Άνοιγμα κυρίου μενού

Σερζ Γκενσμπούρ

Γάλλος μουσικός και ηθοποιός

Ο Σερζ Γκενσμπούρ (Serge Gainsbourg), (το πραγματικό του όνομα ήταν Λουσιάν Γκίνσμπουρ[2]) γεννήθηκε και πέθανε στο Παρίσι (2 Απριλίου 1928 - 2 Μαρτίου 1991), ήταν  Γάλλος στιχουργός-συνθέτης-ερμηνευτής, πιανίστας, ζωγράφος, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός και κινηματογραφιστής[3]. 'Εγινε όμως διάσημος σαν συνθέτης-τραγουδιστής και στιχουργός ερμηνεύοντας πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής. Ασχολήθηκε επίσης με τον κινηματογράφο και την λογοτεχνία και έκανε αρκετές ταινίες και βίντεο-κλιπ ενώ έκανε και την μουσική επένδυση πολλών ταινιών.

Σερζ Γκαινσμπούρ
Serge Gainsbourg par Claude Truong-Ngoc 1981.jpg
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Serge Gainsbourg (Γαλλικά)
ΨευδώνυμοJulien Grix Gainsbarre
Γέννηση2 Απριλίου 1928 Παρίσι 4ο Διαμέρισμα Γαλλία
2 Μαρτίου 1991 (62 ετών) Παρίσι 7ο Διαμέρισμα Γαλλία
Θάνατος2 Μαρτίου 1991 (62 ετών) Παρίσι 7ο Διαμέρισμα Γαλλία
Παρίσι[1]
Αιτία θανάτουέμφραγμα του μυοκαρδίου
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Τόπος ταφήςΚοιμητήριο του Μονπαρνάς
ΕθνικότηταΓάλλος
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία
ΣπουδέςΛύκειο Κοντορσέ
ΙδιότηταΣυνθέτης-στιχουργός-ερμηνευτής
Εν ενεργείαΑπό το 1957 έως το 1991
ΣύζυγοςLise Levitzky (1951–1957), Caroline von Paulus (1981–1991) και Τζέιν Μπίρκιν (1968–1980)
ΣύντροφοςΜπριζίτ Μπαρντό, Τζέιν Μπίρκιν και Caroline von Paulus
ΤέκναCharlotte Gainsbourg- Lucien Gainsbourg
ΓονείςJoseph και Olga Ginsburg
Όργαναακκορντεόν, Μπάσο, κιθάρα, πιάνο και φωνή
Είδος τέχνηςΜουσικός,σεναριογράφος, σκηνοθέτης,ζωγράφος και ηθοποιός
Καλλιτεχνικά ρεύματαΓαλλικό τραγούδι, τζάζ,rock pop,progressiverock,γαλλικό βαριετέ,reggae,cha-cha-cha, mambo,funk.
ΙστοσελίδαΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Το ξεκίνημά του στην σκηνή αρχικά ήταν δύσκολο λόγω του παρουσιαστικού του. Όλη του την ζωή, ο Σερζ Γκαίνσμπουρ υπέφερε από ένα αίσθημα απόρριψης και από την εικόνα που του έδειχνε ο καθρέφτης: αυτήν ενός άσχημου άνδρα. Με την πάροδο του χρόνου όμως, δημιουργεί την περσόνα του καταραμένου ποιητή που προβοκάρει χωρίς ωστόσο να μπαίνει στο περιθώριο του συστήματος, "Γύρισα το σακάκι μου ανάποδα όταν κατάλαβα πως ήταν ντουμπλαρισμένο με γούνα" δηλώνει στην Denise Glaser όταν έκανε στροφή προς την ποπ μουσική κατά την δεκαετία του 1960[4]. Οι στίχοι των τραγουδιών του είναι συνήθως αμφίσημοι και μαρτυρούν την  διάθεσή του για πρόκληση (Nazi Rock, Aux armes e caetera, Lemon Incest), για ερωτισμό (Les Sucettes, Je t'aime .....moi non plus, Love on the Beat), γεγονός που επισύρει οξύτατες κριτικές. Του άρεσε επίσης να παίζει με τις λογοτεχνικές αναφορές, όπως ο Βερλέν (Ήρθα να σου πω πως φεύγω). Εν τούτοις, θεωρούσε το τραγούδι και ιδιαίτερα την στιχουργική σαν "ελάσσονα τέχνη[3]" εφ'όσον δεν χρειάζεται, αντίθετα με την ζωγραφική, ιδιαίτερη παιδεία ώστε να μπορέσεις να την απολαύσεις[5]. Παρ'όλα αυτά, χρησιμοποιεί πολύ συχνά ποιητική φόρμα στους στίχους του.

Ο Gainsbourg θα περάσει από την ζωή πολλών διάσημων ηθοποιών και τραγουδιστριών, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό και η Τζέιν Μπίρκιν[3] με την οποία απέκτησε το τρίτο του παιδί, την Σαρλότ Γκαίνσμπουρ. Μετά τον χωρισμό τους, συνάντησε την "Μπαμπού" με την οποία απέκτησε το τέταρτο και τελευταίο παιδί του, τον Lucien Gainsbourg, χαιδευτικά "Lulu".

Επηρέασε έντονα διάφορους γάλλους καλλιτέχνες όπως το συγκρότημα Taxi Girl, τον Renaud ακόμα και τον Etienne Daho αλλά και μη γαλλόφωνους καλλιτέχνες οπως τον Beck Hansen, τον Mike Patton, το συγκρότημα Portishead και τον συνθέτη David Holmes.

Άν κι η φήμη του εκτός γαλλόφωνων χωρών περιορίζεται στους επαγγελματίες μουσικούς, ώστόσο δύο από τα άλμπουμ του ανεβαίνουν  στις καλύτερες πωλήσεις  δίσκων στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής: το "Bonnie and Clyde" (με την Μπριζίτ Μπαρντό) κατατάσσεται στην 12η θέση στο Billboard 200 το 1968 και το "Jane Birkin/Serge Gainsbourg" στην 196η θέση το 1970. Το τραγούδι του "Je t'aime...moi non plus" μπαίνει στην 58η θέση στο Billboard Hot 100, παρ'όλο τις περιορισμένες ραδιοφωνικές μεταδόσεις, ενώ στην Βρετανία κάνει μεγάλη επιτυχία και κατατάσσεται στο νούμερο 1 των πωλήσεων. Οι ερμηνείες αυτών των τραγουδιών του καθώς και οι ερμηνείες της βελγίδας τραγουδίστριας Soeur Sourire, θεωρούνται στις ΗΠΑ ασυναγώνιστες όσον αφορά τα γαλλικά τραγούδια.

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Παιδικά και νεανικά χρόνιαΕπεξεργασία

Γιος ρωσο-εβραίων μεταναστών[6], ήθελε να γίνει ζωγράφος. Αλλά διακρίθηκε ως συγγραφέας-συνθέτης-ερμηνευτής, που καλύπτει πολλά μουσικά στυλ. Ασχολήθηκε επίσης με το σινεμά και την λογοτεχνία. Ο πατέρας του, Joseph Ginsburg γεννήθηκε στην Χάρκοβο (Ουκρανία) στις 27 mars 1896. Θέλοντας αρχικά να σπουδάσει ζωγραφική, γράφεται στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης και στη συνέχεια στο Ωδείο της Μόσχας: επιλέγει το πιάνο. Στη συνέχεια, στην Κριμαία, γνώρισε την Brucha Goda Besman, γνωστή και ως Όλια, η Όλγα, μια μέτζο-σοπράνο που έγινε γυναίκα του στις 18 ιουνίου του 1918. Ήταν το 1919 που ο Ιωσήφ και η Όλγα, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον πόλεμο και την δικτατορία των μπολσεβίκων, εγκαταλείπουν την Οδησσό (Ουκρανία), αυτοεξορίζονται στη Γεωργία, και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη μέχρις ότου να φτάσουν με πλοίο, στις 25 Μαρτίου του 1921 στην Μασσαλία. Κατόπιν εγκαθίστανται στο Παρίσι όπου βρήκαν τον αδελφό της Όλγας, που εργαζόταν στην τράπεζα Louis-Dreyfus. Ο Ιωσήφ δουλεύει σαν πιανίστας σε μπαρ και καμπαρέ, ενώ η Όλγα τραγουδάει στο  ρωσσικό Ωδείο . Ζουν στο 20ο διαμέρισμα του Παρισιού στην Οδό Κίνας. Το 1922  αποκτούν ένα γιο, τον Μαρσέλ, ο οποίος πέθανε δεκαέξι μηνών από πνευμονία, στη συνέχεια, μια κόρη, τη Ζακλίν, το 1926 και τέλος τα ψευδο-δίδυμα Λιλιάν και Λουσιέν το 1928 (για τα οποία η μητέρα Όλγα ήθελε να κάνει έκτρωση αλλά δεν τα κατάφερε). Τα δίδυμα γεννήθηκαν στο μαιευτήριο του Hôtel-Dieu του Παρισιού στο île de la Cité. Η οικογένεια Ginsburg απέκτησε την γαλλική υπηκοότητα στις 9 Ιουνίου 1932.

Τα παιδικά του χρόνια ο μικρός Λουσιάν τα πέρασε στις λαϊκές γειτονιές του Παρισιού, στο 20ο και μετά στο 9ο Διαμέρισμα. Ο πατέρας του τον διδάσκει κλασσικό πιάνο και τον εισάγει στον κόσμο της ζωγραφικής. Στην Κατοχή υποχρεώνεται να φορά το "κίτρινο αστέρι" ("το αστέρι του σερίφη", θα πει αργότερα ειρωνικά, ή "γεννήθηκα κάτω από ένα καλό...κίτρινο αστέρι")[7].

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1941, καταφεύγει μαζί με τους γονείς του στο Sarthe του Courgenard, σε ένα μέρος που λέγεται "Bassetière" στο σπίτι των Baptiste και Irma Dumur.

Καθώς τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα ήταν απαγορευμένα για τους Εβραίους, ο πατέρας του δεν έβρισκε πουθενά δουλειά σαν πιανίστας. ΄Ετσι, αναγκάστηκε το 1942 να περάσει στην ελεύθερη ζώνη για να μπορέσει να ξαναδουλέψει και να γλιτώσει από την φτώχεια. Η οικογένειά του θα κατορθώσει να τον συναντήσει στην Λιμόζ τον Ιανουάριο του 1944  ξεφεύγοντας με πλαστά χαρτιά από τους ασφυκτικούς ελέγχους της αστυνομίας στην πρωτεύουσα. Βρίσκουν καταφύγιο στο Pétit Vedeix στην περιοχή του Haute Vienne με το όνομα Guimbard. Τα κορίτσια κρύβονται σε ένα θρησκευτικό σχολείο και ο Λουσιάν σε ένα κολλέγιο Ιησουιτών,το Saint-Léonard-de-. Noblat. Τον δέχονται σαν οικότροφο με πλαστή ταυτότητα. Ενα βράδυ, η Γκεστάπο κάνει έφοδο στο ίδρυμα για να εξακριβώσει αν κρύβεται εκεί κάποιο εβραιόπουλο. Οι υπεύθυνοι του ιδρύματος τον στέλνουν να κρυφτεί μόνος του στο δάσος, όπου περνάει ολόκληρη την νύχτα με τον φόβο της σύλληψης και της εκτέλεσης. Από δω και πέρα θα ζήσει με την αίσθηση ότι είναι ένας "επιζών"[8].

Κατά την διάρκεια του πολέμου, η οικογένεια Γκαίνσμπουρ χάνει εντελώς την γαλλική υπηκοότητα κατ'εντολήν της κυβέρνησης του Βισί, που τους χαρακτηρίζει ως "ισραηλίτες χωρίς εθνικό ενδιαφέρον". Σε μία από τις αναφορές της επιτροπής που βρέθηκε το 2010[9], αναφέρεται για τον πατέρα του, Ιωσήφ: " Ο επονομαζόμενος Γκαίνσμπουρ που εξασκεί το επάγγελμα του πιανίστα και μετακινείται συχνά, επί του παρόντος διαμένει στην Λυών. [...] Ο γιος του Λουσιάν σπουδάζει στο κολλέγιο Du Guesclin. [...] Οπως προκύπτει όμως, ο αναφερόμενος εγκατέλειψε το 1941 την πρωτεύουσα για την ελεύθερη ζώνη ώστε να αποφύγει τα προβλήματα εξ αιτίας της θρησκείας του." Η απόφαση της επιτροπής είναι: "πλήρης αναστολή".  Ο Σερζ Γκαίνσμπουρ δεν έμαθε ποτέ τίποτα γι'αυτήν  την αποεθνικοποίηση.

Μετά την απελευθέρωση, επιστρέφοντας στο Παρίσι, η οικογένεια εγκαθίσταται στο 16ο Διαμέρισμα. Ο Λουσιάν εγκαταλείπει το σχολείο λόγω μιας αποτυχίας λίγο πριν το Baccalauréat στο Λύκειο Condorçet. Γράφεται κατόπιν στην Καλών Τεχνών και παρακολουθεί  και την Ακαδημία της Μονμάρτρης όπου έχει καθηγητές τον André Lhote[10] και τον Fernand Léger[11] χωρίς όμως να ακολουθήσει μέχρι το τέλος αυτήν την πρώτη του κλίση που στην ουσία ήταν ελάχιστα ανταποδοτική[12]. Στις 5 Μαρτίου 1947 συναντά στην Ακαδημία της Μονμάρτρης, την μελλοντική του σύντροφο, την Ελίζαμπεθ Λεβίτσκι, κόρη ρώσων αριστοκρατών η οποία έχει επαφές με σουρρεαλιστές και ιδιαίτερα με τον Georges Hugnet του οποίου ήταν γραμματέας[13]. Θα παντρευτούν στις 3 Νοεμβρίου 1951[14].

Η Τζέιν Μπίρκιν αναφέρει ότι στα νεανικά του χρόνια, ο Σερζ Γκαίνσμπουρ συνοδεύε τον πατέρα του στις τουρνέ που έκανε σε θέρετρα όπου παραθέριζαν οι Άγγλοι που ζούσαν στην Γαλλία όπως το Touquet, η Cabourg, η Trouville, το Dinard και η Arcachon.

Το 1948 είναι μια σημαντική χρονιά για τον Λουσιάν. Υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία στο Courbevoie στο 93ο σύνταγμα πεζικού όπου θα του ρίχνουν τακτικά φυλακίσεις λόγω απειθαρχίας. Εκεί θα ξεκινήσει και η εξάρτηση απ'το αλκοόλ. Καθώς δεν παίρνει άδειες, μεθοκοπά με τους άλλους φαντάρους του συντάγματος. Την ίδια επίσης εποχή αρχίζει να μαθαίνει κιθάρα.

Ένα κλικ με το Boris VianΕπεξεργασία

 
"Το μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού" του Αντρέα Μαντένια στο Μουσείο του Λούβρου. Ο ωραιότερος πίνακας που είδε ποτέ στην ζωή του ο Σερζ Γκαίνσμπουρ, ανακαλύφθηκε όταν ήταν  περίπου 14 ετών. Έμεινε έκθαμβος μπροστά σ'αυτήν την μορφή που υπομένει εκστατικά το μαρτύριο.

Μέχρι τα τριάντα του χρόνια, ο Σερζ Γκαίνσμπουρ ζει κάνοντας διάφορα επαγγέλματα. Μεταξύ άλλων, δάσκαλος σχεδίου, τραγουδιού, επιστάτης, αλλά η κύρια ασχολία του είναι η ζωγραφική. Θα ήθελε να ήταν ένας ταλαντούχος ζωγράφος όπως ο Φράνσις Μπέικον ή ο Φερνάν Λεζέ του οποίου υπήρξε μαθητής. Το 1952 μαζί με την Ελιζαμπέτ Λεβίτσκι μετακομίζουν σ'ένα δωμάτιο στο Ινστιτούτο Μουσικής του Παρισιού. Στο δωμάτιο υπάρχει κι ένα πιάνο σε άθλια κατάσταση το οποίο ο Σερζ το φτιάχνει ώστε να μπορεί να παίζει. Μια μέρα, την ώρα που τακτοποιούσαν τα ρούχα τους ο Σερζ και η Ελιζαμπέτ, ανακαλύπτουν στο βάθος μιας ντουλάπας μια πόρτα που έβγαζε στην αίθουσα συναυλιών, εκεί όπου ηχογραφούσαν τους δίσκους τους τα αμερικάνικα τζαζ γκρούπ. Από αυτό το παρατηρητήριο, ο Σερζ παρακολουθεί, κρατάει σημειώσεις και έτσι αφήνει σιγά-σιγά την ζωγραφική[15].  Το 1954 εγκαταλείπει το "μποέμ"(μουσικό στυλ) για να γίνει crooner (τραγουδιστής τζαζ) σε πιάνο-μπαρ σε παραλιακά καζίνο. Στο Touquet Paris-Plage παίζει στο "Club de la Forêt", στην Ντωβίλ και σε διάφορα παριζιάνικα καμπαρέ όπως το "Madame Arthur", ένα καμπαρέ "transformiste", όπου γράφει την μουσική για τα νούμερα της επιθεώρησης[16]. Το 1954, ο Λουσιάν Γκίνσμπουρ εγγράφεται στο SACEM (σωματείο μουσικών) κατ'αρχάς με το όνομά του[16], κατόπιν με το ψευδώνυμο Julien Gris[17] έπειτα σαν  Julien Grix[16] και από τον Απρίλιο του 1957 με το ψευδώνυμο Serge Gainsbourg. Ο ίδιος θα εξηγήσει αργότερα πως το όνομα Σέργιος θυμίζει την Ρωσία ενώ τα φωνήεντα "Α" και "Ο" που πρόσθεσε στο επώνυμο του είναι η απάντηση στους καθηγητές του, οι οποίοι το πρόφεραν επίτηδες άσχημα για να του θυμίζουν την εβραιο-ρωσική καταγωγή του[16].

Η αποκάλυψη έρχεται όταν βλέπει τον Μπορίς Βιαν στο καμπαρέ "Milord l'Arsouille". Ο Βιαν γράφει και ερμηνεύει κείμενα αστεία, προβοκατόρικα και κυνικά που πόρρω απέχουν από το ρεπερτόριο των διάσημων της εποχής, όπως ο Dario Moreno  ή η Annie Cordy. Σύντομα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του καμπαρέ,  Francis Claude, θα τον προσλάβει σαν πιανίστα και θα συνοδεύει με την κιθάρα του την τραγουδίστρια Michèle Arnaud. Το 1957 η Michèle και ο Francis  πηγαίνοντας στο σπίτι του Σερζ για να δουν τους πίνακές του, ανακαλύπτουν με έκπληξη τις συνθέσεις του. Την επομένη, ο Francis Claude βγάζει τον Σερζ στο πάλκο. Τρομακτικά αγχωμένος, ερμηνεύει τραγούδια απ΄το δικό του ρεπερτόριο (ένα απ'τα οποία και "Ο ελεγκτής του Lilas")[18].  Στις 5 Ιανουαρίου 1958 ο Claude τον παρουσιάζει στην ραδιοφωνική εκπομπή του ενώ η Michèle Arnaud θα γίνει η πρώτη ερμηνεύτρια των τραγουδιών του και θα ηχογραφήσει τα : "La recette de l'amour fou", "Douze belles dans la peau", "Jeunes femmes et vieux messieurs", "La femme des uns sur le corps des autres"[19]. Τότε είναι που αρχίζει να συνθέτει πολλά τραγούδια καθώς και μια μουσική επιθεώρηση. Αποφασίζει  λοιπόν να εγκαταλείψει την ζωγραφική για να αφοσιωθεί στην μουσική σύνθεση και καταστρέφει σχεδόν το σύνολο των πινάκων του, σε πείσμα της γυναίκας του που δεν θα του συγχωρήσει ποτέ αυτή την καταστροφή. Την ίδια περίοδο, φλερτάρει σαν τρελλός ενώ οι γυναίκες υποκύπτουν η μια μετά την άλλη στην γοητεία του, γεγονός που θα τον απομακρύνει απ'την Ελιζαμπέτ με την οποία θα χωρίσουν τον Οκτώβριο του 1957, 6 χρόνια μετά τον γάμο τους[14].

Στο στούντιο αρχίζει μια γόνιμη συνεργασία με τον Alain Goraguer ο  οποίος είναι ήδη μουσικός ενορχηστρωτής του Μπορίς Βιαν. Το πρώτο του άλμπουμ, "Du chant à la une!",  που περιλαμβάνει και το "Poinçonneur des Lilas" την πρώτη του επιτυχία στα 1958, κάνει πάταγο όμως εμπορικά είναι αποτυχία. Ο Marcel Aymé τον ξεχωρίζει και παρατηρεί πως τα τραγούδια του έχουν "την σκληρότητα της διαπίστωσης". Ο Μπορίς Βιαν πριν πεθάνει το 1959, τον συγκρίνει με τον Κόουλ Πόρτερ. Εντούτοις, η πρώτη του εμπορική επιτυχία έρχεται το 1960 με το σίνγκλ "L' Eau à la bouche" (τραγούδι απ'το ομώνυμο φιλμ) που πούλησε 100.000 δίσκους[20].

Την εποχή των χίπιδων είναι 32 ετών και δεν νοιώθει καθόλου άνετα. Γίνεται ο περίγελως κοινού και κριτικής για την γαμψή μύτη του και τα πεταχτά αυτιά του. Εκείνη την εποχή ξεκινά μια συνεργασία με την Julliette Greco που θα διαρκέσει όλη την περίοδο της "Αριστερής 'Οχθης" και δώσει το φθινόπωρο του 1962 την μεγάλη επιτυχία "La Javanaise".

Η Eurovision για τη France GallΕπεξεργασία

 
Ο Serge Gainsbourg και η France Gall κατά την παραλαβή του Grand Prix της eurovision του 1965 με την συμμετοχή: "Poupée de cire,poupée de son"

Γράφοντας για την Juliette Greco (Accordéon,La Jananaise) και για την Πέτουλα Κλαρκ (La Gadoue) κάνει τις πρώτες επιτυχίες του, αλλά με την Francoise Hardy (Comment te dire adieu) και ειδικά με τη France Gall θα καταφέρει να γοητεύσει το νεανικό κοινό. Μετά τις επιτυχίες (N'écoute pas les idoles, Laisse tomber les filles), η France Gall κερδίζει στις 20 Μαρτίου του 1965, το πρώτο Βραβείο της Eurovision, με το τραγούδι Poupée de cire, Poupée de son γραμμένο από τον Gainsbourg. Το τραγούδι γίνεται διεθνής επιτυχία και η France Gall θα το τραγουδήσει μέχρι και στα γιαπωνέζικα[21] . 'Εγραψε επίσης, για την ίδια το 1966, τα τραγούδια Baby Pop και Les Sucettes.

Ένας ύμνος για να τονώσει το ηθικό των στρατιωτών κατά τη διάρκεια του πολέμου των Έξι ημερώνΕπεξεργασία

Το 1967, ο καλλιτέχνης γράφει το "Le Sable et le Soldat"[22] κατά τη διάρκεια του πολέμου των Εξι Ημερών κατά παραγγελία του πολιτιστικού ακόλουθου της πρεσβείας του Ισραήλ, που επιθυμεί να στείλει ένα στρατιωτικό εμβατήριο για την τόνωση του ηθικού των ισραηλινών στρατευμάτων εν όψει των επικείμενων βίαιων συγκρούσεων[22]. Ο συνθέτης διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση με το εβραϊκό Κράτος[22] λόγω της καταγωγής του. Η αρχική ηχογράφηση όμως θα μείνει στα αρχεία του ραδιοφωνικού σταθμού Kol IsraelΟι στίχοι του τραγουδιού θα εκπλήξουν πολύ κόσμο, όταν θα μεταδωθεί ραδιοφωνικά η αποκατεστημένη βερσιόν, το 2002.Το περιοδικό Tribune Juive θα γράψει σ'ένα άρθρο του: "...Παρ'όλα αυτά ο Gainsbourg δεν είχε ποτέ δεσμούς με το κράτος του Ισραήλ. Δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι εκεί. Κι όταν μιλούσε για την καταγωγή του, προτιμούσε να επικαλείται την Ρωσία των γονιών του. Ομολογεί άραγε με αυτό το τραγούδι ό,τι ποτέ δεν τόλμησε να πει;"....."Κανείς ποτέ δεν θα φανταζόταν, παρ'ότι δεν έκρυψε ποτέ πως ήταν Εβραίος, ότι θα έγραφε ένα τόσο στρατευμένο τραγούδι για το νεαρό κράτος του Ισραήλ με αφορμή τον πόλεμο των Εξι Ημερών και την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ".

Μούσες και νέοι παθιασμένοι έρωτεςΕπεξεργασία

 
Jane Birkin

Στο τέλος του 1967, ζει ένα πάθος σύντομο, αλλά πολύ δυνατό με την Μπριζίτ Μπαρντό στην οποία αφιερώνει το τραγούδι "Initials Β.Β." καθώς και μερικά ακόμη εμβληματικά κομμάτια όπως το: "Harley Davidson", "Bonnie and Clyde", "Je t'aime... moi non plus". Αυτό το τελευταίο ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1967 σε συμφωνική εκτέλεση ντουέτο με την Μπαρντώ, θα γίνει όμως διάσημο το επόμενο έτος με την Jane Birkin[3]. Η αρχική έκδοση, που κρατήθηκε κρυφή από τον Serge Gainsbourg, κατόπιν αιτήματος της Μπριζίτ Μπαρντό, θα κυκλοφορήσει το 1986.

Δεκαετία του 1970 : η σημαντικότερη δεκαετίαΕπεξεργασία

Η δεκαετία του 1970 χαρακτηρίστηκε από τη συγγραφή και τη σύνθεση τεσσάρων άλμπουμ ιδιαίτερα σημαντικών[3]: "Histoire de Melody Nelson" 1971, "Vu de l'extérieur" (και την επιτυχία "Je suis venu te dire que je m'en vais ") το 1973, "Rock around the bunker", το 1975, και "L'Homme à la tête de chou" με το "Variations sur Μarilou" το 1976. Αν και αυτοί οι δίσκοι έχουν μικρή εμπορική επιτυχία (οι πωλήσεις φθάνουν τα 30.000 αντίτυπα και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί διστάζουν να μεταδώσουν την μουσική αυτού του καλλιτέχνη που θεωρείται "δύσκολος", στο τέλος καταφέρνουν το εντελώς αντίθετο: να τον καταξιώσουν στην πρωτοπορεία του γαλλικού τραγουδιού[23]. Η Ιστορία της Melody Nelson έχει χαιρετιστεί από τον τύπο, ως "το πρώτο αληθινό συμφωνικό ποίημα της ποπ εποχής"[24]. Το άλμπουμ, που είναι επηρεασμένο από την αγγλική ροκ σκηνή, διηγείται την τραγική ιστορία μιας λολίτας, αντίστοιχη με την Λολίτα του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ που ο Γκαίνσμπουρ θαύμαζε απεριόριστα.

Τον Μάιο του 1973, ο Serge Gainsbourg, παθαίνει μια καρδιακή προσβολή. Παρ'όλ'αυτά δεν πτοείται και μετατρέπει το συμβάν σε διαφήμιση, ανακοινώνωντας στον τύπο, από το κρεβάτι του νοσοκομείου, ότι θα αντιδράσει "αυξάνοντας την κατανάλωση του αλκοόλ και του τσιγάρου".

"Μασσαλιώτιδα" σε ρυθμό reggaeΕπεξεργασία

Καλλιεργεί την αύρα μιας cult προσωπικότητας συμμετέχοντας σε πολλές ταινίες. Δυστυχώς γι ' αυτόν, αν και θεωρείται ταλαντούχος ηθοποιός, συμμετέχει σε ταινίες ασήμαντες[25]. Το 1976 σκηνοθετεί για πρώτη φορά την ταινία "Je t'aime moi non plus που θα αποκτήσει πολύ γρήγορα μια κακή φήμη λόγω του τολμηρού σεναρίου της που αγγίζει το ταμπού της ομοφυλοφιλίας και του ερωτισμού. Έκανε τρεις ακόμα ταινίες (συμπεριλαμβανομένου του Εκουαδόρ στο 1983), χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, και πάντα με προκλητικά θέματα, όπως ηαιμομιξία (Charlotte για πάντα το 1986), η επιδειξιομανία (Stan the Flasher), ή η ομοφυλοφιλία...

Το 1979, το νέο του άλμπουμ που ηχογραφεί στο Kingston γίνεται πλατινένιος δίσκος σε λίγους μήνες. Η Μασσαλιώτιδα σε ρυθμούς ρέγγε σοκάρει. Αμφισβητούν τον πατριωτισμό του. Προς απάντηση ο Γκαίνσμπουρ θα αγοράσει το αυθεντικό χειρόγραφο της "Μασσαλιώτιδας" σε πλειστηριασμό στις Βερσαλλίες[3] και θα πάρει με το μέρος του τελικά τους πρώην αλεξιπτωτιστές του στρατού που θίχτηκαν με την απόδοση του Γαλλικού εθνικού ύμνου σε ρέγγε εκτέλεση.

 
Daniel Balavoine και Serge Gainsbourg

Προσβεβλημένος από τις συκοφαντικές δηλώσεις στον τύπο και τα άρθρα εναντίον του, ειδικά για το θέμα της "Μασσαλιώτιδας", αισθάνεται αδικημένος καλλιτέχνης, και αναζητά καταφύγιο στη ζωή της νύχτας,συναναστρεφόμενος λούμπεν και ύποπτους τύπους, καταναλώνωντας όλο και περισσότερο αλκοόλ και καπνό, και εγκαταλείποντας την οικογενειακή ζωή.

Τα νυχτερινά κέντρα, η άμετρη κατανάλωση οινοπνεύματος, η ζωή μόνο την νύχτα και η σωματική εξάντληση...Σιγά-σιγά ο "Gainsbarre" θα διαδεχθεί τον Serge Gainsbourg με λίγες εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε κατάσταση απόλυτης μέθης[3]. Ενισχύει έτσι τον μύθο του ως καταραμένου ποιητή,αξύριστος και μεθυσμένος, με φθαρμένο jean,πρόσωπο πρισμένο και κρυμμένο πίσω από μαύρα γυαλιά ηλίου και ένα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα[26], προκαλώντας άλλοτε τον θαυμασμό και άλλοτε αηδία. Τον Σεπτέμβριο του 1980, μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια κοινής ζωής, η Jane Birkin δεν αντέχει άλλο και τον εγκαταλείπει. Όπως παραδέχθηκε κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής εκπομπής, μετά τον θάνατό του: "Αγάπησα πολύ τον Γκαίνσμπουρ, τον Gainsbarre όμως τον φοβόμουν".

Κατά τη διάρκεια της περιόδου " Gainsbarre ", παρά την επιθυμία του να προβάλλει μια προβοκατόρικη εικόνα του εαυτού του, η μεγάλη του ευαισθησία εκδηλώνεται επανειλημμένα σε διάφορες εμφανίσεις του. Έτσι αυτά τα τηλεοπτικά στιγμιότυπα, κατάφεραν μια ρωγμή στην προβοκατόρικη περσόνα που επιδείκνυε τα τελευταία χρόνια και την οποία είχε συνηθίσει το μεγάλο κοινό, περισσότερο εξοικειωμένο με τις υπερβολές του, αποκαλύπτοντας την βαθιά ευαίσθητη φύση του.Ο Serge θα συναντήσει μια νέα ηγέρια, την Μπαμπού για την οποία θα γράψει κάποια τραγούδια (Made in China, 1989) που όμως δεν θα έχουν την αποδοχή του κοινού. Φυσικά, θα συνεχίσει να γράφει για την Jane Birkin.

Ο Gainsbourg ηχογραφεί το καινούριο άλμπουμ του στις Μπαχάμες, με το ίδιο ρέγγε γκρούπ όπως και πριν. Τιτλοφορείται "Ecce Homo et caetera" και θα κυκλοφορήσει το 2003 σε διπλό CD που περιλαμβάνει καινούργιες μουσικές μίξεις, ακυκλοφόρητα κομμάτια και διάφορους τζαμαϊκανούς μουσικούς.Στη συνέχεια φεύγει για τη Νέα Υόρκη, όπου θα ηχογραφήσει τα δύο τελευταία του άλμπουμ το "Love on the Beat" και "You're under arrest". Μετά την reggae, πειραματίζεται με το hip-hop και τη funk. Για αρκετές εβδομάδες εμφανίζεται στον συναυλιακό χώρο Casino de Paris.

Θάνατος και ταφήΕπεξεργασία

J'ai mis les paras au pas !

 
Ο τάφος της Olga et του Joseph Ginsburg και του Serge Gainsbourg.

Ο Serge Gainsbourg πεθαίνει στις 2 Μαρτίου 1991 στην οδό de Verneuil αρ.5 στο 7ο διαμέρισμα του Παρισιού, μετά από την 5η καρδιακή προσβολή που υπέστη. Είχε συνθέσει ένα νέο άλμπουμ με Blues σκόπευε να πάει στην Νέα Ορλεάνη για ηχογράφηση, λίγες μέρες αργότερα.

Είναι θαμμένος με τους γονείς του στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο το Παρίσι. Ο τάφος του έχει την μεγαλύτερη επισκεψιμότητα, όπως και του Ζαν-Πολ Σαρτρ, της Σιμόν ντε Μποβουάρ , και του Charles Baudelaire , του οποίου μελοποίησε το ποίημα " Το φίδι που χορεύει ", (Άλμπουμ no 4, 1962). Ο τάφος φέρει το όνομα του Serge Gainsbourg και των γονέων του, Όλγα (1894-1985), και ο Ιωσήφ (1896-1971) Ginsburg.

Μουσικό έργοΕπεξεργασία

Πολλαπλές αναφορέςΕπεξεργασία

Ο Serge Gainsbourg σημάδεψε έντονα τη γαλλική μουσική. Δεν διστάζει να μπολιάσει τις συνθέσεις του με ποικίλες μουσικές επιρροές, βοηθώντας έτσι να διαδωθούν αυτά τα μουσικά ρεύματα στο πλατύ γαλλικό κοινό:

  • η reggae με το άλμπουμ Aux armes et caetera.... ηχογραφημένο στο Κίνγκστον (Τζαμάικα), όπως και το Mauvaises nouvelles des étoiles
  • το ραπ με το άλμπουμ You're under Arrest
  • η αφρο-κουβανέζικη μουσική: Couleur café
  • η τζαζ: Du jazz dans le ravin, άλμπουμ Du chant à la Une! (1958)
  • η κλασική: πολλά από τα κομμάτια του είναι εμπνευσμένα από κλασικά θέματα[27] , όπως Lemon Incest, Jane B, Ma Lou Marilou, Initials Β.Β., My lady Heroϊne, Marilou sous la neige, Baby Alone in Babylone.
  • το progressiv rock: original soundtrack της ταινίας Κάνναβης, άλμπουμ Histoire de Melody Nelson
  • το funk , ιδίως, στο άλμπουμ Love on the beat (1984)
 
Σερζ Γκαίνσμπουρ

Επίσης, χαράζει για πάντα το αποτύπωμά του χάρις στους στίχους του. Σε ένα ποιητικό ύφος όπου δεν διστάζει να συνθέσει πολύπλοκες ομοιοκαταληξίες. Παθιασμένος με τα λογοπαίγνια, βασίζεται συνήθως στην αμφισημία. Οι ερωτικοί υπαινιγμοί είναι όλο και πιο συχνοί. Πολλά απ' τα τραγούδια του εντυπώνονται στην μνήμη λόγω του προκλητικού χαρακτήρα τους. Οι πηγές απ' όπου αντλεί την έμπνευσή του είναι πολλές φορές απρόσμενες και τις αναπτύσσει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Παρ'όλ'αυτά, δεν θα πάψει να επαναλαμβάνει στις συνεντεύξεις του πως θεωρεί το τραγούδι ως "ένα είδος ήσσονος σημασίας αφού δεν απαιτεί καμμία μύηση, εν αντιθέσει με την ζωγραφική". Ο Γκαίνσμπουρ, άντλησε και δανείστηκε σε μεγάλο βαθμό τα θέματά του από την λογοτεχνία και την κλασσική μουσική.

Τραγούδια και άλλα μουσικά έργαΕπεξεργασία

ΔισκογραφίαΕπεξεργασία

Η δισκογραφία του Serge Gainsbourg εκτείνεται σε μια περίοδο τριάντα τριών ετών, και περιλαμβάνει δέκα επτά στούντιο άλμπουμ και τέσσερα live άλμπουμ και πάνω από πενήντα 45άρια ή CD single, που κυκλοφόρησε η Philips, μέχρι τον θάνατό του. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, έλαβε δώδεκα χρυσούς δίσκους, πέντε διπλούς χρυσούς δίσκους και έξι πλατινένιους[28].

ΦιλμογραφίαΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 30  Δεκεμβρίου 2014.
  2. sur Nostalgie.fr (consulté le 10 mars 2018)
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 a, b, c, d, e, f, g, h, i et j Cf. biographie de Serge Gainsbourg sur le site larousse.fr [archive]. Consultation du 11 avril 2011.
  4. Voir sur meletout.net. [archive] Consulté le 29 septembre 2016.
  5. (de) Nicht nur der Film Gainsbourg war interessant. [archive]
  6. Vincent Sermet, Les musiques soul rock and roll et funk : La France qui groove des années 1960 à nos jours, L'Harmattan, 2008, p. 380. ↑ France and the Americas: culture, politics, and history : a multidisciplinary encycopledia. Auteurs : Bill Marshall, Cristina Johnston. Rédacteurs : Bill Marshall, Cristina Johnston, Will Kaufman. Collaborateur : Cristina Johnston. Édition illustrée. Éditeur ABC-CLIO, 2005. (ISBN 1-85109-411-3), 9781851094110. Longueur : 1297 pages, p. 498 ↑ The Encyclopedia of Dead Rock Stars: Heroin, Handguns, and Ham Sandwiches. Auteur : Jeremy Simmonds. Édition révisée, illustrée. Éditeur Chicago Review Press, 2008. (ISBN 1-55652-754-3), 9781556527548. Longueur : 624 pages, p. 268
  7. Michel David, , Actes du Sud, 1999, p. 52
  8. Un jour, un destin, diffusé le 11 novembre 2011
  9. Le Nouvel Obs - 28 avril 2010 - « Quand Vichy dénaturalisait Gainsbourg » [archive]
  10. Mediatheque Cité Musique [archive]
  11. Mikaïloff, [archive], sur books.google.fr, 2016 (consulté le 29 avril 2016)
  12. «  » [archive], sur universalis.fr (consulté le 28 avril 2016).
  13. Lise Lévitsky et Serge Gainsbourg, 44 ans d'amour [archive], 12 avril 2010, Ouest-France
  14. 14,0 14,1 a, b et c Notice biographique de Serge Gainsbourg sur RFI [archive]
  15. La Schola Cantorum, Paris 5e [archive]
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 a, b, c, d et e Pierre Mikaïloff, , Éditions Prisma, 2016
  17. Julien en référence à Julien Sorel, et Gris en référence au peintre Juan Gris
  18. Robert Belleret, Léo Ferré une vie d'artiste, p. 196, Actes Sud ; Gilles Verlant, Gainsbourg, p. 132 à 134, Albin Michel.
  19. Et, 15 ans plus tard, Les Papillons noirs seulement repris par Bijou.
  20. mistergainsbarre lehall.com
  21. France Gall et Serge Gainsbourg reçoivent le Grand Prix Eurovision de la chanson à Naples, en 1965 [archive], Archive INA.
  22. 22,0 22,1 22,2 a, b, c, d, e et f Cf. chanson Le Sable et le Soldat [archive] (Vidéo et historique de la version maquette) [archive]. Consultation du 11 avril 2011.
  23. Gilles Verlant, , Albin Michel, 2000, p. 162
  24. Gilles Verlant, , Albin Michel, 2000, p. 145
  25. Voir "Filmographie".
  26. consulté le 5 mai 2018
  27. Gainsbourg, génie du sample? [archive]
  28. http://www.infodisc.fr/Album_Certifications.php</ [archive]