Η Αινειάδα (Αινειάς, Aeneis στα λατινικά) είναι ένα επικό ποίημα (έπος) γραμμένο από τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (29 π.Χ. ως 19 π.Χ.). Το έργο εξιστορεί τις μυθικές περιπέτειες του Αινεία, ενός Τρωαδίτη που ταξίδεψε με λίγους συντρόφους του στην Ιταλία μετά την άλωση της Τροίας και εκεί έγινε ο πρόγονος των Ρωμαίων. Το έπος είναι γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο στίχο και χωρίζεται σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 6 βιβλία αφηγούνται τις περιπλανήσεις του Αινεία από την Τροία μέχρι την άφιξή του στην Ιταλία, ενώ το δεύτερο μισό του έργου εξιστορεί τον πόλεμο μεταξύ των Τρώων και των Λατίνων.

Αινειάδα
Vergilius Vaticanus f45v - Sibylle conduit Énée et Achates au temple d'Apollon.jpg
ΣυγγραφέαςΒιργίλιος
ΤίτλοςAenēis
Γλώσσαλατινική γλώσσα
Είδοςεπική λογοτεχνία
ΧαρακτήρεςΑινείας, Διδώ, Γιούνο, Αγχίσης, Βένους, Achates, Ίουλος, Τούρνος, Νίσος και Ευρύαλος, Λατίνος, Λαβίνια, Γιούπιτερ, Πρίαμος και Κρέουσα
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Ημερομηνία δημοσίευσης1ος αιώνας π.Χ.

ΣύνοψηΕπεξεργασία

Ο κεντρικός ήρωας Αινείας ήταν ήδη γνωστός στην ελληνορωμαϊκή μυθολογία ως πρόσωπο της Ιλιάδας. Ο Βιργίλιος συγκέντρωσε διάσπαρτες ιστορίες και θρύλους για τις περιπέτειές του, την ομιχλώδη σύνδεσή του με τους ιδρυτές της Ρώμης, τον εξόπλισε με ευσέβεια και δημιούργησε έτσι έναν ιδρυτικό μύθο, ένα εθνικό έπος για την κοσμοκράτειρα Ρώμη. Το έπος αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως το σημαντικότερο που γράφτηκε ποτέ στη λατινική γλώσσα, συνδέει τη Ρώμη με την Τροία και τους θρύλους της, ενώ ταυτόχρονα δοξάζει τις «παραδοσιακές» ρωμαϊκές αρετές και «νομιμοποιεί» την Ιουλιο-κλαυδιανή δυναστεία ως καταγόμενη από τους ιδρυτές, ήρωες και θεούς της Ρώμης και της Τροίας.

Αισθητική αρτιότηταΕπεξεργασία

 
Ο Βιργίλιος απαγγέλλει απόσπασμα του έκτου βιβλίου της Αινειάδας στον Αύγουστο και στην Οκταβία, Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου.

Υποδειγματικά για την αισθητική τους αρτιότητα παραμένουν τα σημεία εκείνα στα οποία αναπτύσσονται ορισμένα μυθικά και ειδυλλιακά μοτίβα και εξυμνούνται τα αισθήματα εκείνα που επιλύουν ο θάνατος και η αδυσώπητη (σκληρή) μοίρα. Από τα ωραιότερα χωρία της Αινειάδας θεωρούνται εκείνο όπου περιγράφεται ο τάφος του Πολυδώρου που στάζει αίμα[1]και εκείνο όπου τα πλοία των Τρώων μεταμορφώνονται σε θαλάσσιες Νύμφες.[2]

Αποφθέγματα ΒιργιλίουΕπεξεργασία

« Αποφθέγματα »

—Incredibile Visu., Αινειάδα, III.731

Πηγές του ΒιργιλίουΕπεξεργασία

Συνθέτοντας την Αινειάδα, ο Βιργίλιος άντλησε υλικό από πολλές πηγές και κυρίως από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι μιμήθηκε τον Όμηρο, αναφορικά με τη δομή, το ύφος αλλά και την παρουσίαση ολόκληρων επεισοδίων (νεκρικοί αγώνες στο Βιβλίο V, επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο στο Βιβλίο VI, περιγραφή της ασπίδας στο Βιβλίο VIII). Τα έξι πρώτα βιβλία (οι περιπλανήσεις του Αινεία) έχουν ως πρότυπο την Οδύσσεια και τα άλλη έξι (πολεμικά επεισόδια για την κατάκτηση της Ιταλίας) την Ιλιάδα. Επίσης άντλησε στοιχεία από τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου, τους Έλληνες τραγικούς και τους αμέσως δικούς του προκατόχους, τον Έννιο, τον Λουκρήτιο και άλλους.

Τα έξι πρώτα βιβλίαΕπεξεργασία

Βιβλίο ΙΕπεξεργασία

Στο πρώτο βιβλίο (Βιβλίο Ι), η Ήρα (λατινικά Γιούνο), εχθρική προς τον Αινεία, τον γιο και προστατευόμενο της Αφροδίτης (λατινικά Βένους), αλλά και γνωρίζοντας πως η αγαπημένη της πόλη της Καρχηδόνας θα καταστραφεί στο μέλλον από έναν πολεμικό λαό απόγονο των Τρώων, πείθει τον θεό των ανέμων Αίολο να εξαπολύσει μια καταιγίδα από την οποία ο ήρωας, πλέοντας από την Σικελία προς την Τυρρηνία με τους Τρώες πρόσφυγες, σώζεται με παρέμβαση του Ποσειδώνα (λατινικά Νεπτούνους) προσαράζοντας στην ακτή της Λιβύης (Αφρικής) με επτά από τα πλοία του. Εκεί, ο Αινείας εμψυχώνει τους άντρες του, υπενθυμίζοντάς τους ότι το πεπρωμένο τους είναι να ξεπεράσουν όλους τους κινδύνους και να επανιδρύσουν το βασίλειο της Τροίας στο Λάτιο.

Στο μεταξύ η Αφροδίτη, δακρυσμένη, παραπονείται στον Δία (λατινικά Γιούπιτερ) για τις ταλαιπωρίες που έχει επιφέρει η οργισμένη Ήρα στον γιό της και το λαό του. Αυτός την καθησυχάζει προφητεύοντας πως θα έρθει η μέρα που οι απόγονοι των Τρώων, οι ένδοξοι Ρωμαίοι, θα κατανικήσουν τόσο τους Έλληνες όσο και όλα τα άλλα έθνη φέρνοντας την παγκόσμια ειρήνη. Η Αφροδίτη, ντυμένη με κυνηγετική περιβολή σαν την Άρτεμη (λατινικά Ντιάνα), αλλά χωρίς να αποκαλύπτει την ταυτότητά της, εμφανίζεται στον Αινεία ο οποίος εξερευνά τα πέριξ μαζί με έναν από τους συντρόφους του, τον Αχάτη, κάνοντάς τους γνωστό ότι βρίσκονται κοντά στην Καρχηδόνα, φοινικική αποικία που ίδρυσε η πριγκίπισσα της Τύρου, Διδώ, την ιστορία της οποίας και του διηγείται λεπτομερώς. Ο Αινείας, που έχει αντιληφθεί ότι έχει μπροστά του μια θεά, της αποκαλύπτει ποιος είναι και πώς βρέθηκε εκεί. Η θεά τότε τον κατευθύνει προς τα τείχη της προσφάτως οικοδομημένης Καρχηδόνας και τον συμβουλεύει να ζητήσει την βοήθεια της Διδούς. Φεύγοντας, παίρνει την πραγματική της μορφή και ο Αινείας αναγνωρίζει την μητέρα του καθώς χάνεται από τα μάτια τους.

Ο Αινείας και ο Αχάτης προχωρούν προς την πόλη χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς, καθώς η Αφροδίτη έχει καλύψει και τους δύο με ένα σύννεφο που τους έχει κάνει αόρατους. Από την κορυφή ενός λόφου θαυμάζουν τα μεγάλα τείχη, τα κτήρια και την κίνηση της πόλης, νοσταλγώντας την χαμένη Τροία. Περνούν, πάντα αόρατοι, τις πύλες και κατευθύνονται στο κέντρο της Καρχηδόνας, όπου, στη μέση ενός άλσους, υψώνεται ο μεγαλοπρεπής ναός της Ήρας, όπου ο Αινείας ελπίζει πως θα συναντήσει την Διδώ. Περιμένοντας, βλέπουν να απεικονίζονται στους τοίχους του ναού σκηνές του Τρωικού Πολέμου με τόση ζωντάνια που η θέασή τους κάνει τον Αινεία να αναστενάξει. Τη στιγμή εκείνη η βασίλισσα Διδώ προσέρχεται στον ναό με μεγάλη συνοδεία και κατάπληκτοι οι δύο τους παρατηρούν στο πλάι της κάποιους Τρώες συντρόφους τους από τα πλοία που είχε σκορπίσει η καταιγίδα. Παρά τη μεγάλη χαρά τους αποφασίζουν να μην φανερωθούν, για να μάθουν πώς έτυχε να σωθούν οι σύντροφοί τους. Εκείνοι, μόλις έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, διηγούνται στην Διδώ ότι ήταν Τρώες με αρχηγό τους τον Αινεία και κατευθύνονταν με τα πλοία τους προς την Ιταλία, όταν μια καταιγίδα τους έριξε στην βραχώδη ακτή της χώρας αυτής όπου τους επιτέθηκαν οι βάρβαροι και αφιλόξενοι ντόπιοι. Ρωτούν να μάθουν σε ποιον τόπο βρίσκονται και της ζητούν βοήθεια για να μεταβούν στη Σικελία ή την Ιταλία, την οποία αυτή τους προσφέρει ευχαρίστως - τους λέει μάλιστα πως αν το επιθυμούν μπορεί να μείνουν εκεί πέρα, στην Καρχηδόνα, μαζί με τους Φοίνικες αποίκους, που είναι φιλικός τους λαός. Τη στιγμή αυτή το σύννεφο που τους κάλυπτε εξαφανίζεται και ο Αινείας με τον Αχάτη εμφανίζονται μπροστά στα μάτια όλων.

Ο Αινείας απευθύνεται προς την έκθαμβη Διδώ με λόγια ευγνωμοσύνης. Η Διδώ, που τους συμπονά (καθώς και η ίδια ήταν εξόριστη από την Τύρο), ρωτά τον Αινεία αν όντως ήταν Τρώες, που ακόμα και οι Έλληνες εχθροί τους αναγνώριζαν πώς η γενιά τους ήταν ευγενική και τον προσκαλεί μαζί με τους συντρόφους στο παλάτι της, ενώ φροντίζει και για την τροφοδοσία των Τρώων που έχουν μείνει στα πλοία, δίνοντας τις κατάλληλες παραγγελίες. Ο Αινείας στέλνει τον Αχάτη να ειδοποιήσει τον γιο του Ασκάνιο να προσέλθει στο παλάτι φέρνοντας πολύτιμα δώρα, τα οποία είχαν διασωθεί από τα μεγάλα πλούτη της Τροίας. Η Αφροδίτη, όμως, έχει τα δικά της σχέδια: θα δώσει στον γιο της, τον Έρωτα, την μορφή του νεαρού Ασκάνιου, δασκαλεύοντάς τον να προσέλθει ο ίδιος με τα δώρα στη Διδώ δίχως να γίνει αντιληπτός, ώστε στην πρώτη ευκαιρία να ανάψει στην καρδιά της βασίλισσας ένα μεγάλο πάθος για τον Αινεία, ενώ η ίδια θα έχει κοιμίσει τον πραγματικό Ασκάνιο κρατώντας τον προς στιγμήν μακριά από τον πατέρα του. Έτσι και γίνεται. Ο Έρως ως Ασκάνιος προσέρχεται και δίνει τα δώρα στη Διδώ και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια ενός βασιλικού συμποσίου προς τιμήν του υψηλού φιλοξενούμενου, ο νέος έχοντας αγκαλιάσει πρώτα τον Αινεία, αγκαλιάζει στη συνέχεια την ίδια την Διδώ και με τον τρόπο αυτό την κάνει να ξεχάσει τον δολοφονημένο, πολυαγαπημένο σύζυγό της Σιχαίο, ενσταλάζοντάς της ερωτικό πάθος για τον Τρώα ήρωα. Το βιβλίο τελειώνει με την Διδώ να ζητά από τον Αινεία να τους διηγηθεί για τους φημισμένους ήρωες, Τρώες και Έλληνες, καθώς και για τον δόλο των Δαναών και να τους αφηγηθεί όλες τις περιπέτειές τους από την ώρα που σάλπαραν από την κατεστραμμένη Τροία - ήδη ήταν το έβδομο καλοκαίρι από την άλωσή της.

Βιβλίο ΙΙΕπεξεργασία

Στο δεύτερο βιβλίο (Βιβλίο ΙI), ενώ τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα πάνω του, ο Αινείας αρχίζει την αφήγησή του. Αφού είχαν περάσει δέκα χρόνια χωρίς η Τροία να πέσει, οι Έλληνες έφτιαξαν τον Δούρειο Ίππο, ως ανάθημα προς την θεά Αθηνά (λατινικά Μινέρβα) – στην πραγματικότητα ένα δόλιο τέχνασμα για να κυριεύσουν την πόλη. Στην κούφια κοιλιά του κρύφτηκαν κάποιοι διαλεχτοί πολεμιστές, ενώ οι υπόλοιποι προσορμίστηκαν στο γειτονικό νησί της Τενέδου. Οι Τρώες περιδιάβαιναν τώρα γεμάτοι χαρά το εγκαταλελειμμένο ελληνικό στρατόπεδο θαυμάζοντας την τεράστια ξύλινη κατασκευή. Ο Θυμοίτης προτρέπει τους Τρώες να φέρουν το άλογο στην πόλη, ενώ ο Κάπυς συμβουλεύει να το καταστρέψουν. Ο Λαοκόων καταφέρεται εναντίον των εύπιστων συμπατριωτών, αναφωνεί δε το περίφημο timeo Danaos et dona ferentes (φοβούμαι τους Δαναούς και δώρα φέροντες), καρφώνοντας το δόρυ του στην ξύλινη κοιλιά του ίππου, που ηχεί με βογκητό. Οι Τρώες ανακαλύπτουν τον Σίνωνα, που τους λέει ότι οι Έλληνες αναχώρησαν για την πατρίδα τους, έχοντας φτιάξει το άλογο για να εξευμενίσουν την Αθηνά για την κλοπή του Παλλαδίου και πως, σύμφωνα με τον μάντη Κάλχαντα, αν ο δούρειος ίππος έμπαινε στην Τροία, η πόλη θα γινόταν ανίκητη για πάντα. Τότε, ενώ ο Λαοκόων τελούσε θυσία στην ακτή προς τιμήν του Ποσειδώνα, δύο γιγάντια φίδια βγήκαν από τη θάλασσα, κουλουριάστηκαν γύρω από τον Λαοκόωντα και τους γιους του και τους κατασπάραξαν – έπειτα μπήκαν στο ναό της Αθηνάς και χάθηκαν πίσω από το είδωλό της.

Τα πλήθη, θεωρώντας ότι ο Λαοκόων τιμωρήθηκε από τη θεά λόγω της ασέβειας που έδειξε στο ανάθημα προς τιμήν της, έσπευσαν να φέρουν με πολλούς εορτασμούς τον δούρειο ίππο εντός της πόλεως, γκρεμίζοντας ένα τμήμα των τειχών και μη δίνοντας καμιά σημασία στις προειδοποιήσεις της Κασσάνδρας, κόρης του Πριάμου. Έτσι επέφεραν την καταστροφή της πόλης. Μόλις ήρθε η νύχτα και οι εορτασμοί έπαψαν, ο Σίνων βοήθησε τους οπλισμένους Έλληνες να κατεβούν από το εσωτερικό του αλόγου στο έδαφος της κοιμισμένης πόλης. Αυτοί ήταν ο Θέρσανδρος και ο Σθένελος, ο Οδυσσέας, ο Ακάμας (μυθολογία), ο Θόας, ο γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος, ο Μαχάων, ο Μενέλαος και ο Επειός, ο κατασκευαστής του ίππου. Αφού εξουδετέρωσαν την φρουρά, άνοιξαν τις πύλες για να εισέλθει ο ελληνικός στρατός που είχε επιστρέψει από την Τένεδο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στον Αινεία, που την ώρα εκείνη κοιμόταν, εμφανίζεται τώρα σε όνειρο το φάντασμα του Έκτορα και του δηλώνει ότι ο εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών και η πόλη είχε χαθεί, προτρέποντάς τον να φύγει μαζί με τους δικούς του για να διασώσει έτσι την κληρονομιά της Τροίας. Ο Αινείας ξυπνά ακούγοντας τον φοβερό θόρυβο των σφαγών και των λεηλασιών μέσα στη νύχτα και αντικρίζοντας τα μέγαρα της Τροίας στις φλόγες. Αν και καταλαβαίνει ότι όλα είναι μάταια, οπλίζεται και συγκεντρώνει γύρω του κάποιους πιστούς φίλους για να ριχτούν στη απέλπιδα μάχη μέχρι τέλους, διότι una salus victis nullam sperare salutem (μία η σωτηρία για τους ηττημένους, το να μην ελπίζουν σε καμία σωτηρία).

Καθώς οι Τρώες μάχονται, βλέπουν να κινδυνεύει η Κασσάνδρα και σπεύδουν να την σώσουν. Ακολουθεί μια φοβερή συμπλοκή μπροστά στο βασιλικό ανάκτορο, ενώ τριγύρω οι φλόγες κατακαίνε τα πάντα. Οι Έλληνες καταφέρνουν να παραβιάσουν την πύλη του παλατιού με αρχηγό τον Νεοπτόλεμο (ή Πύρρο), ο οποίος σκοτώνει τον βασιλιά Πρίαμο στον βωμό του παλατιού όπου είχε καταφύγει με την βασίλισσα Εκάβη. Βλέποντας το θάνατο του βασιλιά, για πρώτη φορά ο Αινείας σκέφτεται τον πατέρα του Αγχίση, την γυναίκα του Κρέουσα και τον γιό τους Ασκάνιο (ή Ίουλο). Λίγο πριν φύγει από το παλάτι, βλέπει την Ελένη, την αιτία του πολέμου και της καταστροφής της πόλης και οργισμένος σκέφτεται τη σκοτώσει, αλλά τον συγκρατεί η μητέρα του, Αφροδίτη, που εμφανίζεται ξαφνικά σε όλο της το μεγαλείο μπροστά του, νουθετώντας τον να φροντίσει για την οικογένειά του και να αφήσει την Ελένη, διότι δεν φταίει αυτή ή ο Πάρις, αλλά η ίδια η οργή των θεών για την καταστροφή της Τροίας. Του ανοίγει τότε τα μάτια και ο Αινείας βλέπει τον Ποσειδώνα να σείει τα τείχη και τα θεμέλιά της Τροίας με την τρίαινά του, την Ήρα κρατώντας ρομφαία να καλεί τα στρατεύματά της να εισέλθουν από τις Σκαιές πύλες, την Αθηνά έχοντας στο στήθος της το φοβερό Γοργόνειον να ρίχνει τους κεραυνούς της από τους ψηλούς πύργους της πόλης - ακόμη και τον ίδιο τον Δία να εμψυχώνει τους Έλληνες να καταβάλουν όσους Τρώες ανθίστανται ακόμα. Γι’ αυτό, του λέει η Αφροδίτη, τρέξε γιε μου να σώσεις τους δικούς σου και εγώ δεν θα σε εγκαταλείψω.

Υπό την προστασία της Αφροδίτης ο Αινείας φτάνει στο σπίτι του πατέρα του, χωρίς να τον κατακάψουν οι φλόγες και χωρίς οι Έλληνες να τον ενοχλήσουν. Αρχικά ο Αγχίσης αρνείται να εγκαταλείψει την Τροία προτιμώντας να χαθεί μαζί της, αλλά υπερφυσικά σημεία φανερώνουν την εύνοια των θεών προς τον Αινεία: στην κεφαλή του γιου του, Ασκάνιου αστράφτει μια ζωηρή φλόγα που δεν του κατακαίει τα μαλλιά, ακούγεται ένα αστραπόβροντο, ενώ ένα πεφταστέρι φωτίζει τη νύχτα και τέλος χάνεται πίσω από το όρος Ίδη. Ο Αγχίσης, βέβαιος πια για την εύνοια των θεών προς την οικογένειά του, παίρνει στα χέρια του τα ιερά είδωλα της Τροίας και εν συνεχεία ο Αινείας τον σηκώνει στους ώμους του, ενώ κρατά από το χέρι του τον γιο του. Λέει στη γυναίκα του Κρέουσα να τον ακολουθεί κατά πόδας και αρχίζει την πορεία του μέσα από την φλεγόμενη πόλη, νιώθοντας πρώτη φορά τρόμο για όσα βλέπει να διαδραματίζονται γύρω του. Κοντά στις πύλες αντιλαμβάνεται ότι η γυναίκα του δεν τον ακολουθεί πλέον. Επιστρέφει στην πόλη ψάχνοντας μάταια την γυναίκα του, ώσπου στο τέλος εμφανίζεται το φάσμα της Κρέουσας, που του λέει ότι οι θεοί την έχουν πάρει κοντά τους και ότι ο ίδιος θα ευτυχήσει βρίσκοντας μια νέα βασιλική σύζυγο στην Εσπερία. Του λέει, τέλος, να φροντίζει τον γιο τους. Μάταια προσπαθεί ο Αινείας να αγκαλιάσει την Κρέουσα – αγκάλιαζε μόνο αέρα. Ο Αινείας επιστρέφει στους δικούς του και σε όσους Τρώες είχαν σωθεί από την καταστροφή της πόλης. Όλοι μαζί ξεκίνησαν για τους κοντινούς λόφους.

Βιβλίο ΙΙΙΕπεξεργασία

Στο τρίτο βιβλίο (Βιβλίο III), συνεχίζοντας ο Αινείας αφηγείται τις περιπλανήσεις των Τρώων μετά την πτώση της Τροίας. Ναυπηγώντας πλοία σαλπάρουν για την ακτή της Θράκης, όπου βάζουν τα θεμέλια μιας πόλης. Προσπαθώντας εκεί ο Αινείας να ξεριζώσει έναν μεγάλο θάμνο μυρτιάς, βλέπει έντρομος από τα αποσπασμένα κλαδιά και τις ρίζες να στάζει αίμα. Το πληγωμένο δέντρο διαμαρτύρεται γοερά με ανθρώπινη φωνή, λέγοντας στον Αινεία ότι ήταν ο Πολύδωρος, ο γιος του Πριάμου, που είχε δολοφονηθεί και είχε θαφτεί στο μέρος εκείνο. Ο Πρίαμος, όταν πολιορκούνταν η Τροία από τους Έλληνες, τον είχε στείλει να ζήσει μαζί με την αδερφή του, Ιλιόνη, γυναίκα του βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα, ο οποίος, όταν έπεσε η Τροία, διέταξε να θανατώσουν τον Πολύδωρο για να του κλέψει το χρυσό που είχε φέρει από την Τροία. Τα ξύλινα δόρατα, που είχαν διαπεράσει τον Πολύδωρο, έχοντας γίνει ένα με το σώμα του αποτέλεσαν τις ρίζες και τα κλαδιά του δέντρου. Οι Τρώες αποφασίζουν να φύγουν από τον καταραμένο αυτόν τόπο και φτάνουν στην Δήλο, την ιερά νήσο του Απόλλωνα, όπου ηγεμόνευε ο ιερέας Άνιος, φίλος του Αγχίση. Ο Αινείας ζητεί χρησμό από τον Απόλλωνα, ο οποίος απαντά στους Τρώες να αναζητήσουν την αρχαία μητέρα τους, όπου θα βασιλέψει ο οίκος του Αινεία και οι απόγονοί του. Ο Αγχίσης θεωρεί ότι ο Τεύκρος, ο πρόγονος των Τρώων, καταγόταν από την Κρήτη, όπου επίσης υπάρχει όρος Ίδη, όπως και στην Τροία.

Οι Τρώες φτάνουν στην Κρήτη όπου ιδρύουν μια πόλη, ενσκήπτει όμως φοβερός λοιμός και μεγάλη ξηρασία, πράγμα που υποδηλώνει την αντίθεση των θεών για την εγκατάστασή τους εκεί. Ο Αινείας βλέπει στον ύπνο του τους Πενάτες, τα είδωλα των πατρώων θεών τα οποία είχε φέρει από την Τροία, που του αποκαλύπτουν ότι ο Απόλλων δεν εννοούσε με τον χρησμό την Κρήτη, αλλά την χώρα που οι Έλληνες ονομάζουν Εσπερία, δηλαδή την Ιταλία, από όπου καταγόταν ο Δάρδανος και ο πατέρας Ιάσιος (ο αδερφός του), που ήταν οι πρόγονοι των Τρώων. Ο Αγχίσης αναγνωρίζει το σφάλμα του και οι Τρώες αποπλέουν προς δυσμάς, μεγάλη όμως τρικυμία τους φέρνει στις Στροφάδες, όπου έρχονται σε συμπλοκή με την Κελαινώ και τις λοιπές Άρπυιες, τα φρικαλέα πτηνόμορφα τέρατα που ρύπαιναν με τις ακαθαρσίες τους το φαγητό των ξένων. Η Κελαινώ προφητεύει στον Αινεία ότι, αφού φτάσουν οι Τρώες στην Ιταλία, δεν θα θεμελιώσουν τα τείχη της πόλης τους παρά μόνο αν μια φοβερή πείνα τους αναγκάσει να φάνε τα ίδια τα τραπέζια τους. Οι Τρώες παραπλέοντας την Ιθάκη, τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου και τις ακτές της Ηπείρου, φτάνουν στην πόλη του Βουθρωτού. Εκεί έκπληκτοι μαθαίνουν ότι βασιλεύει στις ελληνικές πόλεις της περιοχής ο γιος του Πριάμου, μάντης Έλενος, που είχε πάρει σύζυγό του την Ανδρομάχη, τη χήρα του Έκτορα, που θρηνούσε ακόμα τον σύζυγο και τον γιο της Αστυάνακτα.

Ο Έλενος και η Ανδρομάχη τους υποδέχονται θερμά και διηγούνται στους Τρώες ότι μετά την άλωση της Τροίας είχαν ακολουθήσει ως αιχμάλωτοι τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, στην πατρίδα του Φθία. Όταν ο Ορέστης σκότωσε τον Νεοπτόλεμο, ένα μέρος του βασιλείου, η Χαονία της Ηπείρου, είχε περιέλθει στον Έλενο, που είχε χτίσει στο Βουθρωτό ένα είδος μικρότερου αντιγράφου της Τροίας. Ο Αινείας ζητά από τον Έλενο να επιβεβαιώσει, ως εξηγητής των θεών, το αίσιο τέρμα του ταξιδιού τους προς την Ιταλία, για το οποίο αμφέβαλλαν μετά την προφητεία της Κελαινούς περί φοβερής πείνας μέχρι ανάγκης φαγώματος ακόμα και των τραπεζιών. Ο Έλενος χρησμοδοτώντας επιβεβαιώνει την εύνοια των θεών προσθέτοντας ότι το νόημα των λόγων της Κελαινούς θα αποκαλυφθεί εν καιρώ. Τονίζει ωστόσο στον Αινεία πως η Ιταλία, αν και τόσο κοντά στην Ήπειρο, είναι στην πραγματικότητα πολύ μακριά. Η απέναντι ακτή είναι εχθρική στους Τρώες καθώς κατοικείται από Έλληνες αποίκους και πρέπει να την αποφύγουν. Πρέπει να παραπλεύσουν τη Σικελία, αποφεύγοντας το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Έπειτα, φτάνοντας στην Ιταλία και μόλις πλησιάσουν την πόλη της Κύμης, ο Αινείας πρέπει να συναντήσει την θεόπνευστη Σίβυλλα για να της ζητήσει χρησμό και αυτή θα του φανερώσει τα πάντα για τους μελλοντικούς πολέμους και με ποιον τρόπο θα ξεπεράσει τις δοκιμασίες. Πήγαινε λοιπόν Αινεία, του λέει, και ύψωσε με τα έργα σου ως τους αιθέρες την Τροία.

Ο Έλενος και η Ανδρομάχη αποχαιρετούν με θλίψη τον Αινεία, τον Αγχίση και τους άλλους Τρώες. Ο πηδαλιούχος Παλίνουρος δίνει το σημείο της αναχώρησης και ο στόλος αποπλέει. Κατά το επόμενο πρωινό φαίνεται αχνά στον ορίζοντα η χαμηλή γη της Ιταλίας και όλοι αφήνουν δυνατές ιαχές χαράς. Ο στόλος παραπλέει τον κόλπο του Τάραντα, πλησιάζοντας το στενό της Μεσσήνης, όπου ξεφεύγουν με πολλή δυσκολία από την τρομερή δίνη που προξενεί η Χάρυβδη. Στην ακτή της φοβερής Αίτνας οι Τρώες αντικρίζουν να προβάλλει από τα δάση ένας εξαθλιωμένος Έλληνας, τον οποίον και διασώζουν. Ο άντρας, που λεγόταν Αχαιμενίδης, ήταν ένας από τους άντρες του Οδυσσέα. Τους διηγείται ότι έμεινε πίσω, όταν οι σύντροφοί του έτρεχαν να γλιτώσουν από την οργή του τυφλωμένου Κύκλωπα Πολύφημου. Ξάφνου, βλέπουν τον Πολύφημο να προχωρά προς την ακτή για να πλύνει το πληγωμένο μάτι του. Οι Τρώες παίρνουν τον Αχαιμενίδη μαζί τους και αρχίζουν κουπί για να φύγουν γρήγορα από εκεί. Ο τυφλός Πολύφημος αντιλαμβανόμενος τον ήχο των κουπιών, αφήνει μια μεγάλη κραυγή που κάνει να μαζευτούν όλοι οι άλλοι Κύκλωπες. Καθοδηγούμενοι από τον Αχαιμενίδη οι Τρώες φεύγουν με ασφάλεια, παραπλέοντας τις σικελικές ακτές. Στα Δρέπανα της Σικελίας πεθαίνει ο Αγχίσης και τον θάβουν εκεί. Οι Τρώες μετά βάζουν πλώρη για την Ιταλία, όμως η φοβερή τρικυμία ρίχνει τον στόλο στις ακτές της Αφρικής. Εδώ τελειώνει ο Αινείας την αφήγησή του.

Βιβλίο IVΕπεξεργασία

Στο τέταρτο βιβλίο (Βιβλίο IV), η Διδώ εκμυστηρεύεται στην αδερφή της, Άννα, ότι είναι ερωτευμένη με τον Αινεία. Agnosco vestigia veteris flammae (αναγνωρίζω τα ίχνη της παλιάς φλόγας), της λέει και την ρωτά τι να κάνει, καθώς έχει ορκιστεί να μείνει πιστή στον νεκρό σύζυγό της Σιχαίο. Η Άννα την ενθαρρύνει λέγοντάς της ότι ο γάμος της με τον Αινεία θα ενισχύσει και την ίδια την Καρχηδόνα έναντι των γειτονικών εχθρικών λαών. Η Διδώ τελεί θυσίες προς τους θεούς και ιδίως προς την Ήρα, θεά του γάμου. Φλογισμένη από έρωτα, προσπαθεί να κρατήσει τον Αινεία κοντά της επιδεικνύοντάς του τα πλούτη της Καρχηδόνας και ζητώντας του να αφηγηθεί ξανά την πτώση της Τροίας. Μετά θρηνεί όλη τη νύχτα μόνη της στο στρώμα. Η Ήρα βλέποντας την Διδώ σε αυτή την κατάσταση, προτείνει στην Αφροδίτη αιώνια ειρήνη, με την ένωση του Αινεία και της Διδούς σε γάμο. Η Αφροδίτη, αν και αντιλαμβάνεται ότι η πρόταση της Ήρας έχει σκοπό να εκτρέψει τον Αινεία από το πεπρωμένο του, δέχεται υπό τον όρο ότι θα συμφωνήσει και ο Δίας. Αυτό άσε το σε μένα, της απαντά η Ήρα. Όταν ο Αινείας με την Διδώ θα πάνε για κυνήγι αύριο πρωί θα ρίξω πάνω τους τέτοια νεροποντή που θα τους αναγκάσει να καταφύγουν στην ίδια σπηλιά. Εάν στο σημείο αυτό με βοηθήσεις εσύ, θα τους ενώσω με αιώνιο γάμο. Η Αφροδίτη συγκατανεύει γελώντας.

Πράγματι, όταν την επομένη η Διδώ και ο Αινείας βγαίνουν με την ακολουθία τους για κυνήγι στο δάσος ξεσπά τόσο δυνατή καταιγίδα που αναγκάζει και τους δύο να καταφύγουν στην ίδια σπηλιά. Απομονωμένοι εκεί, έρχονται σε σαρκική επαφή και η Διδώ θεωρεί την ένωσή τους αυτή ως γάμο. Η φήμη του έρωτα της Διδούς και του Αινεία φτάνει στα αυτιά του Ιάρβα, βασιλιά της Νουμιδίας, στα εδάφη του οποίου οι Τύριοι είχαν χτίσει την Καρχηδόνα. Αυτός είχε ζητήσει τη Διδώ σε γάμο, αυτή όμως αρνήθηκε. Διαμαρτυρόμενος τώρα, υψώνει δέηση προς τον Δία. Παντοδύναμε Δία, λέει, η γυναίκα που της έδωσα την γη μας για να ιδρύσει την πόλη της, με απέρριψε. Και έρχεται τώρα ένας Τρώας, ένας δεύτερος Πάρης, για να την κλέψει, και αυτήν και την γη μας! Ο Δίας, εισακούοντας την παράκληση του Ιάρβα, καλεί κοντά του τον Ερμή (λατινικά Μερκούριους). Πήγαινε και πες στον Αινεία, του λέει, ότι η μητέρα του, Αφροδίτη, δεν τον προστάτευσε από τους Έλληνες για να μείνει στην Καρχηδόνα, αλλά για να υποτάξει την Ιταλία και να δημιουργήσει μια φυλή που θα θέσει όλη την γη υπό τους νόμους της. Αν αρνείται, ωστόσο, για τον εαυτό του το πεπρωμένο του, πώς μπορεί να το αρνηθεί και στον γιο του, Ασκάνιο; Ο Αινείας, εμβρόντητος από την εμφάνιση του Ερμή και το μήνυμα του Δία που του μετέφερε, δίνει διαταγή να ετοιμαστεί μυστικά ο στόλος για αναχώρηση.

Η Διδώ, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Αινείας προετοιμάζεται να φύγει, εξοργίζεται. Άπιστε, του λέει, σε ευεργέτησα, γιατί φεύγεις; Για χάρη σου έχασα την καλή φήμη μου και με μισούν τόσο οι Τύριοι, όσο και οι γειτονικοί λαοί. Αν φύγεις, είμαι μια μελλοθάνατη. Βασίλισσα, της απαντά ο Αινείας, δεν θα σε εξαπατούσα ποτέ, όμως οι θεοί διατάζουν να κατευθυνθώ στην Ιταλία. Αυτός είναι ο έρωτάς μου, αυτή η πατρίδα μου. Οργισμένη η Διδώ του απαντά: πήγαινε τότε στην Ιταλία σου, αφού το θέλουν οι θεοί. Θα σε καταδιώξω, ακόμα και νεκρή, ως σκιά. Θα τιμωρηθείς, κι εγώ θα ακούσω για τα δεινά σου στον κάτω κόσμο! Αυτά του λέει και απομακρύνεται εξουθενωμένη. Έπειτα διατάζει να στοιβάξουν ξύλα στην εσωτερική αυλή του παλατιού για να ανάψει μια πυρά. Στην αδερφή της, που ανησυχεί, λέει ότι θα τελέσει μαγική τελετή για να κερδίσει ξανά την καρδιά του Αινεία. Με διαταγή της τοποθετούνται πάνω στα ξύλα της πυράς το κρεβάτι και τα όπλα του Αινεία, που τα άφησε πίσω φεύγοντας εσπευσμένα, καθώς και κάποια ενδύματά του. Όλη τη νύχτα η Διδώ έμεινε άγρυπνη, κυριευμένη από άσχημες σκέψεις. Ο Αινείας κοιμόταν στην πρύμνη του πλοίου του, όταν εμφανίστηκε στον ύπνο του μια μορφή όμοια με τον Ερμή, προτρέποντάς τον να φύγει αμέσως, διότι την επομένη θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο - η βασίλισσα ήταν αποφασισμένη να πεθάνει και μελετούσε κακά εις βάρος του. Ο Αινείας σηκώνεται ευθύς και με διαταγή του όλοι οι Τρώες μπαίνουν εσπευσμένα στα πλοία και αρχίζουν να κωπηλατούν.

Όταν η Διδώ βλέπει στο πρώτο φως του ήλιου τα πλοία των Τρώων να βγαίνουν από το λιμάνι με ανοιχτά πανιά, χτυπά το στήθος της και ξεριζώνει τα μαλλιά της εκστομίζοντας κατάρες κατά του Αινεία: ακόμα και αν φτάσει ο καταραμένος αυτός στο μέρος όπου τον πάει το πεπρωμένο του, να μην βρει ησυχία και να θρηνήσει τον χαμό πολλών δικών του σε πολέμους - ακόμα και όταν έρθει ειρήνη, να πεθάνει πριν την ώρα του αυτός και να μείνει άταφος. Και να μην υπάρξει ποτέ φιλία μεταξύ του δικού της λαού και του δικού του και είθε να βγει κάποιος εκδικητής από τα οστά της που θα καταδιώξει τους Τρώες. Έπειτα η Διδώ ανεβαίνει στην κορυφή του ψηλού σωρού από ξύλα κρατώντας ένα ξίφος, δώρο του Αινεία. Βλέποντας για λίγο τα ενδύματα του Αινεία και το γνώριμο κρεβάτι, κρατά τα δάκρυά της. Έπειτα κολλά το πρόσωπό της πάνω στο στρώμα, αναφωνώντας: moriemur inultae, sed moriamur (θα πεθάνουμε δίχως να εκδικηθεί κανείς για μας, ας πεθάνουμε όμως) και αυτοκτονεί. Μια κραυγή υψώνεται σε όλο το παλάτι και αμέσως το νέο διαδίδεται σε όλη την πόλη – αντηχούν παντού θρήνοι και ουρλιαχτά γυναικών, σαν να είχε κυριευτεί η Καρχηδόνα από κάποιον εχθρό. Η Άννα βρίσκει την αδερφή της ακόμα ζωντανή. Με δυσκολία έστρεψε η Διδώ τα μάτια της προς το φως του ήλιου, και μόλις το είδε αναστέναξε. Με παρέμβαση της Ήρας τότε η ψυχή της Διδούς εγκατέλειψε το σώμα της για τον Άδη.

Βιβλίο VΕπεξεργασία

Στο πέμπτο βιβλίο (Βιβλίο V), ενώ ο τρωικός στόλος ανοίγεται στο πέλαγος, ο Αινείας παρατηρεί από το πλοίο του τα τείχη της Καρχηδόνας να λάμπουν από τις φλόγες της νεκρικής πυράς της άτυχης Διδούς, χωρίς να γνωρίζει την αιτία της φωτιάς. Οι Τρώες όμως έχουν άσχημα προαισθήματα, ξέροντας καλά τι πόνο προκαλεί η προδομένη αγάπη και τι είναι ικανή να κάνει η καρδιά μιας γυναίκας τρελής από έρωτα. Μια σφοδρή τρικυμία κάνει τον στόλο να προσορμιστεί στη Σικελία, στη χώρα του Τρωαδίτη Ακέστη. Ο Αινείας τελεί θυσίες στον τάφο του Αγχίση, που είχε πεθάνει πριν ένα χρόνο εκεί, και διοργανώνει νεκρικούς αγώνες. Πρώτα διεξάγονται αγώνες κωπηλασίας. Τέσσερεις μεγάλες λέμβοι σχίζουν τη θάλασσα υπό τις ιαχές των θεατών. Βγαίνει μπροστά η λέμβος του Γύα, ακολουθεί του Κλοάνθου και ακολουθούν πλάι-πλάι τα σκάφη του Μνησθέα και του Σεργέστου. Ο Γύας συμπλέκεται με τον πηδαλιούχο της λέμβου του, τον γέροντα Μενοίτη, διότι θεωρούσε ότι δεν διεύθυνε σωστά το σκάφος και ο Κλόανθος βρίσκει ευκαιρία να τους προσπεράσει. Γεμάτος οργή ο Γύας πετά τον Μενοίτη στη θάλασσα και οι Τρώες γελούν βλέποντας τον γέρο πηδαλιούχο να κολυμπά με δυσκολία για να φτάσει στην ακτή. Το σκάφος του Σεργέστου από κακό υπολογισμό προσαράζει σε σκόπελο. Η δε λέμβος του Μνησθέα, ξεπερνώντας αυτήν του Γύα, διαγωνίζεται για τα πρωτεία με αυτήν του Κλοάνθου, ο οποίος προσεύχεται στους θεούς της θάλασσας, που του δίνουν τη νίκη. Ο Αινείας ανακηρύσσει τον Κλόανθο νικητή και αποδίδει σε κάθε αρχηγό πλούσια έπαθλα.

Στους αγώνες δρόμου γρηγορότερος φεύγει ο Νίσος, ακολουθεί από κοντά ο Σάλιος, τρίτος έρχεται πιο πίσω ο ωραίος Ευρύαλος, ο αγαπημένος φίλος του Νίσου, ακολουθούμενος από τον Έλυμο και τον Διώρη. Είχαν πλησιάσει σχεδόν στο τέρμα, όταν ο Νίσος γλιστρά πάνω σε αίμα που είχε χυθεί από τις θυσίες των ζώων και πέφτει στο χώμα. Καθώς σηκώνεται, εμποδίζει επίτηδες τον μέχρι τότε δεύτερο Σάλιο και έτσι ο Ευρύαλος τερματίζει πρώτος χάρη στο κόλπο του φίλου του. Παρά τις διαμαρτυρίες του Σάλιου, νικητής ανακηρύσσεται ο Ευρύαλος, όλοι όμως παίρνουν πλούσια δώρα. Στους αγώνες πυγμαχίας νικητής βγαίνει ο ηλικιωμένος Έντελλος, ο οποίος αντιμετώπισε τον αλαζόνα Δάρητα με προτροπή του Ακέστη, που τον δελέασε χαρίζοντάς του δύο βαρείς δεσμούς από δέρμα βοδιού με τους οποίους περιέδενε τα χέρια του ο φημισμένος Έρυξ. Ακολουθούν οι αγώνες τοξοβολίας με στόχο ένα περιστέρι δεμένο σε ιστό. Ο Υρτακίδης στοχεύει και βρίσκει τον ιστό. Ο Μνησθέας στοχεύει δεύτερος και κόβει τον κόμπο του σκοινιού ελευθερώνοντας το πτηνό. Ο Ευρυτίων στοχεύει και το βέλος του καρφώνεται στο περιστέρι. Ο Ακέστης, που είχε κληρωθεί τέταρτος, ρίχνει τόσο ψηλά το βέλος του που πιάνει φωτιά στον αιθέρα σαν κομήτης και ο Αινείας του απονέμει το πρώτο βραβείο με σύμφωνη γνώμη του Ευρυτίωνα. Οι αγώνες τελείωσαν με ιπποδρομίες και στρατιωτικές επιδείξεις της νεολαίας, στις οποίες συμμετείχε και ο Ασκάνιος, που καθιέρωσε έπειτα το έθιμο αυτό στο Λάτιο.

Ενόσω όμως τελούνταν οι αγώνες η Ήρα στέλνει την Ίριδα στις Τρωαδίτισσες που θρηνούσαν τον νεκρό Αγχίση, κλαίγοντας και για τις ταλαιπωρίες που υφίσταντο επί επτά έτη στα πελάγη. Η Ίριδα, παίρνοντας την μορφή της γερόντισσας Βερόης, τις παροτρύνει να κάψουν τα πλοία και να εγκατασταθούν εκεί, στην γη του συμπατριώτη τους Ακέστη, λέγοντάς τους ότι η Κασσάνδρα εμφανίστηκε στον ύπνο της και την διέταξε το κάψιμο των πλοίων. Ανάβει δε έναν δαυλό από τη φωτιά που έκαιε στους βωμούς και τον ρίχνει. Αποκαλύπτεται όμως ότι η αληθινή Βερόη ήταν άρρωστη και κλινήρης. Τότε η Ίριδα παίρνει την αληθινή μορφή της και ανυψώνεται στον αιθέρα. Οι μητέρες, ήδη προδιατεθειμένες ευνοϊκά στην ιδέα να εγκατασταθούν μόνιμα στη Σικελία, κατάπληκτες τώρα και καταλαμβανόμενες από μανία, πυρπολούν τα πλοία. Ο Ασκάνιος καβάλα στο άλογό του φτάνει πρώτος και τις επιπλήττει. Όταν καταφτάνουν ο Αινείας και οι υπόλοιποι Τρώες, οι γυναίκες κρύβονται στα γύρω μέρη από ντροπή και φόβο. Ο Αινείας προσεύχεται στον Δία, ο οποίος στέλνει τόση μεγάλη νεροποντή που σβήνει την πυρκαγιά σώζοντας όλα τα πλοία εκτός από τέσσερα. Ο Αινείας κλονίζεται εξαιτίας του συμβάντος και αναλογίζεται μήπως θα έπρεπε να εγκατασταθούν στη Σικελία, όμως ο γέροντας Ναύτης τον προτρέπει να ακολουθήσει το πεπρωμένο του, αφήνοντας στη χώρα του Ακέστη τους υπερήλικες, όσες γυναίκες έχουν κουραστεί από την περιπλάνηση και όσους δεν έχουν τόσο κουράγιο να τον ακολουθήσουν.

Την ίδια νύχτα εμφανίζεται στον Αινεία η μορφή του Αγχίση, που με εντολή του Δία προτρέπει τον γιο του να ακολουθήσει τη συμβουλή του γέροντα Ναύτη και να πάρει μαζί του μόνο τους νέους και τους εύψυχους, καθώς τον περιμένουν αγώνες κατά ενός σκληρού λαού στην Ιταλία. Προηγουμένως όμως θα πρέπει να κατεβεί στον Άδη, όπου θα τον οδηγήσει η Σίβυλλα, για να μάθει ποιοι θα είναι οι ένδοξοι απόγονοί του. Ο Αινείας προσεύχεται στους θεούς και ιδρύει πόλη στη Σικελία για όσους θα έμεναν εκεί, όπως όρισε ο Δίας. Έπειτα, επισκευάζοντας τις ζημιές των πλοίων και τελώντας θυσίες, αποχαιρετά τον Ακέστη και όσους μένουν στη Σικελία και αποπλέει προς την Ιταλία μαζί με τους εκλεκτούς. Η Αφροδίτη παρακαλεί τον Ποσειδώνα να δώσει ασφαλή πλουν στους Τρώες και ο Ποσειδώνας της υπόσχεται ότι θα φτάσουν στην Ιταλία όλοι εκτός από έναν. Η θάλασσα ηρεμεί, ο ουρανός είναι αίθριος και τη νύχτα οι ναύτες ξεκουράζονται. Τότε ο θεός Ύπνος (λατινικά Σόμνους), κατεβαίνοντας από τον αιθέρα, κοιμίζει παρά τη θέλησή του τον πηδαλιούχο του Αινεία, Παλίνουρο και στη συνέχεια αποκόπτει το μέρος της πρύμνης όπου κοιμόταν, μαζί και το πηδάλιο, ρίχνοντάς τον στο πέλαγος. Μάταια ο Παλίνουρος ζητούσε βοήθεια από τα πλοία που η αύρα τα έσπρωχνε μακριά. Ο στόλος έπλεε κοντά στον βράχο των Σειρήνων, ακίνδυνον πια αφότου πέρασε από εκεί ο Οδυσσέας, όταν ο Αινείας αντιλήφθηκε τον χαμό του Παλινούρου, που χάθηκε στη θάλασσα χωρίς να μπορούν να βρουν το σώμα του.

Βιβλίο VIΕπεξεργασία

Στο έκτο βιβλίο (Βιβλίο VI), τα πλοία των Τρώων φτάνουν στην ιταλική Κύμη, παλιά αποικία των Ευβοέων και ο Αινείας επισκέπτεται μαζί με λίγους άντρες του το σπήλαιο της Σίβυλλας, μάντισσας του Απόλλωνα. Μπαίνουν στον πελώριο ναό του θεού, που χτίστηκε από τον Δαίδαλο. Συναντούν την ιέρεια Δηιφόβη που τους εισάγει στην φοβερή μάντισσα. Ο Αινείας δέεται στον Απόλλωνα, ζητώντας χρησμό. Η Σίβυλλα, σε ένθεη μανία, προβλέπει φριχτούς πολέμους και πολύ αίμα. Ένας δεύτερος Αχιλλέας, λέει στον Αινεία, σε περιμένει στο Λάτιο. Η Ήρα θα συνεχίζει να σε καταδιώκει και αιτία θα είναι και πάλι μια ξένη σύζυγος και ξένοι γάμοι. Εσύ να μην υποχωρήσεις, αλλά να πας ενάντια σε όλα τα κακά, όπως η τύχη θα σου επιτρέψει. Πρώτη οδός σωτηρίας (πράγμα που ελάχιστα πιστεύεις) θα σου ανοιχτεί από μια ελληνική πόλη. Ο Αινείας την παρακαλεί τότε να τον οδηγήσει στον Άδη για να δει τον πατέρα του Αγχίση, που ο ίδιος του παράγγειλε να έρθει σε αυτήν. Σε ικετεύω, της λέει, αν ήταν δυνατόν ο Ορφέας, ο Πολυδεύκης, ο Θησέας, ο Ηρακλής, να κατεβούν στον Άδη, να με βοηθήσεις να το κάνω κι εγώ, που κατάγομαι από τον Δία. Η κάθοδος στους Αβέρνους, όπου είναι η είσοδος του Άδη είναι εύκολη, του απαντά η Σίβυλλα, δύσκολο είναι να επιστρέψεις. Αλλά πρώτα πρέπει να κόψεις από ένα πυκνόφυλλο δέντρο έναν χρυσό κλώνο που ανήκει στην Περσεφόνη και έχει οριστεί από αυτήν ως άδεια για να εισέλθει κανείς στα βάθη του βασιλείου της.

Ο Αινείας με τη βοήθεια δύο περιστεριών, που έστειλε η Αφροδίτη, βρίσκει το δέντρο με τον χρυσό κλώνο και τον κόβει – ένας άλλος ολόιδιος φυτρώνει στη θέση του. Διατάζει πρώτα να θάψουν τον πρόσφατα αποθανόντα σαλπιγκτή του, Μισηνό, διότι αλλιώς δεν θα επιτρεπόταν η είσοδος στον Κάτω Κόσμο. Στη συνέχεια τελεί θυσίες προς τιμήν των θεοτήτων του Άδη μαζί με τη μαινόμενη Σίβυλλα. Τράβηξε τώρα ο σπαθί σου, Αινεία, του λέει η μάντισσα, τώρα είναι ανάγκη να σταθείς θαρραλέος. Μακριά οι βέβηλοι! Ενώ το έδαφος τρέμει, ο Αινείας δέεται στους χθόνιους θεούς. Η κάθοδος στον Άδη αρχίζει μέσα σε πυκνό σκότος. Στο πρόθυρο του βλέπουν φριχτές μορφές: το Πένθος, τις Μέριμνες, τις Νόσους και το Γήρας, τον Φόβο, την Πείνα και την Ένδεια, τον Πόνο, τον Θάνατο και τον Ύπνο, τον Πόλεμο και την Διχόνοια, τον θάλαμο των Ευμενίδων, τις κακές Ηδονές και τα μάταια Όνειρα. Εμφανίζονται τα φαντάσματα απαίσιων τεράτων, που πια δεν μπορούν να βλάψουν: οι Κένταυροι, η Σκύλλα και ο Βριάρεως, η Λερναία Ύδρα και η Χίμαιρα, οι Γοργόνες και οι Άρπυιες. Στις όχθες του Αχέροντα συναντούν τον Χάροντα που δέχεται να περάσει αντίπερα μόνο τους νεκρούς που έχουν ταφεί. Εκεί συναντά ο Αινείας την ψυχή του Παλίνουρου, που του λέει πως όταν βγήκε ναυαγός στην ιταλική ακτή, ένας λαός κακός του επιτέθηκε και τον σκότωσε, αφήνοντάς τον άταφο. Παρακάλεσε τον Αινεία να θάψει το πτώμα του, μόλις επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο. Η Σίβυλλα λέει στον Παλίνουρο ότι δύο λαοί θα ιδρύσουν τύμβο προς τιμήν του και τότε θα βρει αυτός τη γαλήνη.

Ο Χάρων δεν δέχεται τον Αινεία στο πλοιάριό του. Είχε δεχτεί τον Ηρακλή και εκείνος είχε κλέψει τον Κέρβερο. Είχε δεχτεί τον Θησέα και τον Πειρίθου και εκείνοι προσπάθησαν να κλέψουν την Περσεφόνη. Ο Αινείας είναι ευσεβής, απαντά η Σίβυλλα και του δείχνει τον χρυσό κλώνο. Παύει τότε η οργή του Χάροντα και τους περνά αντίπερα, όπου συναντούν τον τρομερό Κέρβερο. Η Σίβυλλα του πετά ένα υπνωτικό και τον ναρκώνει. Ακούγονται οι ψυχές των νηπίων, που έφυγαν νωρίς από τη ζωή, να στενάζουν. Μαζί τους στέναζαν οι ψυχές όσων καταδικάστηκαν άδικα σε θάνατο. Ο Μίνωας είναι ο κριτής που αποφασίζει ποια θα είναι η θέση κάθε ψυχής, μόλις την εξετάζει. Βλέπουν έπειτα τους αυτόχειρες και τις ψυχές όσων πέθαναν από ερωτικό μαρασμό: ανάμεσά τους είναι η Φαίδρα, η Πρόκρις, η Ευάδνη, η Πασιφάη και ο Καινέας. Βλέπει ο Αινείας, δακρυσμένος, ανάμεσα σε αυτές τις ψυχές και την Διδώ, η οποία απέστρεψε το βλέμμα μόλις τον είδε, αποζητώντας τη συντροφιά και την αγάπη του πρώην συζύγου της, Σιχαίου. Ο Αινείας, ταραγμένος από την συνάντησή του μαζί της, συνεχίζει το δρόμο του. Τώρα είχαν φτάσει στο μέρος όπου βρισκόντουσαν οι ψυχές των ηρώων και των ενδόξων πολεμιστών, μεταξύ των οποίων και πολλοί Τρώες, που τον καλωσορίζουν - ενώ οι Έλληνες τον αποφεύγουν. Ο Αινείας συνομιλεί με την ψυχή του ακρωτηριασμένου Δηίφοβου, που σκοτώθηκε κατά την άλωση της Τροίας.

Η Σίβυλλα και ο Αινείας τώρα φτάνουν σε μέρος όπου η οδός κόβεται στα δύο: δεξιά οδηγεί στα Ηλύσια Πεδία, ενώ αριστερά στον Τάρταρο, που ως φύλακα έχει την Ερινύα Τισιφόνη. Εκεί, κριτής και τιμωρός κάθε είδους εγκληματιών με τις ανάλογες ποινές ήταν ο Ραδάμανθυς. Τιμωρούνταν εκεί οι Τιτάνες και οι Γίγαντες, ο Σαλμωνέας, ο Τιτυός, οι Λαπίθες και ο Ιξίων, καθώς και ο Πειρίθους, που όλοι τους εγκλημάτησαν κατά των θεών. Στα Ηλύσια Πεδία διέμεναν τα ευδαίμονα πνεύματα αυτών που ήταν αγαθοί και αγνοί στη ζωή τους. Εκεί ήταν ο Ορφέας και ο Μουσαίος, ο Ίλος, ο Ασσάρακος και ο Δάρδανος. Εκεί βρίσκει ο Αινείας τον πατέρα του, Αγχίση, που τον υποδέχεται συγκινημένος. Ο Αγχίσης του δείχνει τις ψυχές να πίνουν το νερό της Λήθης, έτοιμες να μετεμψυχωθούν σε νέα σώματα, αφού έχουν υποβληθεί σε ποικίλους ανά την περίπτωση καθαρμούς. Έπειτα δείχνει στον Αινεία τα αγέννητα ακόμα πνεύματα που φυλάσσονται στα Ηλύσια Πεδία για να σταλούν στη γη, αρχίζοντας από τον γιό του Αινεία Σίλβιο και φτάνοντας μέχρι τους μεγάλους άνδρες της Ρώμης, μεταξύ των οποίων οι Γράκχοι, ο Μόμμιος, κατακτητής του Άργους, ο Κάτων, ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Μάρκελλος και ο ομώνυμος γιος του Αυγούστου και της Οκταβίας, Μάρκελλος, που θα πεθάνει τόσο νέος. Αυτά έδειξε ο Αγχίσης στον Αινεία για την μελλοντική δόξα της Ρώμης. Οδήγησε έπειτα τη Σίβυλλα και τον Αινεία στην ελεφάντινη πύλη του Άδη, από όπου οι δυο τους επέστρεψαν στον Επάνω Κόσμο.

Διαμάχη γύρω από την ΑινειάδαΕπεξεργασία

Η δεξιοτεχνία με την οποία χειρίστηκε ο Βιργίλιος το θέμα εμπλουτίστηκε από το στοχαστικό πνεύμα του, τη συμπάθειά του προς την πάσχουσα ανθρωπότητα και την αγάπη του προς τη φύση. Ωστόσο διατυπώθηκαν και διάφορες επικριτικές απόψεις που επικεντρώθηκαν κυρίως στην εγκατάλειψη της Διδούς και το θάνατο του Τούρνου.

 
Η μονομαχία του Αινεία και του Τύρνου (XII), έργο του Λούκα Τζορντάνο, (17ος αι.), Παρεκκλήσι Κορσίνι στο Κάρμινε, Φλωρεντία

Η εγκατάλειψη της Διδούς από τον Αινεία θεωρήθηκε ενέργεια ασύμβατη με τις νεότερες πεποιθήσεις σχετικά με το καλό και το κακό. Στην εποχή του Βιργιλίου, όμως, οι αντιλήψεις ήταν διαφορετικές.

Ο γάμος με τη Διδώ, μια ξένη γυναίκα, δεν θα είχε επιδοκιμαστεί. Το πάθος για τη Διδώ είχε κυριαρχήσει στην ψυχή του Αινεία, η θέληση όμως των θεών έπρεπε να υπερέχει του ανθρώπινου πάθους.

Το επεισόδιο αυτό απαντά σε πολλές παραλλαγές στην ελληνική μυθολογία (Θησέας και Αριάδνη), Ιάσονα και Μήδεια κ.α. Η συμπάθεια του αναγνώστη για τη Διδώ προκαλείται ίσως χωρίς να τη επιδιώκει ο ποιητής.[3]

Τα λοιπά έξι βιβλίαΕπεξεργασία

Βιβλίο VIIΕπεξεργασία

Στο έβδομο βιβλίο (Βιβλίο VII), ο Βιργίλιος διηγείται την άφιξη του Αινεία στο Λάτιο και την πολεμική μανία που εξαπολύει στις ψυχές η Ήρα. Το βιβλίο αρχίζει με τον Αινεία να κηδεύει την τροφό του, Καιήτη, στον τόπο όπου θα ιδρυθεί μεταγενέστερα η πόλη Γκαέτα. Τα πλοία των Τρώων παραπλέουν την νήσο της Κίρκης και φτάνουν στις εκβολές του Τίβερη, στη χώρα του Λατίου, όπου κυβερνά ο γέρος βασιλιάς Λατίνος. Αυτός έχει μία κόρη, τη Λαβίνια, που την ζητούν για γυναίκα τους πάμπολλοι από όλη την Αυσονία, μα πάνω από όλους ο νεαρός Τούρνος (ή Τύρνος), βασιλιάς των Ρουτούλων της Αρδέας. Όμως οι οιωνοί προαναγγέλλουν την έλευση ενός ξένου που μέλλει να βασιλέψει στο Λάτιο, λαμβάνοντας και ως σύζυγό του τη κόρη του Λατίνου: από την κορυφή της ιερής δάφνης κρέμεται ολόκληρο σμήνος μελισσών που κατέβηκε από τον ουρανό και η Λαβίνια φλογίζεται από τη φωτιά του βωμού χωρίς να καίγεται. Ο μάντης Φαύνος χρησμοδοτεί ότι θα έρθουν ξένοι που θα αναμιχθούν με τους ντόπιους και οι απόγονοί τους θα εξυψώσουν το όνομα των Λατίνων ως τον ουρανό. Στο μεταξύ, οι Τρώες αναγκάζονται από την πείνα να φάνε ακόμα και τις ξερές πίτες που χρησιμοποιούν για να βάζουν πάνω τους τα τρόφιμα, πράγμα που εκπληρώνει τα λόγια της Κελαινούς: ότι θα εγκατασταθούν στον τόπο όπου θα καταναλώσουν εκτός από την τροφή και τα ίδια τους τα τραπέζια - ο Δίας με τρία αστραπόβροντα επιβεβαιώνει την εκπλήρωση της προφητείας.

Την επομένη ο Αινείας στέλνει εκατό απεσταλμένους στον βασιλιά Λατίνο με αρχηγό τον Ιλιονέα, ενώ ο ίδιος χαράσσει την τάφρο των τειχών της πόλης που οι Τρώες θεμελιώνουν στο Λάτιο. Ο βασιλιάς Λατίνος υποδέχεται τους Τρώες απεσταλμένους προσφέροντάς τους φιλοξενία και έναν τόπο για εγκατάσταση. Ζητεί μάλιστα για την κόρη του Λαβίνια τον Αινεία ως γαμπρό, επηρεασμένος από τον χρησμό. Η Ήρα βλέποντας την ειρηνική εξέλιξη των πραγμάτων αισθάνεται ηττημένη: τουλάχιστον, σκέφτεται, ας γίνει ο γάμος μετά από έναν πόλεμο τόσο φοβερό που θα καταστρέψει τα έθνη. Καλεί από τον Άδη την Ερινύα Αληκτώ και τη στέλνει στο Λάτιο για να διαλύσει την συμπεφωνημένη ειρήνη. Η Αληκτώ ενσταλάζει πρώτα στην καρδιά της βασίλισσας Αμάτας, γυναίκας του Λατίνου, μια έχθρα για τον Αινεία: πρώτα η Αμάτα ζητεί από τον σύζυγό της να μη δεχτεί τον γάμο της κόρης τους με τον ξένο και, όταν ο Λατίνος αρνείται, κάνει άνω-κάτω τον βασιλικό οίκο και στο τέλος τρέχει μέσα στην πόλη γεμάτη βακχική μανία ξεσηκώνοντας όλες τις γυναίκες και οδηγώντας τες στα δάση και τις ερημιές.

Στη συνέχεια η Αληκτώ, παίρνοντας την μορφή της γριάς ιέρειας της Ήρας, Κυβέλης, παρουσιάζεται στον Τούρνο, προτρέποντάς τον να κηρύξει τον πόλεμο κατά των Τρώων, για να μην χάσει και την Λαβίνια. Όταν ο Τούρνος αρνείται και την επιπλήττει, συμβουλεύοντάς την να κοιτάζει τις δουλειές της, η Αληκτώ, γεμάτη οργή, του παρουσιάζεται με την φρικιαστική της όψη προκαλώντας του τρόμο. Ο Τούρνος, κάθιδρος από φόβο, ζητά αγριεμένος τα όπλα του και διατάζει τους Ρουτούλους να προετοιμαστούν για πόλεμο κατά των ξένων εισβολέων και όσων τους προστατεύουν. Στο μεταξύ η Αληκτώ εξεγείρει τους αγρότες του Λατίου κατά του Ασκάνιου, που είχε σκοτώσει μία έλαφο που ανήκε στα βασιλικά κοπάδια. Διεξάγεται μεταξύ των Τρώων και των αγροτών κανονική μάχη και χύνεται το πρώτο αίμα. Έχοντας λήξει η αποστολή της, η Αληκτώ επιστρέφει στον Άδη, μετά από διαταγή της Ήρας. Ο βασιλιάς Λατίνος, μετά από την πίεση του λαού που θρηνεί τους νεκρούς του, αναγκάζεται να αποσυρθεί στο ανάκτορό του και η αρχηγία περιέρχεται ουσιαστικά στον Τούρνο, που κηρύσσει επίσημα τον πόλεμο στους Αινειάδες. Περιγράφονται από τον ποιητή οι πολεμικές προετοιμασίες και τα πλήθη που προσέρχονται από όλη την Ιταλία στο πλευρό των Ρουτούλων κατά των Τρώων.

Πρώτος προσέρχεται στον πόλεμο ο Μεζέντιος από τις ακτές της Τυρρηνίας μαζί με τον γιο του, Λαύσο. Ακολουθεί πεζός ο Αβεντίνος, γιος του Ηρακλή, που φορά λεοντή, όπως και ο πατέρας του. Έπειτα ο Καίκυλος και μια αγροτική λεγεώνα από το Πραίνεστο και ο Μέσσαπος, γιος του Ποσειδώνα από τις γειτονικές περιοχές των Τυρηννών. Ένα μεγάλο άγημα οδηγεί ο Κλαύσος, αρχηγός των Σαβίνων και έπονται οι λαοί της μέσης Ιταλίας και του Λατίου, καθώς και ο Έλληνας Άλαισος με χιλιάδες κόσμου από την Καμπανία. Από τις ίδιες περιοχές έρχεται και ο Οίβαλος με τους δικούς του. Ο Ούφης φτάνει επίσης από την περιοχή των Απεννίνων, καθώς και ο ιερέας Ούμβρων, σταλμένος από τον Άρχιππο, βασιλιά των Μαρρουβίων. Στον πόλεμο πήγαινε και ο πανώριος Βίρβιος, που λεγόταν ότι ήταν ο ίδιος ο Ιππόλυτος, που ο Ασκληπιός είχε επαναφέρει στη ζωή. Ο ίδιος ο εύσωμος Τούρνος είναι ανάμεσα στους πρώτους, πάνοπλος και φορώντας περικεφαλαία με τριπλή χαίτη. Ακολουθούν τα πεζοπόρα τμήματα, τα πλήθη των Αργείων, των Αουρούγκων, των Ρουτούλων, των Σικανών, των Σακρανών και των Λαβικών. Εκτός από αυτούς καταφθάνει η πολεμίστρια παρθένος Καμίλλα από το γένος των Βόλσκων, οδηγώντας μια ίλη ιππέων. Η θέα της ωραίας Αμαζόνας προξενεί τον θαυμασμό των νέων και των μητέρων που έβγαιναν από τους αγρούς και τις κατοικίες για να δουν το στράτευμα.

Βιβλίο VIIIΕπεξεργασία

Στο όγδοο βιβλίο (Βιβλίο VIII) o Αινείας αναπλέοντας τον Τίβερη φτάνει στο Παλλάντιον, τη μέλλουσα Ρώμη, όπου τον υποδέχεται φιλόξενα ο βασιλιάς Εύανδρος. Στην αρχή του βιβλίου, ενώ ο Τούρνος συγκεντρώνει τα στρατεύματα των Λατίνων κατά των Τρώων και στέλνει απεσταλμένους ζητώντας τη συμμαχία των Αργείων εποίκων του Διομήδη, ο Τιβερίνος, θεός του ποταμού Τίβερη, εμφανίζεται στον Αινεία μέσα σε όνειρο και του προφητεύει ότι πρόκειται να υπερβεί όλες τις δοκιμασίες και ότι ο γιος του Ασκάνιος μετά από τριάντα χρόνια θα ιδρύσει την πόλη Άλμπα Λόνγκα. Τον συμβουλεύει δε να ζητήσει την βοήθεια Ελλήνων αποίκων από την Αρκαδία, οι οποίοι βρίσκονταν σε συνεχή διαμάχη με τους Λατίνους. Του λέει επίσης ότι θα καταλάβει ότι το όνειρό του είναι αληθινό, γιατί θα δει μόλις ξυπνήσει στην ακτή μια γουρούνα με τριάντα γουρουνόπουλα. Αυτό και συμβαίνει. Ο Αινείας πλέοντας στον Τίβερη με δύο πλοιάρια φτάνει στο Παλλάντιον, τον τόπο όπου θα ιδρυθεί μεταγενέστερα η Ρώμη, όπου έχει ιδρυθεί μια ελληνική αποικία από τον Αρκάδα Εύανδρο, ο οποίος έχει έναν μοναχογιό, τον Πάλλαντα. Ο Αινείας προτείνει στον Εύανδρο συμμαχία κατά των Λατίνων και εκείνος δέχεται με χαρά, τον προσκαλεί μάλιστα σε κοινό συμπόσιο, κατά την διάρκεια του οποίου του διηγείται την ιστορία του ληστή Κάκου, τον οποίο κατέβαλε ο Ηρακλής στο μέρος εκείνο. Ο Εύανδρος του διηγείται επίσης την προφητεία της μητέρας του, Καρμέντας, ότι οι Αινειάδες θα μεγαλυνθούν και το Παλλάντιον θα γίνει ξακουστό, και του δίνει πληροφορίες σχετικά την ιστορία και την γεωγραφία του τόπου. Ο Αινείας, μετά το τέλος του συμποσίου, περνά τη νύχτα του στην κατοικία του Ευάνδρου.

Την ίδια νύχτα, η Αφροδίτη παρακαλεί θερμά τον σύζυγό της Ήφαιστο (λατινικά Βουλκάνους) να κατασκευάσει ανίκητα όπλα για τον Αινεία. Ο Ήφαιστος, που τρέφει αιώνιο έρωτα για την Αφροδίτη παρά τις απιστίες της, δέχεται - και μετά τους θερμούς εναγκαλισμούς της νύχτας κατεβαίνει το άλλο πρωί στο εργαστήριό του σε μία από τις Αιολίδες νήσους, το σημερινό Στρόμπολι, όπου κατεργάζεται τον σίδηρο μαζί με τους τρεις Κύκλωπες, τους οποίους προτρέπει να αφήσουν κάθε άλλη εργασία και να ασχοληθούν με την κατασκευή των όπλων του Αινεία. Το ίδιο πρωινό ο Εύανδρος, συνοδευμένος από τον γιο του, Πάλλαντα, και ο Αινείας, συνοδευμένος από τον Αχάτη, συναντιούνται για να συζητήσουν τη στρατηγική τους. Ο Εύανδρος αποκαλύπτει το σχέδιό του στον Αινεία: οι Τυρρηνοί, έχοντας εκδιώξει τον βασιλιά τους Μεζέντιο λόγω των σφαγών και των άλλων απερίγραπτων αγριοτήτων του, είχαν μείνει χωρίς βασιλιά. Ο εξόριστος Μεζέντιος είχε ενώσει τώρα τις δυνάμεις του με τους Ρουτούλους, αλλά, σύμφωνα με έναν χρησμό, το μέγα έθνος των Τυρρηνών όφειλε να εκλέξει έναν ξένο για αρχηγό του. Ο Τυρρηνός Τάρχων είχε προσφέρει το στέμμα και το σκήπτρο της Τυρρηνίας στο ίδιο τον Εύανδρο, ο οποίος είχε αρνηθεί λόγω ηλικίας. Εσύ, όμως, λέει στον Αινεία, που είσαι νέος και το πεπρωμένο σου είναι προκαθορισμένο από τους θεούς, προχώρα. Εγώ, συνεχίζει, θα σου δώσω ως επικουρία τον γιο μου Πάλλαντα μαζί με διακόσιους Αρκάδες ιππείς.

Την στιγμή αυτή η Αφροδίτη, με ένα αστραπόβροντο, αποκαλύπτει στον ουρανό τα όπλα του Αινεία, που αντηχούν με τρομερό θόρυβο. Ο Αινείας και ο Εύανδρος τελούν θυσίες προς τιμήν του Ηρακλή και των Λαρήτων. Έπειτα ο Αινείας φεύγει για να παραλάβει τα όπλα από τη μητέρα του. Πρώτα όμως μεταβαίνει στο τρωικό στρατόπεδο, όπου εκλέγει τους πιο ανδρείους για να τον ακολουθήσουν στην εκστρατεία. Ο Αινείας και οι Τρώες φτάνουν έφιπποι στο Παλλάντιον, όπου ο Εύανδρος αποχαιρετά τον Πάλλαντα δακρυσμένος, καθώς φοβάται τα χειρότερα για τον γιο του. Οι Τρώες ενωμένοι με τους Αρκάδες ιππείς προχωρούν προς τις θέσεις των Τυρρηνών και του Τάρχωνα και στρατοπεδεύουν σε έναν πλατύ αγρό. Εκεί, ο Αινείας απομακρύνεται για να συναντήσει την μητέρα του σε μια απομονωμένη κοιλάδα. Η Αφροδίτη αγκαλιάζει τον γιο της και του παρουσιάζει τα νέα του όπλα (πράγμα που θυμίζει την Ραψωδία Τ της Ιλιάδας, όπου η Θέτις παρουσιάζει τα νέα του όπλα στον Αχιλλέα). Ο Αινείας δεν χορταίνει να περιεργάζεται τα όπλα του: την περικεφαλαία με τα τρομερά λοφία της, τον χάλκινο ολόλαμπρο θώρακα στο χρώμα του αίματος, τις περικνημίδες, το δόρυ και κυρίως την ασπίδα, διακοσμημένη με τα κύρια επεισόδια από την μελλοντική ιστορία της Ρώμης.

Στην ασπίδα ο Ήφαιστος, γνωρίζοντας τα μέλλοντα, είχε αναπαραστήσει όλους τους απογόνους του Αινεία, από τον Ασκάνιο και έπειτα (γι’ αυτό και η περιγραφή της ασπίδας του Τρώα ήρωα είναι από τα πιο «ρωμαϊκά» κομμάτια της Αινειάδας, αν και ο Βιργίλιος παίρνει την ιδέα από την αντίστοιχη περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα στη Ραψωδία Σ της Ιλιάδας). Στην ασπίδα του Αινεία παριστάνονταν η λύκαινα να θηλάζει τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, η Αρπαγή των Σαβίνων Γυναικών και ο ακόλουθος πόλεμος μεταξύ των Ρωμαίων και του βασιλιά των Σαβίνων, Τίτου Τατίου, καθώς και η ειρήνη που επήλθε μεταξύ τους. Παριστάνονταν επίσης ο Τύλλος Οστίλιος, που υπέταξε την πόλη της Άλμπα Λόνγκα, η εκδίωξη του Ταρκύνιου του Υπερήφανου, η εκστρατεία του Πορσήννα να τον επαναφέρει στην εξουσία και η αντίσταση του Οράτιου Κόκλη στη Σουμπλικεία γέφυρα του Τίβερη. Εξιστορούνταν ακόμη το κρώξιμο των χηνών του Καπιτωλίου που αφύπνισε τον Μάρκο Μάνλιο, ώστε να αποκρούσει μαζί με τους υπόλοιπους φρουρούς του λόφου την επίθεση των Γαλατών του Βρέννου. Αναπαριστανόταν επίσης ο Άδης και οι φριχτές ποινές των εγκληματιών, όπως ο συνωμότης Κατιλίνας, καθώς και τα ξεχωριστά πνεύματα των ευσεβών νεκρών, στα οποία ηγεμόνευε ο Κάτων. Τέλος, περιγραφόταν ο θρίαμβος του Οκταβίου στο Άκτιο κατά των βαρβαρικών δυνάμεων του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, καθώς και το πλήθος των υποταγμένων λαών Ανατολής και Δύσεως. Ο Αινείας χαίρεται με τα δώρα της μητέρας του και παίρνει στον ώμο την ασπίδα με τα έργα των απογόνων του, που του ήταν άγνωστα ως τότε.

Βιβλίο IXΕπεξεργασία

Το ένατο βιβλίο (Βιβλίο IX) ως θέμα του έχει τα πολεμικά γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της απουσίας του Αινεία. Η Ήρα στέλνει την Ίριδα στον Τούρνο για να του μεταφέρει ότι τώρα, που ο Αινείας λείπει σε εκστρατεία κατά των Τυρρηνών, είναι η στιγμή να επιτεθεί κατά των Τρώων που έχουν παραμείνει πλάι στην ακτή, στις εκβολές του Τίβερη. Ο Τούρνος κινητοποιεί το στράτευμα, αλλά οι Τρώες αποφεύγουν την ανοιχτή μάχη και κλείνονται εντός των τειχών του στρατοπέδου. Ο Τούρνος τότε προσπαθεί να πυρπολήσει τα πλοία που βρίσκονται παραπλεύρως του οχυρώματος, τα οποία όμως, καθώς έχουν ναυπηγηθεί με ξυλεία από τις ιερές βελανιδιές της Ίδης, είναι κι αυτά ιερά και μόλις τα αγγίζει η φωτιά μεταμορφώνονται σε θαλάσσιες νύμφες και χάνονται στο πέλαγος. Αυτό θορυβεί τους Ρουτούλους, αλλά όχι και τον Τούρνο, που διατάζει το στράτευμα να ετοιμάζεται για επίθεση την επομένη. Οι Τρώες από τη μεριά τους κάνουν όλα τα απαραίτητα για να αμυνθούν και ορίζουν φρουρές για νυχτερινή σκοπιά στα τείχη.

Δύο από τους φρουρούς των πυλών, ο Νίσος και ο αγαπημένος του φίλος, ο ωραίος Ευρύαλος, αποφασίζουν από κοινού και προτείνουν στο συμβούλιο των αρχηγών των Τρώων να περάσουν κρυφά οι δυο τους ανάμεσα από τις εχθρικές γραμμές για να ειδοποιήσουν τον Αινεία. Οι αρχηγοί και ο ίδιος ο Ασκάνιος επικροτούν την πρωτοβουλία των δύο νέων και επαινούν την τόλμη τους. Οι δύο φίλοι περνούν μέσα στη νύχτα ανάμεσα στους βαριά κοιμισμένους από το μεθύσι Ρουτούλους και φονεύουν πολλούς από αυτούς (το πράγμα αυτό θυμίζει τη νυχτερινή ενέδρα του Οδυσσέα και του Διομήδη στη ραψωδία Κ της Ιλιάδας). Ωστόσο, καθώς μέσα στη νύχτα περιπλανιούνται μέσα σε ένα λόγγο, ο Νίσος, ο οποίος προπορευόταν, χάνει τα ίχνη του Ευρύαλου, που μένει πίσω. Κάποιοι ιππείς που έρχονταν από την πόλη των Λατίνων βρίσκουν και αιχμαλωτίζουν τον Ευρύαλο. Ο Νίσος, που είχε επιστρέψει ψάχνοντας τον φίλο του, επιτίθεται στους εχθρούς μέσα στη νύχτα χωρίς να μπορούν να τον δουν, θανατώνοντας με ακόντιο και βέλη πολλούς από αυτούς, δίχως ωστόσο να μπορέσει να τους εμποδίσει να σκοτώσουν τον Ευρύαλο. Ο Νίσος τότε ορμά εμπρός και σκοτώνει τον δολοφόνο του Ευρύαλου, Βόλσκη, προτού πέσει διατρυπημένος και ο ίδιος από τα ξίφη των εχθρών.

Την αυγή, και ενώ είχε γίνει γνωστή η σφαγή της περασμένης νύχτας, οι Ρούτουλοι, εξοργισμένοι, επιτίθενται προσβάλλοντας το στρατόπεδο των Τρώων, οι οποίοι αμύνονται σθεναρά – ένας όμως ξύλινος πύργος του τείχους, παίρνοντας φωτιά, καταρρέει παρασύροντας στον θάνατο ένα πλήθος Τρώων. Κατά την επίθεση χάνουν τη ζωή τους πολλοί Τρώες και Ρούτουλοι. Ο Ασκάνιος διακρίνεται στη μάχη, αλλά ο Απόλλων, με τη μορφή του γέροντα Βούτη, ακολούθου του Αγχίση, τον προτρέπει να κρατηθεί μακριά από τη μάχη. Δύο Τρώες αδερφοί, ο Πάνδαρος και ο Βιτίας, έχοντας εμπιστοσύνη στα όπλα τους, ανοίγουν οι ίδιοι την πύλη για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς εκ του σύνεγγυς. Μπροστά στην ανοιχτή πύλη γίνεται μεγάλη μάχη και ο Τούρνος φονεύει πολλούς Τρώες, ανάμεσα στους οποίους και τον Βιτία. Τότε μέγας φόβος πιάνει τους Τρώες. Ο δε Πάνδαρος, βλέποντας νεκρό τον αδερφό του, στρέφει με δύναμη την πύλη και την ξανακλείνει αφήνοντας έξω πολλούς Τρώες και χωρίς να έχει προσέξει ότι ο Τούρνος μαχόταν πλέον εντός του στρατοπέδου.

Οι Αινειάδες, βλέποντας τον Τούρνο ανάμεσά τους θορυβούνται. Ο Πάνδαρος, γεμάτος οργή για τον θάνατο του αδερφού του, επιτίθεται κατά του Τούρνου, αλλά αυτός του καταφέρει θανάσιμο πλήγμα επί της κεφαλής με το ξίφος και τον σωριάζει νεκρό. Οι Τρώες τρέπονται σε φυγή και αν ο Τούρνος είχε ανοίξει τη στιγμή εκείνη την πύλη για να περάσουν τα εχθρικά στρατεύματα, η μάχη αυτή θα ήταν η τελική. Η μανία όμως της σφαγής τον ωθεί να ορμήσει μόνος του κατά των εχθρών, η δε Ήρα του δίνει τόσες δυνάμεις και θάρρος που αρπάζει τα όπλα των Τρώων και τους κυνηγά εντός των τειχών, σκοτώνοντας πολλούς. Οι Τρώες, έχοντας στο μεταξύ αναθαρρήσει από τα προτρεπτικά λόγια του Μνησθέα, αντεπιτίθενται κάνοντας τον Τούρνο να οπισθοχωρήσει αναζητώντας τον ποταμό για να βρει οδό διαφυγής. Δύο φορές δοκιμάζει να αντεπιτεθεί κατά των εχθρών, αλλά πλέον η θέληση του Δία είναι να απομακρύνει από τα τείχη τον Τούρνο, που σχεδόν καταβεβλημένος από τα πλήγματα των Τρώων, ρίχνεται στον Τίβερη, που τον μεταφέρει έξω από το στρατόπεδο ανάμεσα στους συντρόφους του, έχοντάς τον ξεπλύνει από τα αίματα της σφαγής.

Βιβλίο XΕπεξεργασία

Στο δέκατο βιβλίο (Βιβλίο X), ενώ ο πόλεμος μεταξύ Τρώων και Ρουτούλων συνεχίζεται, ο Δίας συγκαλεί στο ανάκτορό του στον Όλυμπο συνέλευση των θεών για να συζητηθεί η κατάσταση στο Λάτιο. Η Αφροδίτη, φοβούμενη για την τύχη του εγγονού της Ασκάνιου, παραπονιέται στον Δία για την επίθεση που δέχονται οι Τρώες κατά την απουσία του Αινεία και κατηγορεί γι’ αυτό εμμέσως την ζηλότυπη Ήρα, η οποία οργισμένη της επιστρέφει την κατηγορία, ανταπαντώντας ότι είναι η ίδια η Αφροδίτη που ωθεί τον Αινεία να καταλάβει ξένες χώρες και να παντρευτεί μια ξένη, όπως ακριβώς έκανε και στην περίπτωση του Πάρη και της Ελένης, πράγμα που ήταν και η αιτία της πτώσης της Τροίας. Να μην παραπονιέται, λοιπόν, που οι ντόπιοι αντιδρούν βίαια κατά των Τρώων. Οι υπόλοιποι θεοί διχάζονται και επικρατεί αναβρασμός στον Όλυμπο, μέχρις ότου ο Δίας επιβάλλει τη σιωπή, λέγοντας ότι δεν θα επιτρέψει καμιά διχόνοια μεταξύ τους και ορίζοντας με όρκο στα ύδατα της Στύγας ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί θεοί στο εξής θα μένουν ουδέτεροι στη διαμάχη και Τρώες και Ρούτουλοι θα καθορίσουν μόνοι τους το πεπρωμένο τους.

Στο μεταξύ ο Αινείας μεταβαίνει στο στρατόπεδο των Τυρρηνών ή Ετρούσκων και συναντά τον Τάρχωνα, που είναι βασιλιάς τους αφότου εξορίστηκε ο Μεζέντιος. Οι δύο άνδρες συνάπτουν συνθήκη και οι δυνάμεις Τρώων και Τυρρηνών συνενώνονται. Ακολουθεί η περιγραφή των νέων συμμαχικών δυνάμεων από την Ετρουρία και τη Λιγυρία, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές της Μάντουας, γενέτειρας του Βιργίλιου. Οι ενωμένες δυνάμεις Τυρρηνών, Αρκάδων και Τρώων είναι έτοιμες να επιβιβαστούν σε τριάντα πλοία που ναυλοχούν πλάι στην παραλία. Είναι νύχτα και η σελήνη μεσουρανεί. Ο Αινείας πηδαλιουχεί ο ίδιος το πλοίο του, επιθεωρώντας το στράτευμα στην παραλία, όταν εμφανίζονται κοντά του κάποιες θαλάσσιες θεότητες: είναι τα πρώην πλοία των Τρώων που είχαν μεταμορφωθεί σε νύμφες. Αναγνωρίζοντας από μακριά τον Αινεία, σπεύδουν να τον συναντήσουν. Μία από αυτές, η Κυμοδόκη του κάνει λόγο για την δυσχερή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι Τρώες στο στρατόπεδο και τον παρακινεί να επιτεθεί γρήγορα κατά του Τούρνου. Καθώς χαράζει, ο Αινείας υψώνει από την πρύμνη την ασπίδα του που λάμπει στο φως του ηλίου δίνοντας το σύνθημα της επίθεσης και οι Τρώες από την παραλία βγάζουν ουρανομήκεις κραυγές χαράς.

Ο Τούρνος και οι Ρούτουλοι εκπλήττονται βλέποντας τον στόλο των Τρώων και των συμμάχων τους να πλησιάζει, δεν χάνουν όμως το θάρρος τους, αλλά χωρίζονται σε δύο μέρη, εκ των οποίων το ένα συνεχίζει την επίθεση στα τείχη, ενώ το άλλο σπεύδει να εμποδίσει την αποβίβαση των εχθρών. Ο Αινείας και οι δικοί του αποβιβάζονται με τάξη, αλλά το πλοίο του Τάρχωνα προσκρούει σε ύφαλο. Ο Τούρνος με τους δικούς του επιτίθενται και ο Αινείας σκοτώνει πολλούς εχθρούς. Ο Πάλλαντας εμψυχώνει τους Αρκάδες, που έχουν τραπεί σε φυγή και φονεύει πολλούς αξιόμαχους Λατίνους, ενώ η σύγκρουση γενικεύεται και πολεμιστές και των δύο παρατάξεων πέφτουν νεκροί σωρηδόν. Η νύμφη Γιουτούρνα, αδερφή του Τούρνου, τον προτρέπει να σπεύσει σε βοήθεια του γιου του Μεζέντιου, Λαύσου, που κινδυνεύει από τον Πάλλαντα. Ο Τούρνος σκοτώνει σε μονομαχία τον Πάλλαντα και αποσπά τον βαρύ ζωστήρα του νεκρού ως λάφυρο. Ο Αινείας, μανιασμένος για τον χαμό του φίλου του, σκοτώνει δίχως έλεος ένα πλήθος εχθρών, ενώ ο Ασκάνιος και οι Τρώες εξορμούν από τα στρατόπεδο. Ο Τούρνος βρίσκεται τώρα σε μεγάλο κίνδυνο. Η Ήρα ζητά τότε από τον Δία να αναβάλει τουλάχιστον τον θάνατο του Τούρνου και ο Δίας συγκατανεύει.

Η Ήρα τότε δημιουργεί ένα φασματικό είδωλο του Αινεία το οποίο τρέπεται σε φυγή, κάνοντας τον Τούρνο να βγει από τη μάχη κυνηγώντας το. Ο Τούρνος ακολουθώντας πάντα το φάσμα του Αινεία μπαίνει σε ένα από τα πλοία, του οποίου τα σχοινιά λύνει η Ήρα. Ο ψεύτικος Αινείας τότε εξαφανίζεται, ενώ ο Τούρνος, όντας καταπέλαγα και σε σύγχυση, γυρεύει να αυτοκτονήσει για να ξεπλύνει την ατίμωση, η Ήρα όμως τρεις φορές τον εμποδίζει. Τότε ο Τούρνος πέφτει στη θάλασσα και κολυμπώντας φτάνει στην πατρίδα του πατέρα του, Δαύνου. Στο μεταξύ, ρίχνεται στη μάχη ο Μεζέντιος, έχοντας πλάι του τον γιο του Λαύσο, και σκοτώνει πολλούς Τρώες και έναν Έλληνα, τον Άκρωνα. Ακολουθεί μεγάλη σφαγή Τρώων και Ρουτούλων, ενώ οι θεοί παρακολουθούν αμέτοχοι. Ο Αινείας καταφέρνει και πληγώνει τον Μεζέντιο, που υποχωρεί για να περιποιηθεί το τραύμα του. Ο Λαύσος ορμά τότε κατά του Αινεία και ο Αινείας τον σκοτώνει. Όταν ειδοποιούν τον Μεζέντιο για τον θάνατο του γιου του, αυτός θρηνεί πικρά που τον άφησε μόνο του και μπαίνει ξανά, παρά το σοβαρό του τραύμα, στη μάχη έφιππος, προκαλώντας τον Αινεία με μεγάλες κραυγές και ρίχνοντας αμέτρητα βέλη εναντίον του. Ο Αινείας σκοτώνει με το δόρυ του το άλογο του Μεζέντιου, ο οποίος πέφτει καταγής και βρίσκεται στο έλεος του Αινεία. Τον παρακαλεί να αφήσει να τον θάψουν μαζί με το γιο του και λέγοντας αυτά δέχεται το θανάσιμο χτύπημα του ξίφους του Αινεία.

Βιβλίο XIΕπεξεργασία

Το ενδέκατο βιβλίο (Βιβλίο XI) αρχίζει με τον Αινεία να ανεγείρει, κατά την αυγή της επομένης, προς τιμήν του Άρη (λατινικά Μαρς) τρόπαιο πάνω στο οποίο τοποθετεί τα ματωμένα όπλα του Μεζέντιου. Ο Αινείας προστάζει να γίνει η ταφή των νεκρών και ορίζει δακρυσμένος να μεταφέρουν με μεγάλη συνοδεία το σώμα του Πάλλαντα στον πατέρα του, Εύανδρο. Έπειτα δέχεται μια πρεσβεία από την πόλη των Λατίνων και κλείνει μαζί της δωδεκαήμερη εκεχειρία ώστε να ταφούν οι εκατέρωθεν νεκροί. Ενώ ο Εύανδρος και οι Αρκάδες θρηνούν τον νεκρό Πάλλαντα, Τρώες και Λατίνοι κηδεύουν τους πεσόντες, οι δε συγγενείς των νεκρών καταριούνται τον Τούρνο ως υπεύθυνο της αιματοχυσίας. Μέσα σε αυτά, και ενώ η εκεχειρία εκπνέει, επιστρέφουν οι απεσταλμένοι που είχαν σταλεί να ζητήσουν βοήθεια από τον Διομήδη, κομίζοντας αρνητική απάντηση. Ο βασιλιάς Λατίνος, βέβαιος πια ότι ο Αινείας ακολουθεί το προκαθορισμένο πεπρωμένο του, συγκαλεί στο ανάκτορό του συμβούλιο, ενώ μέγα πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Οι πρέσβεις μεταφέρουν την απάντηση του Διομήδη: δεν θα πολεμήσει ποτέ ξανά τους Τρώες και δεν θα γίνει αντίπαλος του Αινεία - είναι υπεραρκετό που πλήγωσε στη μάχη το χέρι της μητέρας του, Αφροδίτης. Αν κάτι καθυστέρησε την πτώση της Τροίας ήταν ο Έκτορας και ο Αινείας και αν η Τροία διέθετε δύο μόνο Αινείες, το Ίλιον δεν θα έπεφτε ποτέ.

Το συμβούλιο ταράζεται με την άρνηση του Διομήδη, ο δε βασιλιάς Λατίνος προτείνει να λήξει ο πόλεμος με τους Τρώες (για τον οποίον ήταν ο ίδιος εξαρχής αντίθετος) και να τους δοθεί τόπος εγκατάστασης στο Λάτιο. Ένας από τους συμβούλους, ο Δράγκης, μονίμως προδιατεθειμένος κατά του Τούρνου, υπερθεμάτισε και ενθάρρυνε τον βασιλιά να μην υποκύψει στον Τούρνο, ο οποίος ως αλαζόνας δεν δεχόταν ότι ηττήθηκε. Και, εν πάση περιπτώσει, αν ζητούσε ο Τούρνος δόξα, ας πολεμούσε τον Αινεία μόνος του. Ο Τούρνος απορρίπτει με βίαιο τρόπο ως δόλιες τις κατηγορίες: το ότι δεν είναι ηττημένος το μαρτυρούν τα πλήθη των νεκρών Τρώων και Αρκάδων. Μπορεί τώρα οι Έλληνες να φοβούνται τους Τρώες, αλλά αυτός και όλη η ιταλική νεολαία όχι. Γιατί να φερθούν σαν άνανδροι, ενώ μετρούν και οι Τρώες νεκρούς; Ας μην έχουν τους Έλληνες ως συμμάχους – τους φτάνουν οι Ιταλοί! Στο πλευρό τους είναι και η αμαζόνα Καμίλλα με τον γενναίο λαό των Βόλσκων. Εάν πάλι οι Τρώες θέλουν μόνο αυτόν ως αντίπαλο (και αν αυτό αρέσει και στον βασιλιά Λατίνο και στους δικούς του), δέχεται να δοκιμάσει τις δυνάμεις του μόνος. Δεν υπολείπεται των αρχαίων ηρώων, αλλά προκαλεί σε μάχη αυτός ο ίδιος τον Αινεία.

Τη στιγμή εκείνη, φτάνει αγγελιοφόρος με το νέο ότι οι Τρώες και οι Τυρρηνοί επιτίθενται. Μεγάλη αναστάτωση και φόβος επικρατούν στους πολίτες, ενώ ο Τούρνος τους χλευάζει που συγκαλούν συμβούλιο, ενώ η πόλη κινδυνεύει. Έπειτα δίνει διαταγές προς τους αρχηγούς του στρατού. Η επίθεση στα τείχη είναι άμεση και οι Λατίνοι αμύνονται. Η βασίλισσα Αμάτα μαζί με τη Λαβίνια και άλλες γυναίκες σπεύδουν στο ναό της Αθηνάς για να προσευχηθούν στην θεά να σώσει την πόλη. Ο Τούρνος μπαίνει πάνοπλος στη μάχη. Υπό τις διαταγές του τίθεται η θαυμαστή πολεμίστρια παρθένος Καμίλλα, κόρη του Μέταβου στην οποία αναθέτει ο Τούρνος να αντιπαρατεθεί, μαζί με τις λατινικές και μεσσαπικές ίλες, στο ιππικό των Τυρρηνών και του Τάρχωνα, το οποίο είχε ήδη αρχίσει την επίθεση. Ο ίδιος ο Τούρνος θα αντιμετωπίσει τον Αινεία και τους Τρώες από οχυρές θέσεις στους λόφους. Στην πεδιάδα αρχίζει τώρα ένας αμφίρροπος αγώνας μεταξύ των δύο εχθρικών ιππικών που καταλήγει σε σφαγή, στην οποία διακρίνεται η Καμίλλα μαζί με άλλες πολεμίστριες παρθένους, τη Λαρίνα, την Τύλλα και την Ταρπήια. Η Καμίλλα κατατροπώνει τους Τυρηννούς ιππείς, φονεύοντας πολλούς από αυτούς.

Ο Τάρχων εμψυχώνει τους ιππείς και αντεπιτίθεται καταδιώκοντας τους εχθρούς. Το παράδειγμά του ακολουθούν και οι υπόλοιποι. Ένας Τυρρηνός, ο Άρρουντας, που παραμόνευε να του δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία, σημαδεύει με το τόξο του την Καμίλλα την ώρα που αυτή καταδιώκει τον ιερέα Χλωρέα και την σκοτώνει, προτού πέσει νεκρός και ο ίδιος από ένα βέλος που του έριξε η νύμφη Ώπις, στην οποία είχε ανατεθεί από τη ‘Αρτεμη να εκδικηθεί το θάνατο της Καμίλλας, αν τυχόν η Αμαζόνα χανόταν στη μάχη. Ο θάνατος της πολεμίστριας διαλύει τις τάξεις του στρατού που τρέπεται σε φυγή, ενώ οι εχθροί προελαύνουν ακάθεκτοι σκορπίζοντας τον όλεθρο με τα τόξα τους. Πάνω στα τείχη οι μητέρες και οι πατεράδες αρχίζουν τον θρήνο, ενώ μεγάλη σφαγή γίνεται μπροστά στις πύλες, που τελικά κλείνουν αφήνοντας έξω πολλούς ιππείς στο έλεος των εχθρών. Oι μητέρες, παίρνοντας θάρρος από το παράδειγμα της Καμίλλας, ρίχνουν από τα τείχη ξύλινα βέλη, επιθυμώντας να πεθάνουν υπερασπιζόμενες την πόλη. Ο Τούρνος, μαθαίνοντας για την καταστροφή, αφήνει τις θέσεις του στους λόφους επιστρέφοντας γρήγορα με το στράτευμα στην πόλη, ενώ τον κυνηγά ο Αινείας με τους Τρώες. Θα επακολουθούσε νέα συμπλοκή, αν δεν έδυε τη στιγμή εκείνη ο ήλιος, οπότε και οι Τρώες στρατοπέδευσαν μπροστά στα τείχη.

Βιβλίο XIIΕπεξεργασία

Στο δωδέκατο βιβλίο (Βιβλίο XII), ο Τούρνος οπλίζεται για μονομαχία με τον Αινεία παρά τις παρακλήσεις του βασιλιά Λατίνου, της βασίλισσας Αμάτας και της Λαβίνιας. Oι δύο αντίπαλοι στρατοί βαδίζουν τώρα ο ένας προς τον άλλον στην πεδιάδα, ενώ ο λαός παρακολουθεί από τα τείχη. Από τη μια μεριά προσέρχονται ο Λατίνος και ο Τούρνος, από την άλλη ο Αινείας και ο Ασκάνιος. Η Ήρα παροτρύνει την νύμφη Γιουτούρνα να σταθεί στο πλευρό του αδελφού της. Στήνονται βωμοί και ο Αινείας ορκίζεται ότι αν ηττηθεί στη μονομαχία με τον Τούρνο, οι Τρώες θα αποχωρήσουν από το Λάτιο. Αν νικήσει, δεν θα υποτάξουν τους Λατίνους, αλλά θα ζήσουν μαζί τους ως ίσοι. Ο Λατίνος δέχεται και τελούνται οι θυσίες προς επικύρωση των συνθηκών. Η Γιουτούρνα, παίρνοντας τη μορφή του γέροντα Καμέρτου, ψέγει τους Ρουτούλους που εγκατέλειψαν τον Τούρνο μόνο του σε μάχη με τον Αινεία. Τα λόγια της, μαζί με έναν ευνοϊκό οιωνό που προκαλεί η ίδια επίτηδες, ανορθώνουν το φρόνημα των Λατίνων. Ο οιωνοσκόπος Τουλούμνιος δέχεται με ενθουσιασμό το σημείο, κεντρίζοντας τους Ρουτούλους κατά των ξένων. Πετά δε προς το μέρος τους το δόρυ του και ρίχνει κάτω νεκρό έναν από αυτούς. Επέρχεται, ως συνέπεια της παραβίασης των συνθηκών, μια άγρια σύρραξη μεταξύ των δύο αντιπάλων στρατευμάτων και οι βωμοί καταστρέφονται.

Ο Αινείας, προσπαθώντας να επιβάλλει την τήρηση των συμπεφωνημένων, πληγώνεται από ένα βέλος και αποσύρεται. Ο Τούρνος βλέποντας τον Αινεία εκτός μάχης παίρνει θάρρος και ορμώντας με το άρμα του στους εχθρούς καταπατά πολλούς. Ρίχνοντας το ακόντιο και τα βέλη του φονεύει πλήθος αντιπάλων. Στο μεταξύ, ο ιατρός-μάντης Ιάπυξ αφαιρεί την αιχμή του βέλους και επουλώνει την πληγή του Αινεία με τη βοήθεια βοτάνου που έφερε η Αφροδίτη. Ο Αινείας κραδαίνοντας τεράστιο δόρυ αναζητεί τον Τούρνο και μαζί με τον Ανθέα και τον Μνησθέα εφορμά κατά του εχθρού. Η προέλασή του τρομοκρατεί τους Λατίνους, αλλά και τη Γιουτούρνα. Οι Τρώες επιτίθενται, τρέποντας τους αντιπάλους τους σε φυγή. Ανάμεσα στους νεκρούς είναι και ο υπεύθυνος της σύρραξης, οιωνοσκόπος Τουλούμνιος. Ο Αινείας αναζητεί παντού με φοβερές κραυγές τον Τούρνο. Γεμάτη φόβο για την τύχη του αδερφού της, η Γιουτούρνα παίρνει την μορφή του ηνιόχου του Τούρνου, Μητίστου και, πετώντας τον πέρα, κρατά αυτή η ίδια τα ηνία πλάι στον αδερφό της οδηγώντας το άρμα όσο γίνεται πιο μακριά από τον οργισμένο Αινεία. Αινείας και Τούρνος, ο οποίος τώρα μάχεται πεζός, συνεχίζουν να σφάζουν τους αντιπάλους τους χωρίς να συναντιούνται, ενώ η συμπλοκή γενικεύεται. Η Αφροδίτη υποβάλλει στον Αινεία την ιδέα να βαδίσει κατά της πόλης, που ήταν μέχρι τότε αμέτοχη παρακολουθώντας τη σφαγή να συμβαίνει εμπρός στα μάτια της.

Ο Αινείας διατάζει τους Τρώες να επιτεθούν και να κατακάψουν την πόλη αυτών που δεν κράτησαν τη συμφωνία. Μέσα στο σάλο που προκαλείται από την επίθεση των Τρώων, η βασίλισσα Αμάτα νομίζει ότι ο Τούρνος σκοτώθηκε και θεωρώντας τον εαυτό της υπεύθυνο απαγχονίζεται μέσα στο παλάτι. Ενώ ο Λατίνος, η Λαβίνια και οι άνθρωποι του παλατιού θρηνούν τη βασίλισσα, ο Τούρνος ακούγοντας τον θόρυβο από τα τείχη αναρωτιέται τι συμβαίνει. Η Γιουτούρνα τότε του αποκαλύπτεται, πληροφορώντας τον ότι ο Αινείας επιτέθηκε στην πόλη. Ο Τούρνος αντιλαμβάνεται ότι η Γιουτούρνα είχε προκαλέσει για χάρη του την λύση των συνθηκών. Ποιος άραγε σε έστειλε, της λέει, να δεις τον θάνατο του ίδιου σου του αδελφού; Είναι τόση μεγάλη δυστυχία ο θάνατος που να με κάνει να δειλιάσω; Ας είναι οι θεοί εναντίον μου! Θα κατεβώ στον Άδη αντάξιος των προγόνων μου. Μαθαίνοντας και για τον θάνατο της βασίλισσας και ενώ τα συναισθήματα συγκρούονται μέσα του, αφήνει την αδελφή του και τρέχει γοργά με το άρμα προς την πόλη. Διερχόμενος ανάμεσα στους αντιμαχόμενους, τους φωνάζει να σταματήσουν γιατί ο ίδιος πάει να συναντήσει τον Αινεία, για να λυθεί η διαφορά με μονομαχία μεταξύ των δύο τους. Αντιλαμβανόμενος τον Τούρνο ο Αινείας γεμάτος άγρια χαρά υπερπηδά κάθε εμπόδιο και τον πλησιάζει, ενώ κάθε άλλη μάχη παντού τριγύρω έχει πάψει.

Ο Τούρνος επιτίθεται στον Αινεία με το ξίφος του, το οποίο όμως θραύεται χτυπώντας στα όπλα του Ηφαίστου. Ο Τούρνος τρέχει ψάχνοντας νέο ξίφος, ενώ ο Αινείας τον καταδιώκει απειλώντας με θάνατο καθέναν που τυχόν τον βοηθήσει. Ο Αινείας ρίχνει το δόρυ του, το οποίο καρφώνεται σε έναν κορμό ελιάς τόσο δυνατά που δεν μπορεί να το αποκολλήσει. Η Γιουτούρνα παρεμβαίνει επιστρέφοντας στον Τούρνο το ξίφος του. Η Αφροδίτη, θυμωμένη για την παρέμβαση, αποκολλά το δόρυ του Αινεία και ο αγώνας ξαναρχίζει. Ο Δίας απευθυνόμενος στην Ήρα, η οποία παρακολουθεί από ένα σύννεφο, της απαγορεύει να επέμβει περισσότερο. Η Ήρα υποχωρεί, παρακαλεί όμως τον Δία να κρατήσουν τουλάχιστον οι Λατίνοι το όνομα, τα ήθη και τη γλώσσα τους όταν αναμιχθούν με τους Τρώες και να αφανιστεί το όνομα και κάθε μνήμη της Τροίας. Ο Δίας συγκατατίθεται και στέλνει μια Ερινύα στην Γιουτούρνα, που τρομοκρατημένη αφήνει, θρηνώντας, τον αδελφό της. Ο Τούρνος ρίχνει δίχως επιτυχία έναν πελώριο βράχο κατά του Αινεία και απελπίζεται, μη βλέποντας και την αδελφή του στο πλάι του. Ο Αινείας πετά το δόρυ του, που πετυχαίνει τον Τούρνο στον μηρό, σωριάζοντάς τον κατάχαμα. Ο Τούρνος παρακαλεί τον Αινεία να αποδώσει το σώμα του στον γέροντα πατέρα του. Ο Αινείας προς στιγμήν σκέπτεται να του χαρίσει τη ζωή, αλλάζει όμως γνώμη βλέποντας στον ώμο του περασμένο τον ζωστήρα του Πάλλαντα, τον οποίον ο Τούρνος είχε σκοτώσει χωρίς έλεος. Εκδικούμενος τον Πάλλαντα ο Αινείας βυθίζει το ξίφος του στο στήθος του Τούρνου και η ψυχή του φεύγει με καταφρόνηση στον Άδη.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Αινειάδα, Βιβλίο ΙΙΙ, 19 κ.ε.
  2. Αινειάδα, Βιβλίο ΙΧ (ένατο), 77 κ.ε.
  3. Κόνιγκτον, Σχόλια στην Αινειάδα

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Αινειάδα, Βιβλίο δεύτερο, Ελένη Γκάστη, εκδ. ΤΥΠΩΘΗΤΩ, 2005. ISBN 960-12-0967-0.
  • Αινειάδα, Βιβλία I - VI, εκδ. University Studio Press, μτφ. Λεωνίδας Τρομάρας (1998-2001). ISBN 960-12-6967-0 (set).
  • Βιργιλίου Αινειάς, πρωτότυπο κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Δημοσθένους Γ. Γεωργοβασίλη, Αθήνα, Παπαδήμας Δημ. Ν., σε τρεις τόμους: τόμος 1ος, βιβλία I-IV, 2η έκδοση 1983, τόμος 2ος, βιβλία V-VIII, 2η έκδοση 1983, τόμος 3ος, βιβλία IX-XII, 2η έκδοση, 1998. ISBN 960-206-100-6 (set)
  • Virgil, The Aeneid, translated by Robert Fitzgerald, Penguin Books, London. 1985 ISBN 0-14-044551-X

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία