Αντιγόνο

Πρωτείνη που προκαλεί ανοσιακή απάντηση.

Ως αντιγόνο (antigen), διεθνές σύμβολο Ag, χαρακτηρίζεται γενικά ένα σύνθετο μόριο (πρωτεΐνη, πολυσακχαρίτης, λιπίδιο και νουκλεΐνικό οξύ) που μπορεί να αντιδράσει με ένα αντίσωμα[1]. Ιστορικά, η λέξη πήρε την ονομασία της από την ικανότητα του μορίου να παράγει (generate) αντισώματα (antibodies)[2]. Σήμερα με τον όρο αντιγόνο νοείται κάθε ξένη ουσία που όταν εισέρχεται σε έναν οργανισμό (π.χ. θηλαστικά) αναγνωρίζεται από τα B-λεμφοκύτταρα και/ή Τ-λεμφοκύτταρα και μπορεί να προκαλέσει την ανάπτυξη της ειδικής ή επίκτητης ανοσίας (adaptive ή specific immunity)[3].

Τα αντιγόνα μπορεί να είναι τοξίνες, όπως το δηλητήριο των φιδιών, ή ακόμη και μόρια στην επιφάνεια των κυττάρων, (όπως για παράδειγμα τα αντιγόνα Α/Β στα ερυθρά αιμοσφαίρια).

ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. Janeway’s Immunobiology (7η έκδοση). Garland Science. 2007. σελίδες 807. ISBN 978-0-8153-4123-9.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια); Unknown parameter |month= ignored (βοήθεια); |first1= missing |last1= in Authors list (βοήθεια)
  2. Guyton and Hall (2006). Textbook of Medical Physiology, 11th edition. Page 440. Elsevier, Inc. Philadelphia, PA.
  3. Janeway’s Immunobiology (7η έκδοση). Garland Science. 2007. σελίδες 1-27. ISBN 978-0-8153-4123-9.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια); Unknown parameter |month= ignored (βοήθεια); |first1= missing |last1= in Authors list (βοήθεια)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία