Άνοιγμα κυρίου μενού

Στην ελληνική και τη ρωμαϊκή μυθολογία με το όνομα Ασκάνιος είναι κυρίως γνωστός ο πρωτότοκος γιος του Τρωαδίτη ήρωα Αινεία και της Κρέουσας. Κατά την αρχαιότερη παράδοση, ο Ασκάνιος οδηγήθηκε μετά την άλωση της Τροίας από τον πατέρα του, μαζί με τη μητέρα του και τον παππού του έξω από την πόλη. Για ένα διάστημα ο Ασκάνιος βασίλευσε στην Προποντίδα και μετά επέστρεψε στην Τροία μαζί με τον Σκαμάνδριο, τον γιο του `Εκτορα, για να επανιδρύσουν την πόλη. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Ασκάνιος πήγε με τον Αινεία και τους Αινειάδες στην Ιταλία. Στα γερατειά του, κατά την εκδοχή αυτή, ο Αινείας πήρε τον γιο του και ξαναγύρισαν στην Τροία, όπου ο Αινείας βασίλευσε μέχρι τον θάνατό του, αφήνοντας μετά τον θρόνο στον Ασκάνιο.

Ασκάνιος
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαβασιλιάς της Τροίας

Ο Βιργίλιος στην Αινειάδα ασχολείται αρκετά με τη νεαρή ηλικία του Ασκανίου. Για τα εφηβικά του χρόνια, διηγείται ότι πήρε μέρος στους αγώνες που έγιναν προς τιμή του παππού του, του Αγχίση. Από όλες τις περιγραφές, ο Ασκάνιος εμφανίζεται ως το χαϊδεμένο παιδί του πατέρα του, όσο και το αγαπημένο εγγόνι της γιαγιάς του, της θεάς Αφροδίτης. Στην Ιταλία ο Ασκάνιος, γνωστός και ως Ίουλος (βλ.λ.), ίδρυσε την Alba Longa, την οποία κυβέρνησε για πολλά χρόνια, ενώ μετά τον θάνατό του τον διαδέχθηκε ο ετεροθαλής αδελφός του, ο Σίλβιος.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Ο παραπάνω Ασκάνιος δεν αναφέρεται στα ομηρικά έπη. Αντιθέτως, στην Ιλιάδα αναφέρονται δύο άλλα πρόσωπα με το ίδιο όνομα να πολεμούν στο πλευρό των Τρώων κατά τον Τρωικό Πόλεμο: ο γιος του Ιπποτίωνα από τη Μυσία (Ν 792) και ένας Φρύγας από ομώνυμη περιοχή («Ασκανία») της Φρυγίας (Β 862).
  • Ο αστεροειδής 12649 Ασκάνιος (12649 Ascanios), που ανακαλύφθηκε το 1977 και ανήκει στην Τρωική Ομάδα, πήρε το όνομά του από αυτό το μυθικό πρόσωπο.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969, σελ. 201
  • Κρουσίου: Λεξικόν Ομηρικόν, διασκευή από την 6η γερμανική έκδ. υπό Ι. Πανταζίδου, έκδοση «Βιβλιεκδοτικά καταστήματα Αναστασίου Δ. Φέξη», Αθήνα 1901, σελ. 135