδάλ 1929.
  15. Salazar & Acha 1988.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία