Άνοιγμα κυρίου μενού

Δικαίωμα ψήφου

Το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι

Το δικαίωμα ψήφου είναι το δικαίωμα του εκλέγειν στις πολιτικές εκλογές, αν και ο όρος χρησιμοποιείται κατά περίπτωση για κάθε δικαίωμα ψήφου.[1][2][3] Το δικαίωμα υποψηφιότητας για κάποιο λειτούργημα ονομάζεται δυνατότητα υποψηφιότητας και ο συνδυασμός των δύο δικαιωμάτων του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι ονομάζεται ενίοτε πλήρες δικαίωμα ψήφου[4]. Σε πολλές γλώσσες, το δικαίωμα του εκλέγειν ονομάζεται δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι παθητικό δικαίωμα ψήφου. Στην αγγλοσαξονική επικράτεια, τα συγκεκριμένα δικαιώματα ονομάζονται σε πολλές περιπτώσεις ενεργητικό και παθητικό δικαίωμα ψήφου.[5]

Το δικαίωμα ψήφου γίνεται συχνά αντιληπτό από την οπτική γωνία της εκλογής εκπροσώπων. Ωστόσο, ισχύει εξίσου για δημοψηφίσματα και πρωτοβουλίες. Η συμμετοχή σε ψηφοφορία περιγράφει όχι μόνο το νομικό δικαίωμα ψήφου, αλλά και το πρακτικό ζήτημα του κατά πόσον θα τεθεί ένα θέμα σε ψηφοφορία. Η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε ψηφοφορίας μειώνεται όταν τα σημαντικά ζητήματα αποφασίζονται μονομερώς από εκλεγμένους ή μη εκλεγμένους εκπροσώπους.

Στις περισσότερες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, όσοι κατέχουν δικαίωμα ψήφου -συνήθως όσοι βρίσκονται στην κατάλληλη ηλικία ψήφου-, μπορούν να ψηφίσουν σε εκλογές εκπροσώπους. Ψηφοφορία χορηγείται στους πολίτες όταν έχουν συμπληρώσει την ηλικία ψήφου. Το τι θεωρείται πολίτης που πληροί τις προϋποθέσεις εξαρτάται από την απόφαση της εκάστοτε κυβέρνησης και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, αλλά οι σε γενικές γραμμές οι περισσότερες δημοκρατίες δεν χορηγούν διαφορετικά δικαιώματα ψήφου επί τη βάσει του φύλου ή της φυλής. Κάτοικοι μη πολίτες μιας χώρας έχουν συνήθως δικαίωμα ψήφου σε χώρες στενά συνδεδεμένες με ενιαίο διοικητικό σύστημα (π.χ., οι πολίτες της Κοινοπολιτείας και οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης).[6]

Το δικαίωμα ψήφου στην ΕλλάδαΕπεξεργασία

Στην Ελλάδα δικαίωμα ψήφου διατηρούν όσοι Έλληνες πολίτες έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους (δηλαδή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους των εκλογών) και όσοι είναι εγγεγραμμένοι σε εκλογικούς καταλόγους ενός δήμου ή της χώρας, εφόσον δεν στερούνται του δικαιώματος του εκλέγειν. Στερούνται του δικαιώματος όσοι τελούν σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Αστικός. Επίσης, εκείνοι που διατελούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκείνοι που το στερήθηκαν για δεδομένο χρονικό διάστημα, εξαιτίας αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για εγκλήματα του ποινικού και στρατιωτικού ποινικού κώδικα.[7]

Παραπομπές σημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Houghton Mifflin Harcourt Publishing Company. «American Heritage Dictionary Entry: suffrage». Ανακτήθηκε στις 28 Ιουλίου 2015. 
  2. «Definition of "suffrage" – Collins English Dictionary». Ανακτήθηκε στις 28 Ιουλίου 2015. 
  3. «suffrage – definition of suffrage in English from the Oxford dictionary». Ανακτήθηκε στις 28 Ιουλίου 2015. 
  4. «>> social sciences >> Women's Suffrage Movement». glbtq. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουνίου 2013. 
  5. «Deprivation of the Right to Vote — ACE Electoral Knowledge Network». Aceproject.org. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουνίου 2013. 
  6. Για παράδειγμα βλ. «Who is eligible to vote at a UK general election?». The Electoral Commission ; «Can I vote?». European Parliament Information Office in the United Kingdom ; «Why Can Commonwealth Citizens Vote in the U.K.? An Expat Asks». The Wall Street Journal. 27 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2016. 
  7. «Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης». Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Ανακτήθηκε στις 11 Οκτωβρίου 2016. 

Σχετική βιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Γιάννης Ζ. Δρόσος, 1990, Το δικαίωμα ψήφου των εκτός επικρατείας Ελλήνων εκλογέων, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας,
  • Αθανάσιος Γ. Ξηρός, 1992, Το δικαίωμα της ψήφου των ναυτικών, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
  • Μάρω Παντελίδου Μαλούτα, 2007, Μισός αιώνας γυναικείας ψήφου, μισός αιώνας γυναίκες στη Βουλή, Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων.