Η Μάχη της Ανδράσσου ή Αδράσσου ήταν μία συμπλοκή που διεξήχθη στις 8 Νοεμβρίου 960 σε ένα άγνωστο ορεινό πέρασμα στα βουνά του Ταύρου, μεταξύ των Ρωμαίων, με επικεφαλής τον Λέοντα Φωκά τον νεότερο, και των δυνάμεων του εμιράτου των Χαμδανιδών του Χαλεπίου υπό τον εμίρη Σαΐφ αλ-Ντάουλα.

Μικρογραφία με τους Ρωμαίους να καταδιώκουν τον Σαΐφ αλ-Ντάουλα, ηττημένο στη μάχη της Ανδράσσου. Από τη Σύνοψη Ιστοριών του Σκυλίτζη, χειρόγραφο της Μαδρίτης.

Ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα είχε ιδρύσει ένα εμιράτο με έδρα το Χαλέπιο το 945 και γρήγορα αναδείχθηκε ως ο κύριος Μουσουλμάνος ανταγωνιστής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα ανατολικά της σύνορα. Και οι δύο πλευρές εξαπέλυσαν επιδρομές και αντεπιδρομές με εναλλασσόμενη επιτυχία: οι Χαμδανίδες εισέβαλαν στις Ρωμαϊκές επαρχίες της Μ. Ασίας και οι Ρωμαίοι επιδρομές στις κτήσεις των Χαμδανιδών στην Άνω Μεσοποταμία και τη βόρεια Συρία.

Στα μέσα του 960, εκμεταλλευόμενος την απουσία μεγάλου μέρους του Ρωμαϊκού στρατού στην εκστρατεία κατά του εμιράτου της Κρήτης, ο Χαμδανίδης πρίγκιπας εξαπέλυσε άλλη μία εισβολή στη Μ. Ασία και εισέβαλε βαθιά και ευρέως στην περιοχή της Καππαδοκίας. Κατά την επιστροφή του όμως, ο στρατός του δέχθηκε ενέδρα από τον Λέοντα Φωκά στο πέρασμα της Ανδάσσου. Ο ίδιος ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα μόλις και μετά βίας γλίτωσε, αλλά ο στρατός του εξολοθρεύτηκε.

Μετά από μία σειρά Ρωμαϊκών επιτυχιών τα προηγούμενα χρόνια, η μάχη της Ανδράσσου θεωρείται από πολλούς μελετητές ότι έσπασε οριστικά την εξουσία του εμιράτου των Χαμδανιδών. Έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής του και όλο και περισσότερο κατακλυζόμενος από ασθένειες, ο Σαΐφαλ-Ντάουλα δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να επιτεθεί τόσο βαθιά σε Ρωμαϊκά εδάφη. Με επικεφαλής τον αδελφό του Λέοντα, τον Νικηφόρο (Β΄) Φωκά, οι Βυζαντινοί εξαπέλυσαν τώρα μία συνεχή επίθεση, που μέχρι το 969 είχε κατακτήσει την Κιλικία και τη βόρεια Συρία γύρω από την Αντιόχεια και είχε ως αποτέλεσμα την υποτέλεια του ίδιου του Χαλεπίου.

ΙστορικόΕπεξεργασία

Στα μέσα του 10ου αι., μετά από μία περίοδο επέκτασης στα ανατολικά της σύνορα -με επικεφαλής τον Ιωάννη Κουρκούα- σε βάρος των μουσουλμανικών συνόρων εμιράτων, [1] η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρέθηκε αντιμέτωπη με τον Χαμδανίδη πρίγκιπα Σαΐφ αλ-Ντάουλα. Το 945, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα έκανε το Χαλέπιο πρωτεύουσά του και σύντομα ίδρυσε την εξουσία του στη βόρεια Συρία, σε μεγάλο μέρος της Τζαζίρα (Άνω Μεσοποταμία) και ό,τι απέμεινε από τις συνοριακές περιοχές του Χαλιφάτου των Αββασιδών (thughūr) με το Βυζάντιο.[2] Δεσμευμένος στο πνεύμα της τζιχάντ, τις επόμενες δύο δεκαετίες ο Χαμδανίδης ηγεμόνας αναδείχθηκε ως ο κύριος εχθρός των Ρωμαίων. Μέχρι το τέλος του το 967, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα λέγεται ότι πολέμησε εναντίον των Ρωμαίων σε περισσότερες από 40 μάχες.[3][4]

Μετά την εγκατάστασή του στο Χαλέπιο, τον χειμώνα 945–946 ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα ξεκίνησε την πρώτη του επιδρομή στο Βυζαντινό έδαφος, αλλά κανονίστηκε εκεχειρία και ο τακτικός πόλεμος μεταξύ του Σαΐφ αλ-Ντάουλα και των Ρωμαίων ξεκίνησε μόλις το 948.[5][6] Αρχικά, οι Ρωμαίοι ηγούνταν από τον Δομέστικο των Σχολών (αρχιστράτηγου) Βάρδα Φωκά τον Πρεσβύτερο, αλλά παρόλο που ήταν αρκετά ικανός ως υφιστάμενος διοικητής, η θητεία του ως Δομεστίκου αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό αποτυχημένη.[7] Το 948–950 οι Βυζαντινοί σημείωσαν μερικές επιτυχίες, λεηλατώντας τα συνοριακά φρούρια Χαντάθ και Μαράς και κατέλαβαν τη Θεοδοσιούπολη, δίνοντας τέλος στο Μουσουλμανικό συνοριακό εμιράτο εκεί.[5][6][1] Ο δεύτερος γιος του Βάρδα, ο Λέων ο Νεότερος, διακρίθηκε σε αυτά τα χρόνια, οδηγώντας την κατάληψη του Χαντάθ και μία επιδρομή που έφτασε στα περίχωρα της Αντιόχειας και νίκησε έναν στρατό των Χαμδανιδών.[8] Τον Νοέμβριο του 950 ο Λέων σημείωσε μεγάλη επιτυχία εναντίον του Σαΐφ αλ-Ντάουλα, ο οποίος προηγουμένως είχε προχωρήσει βαθιά στη Βυζαντινή Μικρά Ασία από την Κιλικία και είχε νικήσει τον Βάρδα στη μάχη. Ο Λέων έστησε ενέδρα στον στρατό των Χαμδανιδών κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής σε ένα ορεινό πέρασμα. Ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα έχασε 8.000 άνδρες και μετά βίας γλίτωσε ο ίδιος.[6][8][4]

Ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα ωστόσο απέρριψε τις προσφορές ειρήνης από τους Βυζαντινούς και συνέχισε τις επιδρομές του. Το πιο σημαντικό, ξεκίνησε για την αποκατάσταση των συνοριακών φρουρίων της Κιλικίας και της βόρειας Συρίας, συμπεριλαμβανομένων του Μαράς και του Χαντάθ. Ο Βάρδας Φωκάς προσπάθησε επανειλημμένα να τον εμποδίσει, αλλά ενικάτο κάθε φορά, χάνοντας ακόμη και τον μικρότερο γιο του, Κωνσταντίνο, στην αιχμαλωσία των Χαμδανιδών. Το 955 οι αποτυχίες του Βάρδα οδήγησαν στην αντικατάστασή του από τον πρωτότοκο γιο του, Νικηφόρο (Β΄) Φωκά.[6][4][9] Υπό την ικανή ηγεσία του Νικηφόρου, του Λέοντα, και του ανιψιού τους Ιωάννη Τσιμισκή, η τύχη άρχισε να στρέφεται εναντίον του εμίρη των Χαμδανιδών. Το 956, ο Τσιμισκής έστησε ενέδρα στον Σαΐφ αλ-Ντάουλα, αλλά ο στρατός των Χαμδανιδών, πολεμώντας εν μέσω καταρρακτωδών βροχών, κατάφερε να διώξει τους Βυζαντινούς πίσω. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο Λέων Φωκάς νίκησε και αιχμαλώτισε τον Aμπουλ0-Ασάιρ, έναν εξάδελφο του Σαςιφ αλ-Ντάουλα, κοντά στο Ντουλούκ. Η πόλη Χαντάθ λεηλατήθηκε ξανά το 957, και τα Σαμόσατα το 958, μετά την οποία ο Τσιμισκής σημείωσε μία σημαντική νίκη επί του ίδιου του Σαΐφ αλ-Ντάουλα. Το 959 ο Λέων Φωκάς εισέβαλε μέσω Κιλικίας στο Ντιγιάρ Μπακρ και πίσω στη Συρία, αφήνοντας πίσω του απομεινάρια καταστροφής.[6][4][1]

Η εισβολή του Σαΐφ αλ-Ντάουλα στην ΚαππαδοκίαΕπεξεργασία

 
Χάρτης της Βυζαντινο-αραβικής συνοριακής ζώνης στη νοτιοανατολική Μ. Ασία, με τα κύρια φρούρια.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 960, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα είδε την ευκαιρία να αντιστρέψει τις πρόσφατες αποτυχίες του και να αποκαταστήσει τη θέση του: τα καλύτερα στρατεύματα του Βυζαντινού στρατού και ο ίδιος ο Νικηφόρος Φωκάς αναχώρησαν από το ανατολικό μέτωπο για μία εκστρατεία κατά του εμιράτου της Κρήτης.[10] Με τα από την Ταρσό στρατεύματα εξαπέλυσε εισβολή στο Βυζαντινό έδαφος από την Κιλικία, ενώ ο υποδικοικητής του Nάτζα εξαπέλυσε παράλληλη επιδρομή από το Mαγιαφαρικίν στη δυτική Τζαζίρα.[11]

Το έργο της αντιμετώπισης του εμίρη των Χαμδανιδών έπεσε στον Λέοντα Φωκά, ο οποίος σύμφωνα με τους Βυζαντινούς χρονικογράφους είχε διοριστεί ως Δομέστικος των Σχολών της Δύσης (δηλαδή των Ευρωπαϊκών στρατευμάτων) μετά την επικράτηση του Ρωμανού Β΄ τον Νοέμβριο του 959 (με τον Νικηφόρο, που ονομάστηκε Δομέστικος των Σχολών της Ανατολής) και μόλις είχε νικήσει μία επιδρομή των Μαγυάρων στη Θράκη σε μία τολμηρή νυκτερινή επίθεση στο στρατόπεδό τους.[1][12][13] Ο Χριστιανός Άραβας χρονικογράφος του 11ου αι. Γιαχία της Αντιόχειας, ωστόσο, αναφέρει ότι ο Λέων είχε διοριστεί ως Δομέστικος της Ανατολής και ότι είχε παραμείνει στο ανατολικό μέτωπο καθ' όλη τη διάρκεια του 959-960, οδηγώντας επιδρομές στις περιοχές των Χαμδανιδών μέχρι την εισβολή του Σαΐφ αλ-Ντάουλα.[13] Οι δυνάμεις που είχε στη διάθεσή του ο Φωκάς είναι άγνωστες, αλλά ήταν σαφώς σημαντικά κατώτερες σε αριθμό από τον στρατό του Χαμδανίδη ηγεμόνα.[11]

Επικεφαλής μίας ισχυρής δύναμης ιππικού — οι αριθμοί που αναφέρονται στις πηγές ποικίλλουν από 3.000 έως και 30.000[14][15] ο Σάιφ αλ-Ντάουλα εισέβαλε στο Βυζαντινό έδαφος και προχώρησε αμαχητί μέχρι το φρούριο Χαρσιανό, πρωτεύουσα. του ομώνυμου θέματος. Εκεί αυτός και ο στρατός του λεηλάτησαν το φρούριο και κατέσφαξαν τη φρουρά, επίσης λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τη γύρω περιοχή και τους οικισμούς της και πήραν πολλούς αιχμαλώτους.[4] Εκτός από το Χαρσιανό, η εισβολή φαίνεται ότι απέφυγε τα οχυρά κέντρα και τις πόλεις. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γουίλιαμ Γκάρουντ, το γεγονός αυτό, μαζί με το μεγάλο βάθος διείσδυσης και τη μεγάλη διάρκεια της επιδρομής, υποδηλώνει ότι είναι «μία μεγάλη εκστρατεία αποσταθεροποίησης των συνόρων» και όχι μία αποστολή με συγκεκριμένους στόχους στο μυαλό. Πράγματι, ο Γκάρουντ πιστεύει ότι μετά το Χαρσιανό, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα φαίνεται να έχει στραφεί προς τα δυτικά, για να μεγιστοποιήσει την περιοχή που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της επιδρομής.[11]

Προς το τέλος του φθινοπώρου, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα ξεκίνησε επιτέλους το ταξίδι για το σπίτι, παίρνοντας μαζί του τη λεία του και τους κρατούμενους. Ο σύγχρονος Βυζαντινός ιστορικός Λέων ο Διάκονος δίνει ένα ζωντανό πορτρέτο του Χαμδανίδη πρίγκιπα, ο οποίος, ενθουσιασμένος από την επιτυχία της επιδρομής του και γεμάτος αυτοπεποίθηση, έτρεχε πέρα δώθε μαζί με τα στρατεύματά του επάνω στο άλογό του, μία φοράδα «εξαιρετικού μεγέθους και ταχύτητας», πετώντας το δόρυ του στον αέρα και πιάνοντάς το ξανά με αξιοσημείωτη επιδεξιότητα.[16][17]

Ενέδρα στην ΆνδρασσοΕπεξεργασία

Εν τω μεταξύ, ο Λέων Φωκάς, πολύ λιγότερος αριθμητικά από τον Αραβικό στρατό, αποφάσισε να βασιστεί για άλλη μία φορά στις αποτελεσματικές τακτικές της ενέδρας και κατέλαβε μία θέση στα μετόπισθεν των Αράβων, αναμένοντας την επιστροφή τους.[12][18] Ο Λέων είχε ενωθεί με τις υπόλοιπες δυνάμεις των γειτονικών επαρχιών, συμπεριλαμβανομένου του θέματος της Καππαδοκίας υπό τον στρατηγό της, Κωνσταντίνο Μαλεΐνο, και κατέλαβε το στενό πέρασμα του Κυλίνδρου[α] στον νοτιοδυτικό Ταύρο, οροσειρά μεταξύ Κιλικίας και Καππαδοκίας. Τα Βυζαντινά στρατεύματα κατέλαβαν το τοπικό οχυρό και κρύφτηκαν στις απότομες πλευρές του περάσματος.[20][25][18] Σύμφωνα με τον Άραβα χρονικογράφο Aμπουλ-Φιντά, αυτό ήταν το ίδιο πέρασμα που είχε περάσει ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα για να ξεκινήσει την εκστρατεία του, και πολλοί από τους διοικητές του συμβούλεψαν να μην το χρησιμοποιήσουν πάλι, για την επιστροφή τους. Οι από την Ταρσό μάλιστα συνέστησαν να τους ακολουθήσει στη δική τους, διαφορετική διαδρομή επιστροφής. Ωστόσο, ο Χαμδανίδης πρίγκιπας, σίγουρος για την ικανότητά του και την κρίση του, είχε γίνει αγέρωχος και αρνήθηκε να ακούσει οποιαδήποτε συμβουλή, επιδιώκοντας να καρπωθεί τη δόξα μόνος γι' αυτή την εκστρατεία.[22][4] Οι από την Ταρσό αποχώρησαν και έτσι διασώθηκαν από την επακόλουθη καταστροφή.[26]

Στις 8 Νοεμβρίου 960, ο στρατός των Χαμδανιδών μπήκε στο πέρασμα, όπου, σύμφωνα με τον Λέοντα τον Διάκονο, «έπρεπε να συνωστιστούν στα πολύ στενά και τραχιά μέρη, σπάζοντας τους σχηματισμούς τους και έπρεπε να διασχίσουν το απότομο τμήμα ο καθένας όσο καλύτερα μπορούσε θα μπορούσε". Μόλις ολόκληρη η Αραβική δύναμη, συμπεριλαμβανομένου της σειράς των αποσκευών και των αιχμαλώτων τους, ήταν στο πέρασμα, με την εμπροσθοφυλακή να πλησιάζει ήδη τη νότια έξοδο, ο Λέων Φωκάς έδωσε το σύνθημα για την επίθεση. Με τις σάλπιγγες, οι Βυζαντινοί στρατιώτες σήκωσαν κραυγές και επιτέθηκαν τις Αραβικές γραμμές ή πετούσαν πέτρες και κορμούς δέντρων από τις πλαγιές του βουνού, επάνω τους. Η μάχη που ακολούθησε ήταν μία πλήρης αποτυχία. Πολλοί Άραβες σκοτώθηκαν -ο Λέων ο Διάκονος ισχυρίζεται, ότι τα οστά τους ήταν ακόμη ορατά στην τοποθεσία χρόνια αργότερα- και ακόμη περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν: ο Ιωάννης Σκυλίτζης γράφει ότι συνελήφθησαν τόσοι πολλοί αιχμάλωτοι, που οι πόλεις και τα αγροκτήματα γέμισαν με σκλάβους. Όλοι οι Χριστιανοί αιχμάλωτοι ελευθερώθηκαν και τα λάφυρα ανακτήθηκαν, ενώ ο θησαυρός και οι αποσκευές του ίδιου του Σαΐφ αλ-Ντάουλα κατασχέθηκαν επίσης.[4][12][27] Ο ίδιος ο Χαμδανίδης πρίγκιπας μετά βίας κατάφερε να ξεφύγει. Οι Συνεχιστές του Θεοφάνη ισχυρίζονται ότι σώθηκε, όταν ένας Βυζαντινός αποστάτης ονόματι Ιωάννης του έδωσε το δικό του άλογο για να δραπετεύσει,[13] ενώ ο Λέων ο Διάκονος αναφέρει ότι πετούσε πίσω του χρυσά και ασημένια νομίσματα, για να επιβραδύνει τους διώκτες του.[28]

Σύμφωνα με τον Σύρο χρονικογράφο του 13ου αιώνα, Μπαρ Εμπραίους, από τη μεγάλη αποστολή που είχε συγκεντρώσει, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα επέστρεψε στο Χαλέπι με μόνο 300 ιππείς.[29][30] Αρκετοί από τους πιο διακεκριμένους ηγέτες των Χαμδανιδών έπεσαν ή αιχμαλωτίστηκαν σε αυτή τη μάχη. Ορισμένες Αραβικές πηγές αναφέρουν τη σύλληψη των εξαδέλφων του Σαΐφ αλ-Ντάουλα Aμπούλ-Ασάιρ και Aμπου φιράς αλ-Χαμντανί, αλλά οι περισσότεροι χρονικογράφοι και σύγχρονοι μελετητές τοποθετούν αυτά τα γεγονότα σε διαφορετικές περιπτώσεις (το 956 για τον Αμπουλ-Ασάιρ, και 962 για τον Αμπου Φιράς).[4][13] Ο ανιψιός του, Μουχάμαντ, γιος του Nαζίρ αλ-Ντάουλα, αιχμαλωτίστηκε,[11] ενώ ο καδής του Χαλεπίου, Aμπουλ-Χουσάιν αλ-Ρακί, αιχμαλωτίστηκε ή έπεσε στη μάχη σύμφωνα με διαφορετικές μαρτυρίες. Ο Μπαρ Χεμπραίους καταγράφει επίσης τους θανάτους των διοικητών "Χαμίντ ιμπν Ναμούς" και "Mουσά-Σαγιά Χαν".[30][31]

Ο Λέων Φωκάς απελευθέρωσε τους Βυζαντινούς αιχμαλώτους, αφού τους παρείχε προμήθειες και πήρε τα λάφυρα και τους Άραβες αιχμαλώτους πίσω στην Κωνσταντινούπολη, όπου πανηγύρισε έναν θρίαμβο στον Ιππόδρομο.[12][32] Πράγματι, η μάχη της Ανδράσσου έκανε βαθιά εντύπωση στους συγχρόνους, προκαλώντας εκρήξεις εορτασμού στην Αυτοκρατορία και θλίψη και θρήνο στις πόλεις της Συρίας. Αναφέρεται από όλες τις ιστορικές πηγές της εποχής και αναφέρεται στη Βυζαντινή πραγματεία De velitatione bellica («Περί πολεμικών αψιμαχιών») της εποχής ως ένα από τα κύρια παραδείγματα επιτυχημένης ενέδρας.[4]

ΣυνέπειαΕπεξεργασία

Τόσο οι σύγχρονοι Άραβες, όσο και οι σύγχρονοι ιστορικοί, όπως ο Mάριους Κάναρντ και ο Τζ. Μπ. Μπικαζί, θεωρούν συνήθως την ήττα στην Άνδρασσο ως μία αποφασιστική εμπλοκή, που κατέστρεψε οριστικά τις επιθετικές ικανότητες των Χαμδανιδών και άνοιξε το δρόμο για τα επόμενα κατορθώματα του Νικηφόρου Φωκά. Οι καταστροφές που προκάλεσαν οι Βυζαντινοί στον Σαΐφ αλ-Ντάουλα τα επόμενα χρόνια θεωρούνται ως αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της μάχης.[26][18][33] Ο Γκαρούντ από την άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι ο ηγεμόνας των Χαμδανιδών είχε καταφέρει να ανακάμψει από παρόμοιες αποτυχίες σε προηγούμενες περιπτώσεις, και ότι οι δυνάμεις του Nάτζα και των Tαρσιότ συμμάχων του παρέμειναν άθικτες. Επιπλέον, σε αντίθεση με τις καταστροφές που ακολούθησαν, η δύναμή του δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε στον απόηχο της μάχης.[34]

 
Η κατάληψη του Χαλεπίου από τους Βυζαντινούς στα τέλη του 962, από τους Σκυλίτσες της Μαδρίτης

Ωστόσο, η επιδρομή του Σαΐφ αλ-Ντάουλα το 960 ήταν η τελευταία αυτής της κλίμακας και φιλοδοξίας[34] και οι Βυζαντινοί δεν του επέτρεψαν να ανακτήσει τις δυνάμεις του: μόλις ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψε νικητής από την Κρήτη στα μέσα του 961, επανέλαβε την επίθεση στην Ανατολή. Οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την Ανάζαρβο στην Κιλικία και ακολούθησαν μία εσκεμμένη πολιτική καταστροφής και σφαγής, για να διώξουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό μακριά. Οι προσπάθειες του Σαΐφ αλ-Ντάουλα να σταματήσει τη Βυζαντινή προέλαση στην Κιλικία απέτυχαν και ο Νικηφόρος Φωκάς με στρατό 70.000 ανδρών κατέλαβε το Mαράς, το Σίσιουμ, το Ντουλούκ και το Mανμπίτζ, εξασφαλίζοντας τα δυτικά περάσματα επάνω από τα βουνά του Aντιταύρου. Ο Σαΐφ αλ-Νταουλά έστειλε τον στρατό του βόρεια υπό τον Nαντζά για να συναντήσει τους Βυζαντινούς, αλλά ο Νικηφόρος τους αγνόησε. Αντίθετα, ο Βυζαντινός στρατηγός οδήγησε τα στρατεύματά του νότια και στα μέσα Δεκεμβρίου εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά στο Χαλέπιο. Εκεί νίκησαν έναν αυτοσχέδιο στρατό μπροστά στα τείχη της πόλης. Οι Βυζαντινοί εισέβαλαν στην πόλη και τη λεηλάτησαν, εκτός από την ακρόπολη, η οποία συνέχισε να αντέχει. Οι Βυζαντινοί αναχώρησαν στις αρχές του 963, παίρνοντας μαζί τους μεγάλο μέρος του πληθυσμού ως αιχμάλωτους.[35][1][26] Το 963, μετά το τέλος του Αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄, ο Νικηφόρος έστρεψε την προσοχή του στον αγώνα για την εξουσία, που του επέτρεψε να ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο.[1]

Οι ήττες των προηγούμενων ετών, και ιδιαίτερα η λεηλασία του Χαλεπίου, είχαν προκαλέσει ένα μη αναστρέψιμο πλήγμα στη δύναμη και την εξουσία του Σαΐφ αλ-Ντάουλα. Από τότε, μέχρι το τέλος του, η κυριαρχία του Σαΐφ αλ-Ντάουλα θα μαστιζόταν από εξεγέρσεις και διαμάχες μεταξύ των υφισταμένων του.[26] Ταυτόχρονα, ο πρίγκιπας των Χαμδανιδών υπέφερε επίσης από σωματική παρακμή, με την εμφάνιση ημιπληγίας, καθώς και επιδείνωση εντερικών και ουροποιητικών διαταραχών, που τον περιόρισαν σε ένα φορείο. Η ασθένεια περιόρισε την ικανότητα του Σαςιφ αλ-Ντάουλα να παρέμβει προσωπικά στις υποθέσεις του κράτους του. Σύντομα εγκατέλειψε το Χαλέπιο υπό την ηγεσία τού θαλαμηπόλου του, Καρκούγια και πέρασε τα περισσότερα από τα τελευταία του χρόνια στο Mαγιαφαρικίν, αφήνοντας τους ανώτερους υπαξιωματικούς του να φέρουν το βάρος του πολέμου ενάντια στους Βυζαντινούς και τις διάφορες εξεγέρσεις, που εμφανίζοντο όλο και περισσότερο στις περιοχές του.[1][36]

Το φθινόπωρο του 964 ο Νικηφόρος Β΄, πλέον Αυτοκράτορας, εκστράτευσε στα ανατολικά. Η Μοψουεστία πολιορκήθηκε, αλλά κράτησε. Ο Νικηφόρος Β΄ επέστρεψε τον επόμενο χρόνο, εισέβαλε στην πόλη και απέλασε τους κατοίκους της. Στις 16 Αυγούστου 965, η Ταρσός παραδόθηκε από τους κατοίκους της. Η Κιλικία έγινε Βυζαντινή επαρχία και ο Νικηφόρος Β΄ την εκχριστιανίστηκε εκ νέου.[35][1][26] Εν μέσω εξεγέρσεων και Βυζαντινών επιδρομών μέχρι τη Τζαζίρα, ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα απεβίωσε στο Χαλέπιο τον Φεβρουάριο του 967.[3][1][37]

Ο γιος και διάδοχός του, Σαντ αλ-Ντάουλα, αντιμετώπιζε συνεχή εσωτερική αναταραχή και δεν εξασφάλισε τον έλεγχο της δικής του πρωτεύουσας μέχρι το 977.[38] Στις 28 Οκτωβρίου 969 η Αντιόχεια έπεσε στα χέρια των Βυζαντινών.[39][1] Την πτώση της μεγάλης μητρόπολης της βόρειας Συρίας ακολούθησε σύντομα μία συνθήκη μεταξύ των Βυζαντινών και του Καρκούγια, του ηγεμόνα του Χαλεπίου, η οποία έκανε την πόλη φόρου υποτελή. Η Βυζαντινή κυριαρχία επεκτάθηκε επάνω από το σύνολο του πρώην Μουσουλμανικού συνόρου (thughūr), καθώς και την παραλιακή λωρίδα της Συρίας μεταξύ της Μεσογείου και του ποταμού Ορόντη, μέχρι τα περίχωρα της Τρίπολης, Άρκα και Σαϋζάρ.[40][41] Το εμιράτο του Χαλεπίου έμεινε σχεδόν ανίσχυρο και έγινε μήλο της έριδος μεταξύ των Βυζαντινών και της νέας δύναμης της Μέσης Ανατολής, του χαλιφάτου των Φατιμιδών της Αιγύπτου.[37]

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. The Arab sources call the pass Darb maghārat al-kuḥl or al-kudjuk; the Byzantine sources either name it "Andrassos" (Ἀνδρασσός) after a nearby fortress or refer to it as the "defile called Kylindros" (Κύλινδρος).[19] The location has been long disputed: Schlumberger placed it in the eastern Taurus range;[20] William Mitchell Ramsay suggested identifying Andrassos with Adrasus in Isauria (modern Balabolu on Mount Adras Dağı[21]) and Kylindros with Kelenderis in Cilicia, but this was rejected by Ernst Honigmann [de] and Marius Canard as it would have placed Sayf al-Dawla's flight route by the Byzantine stronghold of Seleucia, as well as having to pass by Tarsus, whereas it is clearly stated that he fled to Syria by way of al-Massissa (Mopsuestia), further east of Tarsus;[22] Honigmann suggested identifying Andrassos with the pass still known in the early 20th century as al-Kussuk, near Çayhan,[22] but later rejected his own hypothesis, as well as that of Canard identifying it with Ince Mağara on the left bank of the Saros River.[23] The issue remains unresolved, and the modern editors of the Tabula Imperii Byzantini [de] volume for Cappadocia consider Kylindros as "an unidentified location on a route from Ariaratheia via Kukusos to Mopsuestia".[24]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 Treadgold 1997.
  2. Bianquis 1997, σελ. 105.
  3. 3,0 3,1 Bianquis 1997.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 4,8 Schlumberger 1890.
  5. 5,0 5,1 Schlumberger 1890, σελ. 132.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 Bianquis 1997, σελ. 107.
  7. Whittow 1996.
  8. 8,0 8,1 Treadgold 1997, σελ. 489.
  9. Treadgold 1997, σελ. 492.
  10. Schlumberger 1890, σελ. 136.
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 Garrood 2008, σελ. 131.
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Talbot & Sullivan 2005.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 Prosopographie der mittelbyz. Zeit
  14. Schlumberger 1890, σελ. 139.
  15. Treadgold 1997, σελ. 495.
  16. Talbot & Sullivan 2005, σελ. 74.
  17. Schlumberger 1890, σελ. 140.
  18. 18,0 18,1 18,2 Stouraitis 2003.
  19. Honigmann 1935, σελίδες 85–86.
  20. 20,0 20,1 Schlumberger 1890, σελ. 142.
  21. Hild & Hellenkemper 1990, σελ. 159.
  22. 22,0 22,1 22,2 Honigmann 1935, σελ. 86.
  23. Markopoulos 1979, σελ. 112.
  24. Hild & Restle 1981, σελίδες 90, 218–219.
  25. Hild & Restle 1981.
  26. 26,0 26,1 26,2 26,3 26,4 Garrood 2008.
  27. Wortley 2010, σελ. 241.
  28. Talbot & Sullivan 2005, σελ. 75.
  29. Schlumberger 1890, σελ. 143.
  30. 30,0 30,1 Wallis Budge 1932, σελ. 184.
  31. Schlumberger 1890, σελ. 144.
  32. Schlumberger 1890, σελ. 146.
  33. Hild & Restle 1981, σελ. 90.
  34. 34,0 34,1 Garrood 2008, σελ. 132.
  35. 35,0 35,1 Bianquis 1997, σελ. 108.
  36. Kennedy 2004, σελ. 279.
  37. 37,0 37,1 Kennedy 2004.
  38. Kennedy 2004, σελ. 280.
  39. Honigmann 1935, σελ. 94.
  40. Honigmann 1935.
  41. Treadgold 1997, σελ. 507.

ΠηγέςΕπεξεργασία