O σερ Τόμας Λώρενς PRA FRS (γεν. Μπρίστολ, 13 Απριλίου 1769Λονδίνο, 7 Ιανουαρίου 1830) ήταν Άγγλος ζωγράφος, μεταξύ των σημαντικότερων προσωπογράφων της εποχής του, συλλέκτης έργων τέχνης και ο τέταρτος πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών.

Τόμας Λόρενς
Sir Thomas Lawrence01.jpg
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Thomas Lawrence (Αγγλικά)
Γέννηση13  Απριλίου 1769[1][2][3]
Μπρίστολ
Θάνατος7  Ιανουαρίου 1830[4][1][2][3][5][6][7][8][9]
Λονδίνο
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας
Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας (έως 1801)
Ιδιότηταζωγράφος
ΓονείςThomas Lawrence
Κίνημαρομαντισμός
Είδος τέχνηςπροσωπογραφία
Καλλιτεχνικά ρεύματαρομαντισμός
Σημαντικά έργαUnknown sitter
ΒραβεύσειςΕταίρος της Βασιλικής Εταιρίας
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ήταν παιδί-θαύμα, γεννήθηκε στο Μπρίστολ και ξεκίνησε να σχεδιάζει στην κωμόπολη Ντηβάιζες, όπου ο πατέρας του διατηρούσε πανδοχείο. Έχοντας μετακομίσει στο Μπαθ, σε ηλικία 10 ετών ήταν σε θέση να στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του με τα πορτραίτα του σε παστέλ. Στα δεκαοκτώ του πήγε στο Λονδίνο και σύντομα θεμελίωσε τη φήμη του ως προσωπογράφου με ελαιογραφία.Έλαβε την πρώτη βασιλική ανάθεση πορτραίτου, της βασίλισσας Καρλόττας, το 1790. Παρέμεινε κορυφαίος στον κλάδο του μέχρι το θάνατό του.

Ήταν αυτοδίδακτος, γνωστός για την ικανότητά του στο σχέδιο και την ακριβή αποτύπωση ενός ατόμου σε καμβά, καθώς και τη βιρτουόζικη χρήση της μπογιάς. Έγινε συνέταιρος της Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών το 1791, μέλος το 1794, και πρόεδρος το 1820. Το 1810 έλαβε την οικονομική υποστήριξη του Πρίγκηπα Αντιβασιλέα, και εστάλη στο εξωτερικό για να ζωγραφίσει πορτραίτα των ηγετών των Συμμαχικών Δυνάμεων για την Αίθουσα Βατερλώ στο Κάστρο Ουίνδσορ, και έχει μείνει στην ιστορία ως εκπρόσωπος των Ρομαντικών προσωπογράφων της Αντιβασιλείας. Οι ερωτικές περιπέτειες του Λώρενς δεν είχαν ευτυχές τέλος (όπως με τις Σάλλυ και Μαρία Σίντονς, κόρες της γνωστής τότε τραγωδού Σάρα Σίντονς) και, παρά την επιτυχία του, ήταν βαθιά χρεωμένος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Τη στιγμή του θανάτου του, ήταν ο πιο δημοφιλής προσωπογράφος της Ευρώπης. Η φήμη του εξασθένισε κατά τη Βικτωριανή εποχή, αποκαταστάθηκε, όμως, μερικώς έως σήμερα.

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Η ενασχόλησή του με το σχέδιο ξεκίνησε σε μικρή ηλικία, όταν προς διασκέδαση των πελατών του πατέρα του στο πανδοχείο που διατηρούσε, φιλοτεχνούσε πορτραίτα τους. Ορισμένα γνωστά έργα εκείνης της περιόδου, όπως αυτό που αναπαριστά τον Λόυντ Κένυον, πρώτο Βαρόνο του Κένυον, χρονολογούνται το 1779, όταν ο Λώρενς ήταν μόλις δέκα ετών. Μετά τη χρεωκοπία τους, το 1779, οι γονείς του εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Οξφόρδη και αργότερα στο Γουέυμαουθ, επιχειρώντας να εκμεταλλευτούν το ταλέντο του γιου τους, χωρίς ωστόσο να φροντίσουν για την εκπαίδευσή του. Το 1780 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Μπαθ, όπου ο Λώρενς ξεκίνησε να εργάζεται επαγγελματικά. Στην ίδια περίοδο ανάγονται τα πρώτα έργα του με παστέλ. Ο τοπιογράφος Τόμας Μπάρκερ και ο προστάτης του Τσαρλς Σπάκμαν καθοδήγησαν τον Λώρενς στην τεχνική της ελαιογραφίας. Το 1787 σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου και περίπου την ίδια εποχή ήρθε σε επαφή με τον σπουδαίο προσωπογράφο σερ Τζόσουα Ρέυνολντς, ο οποίος τον ενθάρρυνε αναγνωρίζοντας το ταλέντο του. Το 1791 εκλέχθηκε συνεργάτης της Βασιλικής Ακαδημίας και έγινε ακαδημαϊκός το 1794.

Μετά το θάνατο του Ρέυνολντς, ο Λώρενς ήταν ο σημαντικότερος προσωπογράφος της Αγγλίας. Το έργο του διακρίνεται για το ζωηρό και δραματικό ύφος του. Συνήθως ζωγράφιζε κατευθείαν στον καμβά, χωρίς χρήση προπαρασκευαστικών σχεδίων. Ο Λώρενς υπήρξε επίσης σημαντικός συλλέκτης έργων τέχνης, ειδικότερα πινάκων μεγάλων ζωγράφων της ύστερης Αναγέννησης. Για την ανάπτυξη της συλλογής του ευνοήθηκε από τις πολιτικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους πολέμους με τη διάλυση αξιόλογων ευρωπαϊκών συλλογών.


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία