Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ελλάδα)

Ελληνικός ερευνητικός οργανισμός με έδρα την Αθήνα

Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το οποίο ιδρύθηκε το 1958 με σκοπό τη διεξαγωγή διεπιστημονικής έρευνας στους τομείς των ανθρωπιστικών και θετικών επιστημών.[2][3][4] Εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων.[3]

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών
Νομική μορφήΝ.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα
Ίδρυση1958
ΈδραΒασιλέως Κωνσταντίνου 48, 11635, Αθήνα, Ελλάδα
Σημαντικά πρόσωπαΒασίλειος Γρηγορίου
Υπάλληλοιπερίπου 450 [1]
Ιστότοποςwww.eie.gr

Αποτελείται από τρία ερευνητικά Ινστιτούτα, ένα στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών (Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών) και δύο στον τομέα των θετικών επιστημών (Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας και Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας).

Στο Ε.Ι.Ε. ανήκει επίσης η Βιβλιοθήκη Επιστήμης, Τεχνολογίας και Πολιτισμού «Κ.Θ. Δημαράς», η οποία από το το έτος ίδρυσής της το 1958, εξυπηρετεί την ελληνική επιστημονική κοινότητα στο σύνολό της.[5]

Διευθυντής και πρόεδρος του Δ.Σ.  του ιδρύματος είναι ο Βασίλειος Γρηγορίου.[6][7]

ΙστορικόΕπεξεργασία

Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών ιδρύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1958 με την επωνυμία Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών με Βασιλικό Διάταγμα της 9ης Οκτωβρίου 1958[4]. Σκοπός της ίδρυσής του ήταν η ενίσχυση των επιστημονικών ερευνών οι οποίες πραγματοποιούνταν στην Ελλάδα και η εξασφάλιση περισσότερων ευκαιριών δημιουργικής έρευνας από Έλληνες επιστήμονες. Μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά το παλάτι, επιχείρησε την ίδρυση βασιλικών φορέων κοινωνικής πρόνοιας και εκπαίδευσης με σκοπό τον ηθικό, πολιτικό και κοινωνικό φρονηματισμό αλλά και την κοινωνική ανάπτυξη της Ελλάδος. Παράλληλα επιδιωκόταν η δικαίωση και η προβολή του βασιλικού θεσμού[8]. Η επιστημονική έρευνα μέχρι εκείνη την εποχή καλλιεργούνταν από τα πανεπιστήμια και την Ακαδημία Αθηνών, ως εκ τούτου οι σημαντικότερες προσπάθειες εκτός του ΕΙΕ ήταν ίδρυση της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (1954) και αργότερα του Δημόκριτου (1961).[9][10]

Η προϊστορίαΕπεξεργασία

Το 1947 το Παλάτι εκπροσωπούμενο από τον τότε διάδοχο Παύλο, ίδρυσε το Βασιλικό Εθνικό Ίδρυμα με σκοπό την ανάληψη διαφόρων εκπαιδευτικών δράσεων.[11] Σε αυτό το ίδρυμα συμμετείχαν ανακτορικοί αξιωματούχοι, στελέχη τραπεζών και επιμελητηρίων και προβεβλημένα δημόσια πρόσωπα. Εκείνη την εποχή οι συνθήκες σε Αμερική και Ευρώπη ήταν ευνοϊκές για την επιστημονική έρευνα, ενώ οι Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού εξέφραζαν εκκλήσεις για την οργάνωση επιστημονικών φορέων στην Ελλάδα, οι οποίοι αφενός θα βοηθούσαν στον επαναπατρισμό

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών
 
Είδοςερευνητικό ινστιτούτο και εκδότης ανοικτής πρόσβασης[12]
Γεωγραφικές συντεταγμένες37°58′25″N 23°44′44″E
ΤοποθεσίαΑθήνα
ΧώραΕλλάδα[12]
Έναρξη κατασκευής10  Οκτωβρίου 1958
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

τους και αφετέρου θα ενίσχυαν την εγχώρια έρευνα. Καίριο ρόλο έπαιξε ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου, ο οποίος από τα χρόνια των σπουδών του στο Χάρβαρντ οραματιζόταν την ανάπτυξη της έρευνας στην Ελλάδα, αλλά και όταν ήταν Γενικός Διευθυντής στο Υπουργείο Συντονισμού (1951-1955).[11] Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε όταν συνέστησε τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, το 1955, με σκοπό την κατάρτιση οικονομοτεχνικών μελετών. Το 1958, ο Πεσμαζόγλου συνάντησε τον βασιλέα Παύλο και του εξέθεσε τις ιδέες του σχετικά με τη σύσταση ενός ερευνητικού κέντρου[11].

Το δεύτερο πρόσωπο το οποίο συμμεριζόταν τις ιδέες αυτές ήταν ο Κωνσταντίνος Δημαράς, Γενικός Διευθυντής στο Υπουργείο Συντονισμού το 1951 και Γενικός Διευθυντής στο Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Επόμενος συνεργάτης στην προσπάθεια αυτή ήταν ο Χαράλαμπος Ποταμιάνος, υποπτέραρχος ε.α. πρώην υπασπιστής του βασιλιά, και μέλος της διοίκησης του Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος. Καταλυτική στάθηκε η συμμετοχή του Λεωνίδα Ζέρβα, καθηγητή οργανικής χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τότε φιλοξενούμενου ερευνητή στις Η.Π.Α. Ο Πεσμαζόγλου αλληλογραφεί με τον Ζέρβα και του αποστέλλει σχέδια του του Οργανισμού του ιδρύματος και ο Ζέρβας του απαντά με τις παρατηρήσεις του. Ο Πεσμαζόγλου του ανέφερε πως έχει ως πρότυπο το «Kaiser Wilhelm Institut» και το «Centre de la Reaserhe Scientifique». Μεταξύ αυτών που επιθυμούν να συμμετάσχουν είναι ο Ξενοφών Ζολώτας, ο Κωνσταντίνος Δημαράς, ο Καίσαρ Αλεξόπουλος, ο Ιωάννης Σαρεγιάννης και ο Ευάγγελος Παπανούτσος. Ο Πεσμαζόγλου παράλληλα πραγματοποιούσε επαφές με τον Waldemar Nielsen εκπρόσωπο του Ford Foundation, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση του υπό σύσταση ιδρύματος. H προτεινόμενη αρχική ονομασία του ιδρύματος ήταν «Ελληνικό Βασιλικόν Ίδρυμα Μεταπανεπιστημιακών Ερευνών», [13]ωστόσο ο Ζέρβας, επιλέγει την επωνυμία «Ίδρυμα Επιστημονικών Ερευνών», για να υποδηλώσει πως δεν έχει εκπαιδευτικούς σκοπούς, αλλά ασχολείται με την προώθηση πρωτότυπων επιστημονικών ερευνών. Με την πάροδο του χρόνου θα μπορεί να προχωρήσει στη σύσταση ιδιαίτερων ερευνητικών ινστιτούτων.

Από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του 1958, τα μηνύματα σχετικά με τη χρηματοδότηση από Αμερικανικά ιδρύματα, (Ford και Rockefeller) ήταν θετικά: το πρώτο εξέταζε να εγκρίνει βοήθεια ύψους 50.000 δολαρίων ετησίως για πέντε χρόνια, ενώ η Αμερικανική Αποστολή εξέταζε την καταβολή του ποσού των 100.000.000 δραχμών και άλλων 50.000.000 δραχμών τα επόμενα χρόνια. «Τα ιδρύματα και η επίσημη Αμερική άρχισαν να κατανοούν ότι η επιβίωση του ελεύθερου κόσμου δεν θα εξασφαλιστεί με την προσέλκυση και εγκατάσταση στην Αμερική όλων των διακεκριμένων επιστημόνων, αλλά με την ενθάρρυνση της ντόπιας επιστήμης στα άλλα κράτη».[14] Στις 10 Οκτωβρίου του 1958 ο Αμερικανός πρέσβης επισκέφθηκε τον βασιλιά Παύλο και του παρέδωσε επιστολή με την αναγγελία της χρηματικής δωρεάς ύψους 100.000.000 δραχμών.[4] Τα χρήματα επενδύθηκαν από το Δ.Σ. του Β.Ι.Ε. σε ομολογίες της Δ.Ε.Η. με απόδοση περίπου 8.000.000 δραχμών και από το 1963 έως το 1967 σε αγορά καταστημάτων σε Αθήνα και Πειραιά.[15]

Η πρώτη διοίκηση του ιδρύματοςΕπεξεργασία

Το ίδρυμα όταν συστήθηκε διοικούνταν από δεκαπενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο και πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή. Πρόεδρος ήταν ο βασιλιάς, ενώ προβλέπονταν θέσεις για Α΄ και Β΄ αντιπρόεδρο, διευθύνοντα σύμβουλο και 11 μέλη με εκπροσώπηση τόσο από τις ανθρωπιστικές όσο και από τις θετικές επιστήμες. Η θητεία του Δ.Σ. ήταν εξαετής ενώ κάθε δύο χρόνια έληγε με κλήρωση η θητεία του 1/3 των μελών, που μπορούσαν να επανεκλεγούν από τους υπόλοιπους. Το Δ.Σ συνεδρίαζε μια φορά κάθε μήνα. Β΄ Αντιπρόεδρος ήταν ο Ζέρβας και διευθύνων σύμβουλος ο Δημαράς.

Προσωρινά στεγάσθηκε στο κτίριο του Ι.Κ.Υ. , αντί ενοικίου, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 4.[16]

Οι κτιριακές εγκαταστάσειςΕπεξεργασία

 
Το κτίριο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Αρχικά παραχωρήθηκε οικόπεδο 8.000 τ.μ στην οδό Ρηγίλλης και Βασιλέως Γεωργίου, πλησίον του Ωδείου Αθηνών. Αυτό το οικοδομικό τετράγωνο ήταν πίσω από τη Λέσχη Αξιωματικών Αθηνών. Στον πολεοδομικό χάρτη των Αθηνών του 1950, η περιοχή ονομαζόταν Λύκειον.[17] Το Β.Ι.Ε. αρχικά συνέταξε, το 1959, προκήρυξη πανελλήνιου διαγωνισμού με τίτλο «Κτιριακόν Συγκρότημα Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών». Τελικά ο διαγωνισμός δεν έγινε, αφού επελέγη οικόπεδο στην απέναντι πλευρά της Βασιλέως Κωνσταντίνου, εμβαδού έντεκα στρεμμάτων. Καθώς θα βρισκόταν στις παρυφές της αρχαίας Αθήνας και και της νεοελληνικής πρωτεύουσας, είχε σημειολογικό ενδιαφέρον, με δεδομένο ότι το κεντρικότερο και βασικότερο ίδρυμα της χώρας βρισκόταν στην καρδιά του κράτους.[17]Το οικοδομικό τετράγωνο που επελέγη ήταν οι στάβλοι της Ύλης της Ευζωνικής φρουράς και ο χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων της. Περιβαλλόταν από τη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου, Βασιλέως Κωνσταντίνου, τη Ριζάρη, και την Παύλου Μελά, η οποία όμως δεν διανοίχτηκε ποτέ.

Το Δ.Σ του Β.Ι.Ε. ανέθεσε τη μελέτη των κτηρίων στους Δημήτριο Πικιώνη και Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Ο λόγος της απευθείας ανάθεσης ήταν πως οι Ζέρβας και Δημαράς είχαν προτείνει να αναλάβει τη μελέτη μια μικτή ομάδα αρχιτεκτόνων: τρεις γνωστοί και διακεκριμένοι και τρεις νέοι από τους πιο καλούς. Επίσης ο Δοξιάδης είχε υποσχεθεί έκπτωση στην αμοιβή του 10 έως 15% [18] Η χρηματοδότηση του έργου υπολογιζόταν σε 50 εκατ. δραχμές: 1 εκατ. ο σύμβουλος, 25 εκατ. η κατασκευή, 3 εκατ. ο αρχιτέκτονας, 15 εκατ. ο κτηριακός εξοπλισμός και 6 εκατ. ο εργαστηριακός εξοπλισμός και τα περιοδικά.

Η οικοδομική άδεια εγκρίθηκε στις 22 Απριλίου 1964. Τον Μάρτιο δημοπρατήθηκε το κτήριο με προσκλήσεις 15 εργολάβων, αλλά ο διαγωνισμός ακυρώθηκε ως ασύμφορος. Τελικά το έργο ανέλαβε η κοινοπραξία Θεοχάρη Οικονόμου και Γ. Γεωργίου και Γ. Μπαλκάμπαση Α.Ε. Η θεμελίωση πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαΐου 1965. Το κτήριο ολοκληρώθηκε μετά από 3,5 χρόνια και παραλήφθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1968. Tο 1990 προστέθηκε στο κτίριο και 6ος όροφος. Σήμερα το κτήριο έχει συνολικό εμβαδόν 13.880 τ.μ.[19]


Η δομή του ιδρύματος σήμεραΕπεξεργασία

Όργανα της ΔιοίκησηςΕπεξεργασία

Όργανα διοίκησης του Ε.Ι.Ε. είναι

  1. Το Διοικητικό Συμβούλιο
  2. Ο Διευθυντής του Ε.Ι.Ε.
  3. Οι Διευθυντές των Ινστιτούτων

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Ι.E. είναι επταμελές και αποτελείται από τον Διευθυντή του Ε.Ι.Ε. ως Πρόεδρο, τους Διευθυντές των ερευνητικών ινστιτούτων του Ε.Ι.Ε., έναν εκπρόσωπο των ερευνητών του Ε.Ι.Ε., έναν εκπρόσωπο του Επιστημονικού-Τεχνικού, Διοικητικού και Βοηθητικού προσωπικού και έναν εκπρόσωπο του Υ.ΠΑΙ.Θ. ως παρατηρητή. Σήμερα Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθυντής του Ε.Ι.Ε. είναι ο Δρ. Βασίλειος Γρηγορίου (2013-)[20] [21]

Τα ερευνητικά ινστιτούτα του Ε.Ι.Ε.Επεξεργασία

Ινστιτούτο Ιστορικών ΕρευνώνΕπεξεργασία

Το Ινστιτούτο προέκυψε το 2012 με τη συγχώνευση τριών παλαιότερων ινστιτούτων για τις ιστορικές και φιλολογικές επιστήμες του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών: Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών και Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.[22] [23] Από το 2013 διευθύντρια του ινστιτούτου είναι η Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου.[24][25]

Οι επιμέρους τομείς που απαρτίζουν το ινστιτούτο είναι:

Τομέας Νεοελληνικών ΕρευνώνΕπεξεργασία

Με αρχική ονομασία «Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών» ιδρύθηκε στις 11 Μαΐου 1960 με πράξη του Δ.Σ του τότε Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών κι άρχισε να λειτουργεί τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Αρχικά στεγάσθηκε στο ιδιόκτητο διαμέρισμα της Αλεξάνδρας Μιχαήλ Μελά στη Βασιλίσσης Σοφίας 4. Από το χειμώνα του 1967 μεταστεγάστηκε στον πέμπτο όροφο του μόλις αποπερατωθέντος κτηρίου του Ε.Ι.Ε. Το 1989 μετονομάσθηκε σε Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.

O Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών μελετά την ιστορία του Νέου Ελληνισμού από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Εκπονεί προγράμματα και έργα που οργανώνονται σε τρεις βασικούς κλάδους: Ιστορία του Πολιτισμού, Οικονομική και Κοινωνική Ιστορία, Πολιτική Ιστορία.

Ειδικότερα αντικείμενα που προκύπτουν από τα παραπάνω είναι η ιστορία των ιδεών, οι θεσμοί και η ιδεολογία, η νεοελληνική γραμματολογία και ιστοριογραφία, η θρησκευτική τέχνη, η ιστορία των επιστημών, οι οθωμανικές σπουδές, η ιστορική δημογραφία και γεωγραφία, η χαρτογραφία, τα περιηγητικά και προξενικά δίκτυα, η ιστορία των επιχειρήσεων, η σύγχρονη πολιτική ιστορία. Στις επιστημονικές δραστηριότητές του περιλαμβάνονται η παραγωγή έντυπων και ψηφιακών εκδόσεων, η δημιουργία ηλεκτρονικών εφαρμογών ιστορικού περιεχομένου, η διοργάνωση συνεδρίων και η ανάπτυξη διεθνούς δικτύου συνεργασιών για θέματα της νεότερης ιστορίας.Οι διευθυντές του Ινστιτούτου από την ίδρυσή του ήταν οι: Μιχαήλ Λάσκαρις (1960-1962), Κωνσταντίνος Δημαράς (1962-1972), Διονύσιος Ζακυθηνός (1971-1975), αναπληρωτής διευθυντής ο Μανούσος Μανούσακας (1975-1980), η Λουκία Δρούλια (1981-1995), ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος (1995-2000) ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης (2000-2012) και ο Ταξιάρχης Κόλιας (2012-2013). Στα είκοσι πρώτα χρόνια της δράσης του τομέα ο νέος ελληνισμός αυτονομείται ως ερευνητικό πεδίο και επιχειρείται η «απογραφή των πνευματικών θησαυρών του τόπου σε εθνικό επίπεδο»[26]Έτσι οι κύριες κατευθύνσεις ήταν η απογραφή της ελληνικής βιβλιογραφικής παραγωγής, η καταλογογράφηση και έκδοση αρχειακού υλικού, βιβλιολογικά και γραμματολογικά ενδιαφέροντα. Από το 1980 έως το 2000, ενσωματώνεται η οικονομική και κοινωνική ιστορία, η ιστορική γεωγραφία και δημογραφία, η ιστορία των θεσμών, η ιστορία της τεχνολογίας και η ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Οι ερευνητικοί ορίζοντες του Ινστιτούτου εμπλουτίστηκαν με τη σύγκληση διεθνών επιστημονικών συναντήσεων. Το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών άργησε να αποκτήσει ένα δικό του περιοδικό επιστημονικό βήμα και οι συνεργάτες του Κέντρου εξέδιδαν τις εργασίες τους στο περιοδικό Ο Ερανιστής του Ομίλου Μελέτης Ελληνικού Διαφωτισμού. Το 1981 απέκτησε το Τετράδια Εργασίας[27]

Τομέας Ελληνικής και Ρωμαϊκής ΑρχαιότηταςΕπεξεργασία

Ιδρυθείς το 1979 ο Τομέας Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας (με αρχική ονομασία: «Κέντρον Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος»-Κ.Ε.Ρ.Α.), έχει ως αντικείμενο του τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά φαινόμενα και εκδηλώσεις της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, με στόχο την ανανέωση και την προώθηση των αρχαιογνωστικών σπουδών μέσω της συλλογής και δημοσίευσης πρωτογενών τεκμηρίων και συνθετικών μελετών. Το κύριο βάρος εντοπίζεται στη συστηματική μελέτη επιγραφών, νομισμάτων και άλλων αρχαιολογικών ευρημάτων, συνεπικουρούμενα από μαρτυρίες φιλολογικών πηγών. Η εστίαση των προγραμμάτων γίνεται σε περιοχές θεμελιώδους σημασίας στην ιστορία και τον πολιτισμό του αρχαίου κόσμου στον Ελλαδικό χώρο, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή. Οι συλλογές των δημοσιευμάτων του και η συγκρότηση σημαντικών αρχείων προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την έρευνα.

Τομέας Βυζαντινών ΕρευνώνΕπεξεργασία

Το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών ιδρύθηκε αρχικά με την επωνυμία Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών στις 11 Μαΐου 1960 με πράξη του Δ.Σ του τότε Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών κι άρχισε να λειτουργεί τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Διαδοχικά διευθυντές του ήταν οι Διονύσιος Ζακυθηνός (1960-19750), ο Μανούσος Μανούσακας (1976-1980), η Χρύσα Μαλτέζου (1980-1995), ο Νικόλαος Οικονομίδης (1995-2000), ο Ευάγγελος Χρυσός (2000-2005) και από το 2006 έως το 2012 ο Ταξιάρχης Κόλιας.[28] Το τμήμα από την ίδρυσή του είχε ως σκοπό την ενίσχυση της έρευνας και την προβολή της ιστορίας και του πολιτισμού του Βυζαντίου και του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Επιπλέον στόχος είναι η διερεύνηση των σχέσεων του Βυζαντίου με τη μεσαιωνική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Οι μαρτυρίες των γραπτών πηγών, φιλολογικών και αρχειακών, των έργων τέχνης και των αρχαιολογικών ευρημάτων αποτελούν τη βάση της έρευνας. Η δραστηριότητα του τμήματος είναι οργανωμένη σε προγράμματα, τα οποία υλοποιούν ποικίλα έργα που καλύπτουν ευρύ φάσμα ερευνητικών πεδίων και ειδικοτήτων, την έκδοση πηγών και την ανάδειξη αρχειακών συνόλων (όπως τα Αρχεία των μονών του Αγίου Όρους και της Πάτμου). Ο Τομέας Βυζαντινών Ερευνών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και εγκυρότερα κέντρα βυζαντινών σπουδών διεθνώς.

Σκοποί και δράσειςΕπεξεργασία

Το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών ερευνά την πολιτική, οικονομική, κοινωνική, και πολιτισμική Ιστορία του ελληνικού χώρου και των περιοχών όπου έδρασε ο Ελληνισμός, από την προϊστορική αρχαιότητα μέχρι και τη σύγχρονη εποχή.

Επιπλέον έχει ως στόχο να αναπτύξει τις επιστημονικές δραστηριότητες που αποσκοπούν στη συγκρότηση και τη διάχυση νέας γνώσης καθώς και την κατάρτιση νέων ερευνητών με απώτερους σκοπούς την επιστημονική έρευνα της ελληνικής ιστορίας, τη συγκρότηση ελληνικής εθνικής αυτογνωσίας και την προαγωγή της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας στα πεδία που υπηρετεί.[29][30]

Η υποδομή του Ινστιτούτου περιλαμβάνει τις ειδικευμένες βιβλιοθήκες των Τομέων, τις μικροταινιοθήκες, τις χαρτοθήκες, τα αρχεία και τις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Το επιστημονικό έργο του Ινστιτούτου υποστηρίζεται από τη Μονάδα εκδόσεων.

Τα πορίσματα των ερευνών δημοσιεύονται στα τρία διεθνούς κύρους επιστημονικά ηλεκτρονικά περιοδικά: Τεκμήρια (https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/tekmiria), Βυζαντινά Σύμμεικτα (https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/bz), Historical Review, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/historicalReview) καθώς και σε μεμονωμένους τόμους.

Το σύνολο του εκδοτικού έργου του ινστιτούτου μέχρι το 2018 υπολογίζεται σε 500 τίτλους, καθιστώντας το Ινστιτούτο έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς φορείς σε ιστορικό περιεχόμενο.

Άλλες δράσεις είναι: η ανάπτυξη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, η οργάνωση «Θερινών Σχολείων» εξειδικευμένου επιστημονικού περιεχομένου, η διοργάνωση επιστημονικών σεμιναρίων, όπως το «Φροντιστήριο Ιστορικών Επιστημών», «Σεμινάρια της Ερμούπολης», «Σεμινάρια ΤΕΡΑ», και η υποστήριξη πρακτικής άσκησης φοιτητών.[31] [32]

Η διάχυση του επιστημονικού έργου του Ινστιτούτου πραγματοποιείται με την εκδοτική δραστηριότητα, τη διοργάνωση συνεδρίων και άλλων ποικίλων δράσεων.

Ινστιτούτο χημικής βιολογίας (ΙΧΒ)Επεξεργασία

Το Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2012 ως μετεξέλιξη τού Ινστιτούτου Βιολογίας, Φαρμακευτικής Χημείας και Βιοτεχνολογίας του ΕΙΕ (παλαιότερα υπήρχαν ξεχωριστά Βιολογίας και Φαρμακευτικής Χημείας και Βιοτεχνολογίας).[33][34]Ο στόχος του είναι η ανάπτυξη μιας διεπιστημονικής ερευνητικής προσέγγισης σε τομείς όπως η βιοτεχνολογία το φάρμακο και η υγεία αποτελώντας πόλο καινοτομίας στη διεπιφάνεια Χημείας και Βιολογίας.[35] Σύμφωνα με το ΕΙΕ είναι το μοναδικό ινστιτούτο στην Ελλάδα που λειτουργεί με ανάλογες δυνατότητες σε βιολογική έρευνα αιχμής (ανάδειξη βιολογικών στόχων, βιολογική αποτίμηση ιδιοτήτων νέων ουσιών) και στην οργανική και φαρμακευτική χημεία με ορθολογικό σχεδιασμό και σύνθεση βιοδραστικών ενώσεων - εν δυνάμει φαρμάκων - ειδικών για τους παραπάνω στόχους. Ως εκ τούτου μπορεί να επιτευχθεί ολοκληρωμένη διεπιστημονική προσέγγιση στην πρόληψη και θεραπεία ασθενειών.[36]Το Ινστιτούτο χημικής βιολογίας στηρίζεται στη διεπιστημονική σύζευξη χημείας και βιολογίας στην τεχνογνωσία του προσωπικού του[37][38] και στις ανεπτυγμένες υποδομές του ώστε να παράξει έργο ως μονάδα αιχμής σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Ένας από τους βασικούς του στόχους είναι η ανάπτυξη νέων φαρμάκων και εν γένει βιοτεχνολογικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Σύμφωνα με το ινστιτούτο η συμβολή στην έρευνα σε τομείς όπως «Βιοϊατρική και Υγεία», «Αγροβιοτεχνολογία και Τρόφιμα», «Ενέργεια και Περιβάλλον» μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας.[39]

Οι επιμέρους αναπτυξιακοί στόχοι του ΙΧΒ περιλαμβάνουν:[39]

  1. Ανάπτυξη νέων βιοδραστικών ενώσεων έναντι επιλεγμένων θεραπευτικών στόχων και προκλινικός έλεγχος σε σύγχρονα μοντέλα ασθενειών , με στόχο την πιθανή αξιοποίηση τους σε καινοτόμες προσεγγίσεις στην πρόληψη, χημειοπροστασία και θεραπεία νοσημάτων
  2. Αξιοποίηση σύγχρονων ολιστικών προσεγγίσεων της χημικής και βιολογικής ανάλυσης στην έρευνα της περιβαλλοντικής υγείας, στη διάγνωση ασθενειών σε πρώιμα στάδια,
  3. α) Ανάπτυξη της λευκής βιοτεχνολογίας και της πράσινης χημείας για την παραγωγή, με περιβαλλοντικά φιλικές διεργασίες, προϊόντων ή διαδικασιών που μπορούν να αξιοποιηθούν από την βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, καυσίμων, χημικών κ.α. β) Χημική και μεταβολομική ανάλυση στον τομέα τροφίμων και ποτών.
  4. Ενίσχυση συνεργασιών με φορείς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, μεταφορά τεχνογνωσίας και παροχή εξειδικευμένων ερευνητικών υπηρεσιών
  5. Ενίσχυση των δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου στους τομείς της εκπαίδευσης / κατάρτισης καθώς και της διάχυσης της επιστημονικής πληροφορίας.

Αναπόσπαστο τμήμα των δραστηριοτήτων του ΙΧΒ αποτελεί η εκπαίδευση νέων επιστημόνων, για την εκπόνηση διπλωματικών εργασιών καθώς και η απόκτηση μεταπτυχιακών διπλωμάτων (MSc) και διδακτορικών (PhD). Το ΙΧΒ διοργανώνει επίσης σεμινάρια, workshops και συνέδρια με εθνική και διεθνή συμμετοχή σημαντικών επιστημόνων, με έμφαση στη Χημική Βιολογία.

Από το 2015, το ΙΧΒ συμμετέχει στο πρωτοποριακό Διιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών με τίτλο «ΒΙΟΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ» που διοργανώνεται από το Τμήμα Βιοχημείας & Βιοτεχνολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και το ΙΧΒ/Ε.Ι.Ε.. Το Διιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «ΒΙΟΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ» έχει ως αντικείμενο την επιστημονική κατάρτιση και ειδίκευση επιστημόνων σε θέματα βιοεπιχειρηματικότητας και καινοτομίας στους τομείς της υγείας, διατροφής, βιοχημικής και μοριακής διαγνωστικής και περιβαλλοντικής βιοτεχνολογίας.[40]

Το Ινστιτούτο χημικής βιολογίας συμμετέχει στο πρόγραμμα ΚΡΗΠΙΣ.[35][41]

Διευθυντής του ινστιτούτου είναι ο Δρ. Αλέξανδρος Πίντζας.[42]

Ινστιτούτο Θεωρητικής Φυσικής και Χημείας (ΙΘΦΧ)Επεξεργασία

 
Το πρώτο λέιζερ ταχείας ηλεκτρικής εκκένωσης

Το Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας (ΙΘΦΧ) ιδρύθηκε το 1979 και είναι ένα από τα τρία ερευνητικά Ινστιτούτα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σύμφωνα με το ΕΙΕ έχει ως κύριους στόχους:[43]

  • την ανάπτυξη επιστημονικής γνώσης σε επιλεγμένα πεδία αιχμής της θεωρητικής & υπολογιστικής χημείας και φυσικής, και της φυσικοχημείας & φασματοσκοπίας υλικών και της φωτονικής.
  • την εκπαίδευση / κατάρτιση νέων επιστημόνων προπτυχιακού, μεταπτυχιακού και μεταδιδακτορικού επιπέδου στη μεθοδολογία και πρακτική της σύγχρονης έρευνας
  • την προώθηση της αναπτυσσόμενης τεχνογνωσίας σε επιλεγμένους τομείς εφαρμογών και την παροχή ερευνητικών υπηρεσιών μέσω εξειδικευμένων εργαστηρίων.

Το ΙΘΦΧ διαθέτει 19 διδάκτορες ερευνητές, ένα λειτουργικό επιστήμονα, ένα τεχνικό επιστήμονα και μία γραμματέα και πλαισιώνεται από μεταβαλλόμενο αριθμό μεταδιδακτορικών και μεταπτυχιακών συνεργατών καθώς και διακεκριμένους συνεργαζόμενους ερευνητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Οι υποδομές του Ινστιτούτου περιλαμβάνουν εργαστήρια υπολογιστικής φυσικής & χημείας, σύνθεσης & φασματοσκοπικού χαρακτηρισμού νέων υλικών, καθώς και φωτονικής & εφαρμογών και φασματοσκοπίας λέιζερ.

Οι δαπάνες του ΙΘΦΧ καλύπτονται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του ΕΙΕ (επιχορήγηση της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας - ΓΓΕΤ), από εισροές ανταγωνιστικών προγραμμάτων της ΓΓΕΤ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνών οργανισμών, από την εκτέλεση έργων εφαρμοσμένης έρευνας που ανατίθενται από βιομηχανικούς φορείς, καθώς και από παροχή ερευνητικών υπηρεσιών.

Οι θεωρητικές και πειραματικές κατευθύνσεις του Ινστιτούτου, περιλαμβάνουν την ερευνητική δραστηριότητα των ακόλουθων ομάδων:

  • Θεωρητική και Υπολογιστική Χημεία και Φυσική
    • Μοριακή φυσική και υπολογιστική χημεία
    • Ατομική και μοριακή φυσική
    • Θεωρία συμπυκνωμένης ύλης
  • Σύνθεση και Φυσικοχημεία Υλικών
    • Νανοδομημένα άμορφα υλικά με προηγμένη λειτουργικότητα
    • Αυτο-οργανούμενα λειτουργικά πολυμερικά και σύνθετα νανοϋλικά
    • Νανοδομημένα υλικά με βάση τον άνθρακα
    • Τεχνικές και νανοδομές με χρήση laser
  • Φωτονική για Νανο-εφαρμογές
    • Φυσικοχημικά φαινόμενα στη νανοκλίμακα
    • Βιο-φωτονική και εφαρμογές διαστήματος
    • Φωτονικές διατάξεις και αισθητήρες

Κεντρικό ρόλο στη μεταφορά τεχνογνωσίας από το Ινστιτούτο προς φορείς χρήστες διαδραματίζουν τα δύο εργαστήρια εφαρμογών του ΙΘΦΧ, τα οποία δρουν ως δυναμική μεσεπιφάνεια μεταξύ ερευνητικών δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου σε υλικά και φωτονική και ενός ευρέως πεδίου βιομηχανικών αναγκών Ε&Τ:[44]

  • Εργαστήριο Φωτονικής και Νανοεφαρμογών (ΕΦΝ, ιδρ. 2001) το οποίο δραστηριοποιείται κυρίως σε προγράμματα εφαρμοσμένης έρευνας της Ε.Ε. και διεθνών οργανισμών (ESA, EDA), με συμμετοχή σε εθνικά δίκτυα με επιχειρήσεις.
  • Εργαστήριο Φασματοσκοπικών Εφαρμογών (ΕΦΕ, ιδρ. 1997) το οποίο παρέχει στη βιομηχανία αποκλειστικά υπηρεσίες Έρευνας & Ανάπτυξης που προϋποθέτουν την ανάπτυξη νέων εξειδικευμένων μεθοδολογιών.

Στις υποδομές του Ινστιτούτου περιλαμβάνονται εργαστήρια υπολογιστικής φυσικής και χημείας, σύνθεσης & φασματοσκοπικού χαρακτηρισμού νέων υλικών, καθώς και φωτονικής & εφαρμογών και φασματοσκοπίας λέιζερ (laser).

Επίσης, σημαντικό κομμάτι της δραστηριότητας του ΙΘΦΧ, αποτελεί η εκπαίδευση και κατάρτιση νέων επιστημόνων προπτυχιακού, μεταπτυχιακού και μεταδιδακτορικού επιπέδου στη μεθοδολογία και πρακτική της σύγχρονης έρευνας.

Διευθυντής του ινστιτούτου είναι ο Στράτος Καμίτσος.[45]

Βιβλιοθήκη Επιστήμης, Τεχνολογίας & Πολιτισμού «Κ.Θ. Δημαράς»Επεξεργασία

 
Η βιβλιοθήκη «Κ.Θ. Δημαράς»

Η Βιβλιοθήκη Επιστήμης, Τεχνολογίας, Πολιτισμού «Κ.Θ. Δημαράς» με έτος ίδρυσης το 1958[46] είναι μία από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες επιστημονικών και τεχνολογικών περιοδικών στην Ελλάδα.[47] Η βιβλιοθήκη εξυπηρετεί το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας ενώ ταυτόχρονα είναι ανοικτή και για το ευρύ κοινό. Στον χώρο της Βιβλιοθήκης «K. Θ. Δημαράς» στο Ε.Ι.Ε., οι επισκέπτες έχουν επιτόπια πρόσβαση στο σύνολο των συλλογών (εντύπων και ηλεκτρονικών συνδρομητικών) μέσα από το Ηλεκτρονικό Αναγνωστήριο. Παρέχεται η δυνατότητα σύνδεσης μέσω ελεύθερου WiFi από φορητό υπολογιστή και η δυνατότητα εκτύπωσης φωτοτυπιών καθώς η βιβλιοθήκη δεν είναι δανειστική.[47]

Η Βιβλιοθήκη «Κ.Θ. Δημαράς» αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης Επιστήμης, Τεχνολογίας και Πολιτισμού του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ).[48] Η βιβλιοθήκη προσφέρει αναζήτηση και πρόσβαση στις συλλογές και τις υπηρεσίες μέσω Διαδικτύου, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στους χρήστες της να πραγματοποιούν αναζήτηση σε ελεύθερης πρόσβασης περιοδικά και πηγές στο Διαδίκτυο. Επιπλέον οι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες για την αναζήτηση διεθνούς βιβλιογραφίας, citation index & βιβλιομετρικών δεικτών και την παραγγελία ολοκληρωμένων κειμένων.[49]

Η βιβλιοθήκη εξυπηρετεί ετησίως, 30.000 αναγνώστες και 10.000 χρήστες, με την αποστολή ανατύπων από το υλικό της. Επίσης αποτελεί βιβλιοθήκη αναφοράς για τις 233 βιβλιοθήκες του Εθνικού Δικτύου Επιστημονικών και Τεχνολογικών Βιβλιοθηκών (ΕΔΕΤΒ).[50][49]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. http://www.eie.gr/about-gr.html
  2. «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών / National Hellenic Research Foundation». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  3. 3,0 3,1 «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Συλλογικό έργο (1999). Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος 24. Αθήνα: Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. σελ. 256 & 257. 
  5. «Η Βιβλιοθήκη "K.Θ. Δημαρά" να παραμείνει στο ΕΙΕ». esos.gr. 11 Δεκεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2019. 
  6. «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (E.I.E) / National Hellenic Research Foundation (N.H.R.F)». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  7. «"Το ερευνητικό έργο του ΕΙΕ πολλαπλασιαστής ισχύος για την ελληνική κοινωνία"». EKT. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  8. Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.12
  9. «Αναδρομή στην ιστορία - Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας». eeae.gr. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2020. 
  10. «Σχετικά για το κέντρο – National Centre For Scientific Research Demokritos». Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2020. 
  11. 11,0 11,1 11,2 Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.13
  12. 12,0 12,1 Directory of Open Access Journals.
  13. Τριαντάφυλλός Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.15
  14. Τριαντάφυλλός Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.20
  15. Τριαντάφυλλός Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ. 21
  16. Τριαντάφυλλός Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ. 22
  17. 17,0 17,1 Σάββας Τσιλένης, «Το κτήριο», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.53
  18. Σάββας Τσιλένης, «Το κτήριο», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ. 55-56
  19. Σάββας Τσιλένης, «Το κτήριο», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ. 62-63
  20. «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (E.I.E) / National Hellenic Research Foundation (N.H.R.F)». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2019. 
  21. Τεύχος Υπαλλήλων Ειδικών Θέσεων και Οργάνων Διοίκησης Φορέων του Δημόσιου και Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (8 Οκτωβρίου 2013). Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα. σελ. Φύλλο 485. 
  22. «Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2019. 
  23. «Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2020. 
  24. «Humanising Economy, Dr. Maria Christina Chatziioannou». techtalkscentral.com (στα Αγγλικά). Tech Talks Central. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2016. 
  25. «Maria Christina Chatziioannou». crh.ehess.fr. Centre de recherches historiques. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2016. 
  26. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.69
  27. Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Ο Κ.Θ.Δημαράς ο Όμιλος Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού (ΟΜΕΔ) και το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνων (ΚΝΕ)», Αντί, τχ.850 (9 Σεπτεμβρίου 2005), σελ.38
  28. Ταξιάρχης Κόλιας,«Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών»,Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.96-123
  29. «Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2019. 
  30. «SearchCulture.gr | Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών (ΙΙΕ/ΕΙΕ)». www.searchculture.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2019. 
  31. «Φροντιστήριο Ιστορικών Επιστημών – Πρόγραμμα Μαθημάτων 2018-2019 (Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, ΕΙΕ) – Ελληνική Επιτροπή Βυζαντινών Σπουδών». Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2019. 
  32. Agenda, Created by Syros. «Τα Σεμινάρια της Ερμούπολης 2019 | Πρόγραμμα». syros agenda. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2019. 
  33. «Κεφάλαιο 09: ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ (ΕΙΕ) | Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων». www.opengov.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  34. «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 60 χρόνια πρωτοπορίας στην έρευνα για την κοινωνία και την οικονομία». EKT. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  35. 35,0 35,1 «Ένας μοναδικός πόλος καινοτομίας στη Χημική Βιολογία» (PDF). Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  36. kozak78 (23 Οκτωβρίου 2019). «Pfizer και Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: Συμμαχία για Προαγωγή της Επιστήμης». Healthpharma.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  37. «Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  38. «Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας (IXB/ΕΙΕ)». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  39. 39,0 39,1 «Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2019. 
  40. «Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα ΒΙΟΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ». bioepixirin.bio.uth.gr. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  41. «Ινστιτούτο Βιολογίας, Φαρμακευτικής Χημείας και Βιοτεχνολογίας». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  42. «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (E.I.E) / National Hellenic Research Foundation (N.H.R.F)». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2019. 
  43. «Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας (Ι.Θ.Φ.Χ)». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2019. 
  44. «ΙΘΦΧ - Φωτονική για Νανο-εφαρμογές». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2020. 
  45. «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (E.I.E) / National Hellenic Research Foundation (N.H.R.F)». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2019. 
  46. Σκλαβενίτης, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (2008). ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ 1958 -2008 Ίδρυση-πορεία-προοπτικές. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. σελ. 242. ISBN 978-960-98199-0-9. 
  47. 47,0 47,1 «Βιβλιοθήκη Επιστήμης & Τεχνολογίας «Κ. Θ. Δημαράς» Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (Βιβλιοθήκες ) - City Vibe - αθηνόραμα». www.athinorama.gr. Ανακτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2019. 
  48. «Κλασικό Αναγνωστήριο». EKT. Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2020. 
  49. 49,0 49,1 «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών / National Hellenic Research Foundation». www.eie.gr. Ανακτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2019. 
  50. «Υπηρεσία Διαδανεισμού ΕΔΕΤΒ». econtent. 15 Δεκεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2020. 

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, «Ιστορικό σχεδίασμα για την ίδρυση και την πορεία του Ε.Ι.Ε», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.12-51
  • Σάββας Τσιλένης, «Το κτήριο», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.52-65
  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.66-95
  • Ταξιάρχης Κόλιας,«Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών»,Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: 1958-2008 Ίδρυση-πορεία -προοπτικές, Αθήνα, 2008, σελ.96-123
  • Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Ο Κ.Θ.Δημαράς ο Όμιλος Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού (ΟΜΕΔ) και το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνων (ΚΝΕ)», Αντί, τχ.850 (9 Σεπτεμβρίου 2005), σελ.38-39

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία