Οδυσσέας Ανδρούτσος

οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821


Το «Ανδρούτσος» ανακατευθύνει εδώ. Για άλλα πρόσωπα με το ίδιο επώνυμο, δείτε: Ανδρούτσος (αποσαφήνιση).

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσου ( Ιθάκη, 1788-1790Αθήνα, 5 Ιουνίου 1825) ήταν επιφανής αγωνιστής οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821. Πολέμησε μέχρι το 1820 για λογαριασμό του Αλή Πασά και στη συνέχεια αγωνίστηκε για την επανάσταση. Φυλακίστηκε το 1825 κατηγορούμενος για συνεργασία με τους Τούρκους στην Ακρόπολη των Αθηνών όπου και δολοφονήθηκε πριν δικαστεί στις 5 Ιουνίου του ίδιου χρόνου[1][2].

Οδυσσέας Ανδρούτσου
Odysseas Androutsos by Adam Friedel.jpg
Γέννηση4 Μαρτίου 1790
Πρέβεζα, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος5 Ιουνίου 1825 (35 ετών)
Αθήνα, Αττική, επαναστατημένα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τον έλεγχο της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος
ΕνταφιασμόςΑ΄ Νεκροταφείο Αθηνών (τον Ιούλιο του 1967 μεταφέρθηκε στην Πρέβεζα)
Μάχες/πόλεμοιΕπανάσταση του 1821:
Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς
Μάχη των Βασιλικών Φθιώτιδας
ΣύζυγοςΕλένη Καρέλη
ΣυγγενείςΑνδρέας (Ανδρούτσος) Βερούσης (πατέρας)
Ακριβή Τσαρλαμπά (μητέρα)
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Το Χάνι της Γραβιάς

ΓέννησηΕπεξεργασία

Γιος του καπετάν Ανδρέα Βερούση, γνωστού ως καπετάν Ανδρούτσος, και της Πρεβεζάνας Ακριβής Τσαρλαμπά, ο Οδυσσέας Ανδρούτσου γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1790 στην Πρέβεζα[3][4][5] ή στην Ιθάκη[6] εξ ού και το όνομα Οδυσσέας[2]. Ως προς το έτος γεννήσεως, υπάρχουν διαφωνίες. Κατ’ άλλους, ο Οδυσσέας Ανδρούτσου γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1788-1790[7]. Νονοί του ήταν η Μαρία Σοφιανού, σύζυγος του Λάμπρου Κατσώνη, κόρη προύχοντα από την Κέα, και ο Ιωάννης Ζαβός άρχοντας της Ιθάκης.

Παιδικά χρόνια (Πρέβεζα, Ιθάκη, Λευκάδα)Επεξεργασία

Ο πατέρας του Οδυσσέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη, συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε το 1797 στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα ο μικρός γιος του, Οδυσσέας Ανδρούτσου, να μείνει ορφανός σε ηλικία 7 ετών. Η χήρα μητέρα του Οδυσσέα Ακριβή Τσαρλαμπά μετακόμισε το έτος 1797 στη Λευκάδα και μεταξύ των ετών 1798-1800 ο μικρός Οδυσσέας Ανδρούτσου έκανε παρέα με το γνωστό μετέπειτα ποιητή Ιωάννη Ζαμπέλιο.[8] Τον επόμενο χρόνο 1798 έγινε η Μάχη της Νικόπολης και ο Χαλασμός της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή και ο μικρός Οδυσσέας και η μητέρα του Ακριβή Τσαρλαμπά διασώθηκαν γιατί είχαν καταφύγει στη Λευκάδα. Αργότερα επέστρεψαν στην Πρέβεζα όπου και έζησε μέχρι το 1806.

Στην αυλή του Αλή Πασά ΤεπελενλήΕπεξεργασία

Το έτος 1806 ο Αλή Πασάς Τεπελενλής, ενθυμούμενος την προσωπική φιλία που είχε ο ίδιος με τον εκλιπόντα πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τον αναζήτησε και τον πήρε στην αυλή του στα Ιωάννινα, ή κατά δεύτερη εκδοχή τον πήγε εκεί με αίτημα η μητέρα του. Εκεί ο Οδυσσέας Ανδρούτσου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Αλή Πασά και είχε έναν ταραχώδη βίο, όμως σχεδόν πάντα ο Αλή Πασάς του συγχωρούσε κάθε παράπτωμα. Δεκαπενταετής κατατάχτηκε από τον Αλή Πασά στην προσωπική σωματοφυλακή του και σύντομα κατάφερε να γίνει αρχηγός της προσωπικής φρουράς του. Επίσης φαίνεται ότι προσήλθε, άγνωστο εάν ήταν επιφανειακά ή συνειδητά, στην αλεβιτική θρησκεία των Μπεκτασήδων, στην οποία ανήκε και ο προστάτης του. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 διορίστηκε δερβέναγας στην ανατολική Στερεά.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσου πήρε μέρος στις μάχες του Βερατίου, Αργυροκάστρου και Γαρδικίου, και ο Αλή Πασάς του έδωσε την οπλαρχηγία της Λειβαδιάς. Το 1820 όταν και επήλθε η ρήξη του Αλή Πασά με την Πύλη, εγκατέλειψε την Λιβαδειά, αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική εταιρεία και του εμπιστεύθηκε την εξουσία της οπλαρχηγίας του αφήνοντάς τον ως πρωτοπαλίκαρο.[9] Ο ίδιος κατέφυγε στην Αράχωβα όπου προσπάθησε μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες που όλοι είχαν μεταξύ τους κοινό την θητεία τους στην αυλή του Αλή, να δημιουργήσει μια ελληνοαλβανική συμμαχία πάντα σύμφωνα με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Το εγχείρημα αυτό όμως απέτυχε καθώς ο Ομέρ Βρυώνης αρνήθηκε να συμμετάσχει. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Ανδρούτσος κατέφυγε δια μέσου της Ακαρνανίας στα Επτάνησα, στην Λευκάδα. Εκεί συναντήθηκε στις αρχές του 1821 με τους Καραϊσκάκη, Γεώργιο Βαρνακιώτη, Ζόγγα, Μακρή, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Στη σύσκεψη που έγινε στην αγγλοκρατούμενη Αγία Μαύρα στα τέλη του Ιανουαρίου του έτους αυτού, συμμετείχε και ο Ανδρούτσος. Το θέμα της ήταν οι προετοιμασίες που έπρεπε να γίνουν για να ξεσηκωθεί η Στερέα Ελλάδα. Αποφασίστηκε η ανάθεση της εξέγερσης της Ανατολικής Στερεάς στον Ανδρούτσο και στον Πανουργιά. Οι αποφάσεις της σύσκεψης μπήκαν αμέσως σε εφαρμογή: ο Ανδρούτσος επιτέθηκε με ομάδα ανδρών του στη γέφυρα της Τατάρνας (αρχές γ΄δεκαημέρου του Μαρτίου) , μαζί με τον ηγούμενο της εκεί μονής Κυπριανό, σε 60 Τούρκους, οι οποίοι με αρχηγό τον Δερβέναγα Χασάν Μπέη Γκέκα, συνόδευαν μεγάλη χρηματαποστολή. Μετά την επιτυχή επιχείρηση έφυγαν αφήνοντας άθικτα τα χρήματα για να φανεί έτσι πως η επίθεση ήταν καθαρά επαναστατική πράξη.[10] Χαρακτηριστική για την έναρξη της επαναστάσεως στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα είναι η επιστολή που στις 22 Μαρτίου έστειλε ο Ανδρούτσος στους Γαλαξειδιώτες: Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου, τους γράφει και τους προτρέπει να πάρουν και εκείνοι αμέσως τα άρματα.[11]

Στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821Επεξεργασία

 
Οδυσσέας Ανδρούτσου και Ιωάννης Γκιούρας καταστρέφουσι εν Φοντάνα μέγα τουρκικό στρατό το 1822.

Λίγο πριν τον τραγικό θάνατο του Αλή Πασά Τεπελενλή το 1822, και σε συνεννόηση με αυτόν, ο Οδυσσέας Ανδρούτσου με ένα ασκέρι 2.000 ανδρών, Αλβανών και Ελλήνων, ανεξαρτητοποιήθηκε και άρχισε ένα τρίχρονο αγώνα εναντίον των Οθωμανών με αποκορύφωμα την ηρωϊκή Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαίου 1821), όπου μόνο 118 Έλληνες αντιμετώπισαν επιτυχώς 8.000 Οθωμανούς υπό τον Ομέρ Βρυώνη. Μέσα σε αυτούς τους 118 ήρωες Έλληνες ήταν και οι μετέπειτα δολοφόνοι του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Τότε γράφτηκε και το γνωστό δημοτικό τραγούδι «Τ’ Αντρούτσου η μάνα χαίρεται, του Διάκου καμαρώνει. Γιατί έχουν γιους αρματολούς, και γιους καπεταναίους. Ανδρούτσος φυλάει τη Γραβιά, Διάκος την Αλαμάνα»). Στη μάχη αυτή, «η στρατηγική ιδιοφυΐα του Ανδρούτσου θριάμβευσε. Έτσι δικαιωματικά κατέλαβε τη θέση του αρχηγού των όπλων της Βοιωτίας, και ουσιαστικά αυτός επηρέασε την τύχη της επαναστάσεως στην ανατολική Στερεά , κατά τα επόμενα έτη.»[12] Στις 27 Αυγούστου 1822 η γερουσία του Αρείου Πάγου του αναθέτει τη Διοίκηση της Αθήνας και εισέρχεται θριαμβευτής Φρούραρχος στην Ακρόπολη, συνοδευόμενος από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, τον Ιωάννη Γκούρα, τον Ιωάννη Μαμούρη, τον Κατσικογιάννη και 300 ένοπλους επαναστάτες. Η υποδοχή του λαού των Αθηνών ήταν αποθεωτική. Στην Αθήνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσου γνώρισε πολλούς ξένους Φιλέλληνες οι οποίοι αναφέρονται ευνοϊκά στα απομνημονεύματά τους σε αυτόν (Ελευθεροτυπία: «Τα Ιστορικά», 23 Μαρτίου 2009). Ο Βρετανός Εδουάρδος Ιωάννης Τρελώνυ (Edward John Trelawny, 1792-1881) φίλος του Λόρδου Byron ήρθε μαζί του στην Ελλάδα. Το Νοέμβριο του 1823 γνώρισε τον Οδυσσέα Ανδρούτσου και γοητεύτηκε από την προσωπικότητά του. Παντρεύτηκε την 13ετή ετεροθαλή αδελφή του Οδυσσέα, Ταρσίτσα Καμένου. Τον ακολούθησε παντού και του έμεινε πιστός ως το τέλος.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Ανδρούτσος έφυγε από την Λευκάδα και βρέθηκε μέσω της Πάτρας στη Στερεά Ελλάδα, έπεισε τους Γαλαξιδιώτες να επαναστατήσουν και έγραψε μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τους Τούρκους του Ομέρ Βρυώνη στην μάχη στο Χάνι της Γραβιάς στις 8 Μαΐου του 1821), παίρνοντας παράλληλα εκδίκηση και για τον θάνατο του φίλου του, Αθανάσιου Διάκου στη μάχη της Αλαμάνας. Κατά τα τέλη δε του 1821 ανακηρύχθηκε από τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς, αρχιστράτηγος της ανατολικής Στερεάς, τίτλος που του αναγνωρίστηκε το 1822.Την άνοιξη του 1822 κατηγορήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη για συνεργασία με τον εχθρό, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από το αξίωμα. Όμως παρά την παραίτησή του συνέχισε απτόητος την πολεμική του δράση εναντίον των Τούρκων μέχρι το 1824.

Σύλληψη και θανάτωση του ΑνδρούτσουΕπεξεργασία

 
Ο Καπετάν Ανδρούτσος το 1795. Θεόφιλος

Οι παλιές προστριβές του Ανδρούτσου με τους καλαμαράδες, όπως ονόμαζε τους πολιτικούς, και οι έντονες αντιδράσεις του, η τάση τέλος της Εκτελεστικού να τον παραγκωνίζει και να μην του χορηγεί τα απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για τη συγκρότηση ισχυρού στρατού και στρατοπέδων στη Στερεά, είχαν απογοητεύσει τον Ανδρούτσο. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, η απροθυμία της κυβερνήσεως να τον βοηθήσει και ο κίνδυνος των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδας από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, τον είχαν κάνει στις αρχές Αυγούστου 1824 να έλθει σε επαφή με τους Τούρκους αρχηγούς για να βάλει ξανά καπάκια, μολονότι μόλις τον Απρίλιο, στη συνέλευση των Σαλώνων, είχε αποφασισθεί «κανένας στρατιωτικός να μην ημπορεί να βάλει τα λεγόμενα καπάκια». Διαβλέποντας παντού μηχανορραφίες των πολιτικών, ο Ανδρούτσος αποσύρεται απογοητευμένος στη σπηλιά του, στη Μαύρη Τρύπα, στα βόρεια του Παρνασσού, κοντά στο χωριό Βελίτσα. Οι κινήσεις και οι διαθέσεις του όμως τον έκαναν περισσότερο ύποπτο στην κυβέρνηση, και κυρίως στον Κωλέττη και στους άλλους εχθρούς του, που ζητούσαν να διορίσουν άλλους καπεταναίους στη θέση του. Η καχυποψία του ενισχύθηκε όταν έμαθε τη σύλληψη του Κολοκοτρώνη. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τόσο πολύ τον Ανδρούτσο, ο οποίος θέλοντας να φοβίσει τους καλαμαράδες, ενώθηκε με τους Τούρκους με τον όρο να του δώσουν την αρχηγία των επαρχιών της Εύβοιας, Ταλαντίου, Λιβαδιάς και Θήβας. Η συμφωνία που κλείστηκε τότε με τον Ομέρ πασά του Ευρίπου «ήταν κάτι περισσότερο από τα συνηθισμένα καπάκια, ήταν μια πράξη απελπισίας που έφθανε στα όρια της προδοσίας».[13] Ο πραγματικός της σκοπός φαίνεται από όσα γράφει ο Σπηλιάδης, «...αν εφάνη συνεννοούμενος με τον εχθρό δεν αποδείχνει άλλο ειμή ότι ηπείλει την κυβέρνησιν, και εν ταυτώ ηπάτα τους Τούρκους δια τον σκοπόν του »[14] Τότε η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει την ύποπτη στάση του διόρισε στις 20 Φεβρουαρίου 1825 το παλιό πρωτοπαλίκαρό του Γιάννη Γκούρα αρχηγό της εκστρατείας στην ανατολική Ελλάδα και του χορήγησε 140.000 γρόσια. Ο Γκούρας βάδισε προς τη Δόμβραινα και από εκεί στη Λειβαδιά. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον ακολούθησαν καταπόδι και τον ανάγκασαν, αυτόν και τους 400 Τούρκους ντελήδες (ιππείς) που του είχε στείλει ο Ομέρ πασάς από τη Χαλκίδα, να υποχωρήσουν στη Χαιρώνεια και κατόπιν στην πατρίδα του Λιβανάτες. Στο μοναστήρι της Βελιβούς, μεταξύ 27 Μαρτίου- 7 Απριλίου, η θέση του Ανδρούτσου έγινε δύσκολη και τελικά, μετά από συνεννοήσεις με τον Νικόλαο Γκριτζιώτη,εγκατέλειψε κρυφά τους ντελήδες και παραδόθηκε στον Γκούρα που τον έστειλε με συνοδεία στην Αθήνα. Μόλις έφθασε εκεί,τον έκλεισαν σε φυλακή στο κάτω μέρος του ψηλού Γουλά (πύργου) που υψωνόταν δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων της Ακρόπολης.[15] Τότε έγινε απόπειρα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Όταν ο Γκούρας ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στον Όσιο Λουκά, επειδή είχε ανάγκη από τρόφιμα και πολεμοφόδια για να αντιμετωπίσει τον Ντεμίρ πασά και τον Μουστάμπεη οι οποίοι είχαν μπει στα Σάλωνα, είχε στείλει τον παλαιό γραμματικό του Οδυσσέα Γεωργαντά να κάνει προμήθειες στο Λουτράκι. Εκεί θα συναντήσει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, φίλο του Ανδρούτσου και τον Κώστα Μπότσαρη. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης μόλις έμαθε τα γεγονότα σχετικά με τη φυλάκιση του Ανδρούτσου, εξοργίστηκε και «έβρισε τον Γκούρα παλιόβλαχο»[16] Ο Καραϊσκάκης θα ξεκινήσει για το στρατόπεδο της Στερεάς για να απελευθερώσει τον φίλο του. Ο Γκούρας θα οχυρωθεί εκεί και ο Καραϊσκάκης δεν θα μπορέσει να τον απελευθερώσει. Για να αποκλιμακώσει την ένταση η Διευθυντική Επιτροπή της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος έστειλε επιστολή στην έδρα της διοικήσεως γνωμοδοτώντας την μετάθεση του Γκούρα στο στρατόπεδο της Αθήνας. και η κυβέρνηση να μαλακώσει τον Καραϊσκάκη. Περιμένοντας να δικαστεί ο Ανδρούτσος, στις 5 Ιουνίου μετά τα μεσάνυχτα, ο οπλαρχηγός Μαμούρης και Γκούρα. Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι, ενεργώντας κατά διαταγή του Γκούρα, απομάκρυναν τον δεσμοφύλακα, μπήκαν στο κελλί του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τον θανάτωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ύστερα γκρέμισαν το σώμα του από τον Γουλά κάτω στο λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει, αλλά το σχοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε και έτσι σκοτώθηκε.[17]

Μετακομιδή των οστών του Οδυσσέα ΑνδρούτσουΕπεξεργασία

 
Ο τάφος του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, απ' όπου μεταφέρθηκαν τα οστά του, το 1967, στην Πρέβεζα

Ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως & Πρεβέζης Στυλιανός ζήτησε με επιστολή του, στις 12.10.1966, προς τον Δήμαρχο Αθηναίων την άδεια εκταφής των οστών του ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσου από τον τάφο του στο Α΄ Κοιμητήριο Δήμου Αθηναίων, με σκοπό τη μεταφορά και τοποθέτησή τους σε ειδική μαρμάρινη κρύπτη κάτω από τον ανδριάντα του στην Πρέβεζα.[18] Μετά από ανταλλαγή σειράς εγγράφων μεταξύ της Μητροπόλεως Νικοπόλεως & Πρεβέζης και διαφόρων κρατικών υπηρεσιών και υπουργείων, κανονίστηκαν τα της εκταφής των οστών του Οδυσσέα Ανδρούτσου και της μετακομιδής τους στην Πρέβεζα.[19]

Η ανακομιδή των οστών έγινε στις 12.7.1967, παρουσία του πρώην επισκόπου Καναδά, Ανατόλιου, ο οποίος τέλεσε το τρισάγιο. Παρών ήταν και ο αντιστράτηγος Θρασύβουλος Τσακαλώτος, ως εκπρόσωπος επιτροπής που είχε συγκροτηθεί για τον σκοπό αυτόν στην Πρέβεζα. Μέσα στον τάφο υπήρχαν τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου και της συζύγου του Ελένης Καρέλλη. Τα οστά τοποθετήθηκαν μέσα σε επάργυρη λάρνακα, η οποία καλύφθηκε με την ελληνική σημαία.[20]

Το πρωί της Παρασκευής 14.7.1967 το αντιτορπιλικό του Βασιλικού Στόλου Λέων, υπό τον κυβερνήτη αρχιπλοίαρχο Δημήτριο Λεμπέση, απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά για την Πρέβεζα, μεταφέροντας τη λάρνακα με τα λείψανα του Οδυσσέα και της συζύγου του. Το Λέων κατέπλευσε στην Πρέβεζα το Σάββατο, 15.7.1967, στις 13:30΄. Στο πλοίο επέβαιναν ο μητροπολίτης πρώην Καναδά Ανατόλιος Αποστολίδης και ο διάκονός του Σπυρίδων, ο υποστράτηγος Δημήτριος Ζώης, Διευθυντής Διαβιβάσεων Γενικού Επιτελείου Στρατού, ο επιτελάρχης αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Παπαϊωάννου, ο ταγματάρχης Παπαϊωάννου, ο καθηγητής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων και ιεροψάλτης Νικόλαος Τσιγκούλης και ο γλύπτης Νικόλας.[21]

Στις 18:00΄ του Σαββάτου, 15.7.1967, ξεκίνησε η επίσημη πομπή μεταφοράς των λειψάνων του Οδυσσέα Ανδρούτσου από το αντιτορπιλικό Λέων προς τον ανδριάντα του, σε παραλιακή πλατεία της Πρέβεζας, η οποία αργότερα ονομάστηκε Πλατεία Ανδρούτσου. Τη λάρνακα με τα οστά παρέδωσε ο μητροπολίτης Ανατόλιος στον εντόπιο μητροπολίτη Στυλιανό, ο οποίος στη συνέχεια την παρέδωσε στον αντιστράτηγο και επίτιμο αρχηγό ΓΕΣ Θρασύβουλο Τσακαλώτο. Αυτός, αφού μετέφερε τα οστά του Ανδρούτσου για κάποιο διάστημα μόνος, παρέδωσε τη λάρνακα στον Ανώτατο Στρατιωτικό Διοικητή Φρουράς Πρεβέζης, ταξίαρχο πεζικού, Παναγιώτη Σκαλούμπακα, ο οποίος την μετέφερε σε ειδικό μεταφορέα που βασταζόταν από τον υποστράτηγο Δημήτριο Ζώη, τον Ιωάννη Αλεξανδρή, ανώτερο διοικητή της Χωροφυλακής Ηπείρου, τον αρχηγό του Λιμενικού Σώματος, ναύαρχο Βασίλειο Χανίδη και τον ίδιο τον ταξίαρχο.[22] Την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Αθανάσιος Αθανασίου.[23] Μετά την άφιξη της πομπής στην πλατεία, η λάρνακα τοποθετήθηκε με τιμές μέσα στην μαρμάρινη κρύπτη από τον ταξίαρχο Σκαλούμπακα και τον μητροπολίτη Στυλιανό.[24]

Ο ανδριάντας του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην ΠρέβεζαΕπεξεργασία

Στις 12 Ιουνίου 1964, ο νομάρχης Πρέβεζας, Ηλίας Παπαγιανόπουλος, ενέκρινε, μετά από πρόταση του μητροπολίτη Νικοπόλεως & Πρεβέζης Στυλιανού και του αντιστρατήγου Θρασύβουλου Τσακαλώτου, τη διενέργεια Πανελλήνιου Εράνου για την κατασκευή ανδριάντος του Πρεβεζάνου αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Οδυσσέα Ανδρούτσου.[25] Με την έκδοση του Βασιλικού Διατάγματος με αριθμό 527/11.8.1964, συγκροτήθηκε πενταμελής Ερανική Επιτροπή για τον σκοπό αυτόν, η οποία αποτελείτο από τον μητροπολίτη Στυλιανό, τον αντιστράτηγο, πρώην αρχηγό ΓΕΣ, Θρασύβουλο Τσακαλώτο, τον Δήμαρχο Πρέβεζας Χαρίλαο Τσάντη, τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Πρέβεζας, Κοσμά Μπουραζάνη και τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, Βασίλειο Δ. Βασώνη.[26]

Από τον διεξαχθέντα Πανελλήνιο Έρανο συγκεντρώθηκε το ποσό των 189.138 δραχμών. Το ποσό αυτό κατέβαλαν, αναλυτικότερα, οι ακόλουθοι: ο Ελληνικός Στρατός 116.777 δραχμές, το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως 30.000 δραχμές, η Εκκλησία της Ελλάδος 25.500 δραχμές, 27 Κοινότητες της Ελλάδος 7.769 δραχμές, 5 Δήμοι της Ελλάδος 4.300 δραχμές, πέντε ιδιώτες 2.000 δραχμές, 10 σχολεία του Νομού Πρέβεζας 1.952 δραχμές και το Γυμνάσιο-Λύκειο Βαλίου Θηβών 840 δραχμές.[27]

Μετά τη συγκέντρωση του συνολικού ποσού του Εράνου, η Ερανική Επιτροπή αποφάσισε, την 9.1.1966, την κατασκευή μαρμάρινου ανδριάντα, καθώς το κόστος κατασκευής μπρούτζινου ανδριάντα υπερέβαινε το συγκεντρωθέν ποσό. Η επιτροπή, μετά την παραλαβή προσφορών, αποφάσισε να φιλοτεχνήσει τον ανδριάντα ο γλύπτης Νικόλας Παυλόπουλος, έναντι 150.000 δραχμών. Το ύψος του θα ήταν 1½ φορά του φυσικού μεγέθους, δηλαδή θα είχε ύψος περίπου 2.5 μέτρων.[28]

Τον Σεπτέμβριο του 1966 ο γλύπτης Νικόλας επισκεύθηκε την Πρέβεζα για να εξευρεθεί η καλύτερη θέση τοποθέτησης του ανδριάντα. Η ήδη κατασκευασμένη προ ετών, από το Νομαρχιακό Ταμείο Πρέβεζας, παραλιακή παραλία, κρίθηκε ο καταλληλότερος χώρος για την τοποθέτηση του αγάλματος.[29] Το Λιμανικό Ταμείο Πρέβεζας ενέκρινε, στις 7.10.1966, την τοποθέτησή του στην παραλιακή πλατεία, την οποία ο Δήμος Πρέβεζας, αργότερα, ονομάτισε Πλατεία Ανδρούτσου.[30] Την μεταφορά του ανδριάντα από το εργαστήριο του γλύπτη στην Αθήνα ανέλαβε το Γενικό Επιτελείο Στρατού την 3.1.1967. Με την άφιξη του μαρμάρινου αγάλματος στην Πρέβεζα, τοποθετήθηκε στον χώρο της πλατείας με την επίβλεψη του ίδιου του καλλιτέχνη.[31]

Το απόγευμα της Κυριακής, 16.7.1967, έφτασαν αεροπορικώς από την Κέρκυρα στο Άκτιο ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος και η σύζυγός του Άννα Μαρία. Έφτασαν με το πορθμείο από το Άκτιο στην Πρέβεζα στις 16:00΄ και κατευθύνθηκαν, σε μεγαλοπρεπή πομπή, στην πλατεία Ανδρούτσου, όπου ο Κωνσταντίνος, παρουσία επισήμων αρχών και πλήθους κόσμου, απεκάλυψε τον ανδριάντα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, στη βάση του οποίου είχαν από την προηγούμενη ημέρα τοποθετηθεί τα οστά του ήρωα και της συζύγου του.[32] Το βασιλικό ζεύγος αναχώρησε στις 17:00΄ για το αεροδρόμιο του Ακτίου και από εκεί αεροπορικώς στα Ιωάννινα, όπου παρακολούθησαν τους αθλητικούς αγώνες Ακρίτεια και επέστρεψαν το βράδυ αεροπορικώς στην Κέρκυρα.[33]

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Ο Ανδρούτσος παντρεύτηκε την Ελένη Καρέλλη, κόρη του εύπορου και ισχυρού Χρήστου Καρέλλη από τους Καλαρρύτες Ιωαννίνων και απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Λεωνίδα Ανδρούτσο (1824-1837)[34], ο οποίος με την υποστήριξη του Όθωνα στάλθηκε στο Μόναχο, για να μεγαλώσει στο περιβάλλον του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄. Εκεί αρρώστησε το 1836 όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου σε ηλικία δώδεκα χρονών.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Kωνσταντίνος Καλαντζής: Αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας, συνέντευξη στην Εφημερίδα "Οι Καιροί", Αθήναι 1898
  2. 2,0 2,1 Πέτρος Μπίκος: «Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς» εκδόσεις Στρατίκη, Αθήνα, 1996
  3. Κανδηλώρος Τ.: «Ανδρούτσος Οδυσσεύς», εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τόμος 2, Αθήνα 1950
  4. Xαράλαμπος Γκούβας: Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας, A έκδοση, ISBN 978-960-87328-2-7
  5. Λάζαρος Συνέσιος: Σταγόνες Ιστορίας της Πρέβεζας, έκδοση Νομαρχίας Πρέβεζας, 1994
  6. Αναστάσιος Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, H΄, σ. 122.
  7. Παναγιώτης Στάθης, ιστορικός, Ελευθεροτυπία «Ιστορικά», Μάρτιος 2009, σελ. 142
  8. Ιωάννης Ζαμπέλιος: «Τραγωδίαι», 1860
  9. Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της επαναστάσεως στην περιοχή Λιβαδιάς. Μάχη της Λιβαδιάς και απελευθέρωσή της. Απελευθέρωση του Ταλαντίου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.ΙΒ, 1975, σελ.98
  10. Έφη Αλλαμανή, «Η Σύσκεψη της Λευκάδος και προεπαναστικά γεγονότα στη Δυτική Ελλαδα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους', Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 79-80
  11. Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της επαναστάσεως στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και οι πρώτες πολεμικές συγκρούσεις», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 96
  12. Ιωάννα Διαμαντούρου, «Ο Αγώνας στην Ανατολική Στερεά. Η μάχη της Γραβιάς», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 115
  13. Απόστολος Βακαλόπουλος, «Πλαστή προσχώρηση του Ανδρούτσου στους Τούρκους», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 375
  14. όπ.π.
  15. Απόστολος Βακαλόπουλος, «Παράδοση του Ανδρούτσου στον Γκούρα. Φυλάκισή του στην Ακρόπολη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ.375
  16. Απόστολος Βακαλόπουλος, «Προσπάθεια απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Θανάτωσή του από ανθρώπους του Γκούρα» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 375
  17. όπ,π
  18. Βιτάλης 1967, σελίδες 53-54.
  19. Βιτάλης 1967, σελίδες 66-67.
  20. Βιτάλης 1967, σελ. 88.
  21. Βιτάλης 1967, σελ. 67.
  22. Βιτάλης 1967, σελ. 93.
  23. Βιτάλης 1967, σελ. 134.
  24. Παρουσία του βασιλέως θα τελεσθούν εις Πρέβεζαν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του Ανδρούτσου, άρθρο της εφημερίδας Μακεδονία, 15 Ιουλίου 1967, σελ. 8.
  25. Βιτάλης 1967, σελίδες 14-16.
  26. Βιτάλης 1967, σελίδες 17-18.
  27. Βιτάλης 1967, σελίδες 34-36.
  28. Βιτάλης 1967, σελίδες 39-43.
  29. Βιτάλης 1967, σελ. 15.
  30. Βιτάλης 1967, σελ. 46.
  31. Βιτάλης 1967, σελίδες 48-49.
  32. Ο Βασιλεύς απεκάλυψεν εις την Πρέβεζαν ανδριάντα του Οδυσσέως Ανδρούτσου, άρθρο της εφημερίδας Μακεδονία, 18 Ιουλίου 1967, σελ. 8.
  33. Βιτάλης 1967, σελίδες 48-49.
  34. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, 1999, τόμος πρώτος, σ. 272.


ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Αγαπητός Σ. Αγαπητός (1877). «Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821, ή Οι Πρωταγωνισταί της Ελλάδος». Τυπογραφείον Α. Σ. Αγαπητού, Εν Πάτραις. σελίδες 67–77. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2009. 
  • Βιτάλης, Φιλάρετος Απ. (1967). Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ο Πρεβεζαίος ήρως 1790-1825. Τόμος Αναμνηστικός επί τη μετακομιδή και ταφή των λειψάνων αυτού εις Πρέβεζαν και τοις αποκαλυπτηρίοις του ανεγερθέντος ανδριάντος. Αθήνα. σελ. 168. 
  • Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τόμος 3ος, σελ.110-111 (1928)
  • Συλλογικό: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, Αθήνα 1975
  • Κουκοβέτσος, Ηλίας Π.: Οδυσσέας Ανδρούτσος: Αρχιστράτηγος της Ρούμελης, 2008, Έκδοση 2η

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία