Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Αμαλρίκ Β΄ των Ιεροσολύμων ή Αμαλάριχος Β΄ των Ιεροσολύμων ή Αμωρί Β΄ της Ιερουσαλήμ ή Αμαλρίκ της Κύπρου (Πουατιέ,Amaury, περί το 1145 - 1 Απριλίου 1205) ήταν βασιλιάς της Κύπρου (1194-1205) και Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ (1197-1205).[1][2][3] Ο Αμωρί Β΄ ήταν τέταρτος γιος του Ούγου Η΄ των Λουζινιάν και της Βουργουνδίας του Ρανκόν, ένας απ΄τους μεγαλύτερους αδελφούς του Γκυ των Λουζινιάν του ιδρυτή του βασιλείου της Κύπρου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πουατιέ τμήμα του Δουκάτου της Ακουιτανίας που κυβερνούσε ο Ερρίκος Β΄ της Αγγλίας, μετά την συμμετοχή του σε επανάσταση εναντίον του Άγγλου βασιλιά (1168) δραπέτευσε για τους Αγίους Τόπους και εγκαταστάθηκε στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.

Αμαλρίκ
Amaury II.png
+ AIMERICVS DEI GRA[TIA] REX IER[VSA]L'M ET CIPRI
Περίοδος1194-1205
ΠροκάτοχοςΓκυ των Λουζινιάν
ΔιάδοχοςΟύγος Α΄ της Κύπρου
Περίοδος1198-1205 (με τη σύζυγό του Ισαβέλα)
ΠροκάτοχοςΕρρίκος Β΄ της Καμπανίας
ΔιάδοχοςΜαρία του Μονφεράτου
Γέννηση1145
Θάνατος1205
ΣύζυγοςΕσίβα Ιμπελίν
Ισαβέλλα Α' της Ιερουσαλήμ
ΕπίγονοιΒουργουνδία
Ελοΐζα
Ούγος Α' της Κύπρου
Σιβύλλα των Λουζινιάν
Μελισσάνθη των Λουζινιάν
ΟίκοςΟίκος των Λουζινιάν
ΠατέραςΟύγος Η΄ του Λουζινιάν
ΜητέραΒουργουνδία του Ρανκόν
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Αμαλρίκ Β΄ παντρεύτηκε την Εσίβα του Ιμπελέν επεκτείνοντας σημαντικά τις εκτάσεις του, ο αδελφός του Γκυ παντρεύτηκε την Σιβύλλα της Ιερουσαλήμ, αδελφή και διάδοχο του Βαλδουίνου Δ΄ της Ιερουσαλήμ. Ο Βαλδουίνος Δ΄ διόρισε τον Αμαλρίκ Κοντόσταυλο των Ιεροσολύμων (1180) και ήταν ένας από τους στρατάρχες των Σταυροφόρων στην μάχη του Χαττίν που συνετρίβησαν από τον Αγιουβίδη Σουλτάνο της Αιγύπτου και της Συρίας Σαλαντίν (4 Ιουλίου 1187). Ο Αμαλρίκ υποστήριξε τον αδελφό του Γκυ ακόμα και όταν πέθαναν η σύζυγος και οι δυο του κόρες και όλα τα δικαιώματα του στον θρόνο των Ιεροσολύμων. Ο νέος βασιλιάς Ερρίκος Β΄ της Καμπανίας τον φυλάκισε για σύντομο χρόνο, όταν ελευθερώθηκε αποσύρθηκε στην Γιάφα δώρο του μεγαλύτερου αδελφού του Λουδοβίκου των Λουζινιάν που είχε επιστρέψει στην πατρίδα του. Μετά τον θάνατο του Γκυ (1194) οι βαρόνοι της Κύπρου εξέλεξαν νέο βασιλιά τον Αμαλρίκ, στέφτηκε πρώτος βασιλιάς της Κύπρου τον Σεπτέμβριο του 1197 μετά την αναγνώριση του από τον Ερρίκο ΣΤ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Ισαβέλλα Α΄ της Ιερουσαλήμ μετά τον θάνατο του Ερρίκου Β΄ της Καμπανίας τον παντρεύτηκε σε τέταρτο γάμο και τον Ιανουάριο του 1198 στέφτηκε συμβασιλέας των Ιεροσολύμων. Ο Αμωρί υπέγραψε ειρήνη με τον Αγιουβίδη σουλτάνο της Αιγύπτου Αλ-Αντίλ Α', με τους όρους της συνθήκης οι χριστιανοί διατηρούσαν όλη την παραλιακή λωρίδα από την Άκρα μέχρι την Ασκελόν. Την εποχή που κυβέρνησε επικρατούσε ειρήνη και σταθερότητα ανάμεσα στα δυο βασίλεια.

Πίνακας περιεχομένων

Πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Μετάβαση στους Αγίους ΤόπουςΕπεξεργασία

Ο Αμωρί Β΄ καταγόταν από οικογένεια Σταυροφόρων που ζούσε πολλές γενεές στο Πουατιέ.[4] Ο προπάππους του Ούγος ΣΤ΄ του Λουζινιάν έπεσε στην μάχη του Ράμλα (1192), ο παππούς του Ούγος Ζ΄ του Λουζινιάν συμμετείχε στην Β΄ Σταυροφορία και ο πατέρας του πέθανε αιχμάλωτος σε μουσουλμανική φυλακή στους Αγίους Τόπους την δεκαετία του 1160.[5][6] Οι μεσαιωνικοί συγγραφείς τον καταγράφουν σαν "Αμαλρίκ" ή "Αμωρί" αλλά σε μερικά έγγραφα εμφανίζεται σαν "Αμαλάριχος".[7][8] Οι σύγχρονοι συγγραφείς όπως ο Στήβεν Ράνσιμαν τον καταγράφουν ως Αμωρί Β΄ της Ιερουσαλήμ σε ακολουθία με τον Αμωρί Α΄ της Ιερουσαλήμ.[9][10][11] Ο Αμωρί σύμφωνα με τον Ρομπέρ ντε Τορινί ενώθηκε σε επανάσταση εναντίον του Ερρίκου Β΄ της Αγγλίας (1168) αλλά ο Άγγλος βασιλιάς την συνέτριψε. Ο Αμωρί δραπέτευσε στους Αγίους Τόπους και εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ, συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Δαμασκό.[12][13] Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι ελευθερώθηκε με δική του πρωτοβουλία.[14][15]

Ο Έρνουλ που η αξιοπιστία του αμφισβητείται αναφέρει ότι ο Αμωρί Β΄ είχε ερωτευτεί την χήρα του Αμωρί Α΄ Αγνή του Κουρτεναί.[16] Ο Αμωρί παντρεύτηκε την Εσίβα του Κουρτεναί κόρη του ισχυρού ευγενή Βαλδουίνου του Ιμπελέν.[17] Ο Αμαλρίκ Α΄ πέθανε (11 Ιουλίου 1174) και τον διαδέχθηκε ο 13χρονος βαριά ασθενής από λέπρα γιος του Βαλδουίνος Δ΄ της Ιερουσαλήμ.[18] Ο Αμαλρίκ με την υποστήριξη του πεθερού του διορίστηκε στην αντιβασιλεία.[19] Ο αδελφός του Γκυ παντρεύτηκε τον Απρίλιο του 1180 την χήρα αδελφή του Βαλδουίνου Δ΄ Σιβύλλα.[20] Ο Έρνουλ έγραψε ότι ο Αμαλρίκ έπεισε την μητέρα της και τον αδελφό της να παντρευτεί τον Γκυ, τον είχε περιγράψει σαν ωραίο και χαριτωμένο νεαρό άντρα.[21][22] Ο Αμαλρίκ επέστρεψε στο Πουατιέ και πίεσε τον αδελφό του να παντρευτεί την Σιβύλλα την οποία είχαν υποσχεθεί στον πεθερό του.[23] Ο Γουλιέλμος της Τύρου από την άλλη αναφέρει ότι ο Αμαλρίκ δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στον γάμο του αδελφού του με την αδελφή του βασιλιά συνεπώς πολλές πληροφορίες του Έρνουλ αμφισβητούνται.[24][25]

Κοντόσταυλος της ΙερουσαλήμΕπεξεργασία

 
Γάμος του Γκυ των Λουζινιάν με την Σιβύλλα της Ιερουσαλήμ

Ο Αμαλρίκ αναφέρεται για πρώτη φορά σαν Κοντόσταυλος της Ιερουσαλήμ (24 Φεβρουαρίου 1182).[26] Οι ιστορικοί Στήβεν Ράνσιμαν και Μάλκολμ Μπάρμπερ (γεν. το 1943) γράφουν ότι διορίστηκε τον Απρίλιο του 1179 αμέσως μετά τον θάνατο του προκατόχου του Χάμφρεϋ Β΄ του Τορόν.[27][28] Ο ιστορικός Μπέρναρντ Χάμιλτον (γεν. το 1932) από την άλλη γράφει ότι ο διορισμός του Αμαλρίκ έγινε γύρω στο 1181 χάρη του αδελφού του.[29] Ο Αγιουβίδης Σουλτάνος Σαλαντίν ξεκίνησε εκστρατεία στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ (29 Σεπτεμβρίου 1183).[30] Ο Αμαλρίκ τον νίκησε με την υποστήριξη του πεθερού του και του αδελφού του Μπαλιάν του Ιμπελέν.[31] Ο Σταυροφορικός στρατός μετά την νίκη ανάγκασε τον Σαλαντίν να οπισθοχωρήσει σε εννιά μέρες.[32] Οι περισσότεροι βαρόνοι ήταν απρόθυμοι να στηρίξουν τον αδελφό του Αμαλρίκ που εμφανιζόταν σαν διάδοχος του θρόνου των Ιεροσολύμων.[33] Ο ασθενής βασιλιάς απέρριψε τον Γκυ και όρισε συμβασιλέα και διάδοχο τον 5χρονο ανιψιό του και θετό γιο του Γκυ Βαλδουίνο (20 Νοεμβρίου 1183).[34]

Ο Βαλδουίνος Δ΄ συμφώνησε ότι ο πάπας, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας και οι βασιλείς της Αγγλίας και της Γαλλίας θα αποφάσιζαν για τον διάδοχο ανάμεσα στις δυο αδελφές του αν ο μικρός Βαλδουίνος Ε΄ πέθαινε πρόωρα.[35] Ο λεπρός βασιλιάς πέθανε την άνοιξη του 1185 και ο ανιψιός του το καλοκαίρι του 1186.[36] Ο Γκυ και η Σιβύλλη ανακηρύχτηκαν αμέσως βασιλείς αγνοώντας την διαθήκη του Βαλδουίνου Δ΄, ο Αμαλρίκ δεν βρέθηκε στην στέψη του αδελφού του αλλά είναι προφανές ότι τον υποστήριξε.[37] Ο Αμαλρίκ οργάνωσε τον Σταυροφορικό στρατό αλλά όταν συνετρίβη στην μάχη του Χαττίν (4 Ιουλίου 1187) αιχμαλωτίστηκε μαζί με τους υπόλοιπους Σταυροφόρους.[38][39] Στην πολιορκία της Ασκελόν ο Σαλαντίν υποσχέθηκε να ελευθερώσει δέκα πρόσωπα που θα επιλέξουν οι πολιορκημένοι αν παραδοθούν οικειοθελώς, ο Αμαλρίκ και ο Γκυ ήταν ανάμεσα τους αλλά ο Σαλαντίν ανέλαβε την απελευθέρωση τους μέχρι την άνοιξη του 1188.[40]

Αγορά της Κύπρου από τον ΓκυΕπεξεργασία

Ο Αμωρί έμεινε πιστός στον αδελφό του ακόμα και όταν πέθανε η οικογένεια του από επιδημία και έχασε όλα τα δικαιώματα του στον θρόνο των Ιεροσολύμων (1190), οι περισσότεροι βαρόνοι τον κήρυξαν ανεπιθύμητο.[41][42] Οι αντίπαλοι του Γκυ υποστήριξαν τον Κορράδο του Μομφερράτου που είχε παντρευτεί στα τέλη Νοεμβρίου σε δεύτερο γάμο την ετεροθαλή αδελφή της Σιβύλλας Ισαβέλλα.[43] Η συνέλευση των ευγενών ανακήρυξε ομόφωνα τον Κορράδο νέο βασιλιά (16 Απριλίου 1192).[44] Ο Κορράδος του Μομφερράτου δολοφονήθηκε σε δώδεκα μέρες και οι ευγενείς εξέλεξαν νέο βασιλιά τον τρίτο σύζυγο της Ισαβέλλας Α΄ Ερρίκο Β΄ της Καμπανίας.[45] Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος για να αποζημιώσει τον Γκυ για την απώλεια του θρόνου του έδωσε την άδεια να αγοράσει την Κύπρο από τους Ναΐτες Ιππότες, η Κύπρος είχε κατακτηθεί από τον Ριχάρδο τον Μάιο του 1191.[46] Έπρεπε να πληρώσει επίσης 40.000 μπεζάντια στον Ριχάρδο που έδωσε τον δικαίωμα στον Ερρίκο της Καμπανίας να συγκεντρώσει το ποσό για λογαριασμό του Γκυ.[47] Ο Γκυ εγκαταστάθηκε στην Κύπρο στην αρχές Μαΐου.[48] Ο Αμωρί παρέμεινε στο βασίλειο των Ιεροσολύμων και κυβέρνησε μια παραλιακή περιοχή από την Γιάφα μέχρι την Τύρο.[49][50] Ο Ερρίκος της Καμπανίας ζήτησε την εκδίωξη των εμπόρων από την Πίζα με κατηγορίες για συνωμοσία με τον Γκυ.[51] Ο Αμωρί υποστήριξε τους εμπόρους της Πίζας και ο Ερρίκος τον φυλάκισε, αργότερα ελευθερώθηκε χάρη σε αίτημα των Ναιτών και των Ιωαννιτών.[52] Αποσύρθηκε στην Γιάφα που έδωσε ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος δώρο στον μεγαλύτερο αδελφό του Γοδεφρείδο των Λουζινιάν.[53]

Τον Μάιο του 1194 πέθανε ο Γκυ, κληροδότησε την Κύπρο στον μεγαλύτερο αδελφό του Γοδεφρείδο των Λουζινιάν που είχε αποσυρθεί στην πατρίδα του και αρνήθηκε να επιστρέψει, οι ευγενείς εξέλεξαν νέο ηγεμόνα τον Αμωρί.[54] Ο Ερρίκος της Καμπανίας διεκδίκησε και αυτός τα δικαιώματα του στο νησί της Κύπρου αλλά οι βαρόνοι τον αγνόησαν.[55] Ο Ιωάννης Α΄ της Βηρυτού αντικατέστησε τον Αμωρί στην θέση του Κοντόσταυλου των Ιεροσολύμων.[56] Ο Αμωρί αναγνώρισε ότι τα θησαυροφυλάκια της Κύπρου ήταν άδεια επειδή ο Γκυ είχε δωρίσει τα εδάφη σε υποτελείς του και σύμφωνα με τον Έρνουλ συγκάλεσε τους λόρδους του νησιού σε συνέλευση.[57] Οι βαρόνοι επέστρεψαν πολλά εδάφη τους "είτε με την βία, είτε με φιλικό τρόπο ή είτε με συμφωνία".[58]

Πρώτος βασιλιάς της ΚύπρουΕπεξεργασία

 
Τα Σταυροφορικά κράτη το 1165

Ο Αμωρί έστειλε αποστολή στον πάπα Κελεστίνο Γ΄ και του ζήτησε να ιδρύσει Καθολικές επισκοπές στην Κύπρο.[59] Έστειλε τον αντιπρόσωπο του στον Γερμανό αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄, δέχτηκε να τον αναγνωρίσει σαν επικυρίαρχο του και σε αντάλλαγμα να του προσφέρει το στέμμα.[60] Οι στόχοι του Αμωρί ήταν διπλοί, ήθελε να εξασφαλίσει την Κύπρο από επίθεση των Βυζαντινών και να νομιμοποιηθεί ο ίδιος σαν βασιλιάς.[61][62] Ο εκπρόσωπος του Αμωρί δήλωσε τον Οκτώβριο του 1196 στο Γκελχάουζεν την υποταγή του στον αυτοκράτορα.[63] Ο αυτοκράτορας υποσχέθηκε Σταυροφορία στους Αγίους Τόπους και ότι θα στέψει ο ίδιος τον Αμωρί, έστειλε τους αρχιεπισκόπους του Μπρίντιζι και του Τρανί να του μεταφέρουν ένα χρυσό σκήπτρο σαν ένδειξη της εξουσία του στην Κύπρο.[64]

Οι απεσταλμένοι του Ερρίκου ΣΤ΄ στρατοπέδευσαν στην Κύπρο τον Απρίλιο ή τον Μάιο του 1196.[65] Ο Αμωρί δέχτηκε τον τίτλο του βασιλιά ύστερα από μια επιστολή αναγνώρισης από τον πάπα Κελεστίνο τον Δεκέμβριο του 1196.[66][67] Τον ίδιο μήνα ιδρύθηκε Ρωμαϊκή Καθολική αρχιεπισκοπή στην Λευκωσία, η Αμμόχωστος, η Λεμεσός και η Πάφος έγιναν έδρες νέων επισκοπών.[68] Οι Έλληνες Ορθόδοξοι επίσκοποι δεν διώχθηκαν αλλά κατασχέθηκαν τα έσοδα και τα εδάφη τους από τους Καθολικούς ιερείς.[69] Ο Καγκελάριος του αυτοκράτορα Κορράδος, επίσκοπος του Χίλντεσχαϊμ έστεψε επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1197 τον Αμωρί βασιλιά στην Λευκωσία, ο βασιλιάς έδωσε όρκο υποτέλειας στον Καγκελάριο.[70] Οι ευγενείς που είχαν εδάφη τόσο στην Κύπρο όσο και στα Ιεροσόλυμα προσπάθησαν να συμφιλιώσουν τον Αμωρί με τον Ερρίκο της Καμπανίας.[71] Ο Κοντόσταυλος της Κύπρου Βαλδουίνος του Μπειζάν πίεσε τον Ερρίκο να επισκεφτεί στις αρχές του 1197 την Κύπρο.[72][73] Οι δύο βασιλείς έκλεισαν ειρήνη με όρο οι τρεις γιοι του Αμωρί να παντρευτούν τις τρεις κόρες του Ερρίκου της Καμπανίας.[74] Ο Ερρίκος χάρισε επίσης όλα τα χρέη στον Αμωρί και του επέτρεψε να διατηρήσει φρουρά στην Γιάφα, ο Αμωρί έστειλε στην Γιάφα τον Ραϋνάλδο Μπαρλαί.[75] Τον Νοέμβριο του 1197 ο Αμωρί πήρε ξανά τον τίτλο του Κοντόσταυλου του βασιλείου των Ιεροσολύμων κάτι που επιβεβαιώνει ότι αποκαταστάθηκαν πλήρως οι σχέσεις του με τον Ερρίκο.[76]

Βασιλιάς της ΙερουσαλήμΕπεξεργασία

ΕκλογήΕπεξεργασία

Ο Ερρίκος της Καμπανίας τραυματίστηκε θανάσιμα σε ατύχημα μετά την πτώση του από παράθυρο και πέθανε στην Άκρα (10 Σεπτεμβρίου 1197).[77] Η αριστοκρατία του βασιλείου πρότεινε διάδοχο τον Ραούλ του Σαιντ-Ομέρ αλλά οι ιππότες και τα στρατιωτικά τάγματα αντιτάχθηκαν, σε λίγες μέρες ο Αγιουβίδης Σουλτάνος της Αιγύπτου Αλ-Αντίλ Α' κατέλαβε την Γιάφα. Ο αρχιεπίσκοπος του Μάιντς Κορράδος του Βίττελσμπαχ έφτασε στην Άκρα (20 Σεπτεμβρίου 1197) και πρότεινε νέο βασιλιά τον Αμωρί, η πρώτη σύζυγος του Αμωρί είχε πεθάνει και ήταν ελεύθερος να παντρευτεί την Ισαβέλλα Α΄ στον τέταρτο γάμο της.[78] Ο πατριάρχης της Ιερουσαλήμ Αϊμάρ διαμαρτυρήθηκε ότι ο γάμος θα ήταν αντικανονικός αλλά ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου τον αγνόησε και ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Αμωρί για τον γάμο, ο Αμωρί δέχτηκε.[79] Ο πατριάρχης Αϊμάρ απέσυρε τις διαμαρτυρίες του και δέχτηκε να στέψει τον Ιανουάριο του 1198 στην Τύρο νέους βασιλείς τον Αμωρί και την Ισαβέλλα Α΄.[80][81]

Η επίθεση των Γερμανών ιπποτώνΕπεξεργασία

Ο στρατός της Κύπρου πολεμούσε για την Ιερουσαλήμ αλλά τα δυο βασίλεια είχαν ξεχωριστή διοίκηση.[82] Μετά την στέψη του ο Αμωρί ενώθηκε σε εκστρατεία εναντίον των Αγιουβιδών με Γερμανούς Σταυροφόρους υπό την ηγεσία του Ερρίκου Α΄ της Βραβάντης, ανάγκασαν τον Αλ-Αντίλ να οπισθοχωρήσει και κυρίευσαν στις 21 Οκτωβρίου την Βηρυτό.[83] Ξεκίνησαν την πολιορκία της Τορόν αλλά οι Γερμανοί Σταυροφόροι όταν έμαθαν ότι πέθανε ο αυτοκράτορας Ερρίκος ΣΤ΄ επέστρεψαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία .[84] Τον Μάρτιο του 1198 ενώ ο Αμωρί έκανε ιππασία στην Τύρο δέχτηκε επίθεση από τέσσερις Γερμανούς ιππότες, οι οπαδοί του τον ελευθέρωσαν και φυλάκισαν τους ιππότες.[85][86] Ο Αμωρί κατηγόρησε τον Ραούλ του Σαιντ Ομέρ ότι βρισκόταν πίσω από την επίθεση και εξορίστηκε από τους ευγενείς χωρίς δίκη, ο Ραούλ που διεκδικούσε την αθωότητα του έκανε αίτημα να δικαστεί από την Υψηλή Αυλή υπό την προεδρία του ίδιου του Αμωρί.[87] Ο Ραούλ τελικά αποσύρθηκε με την θέληση του στην Τρίπολη επειδή αναγνώρισε ότι έχασε οριστικά την στήριξη του Αμωρί.[88]

Σχέσεις με τον Αλ-ΑντίλΕπεξεργασία

Ο Αμωρί υπέγραψε ειρήνη με τον Αλ-Αντίλ για πέντε χρόνια και οκτώ μήνες (1 Ιουλίου 1198), με τους όρους της θα μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη την παραλιακή ακτή από την Άκρα μέχρι την Αντιόχεια.[89][90] Ο Αλέξιος Γ´ Άγγελος δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδέα να κατακτήσει την Κύπρο.[91] Υποσχέθηκε στον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ ότι θα τον βοηθήσει σε νέα Σταυροφορία αν αφόριζε τον Αμωρί και επέτρεπε Βυζαντινή εισβολή στην Κύπρο (1201), ο πάπας του απάντησε ότι έχασε τα δικαιώματα του στο νησί μετά την κατάκτηση του από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο (1191).[92]

Ο Αμωρί διατήρησε την ειρήνη με τους Μουσουλμάνους ακόμα και όταν έφτασε στις αρχές του 1202 ο Ραϋνάλδος της Νταμπιέρ με 300 Γάλλους Σταυροφόρους και του ζήτησε να ενωθούν εναντίον των Μουσουλμάνων.[93] Ο Αμωρί του υπενθύμισε ότι οι 300 ιππότες είναι μικρή δύναμη για να συγκρουστεί με τους Αγιουβίδες, ο Ραϋνάλδος αποσύρθηκε στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας.[94] Ένας Αιγύπτιος εμίρης κυρίευσε ένα κάστρο κοντά στην Σιδώνα και ξεκίνησε επιδρομές σε γειτονικές περιοχές.[95] Ο Αλ-Αντίλ δεν μπόρεσε να διακόψει την δράση του εμίρη, ο Αμωρί συνέλαβε 20 Αιγυπτιακά πλοία και επιτέθηκε στο βασίλειο του Αλ-Αντίλ.[96][97] Ο γιος του Αλ-Αντίλ σαν αντίποινα λεηλάτησε την περιοχή της Άκρας, τον Μάιο του 1204 ο στόλος του Αμωρί λεηλάτησε μια μικρή πόλη στο Δέλτα του Νείλου.[98][99] Τον Σεπτέμβριο του 1204 οι εκπρόσωποι του Αμωρί και του Άλ-Αντίλ έκλεισαν νέα ειρήνη για έξι χρόνια, η Γιάφα και η Ράμλα παραχωρήθηκαν στα Ιεροσόλυμα κάτι που διευκόλυνε την πορεία των προσκυνητών για την Ιερουσαλήμ και την Ναζαρέτ.[100][101][102]

ΘάνατοςΕπεξεργασία

Ο Αμωρί αρρώστησε ύστερα από ένα γεύμα με υπερβολική κατανάλωση από λευκό μπαρμπούνι, μετά από την σύντομη ασθένεια πέθανε (1 Απριλίου 1205).[103][104] Ο εξαετής γιος του Ούγος Α΄ τον διαδέχθηκε στην Κύπρο ενώ η χήρα του εξακολουθούσε να είναι βασίλισσα της Ιερουσαλήμ.[105]

ΘρύλοιΕπεξεργασία

Η ιστορικός Μαρία Νίκερσον Χάρντγουικ περιγράφει τον Αμωρί σαν "άνθρωπο με αυτοπεποίθηση, πολιτικά ενεργό, μερικές φορές σκληρό και σπάνια επιεική στα συναισθήματα".[106] Η βασιλεία του ήταν περίοδος ειρήνης και σταθερότητας, οι δικηγόροι του ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί.[107] Αναθεώρησε τους νόμους του βασιλείου της Ιερουσαλήμ για να κάνει εμφανή τα βασιλικά προνόμια.[108] Ο Τζων του Ιμπελέν τονίζει ότι διοικούσε ταυτόχρονα τα δύο βασίλεια "επιτυχώς και σοφά μέχρι τον θάνατο του".[109]

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο (1174) την Εσίβα του Ιμπελέν με την οποία απέκτησε :[110][111]

Με την δεύτερη σύζυγό του Ισαβέλλα Α΄ της Ιερουσαλήμ απέκτησε :

GalleryΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Runciman 1989b, p. 103.
  2. Edbury 1994, p. 23.
  3. Painter 1957, pp. 39–40.
  4. Hamilton 2000, p. 97.
  5. Hamilton 2000, p. 97.
  6. Painter 1957, p. 41.
  7. Hill 2010, pp. 32 (note 3), 45 (note 1).
  8. Hazard 1975, p. 108 (note 125).
  9. Hill 2010, pp. 32 (note 3), 45 (note 1).
  10. Hazard 1975, p. 108 (note 125).
  11. Runciman 1989b, p. 506.
  12. Edbury 1994, p. 23.
  13. Hamilton 2000, p. 97.
  14. Edbury 1994, p. 23.
  15. Hamilton 2000, p. 97.
  16. Hamilton 2000, pp. 9, 97–98.
  17. Hamilton 2000, pp. 35, 98.
  18. Lock 2006, p. 61.
  19. Hamilton 2000, p. 99.
  20. Lock 2006, p. 66.
  21. Hamilton 2000, p. 152.
  22. Runciman 1989a, p. 424.
  23. Runciman 1989a, p. 424.
  24. Hamilton 2000, p. 152.
  25. Hamilton 2000, pp. 152, 157.
  26. Hamilton 2000, p. 167.
  27. Runciman 1989a, pp. 419, 424.
  28. Barber 2012, p. 274.
  29. Hamilton 2000, p. 167.
  30. Barber 2012, p. 281.
  31. Hamilton 2000, p. 190.
  32. Hamilton 2000, p. 190.
  33. Hamilton 2000, p. 191.
  34. Lock 2006, p. 68.
  35. Lock 2006, p. 68.
  36. Lock 2006, p. 70.
  37. Hamilton 2000, p. 218.
  38. Barber 2012, pp. 303–304, 365.
  39. Barber 2012, p. 304.
  40. Painter 1969, p. 55.
  41. Runciman 1989b, p. 30.
  42. Edbury 1994, pp. 26–27.
  43. Runciman 1989b, p. 31.
  44. Runciman 1989b, p. 64.
  45. Lock 2006, pp. 77–78.
  46. Runciman 1989b, pp. 66–67.
  47. Edbury 1994, p. 28.
  48. Runciman 1989b, p. 67.
  49. Runciman 1989b, p. 67.
  50. Lock 2006, p. 78.
  51. Runciman 1989b, p. 83.
  52. Runciman 1989b, p. 84.
  53. Runciman 1989b, p. 84.
  54. Edbury 1994, p. 29.
  55. Runciman 1989b, p. 84.
  56. Runciman 1989b, p. 84.
  57. Furber 1969, p. 604.
  58. Furber 1969, p. 604.
  59. Edbury 1994, p. 29.
  60. Runciman 1989b, p. 85.
  61. Furber 1969, p. 604.
  62. Edbury 1994, p. 31.
  63. Lock 2006, p. 80.
  64. Johnson 1969, p. 119.
  65. Edbury 1994, p. 31.
  66. Edbury 1994, p. 31.
  67. Hardwicke 1969, p. 528.
  68. Edbury 1994, p. 31.
  69. Runciman 1989b, p. 86.
  70. Runciman 1989b, p. 85.
  71. Hardwicke 1969, p. 525.
  72. Runciman 1989b, p. 84.
  73. Edbury 1994, p. 32.
  74. Edbury 1994, p. 32.
  75. Edbury 1994, p. 32.
  76. Edbury 1994, p. 32.
  77. Runciman 1989b, p. 93.
  78. Runciman 1989b, p. 94.
  79. Edbury 1994, p. 33.
  80. Edbury 1994, p. 33.
  81. Runciman 1989b, pp. 94–95.
  82. Edbury 1994, p. 33.
  83. Hardwicke 1969, p. 530.
  84. Hardwicke 1969, p. 530.
  85. Runciman 1989b, pp. 95–96.
  86. Runciman 1989b, p. 96.
  87. Runciman 1989b, p. 96.
  88. Runciman 1989b, p. 96.
  89. Lock 2006, p. 81.
  90. Runciman 1989b, p. 98.
  91. Furber 1969, p. 608.
  92. Furber 1969, p. 608.
  93. Hardwicke 1969, p. 531.
  94. Hardwicke 1969, p. 531.
  95. Hardwicke 1969, p. 531.
  96. Hardwicke 1969, p. 531.
  97. Runciman 1989b, p. 102.
  98. Runciman 1989b, p. 102.
  99. Lock 2006, p. 86.
  100. Runciman 1989b, p. 102.
  101. Lock 2006, p. 86.
  102. Runciman 1989b, p. 103.
  103. Runciman 1989b, p. 103.
  104. Lock 2006, p. 87.
  105. Lock 2006, p. 87.
  106. Hardwicke 1969, p. 532.
  107. Edbury 1994, p. 34.
  108. Runciman 1989b, p. 95.
  109. Furber 1969, p. 605.
  110. Hamilton 2000, p. 35.
  111. Runciman 1989a, p. 423, Appendix III: Genealogical trees, Number 4.
  112. Runciman 1989b, p. 134, Appendix III: Genealogical trees, Number 1.
  113. Runciman 1989b, p. 138, Appendix III: Genealogical trees, Number 1.
  114. Runciman 1989b, p. 84.
  115. Runciman 1989b, p. 84.
  116. Runciman 1989b, p. 84.
  117. Runciman 1989b, p. 95, Appendix III: Genealogical trees, Number 1. and 4
  118. Runciman 1989b, p. 95, Appendix III: Genealogical trees, Number 1-2.
  119. Runciman 1989b, p. 103.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Barber, Malcolm (2012). The Crusader States. Yale University Press.
  • Edbury, Peter W. (1994). Kingdom of Cyprus and the Crusades. Cambridge University Press.
  • Furber, Elizabeth Chapin (1969). "The Kingdom of Cyprus, 1191–1291". In Setton, Kenneth M.; Wolff, Robert Lee; Hazard, Harry. A History of the Crusades, Volume II: *The Later Crusades, 1189–1311. The University of Wisconsin Press. pp. 599–629.
  • Hamilton, Bernard (2000). The Leper King and His Heirs: Baldwin IV and the Crusader Kingdom of Jerusalem. Cambridge University Press.
  • Hazard, Harry W. (1975). "Caesarea and the Crusades". Bulletin of the American Schools of Oriental Research. Supplementary Studies. 1
  • Hill, George Francis (2010). A History of Cyprus, Volume II. Cambridge University Press.
  • Hardwicke, Mary Nickerson (1969). "The Crusader States, 1192–1243". In Setton, Kenneth M.; Wolff, Robert Lee; Hazard, Harry. A History of the Crusades, Volume II: The Later Crusades, 1189–1311. The University of Wisconsin Press. pp. 522–554.
  • Johnson, Edgar N. (1969). "The Crusades of Frederick Barbarossan and Henry VI". In Setton, Kenneth M.; Wolff, Robert Lee; Hazard, Harry. A History of the Crusades, Volume II: The Later Crusades, 1189–1311. The University of Wisconsin Press. pp. 87–122.
  • Lock, Peter (2006). The Routledge Companion to the Crusades. Routledge.
  • Painter, Sidney (1957). "The Lords of Lusignan in the Eleventh and Twelfth Centuries". Speculum. The University of Chicago Press.
  • Painter, Sidney (1969). "The Third Crusade: Richard the Lionhearted and Philip Augustus". In Setton, Kenneth M.; Wolff, Robert Lee; Hazard, Harry. A History of the Crusades, Volume II: The Later Crusades, 1189–1311. The University of Wisconsin Press.
  • Runciman, Steven (1989a). A History of the Crusades, Volume II: The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East, 1100–1187. Cambridge University Press.
  • Runciman, Steven (1989b). A History of the Crusades, Volume III: The Kingdom of Acre and the Later Crusades. Cambridge University Press.
  • Gerish, Deborah (2006). "Aimery of Lusignan". In Murray, Alan V. The Crusades: An Encyclopedia. 1. ABC-CLIO. p. 24.
Αμωρί Β΄ της Ιερουσαλήμ
Γέννηση: 1145 Θάνατος: 5 Απριλίου 1205
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Ισαβέλλα Α΄ της Ιερουσαλήμ
1192 - 1197
με τον 3ο σύζυγό της Ερρίκο Β΄ της Καμπανίας
Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ
 

1197 - 1205
με τη σύζυγό του Ισαβέλλα Α΄ της Ιερουσαλήμ
Διάδοχος
Μαρία του Μομφερράτου
1205 - 1212
μόνη της (1205-10),
με τον σύζυγό της Ιωάννη του Μπριέν (1210-12)
Προκάτοχος
Γκυ των Λουζινιάν
Κύριος της Κύπρου
 

1194 - 1196
Διάδοχος
Δημιουργία του βασιλείου της Κύπρου από τον αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄
Προκάτοχος
Δημιουργία του βασιλείου της Κύπρου από τον αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄
Βασιλιάς της Κύπρου
 

1196 - 1205
Διάδοχος
Ούγος Α΄
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Amalric II of Jerusalem της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).