Άνοιγμα κυρίου μενού

Γοδεφρείδος Φέδερ

Γερμανός νομικός και καθηγητής πανεπιστημίου

Ο Γοδεφρείδος Φέδερ (1806-1892) ήταν Γερμανός νομικός και καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Γοδεφρείδος Φέδερ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Gottfried Feder (Γερμανικά)
Γέννηση17  Νοεμβρίου 1806
Έλινγκεν
Θάνατος12  Νοεμβρίου 1892
Μόναχο[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο του Μονάχου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητανομικός
διδάσκων πανεπιστημίου
πολιτικός
ΕργοδότηςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (από 1837)
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμέλος του Ράιχσταγκ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας

ΒίοςΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στο Έλινγκεν της Μέσης Φραγκονίας στις 17 Νοεμβρίου του 1806. Πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο γυμνάσιο και λύκειο του Μονάχου. Την περίοδο 1824 - 1828 σπούδασε νομική στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Αφού έλαβε διδακτορικό δίπλωμα και ασκήθηκε στο Γκάρμις και στο Μόναχο, το 1830 έλαβε την άδεια της άσκησης της δικηγορίας. Το 1831 διορίσθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στην Οικονομική υπηρεσία του νομού Ιζάρ.

Η δράση του στην ΕλλάδαΕπεξεργασία

To 1833 κλήθηκε από την Αντιβασιλεία για να στελεχώσει ως νομικό και διοικητικό προσωπικό τη Γραμματεία της και ήλθε στο Ναύπλιο. Τον Απρίλιο του 1834 διορίσθηκε Ελεγκτής στο Ελεγκτικό Συνέδριο και αρειοπαγίτης την 1η Ιανουαρίου 1835. Συμμετείχε με τους Κ. Προβελέγγιο και Γ. Βέλλιο στην αναθεώρηση της μεταφράσεως στην ελληνική γλώσσα των Δικαστικών Κωδίκων της Αντιβασιλείας, λόγω σφαλμάτων που είχαν σημειωθεί (τέλη 1834-Σεπτέμβριος 1835 περίοδος εργασιών). Συνέβαλε, επίσης, στην προετοιμασία κατάρτισης Αστικού Κώδικα, στη διαμόρφωση οριστικού σχεδίου του Βασιλικού Διατάγματος περί Πολιτικού Νόμου (Φεβρουάριος 1835), καθώς και στην κατάρτηση του Νόμου περί των Υποθηκών (Αύγουστος 1836). Υπήρξε, το 1836, μέλος της συσταθείσης επιτροπής για τη μετάφραση στην ελληνική του γαλλικού Αστικού Κώδικα. Το 1840 διορίστηκε αναπληρωτής επιδιαιτητής της Μικτής Επιτροπής η οποία θα επιλαμβανόταν επί των διαφιλονικούμενων ακινήτων μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών. Στις 20 Αυγούστου 1841 προήχθη σε Εισαγγελέα των Εφετών Αθηνών. Το 1843 υπήρξε μέλος της γνωμοδοτικής επιτροπής του Υπουργείου Οικονομικών επί των δικαστικών διαφορών μεταξύ ιδιωτών και Δημοσίου. Στην Ελλάδα παντρεύτηκε την Αναστασία Γεωργίου Δούμα, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιούς. όταν ο σύζυγός της επέστρεψε στην Γερμανία, εκείνη δεν τον συνόδευσε και τον διαζεύχθηκε.

Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου ΑθηνώνΕπεξεργασία

Στις 15 Ιανουαρίου του 1837 διορίσθηκε έκτακτος καθηγητής και στις 14 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, Επίτιμος καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1843 δίδαξε Πολιτική Δικονομία. Δεν παρείχε σύγγραμμα στους φοιτητές το οποίο σχεδίαζε να συνέτασσε αργότερα.

Η επιστροφή στη ΒαυαρίαΕπεξεργασία

Επιστρέφοντας από την Ελλάδα, επανήλθε στη βαυαρική δημόσια υπηρεσία ως Fiskalrat του Oberberg και Salinen (1843), παράλληλα εξέδωσε τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις (Αι περί Πολιτικής Δικονομίας παραδόσεις του Δρ. Γ. Φέδερ) και το 1848 τοποθετήθηκε Διευθυντής στο Υπουργείο των Εσωτερικών. Μετείχε ως πληρεξούσιος εις την Εθνική Γερμανική Συνέλευση στη Φραγκφούρτη. Τον Οκτώβριο του 1866 διορίσθηκε διοικητής της Μέσης Φραγκονίας και το 1879 Πρόεδρος του ανωτάτου Βαυαρικού Δικαστηρίου στο Μόναχο, μέχρι το 1888. Το 1878 εξελέγη πληρεξούσιος στο στο Reichstag. Πέθανε στο Μόναχο, στις 12 Νοεμβρίου του 1892.

ΠηγέςΕπεξεργασία