Τα κωνοφόρα (γνωστά και ως πευκόφυτα) είναι μία από τις 13 ή 14 συνομοταξίες του φυτικού βασιλείου. Τα κωνοφόρα είναι γυμνόσπερμα, με τους σπόρους προστατευμένους σε κώνους. Όλα τα κωνοφόρα έχουν ξυλώδη κορμό, με τα περισσότερα να είναι δέντρα, ενώ λίγα είναι θάμνοι. Η συνομοταξία περιλαμβάνει 8 οικογένειες, 68 γένη και 630 είδη. Αν και ο αριθμός ειδών είναι μικρός, ο ρόλος των κωνοφόρων έχει τεράστια οικολογική σημασία, επειδή κυριαρχούν σε τεράστιες εκτάσεις γης, όπως στην τάιγκα στο βόρειο ημισφαίριο, και αποτελούν τις πρώτες ύλες για ξυλεία και χαρτί.[1]

Πευκόφυτα
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
ύστερη Λιθανθρακοφόρος–έως πρόσφατα
Δάσος κωνοφόρων στη βόρεια Καλιφόρνια
Δάσος κωνοφόρων στη βόρεια Καλιφόρνια
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Κωνοφόρα (Πευκόφυτα Pinophyta)
Ομοταξία: Πευκόψιδα (Pinopsida)
Τάξεις και οικογένειες

Cordaitales
Πευκώδη (Pinales)
  Πευκοειδή (Pinaceae)
  Αρωκαριοειδή (Araucariaceae)
  Ποδοκαρποειδή (Podocarpaceae)
  Σκιαδοπιτυοειδή (Sciadopityaceae)
  Κυπαρισσοειδή (Cupressaceae)
  Κεφαλοταξοειδή (Cephalotaxaceae)
  Ταξοειδή (Taxaceae)
Vojnovskyales
Voltziales

Συνώνυμα

Coniferophyta
Coniferae

Κωνοφόρα: Αραουκάρια

Κλασσικά παραδείγματα κωνοφόρων είναι ο κέδρος, το πεύκο, το κυπαρίσσι, ο γιουνίπερος, το έλατο και ο λάρικας.[1]

ΕμφάνισηΕπεξεργασία

Εμφανίστηκαν πριν από περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια, στο τέλος της Λιθανθρακοφόρου περίοδου με φυτά που έμοιαζαν με τις σημερινές αραουκάριες, μαζί με τα γκίνγκο και τα κυκαδόφυτα. Όλα έχουν σημαντικές προσαρμογές (σπόροι, γύρη) που επιτρέπουν στα γυμνόσπερμα να μην εξαρτώνται από το νερό όσο οι πρόγονοί τους (βρύα, φτέρες). Επωφελήθηκαν από την σταδιακή ξήρανση του κλίματος στην αρχή της Πέρμιας περιόδου[2] και σε μεγάλο βαθμό έμειναν ανεπηρέαστα μαζική εξαφάνιση στο τέλος της Πέρμιας περιόδου.[3] Κατά τη διάρκεια του Μεσοζωικού αιώνα ήταν η κυρίαρχη χερσαία χλωρίδα, όμως περιορίστηκαν στον Καινοζωικό αιώνα με την μεγάλη ανάπτυξη των αγγειόσπερμων.[4]

ΜορφολογίαΕπεξεργασία

 
φύλλα κωνοφόρου

Είναι δέντρα με μονό συνήθως ευθύ κορμό και τα κλαδιά δεν φτάνουν σε ύψος μεγαλύτερο από αυτόν. Πολλά για να προστατευθούν από τα έντομα και τους μύκητες παράγουν ρετσίνι, που όταν απολιθώνεται γίνεται κεχριμπάρι. Κάποια είδη ξεπερνούν σε ύψος τα 100 μέτρα, όπως οι σεκόγιες. Τα περισσότερα είναι αειθαλή και έχουν μακρόστενα σε σχήμα βελόνας φύλλα, ενώ άλλα, όπως το κυπαρίσσι, έχουν επίπεδα φύλλα που μοιάζουν με λέπια. Πέντε από τα γένη (Larix, Pseudolarix, Glyptostrobus, Metasequoia και Taxodium) είναι φυλλοβόλα, με τα φύλλα να πέφτουν το φθινόπωρο.[1] Τα κωνοφόρα αναπαράγονται με γύρη που παρασέρνεται από τον άνεμο. Τα σπέρματα αναπτύσσονται μέσα σε προστατευτικό κώνο.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 Campbell, Reece, "Phylum Coniferophyta". Biology. 7th. 2005. Print. P. 595
  2. Feng, Zhuo (September 2017). «Late Palaeozoic plants». Current Biology 27 (17): R905–R909. doi:10.1016/j.cub.2017.07.041. ISSN 0960-9822. PMID 28898663. 
  3. Nowak, Hendrik; Schneebeli-Hermann, Elke; Kustatscher, Evelyn (2019-01-23). «No mass extinction for land plants at the Permian–Triassic transition» (στα αγγλικά). Nature Communications 10 (1): 384. doi:10.1038/s41467-018-07945-w. ISSN 2041-1723. PMID 30674875. 
  4. Condamine, Fabien L.; Silvestro, Daniele; Koppelhus, Eva B.; Antonelli, Alexandre (2020-11-17). «The rise of angiosperms pushed conifers to decline during global cooling» (στα αγγλικά). Proceedings of the National Academy of Sciences 117 (46): 28867–28875. doi:10.1073/pnas.2005571117. ISSN 0027-8424. PMID 33139543. PMC 7682372. http://www.pnas.org/lookup/doi/10.1073/pnas.2005571117. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pinophyta της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).