Η Λυκία είναι μια ιστορική περιοχή στο νοτιοδυτικό άκρο της Μικράς Ασίας, στη σημερινή Τουρκία. Τα εδάφη της είναι κατανεμημένα στο δυτικό τμήμα της επαρχίας Αττάλειας, το ανατολικό τμήμα της επαρχίας Μούγλων και ένα μικρό τμήμα της επαρχίας Μπουρντούρ στην ενδοχώρα. Συνόρευε στα δυτικά με την Καρία, στα βόρεια με τη Φρυγία, στα βορειανατολικά με Πισιδία και στα ανατολικά με την Παμφυλία. Αρχαίες πηγές φαίνεται να αναφέρουν ότι μια παλαιότερη ονομασία της περιοχής ήταν Αλόπη (αρχαία ελληνικά: Ἀλόπη).[1]

Λυκία
1250 – 546 π.Χ.
Πρωτεύουσα Ξάνθος
Πάταρα
Γλώσσες Λυκιακή
Ελληνική
Πολίτευμα Αδιευκρίνιστο
Ιστορία
 -  Ίδρυση 1250 π.Χ.
 -  Περσική εισβολή 546 π.Χ.
Σήμερα Τουρκία Τουρκία
Ελλάδα Ελλάδα (Καστελλόριζο)

ΟνομασίαΕπεξεργασία

 
Το αρχαίο θέατρο της Ξάνθου

Η Λυκία στα βάθη των αιώνων είχε πολλές ονομασίες που μας παραδίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Ησύχιος την αποκαλεί Γιγαντία και Τελμιλία και λέει αυτό ήταν το όνομα της πριν ονομαστεί Λυκία.[2][3] Ο Παυσανίας με τον Ηρόδοτο λένε ότι λεγόταν Μιλυάς, με την εγκατάσταση των Κρητών του Σαρπηδόνα μετά ονομάστηκε σε Τερμιλία. Με την έλευση στην περιοχή του Λύκου ονομάστηκε Λυκία.

ΓεωγραφίαΕπεξεργασία

Τα σημαντικότερα βουνά της Λυκίας είναι Κράγος, ο Αντίκραγος, ο Μασσίκυτος, ο Κλίμαξ, ο Όλυμπος, και τα βουνά των Σολύμων. Τη διαρρέουν οι ποταμοί Ξάνθος, ο Μύρος, ο Αρύκανδος και ο Λίμυρος.

ΙστορίαΕπεξεργασία

ΜυθολογίαΕπεξεργασία

Αναφορά στη Λυκία γίνεται στην Ιλιάδα, όταν ο Πάτροκλος σκοτώνει τον εξέχοντα ήρωα της, τον Σαρπηδόνα. Εκεί επεμβαίνει ο Δίας (στίχοι Π 663-683)[4] και δίνει εντολή στον Απόλλωνα για την ανάληψη του νεκρού Σαρπηδόνα από το πεδίο της μάχης και τη μεταφορά του στην πατρική Λυκία.

ΠροϊστορίαΕπεξεργασία

Η κατοίκηση της Λυκίας ξεκινά από την προϊστορική εποχή. Τα παλαιότερα ευρήματα είναι ο οικισμός του Kataras-Semahoyuk που ανάγετε στην πρώιμη εποχή του χαλκού (2700-2300 π.Χ.) και ο οικισμός του Bagbazi της χαλκολιθικής περιόδου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι το αρχαιότερο όνομα της περιοχής ήταν Μιλυάς, την κατοικούσαν οι Μιλύαι που μιλούσαν την Μιλυακή γλώσσα, έμειναν επίσης γνωστοί με το Ενδώνυμο Σόλυμοι.[5] Στην Αρχαία ελληνική μυθολογία ο Σόλυμος ήταν ο επώνυμος ήρωας της πόλης Σόλυμα, γιος του Διός ή του Άρη και της Χαλδήνης που ήταν μία από τις Νύμφες".[6][7][8][9] Οι γιοι της Ευρώπης Σαρπηδόνας και Μίνωας συγκρούστηκαν στην γενέτειρα τους, στο νησί της Κρήτης για την βασιλεία. Ο Μίνωας ήταν ο νικητής, ο Σαρπηδόνας και οι Κρήτες οπαδοί του μετέπειτα Λύκιοι εξορίστηκαν στην γη των Μιλύων, έδωσαν στον εαυτό τους το όνομα Τερμίλαι. Τα επόμενα χρόνια ο Λύκος της Αθήνας γιος του Πανδίων Β΄ που ήταν βασιλιάς στην Αρχαία Αθήνα εξορίστηκε από τον αδελφό του Αιγέα και εγκαταστάθηκε ανάμεσα στους Τερμίλες. Ο Αθηναίος πρίγκιπας Λύκος έδωσε στους Τερμίλαι το όνομα του, στην πραγματικότητα ήταν πολύ παλιότερο αφού οι Χετταίοι την είχαν καταγράψει σαν Λούκκα που μεταφράζεται ως "φωτεινή". Σύμφωνα με αυτά τα κείμενα οι Λύκιοι σαν σύμμαχοι των Χετταίων πήραν μέρος στη μάχη του Καντές.[10] Ο Ηρόδοτος αναφέρει τέλος ότι οι κάτοικοι της Λυκίας ήταν μητρογονικοί.[11] Στην Λυκία εμφανίστηκε ο μεγάλος αρχαίος ήρωας Βελλεροφόντης που διαδέχθηκε στον θρόνο τον πεθερό του Ιοβάτη. Την Λυκία αναφέρει συχνά ο Όμηρος στην Ιλιάδα σαν σύμμαχο της Τροίας. Ο Όμηρος καταγράφει δύο μεγάλους πολεμιστές από την Λυκία : τον Σαρπηδόνα γιο του Διός και της Λαοδάμειας πιθανότατα απογόνου του πρώτου Σαρπηδόνα του αδελφού του Μίνωα και τον Γλαύκο γιο του Ιππολόχου. Τον 7ο αιώνα Ρόδιοι αποίκησαν τις ακτές της και ίδρυσαν τη Φασηλίδα τη Ροδιάπολιν και τα Κορύδαλλα.

Κλασσική περίοδοςΕπεξεργασία

Οι ιστορικές πηγές για τη Λυκία ξεκινούν όταν ο στρατός του Κύρου την κατακτά το 540 π.Χ..

Το 546 π.Χ. εισβάλουν στη Λυκία οι Πέρσες με τον στρατηγό Άρπαγο, όπως μας αναφέρει ο Ηρόδοτος οι κάτοικοι της Ξάνθου ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν και έδειξαν μεγάλο ηρωισμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Τέλος όταν είδαν ότι η πόλη θα πέσει στους Πέρσες, μάζεψαν ολα τα γυναικόπαιδα στην ακρόπολη και έβαλαν φωτιά, οι ίδιοι πραγματοποίησαν έξοδο πέφτοντας όλοι στο πεδίο της μάχης.[12] Οι Λύκιοι συμμετείχαν και στην εκστρατεία του Ξέρξη με 50 πλοία με αρχηγό τον Κυβερνίσκο, γιο του Σίκα.[13] Με το τέλος των περσικών πολέμων ο Κίμων κατέστρεψε την Ξάνθο και κατέλαβε τη Φασηλίδα. Όταν οι πόλεις της Λυκίας έγιναν ανεξάρτητες από τους Πέρσες προσχώρησαν στην Αθηναϊκή συμμαχία.

Ελληνιστική περίοδοςΕπεξεργασία

 
Αρχαίοι τάφοι στη Μάκρη της Λυκίας

Εξελληνίστηκε κατά την περίοδο του Μ. Αλεξάνδρου, όταν εκείνος την κατέκτησε ολόκληρη μαζί με την Παμφυλία θέλοντας να εξουδετερώσει τη δύναμη του Περσικού ναυτικού, αφού κυριάρχησε στα παράλια. Αφού κατέβαλε με επίθεση τα Ύπαρνα, ανέθεσε τη διοίκησή της στον παιδικό του φίλο Νέαρχο, τον οποίο όρισε ως σατράπη. Μετά τον θάνατο του πέρασε στην κυριαρχία του Αντίγονου και μετά των Πτολεμαίων. Ο Αντίοχος Γ΄ την προσάρτησε στο βασίλειο του και τέλος στους Ρωμαίους.

Οι Λυκιακές πόλεις είχαν δημιουργήσει το κοινό των Λυκίων που ήταν μια ομοσπονδία των πόλεων της Λυκίας. Από αυτές 23 πόλεις είχαν δικαίωμα ψήφου και αποφάσιζαν από κοινού σε περιπτώσεις πολέμων και συμμαχιών. Το κοινό υπήρχε από τον 3ο αιώνα π.Χ. και διατηρήθηκε και στα ρωμαϊκά χρόνια.

Χριστιανικοί χρόνοιΕπεξεργασία

Δεν είναι γνωστό πότε εκχριστιανίστηκε η Λυκία, τα Μύρα αποτελούσαν μητρόπολη με πάνω από 30 επισκοπές. Από εδώ πέρασε 3 φορές ο Απόστολος Παύλος ενώ Λύκιος ήταν και ο Άγιος Νικόλαος επίσκοπος Μύρων, όπως και ο Νίκανδρος πρώτος επίσκοπος Μύρων. Το γνωστότερο μοναστήρι της Λυκίας ήταν αυτό της Σιών, γνωστός είναι και ο «Θησαυρός της Σιών» που βρέθηκε το 1963 και αποτελείται από 71 αργυρά σκεύη της μονής.

ΒυζάντιοΕπεξεργασία

Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Λυκία αρχικά ήταν ανεξάρτητη επαρχία και αργότερα ανήκε στο θέμα των Κυβιραιωτών. Από τον 7ο έως τον 9ο αιώνα οι ακτές της Λυκίας δέχτηκαν επιδρομές Αράβων πειρατών με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των παραλιακών περιοχών της.

Λυκιακοί τάφοιΕπεξεργασία

Χαρακτηριστικό της Λυκίας είναι οι τάφοι, οι οποίοι είναι λαξευμένοι σε βράχους, διώροφοι με τριγωνική στέγη. Πολλοί έχουν ανάγλυφη διακόσμηση, ενώ στο εσωτερικό τους έχουν μεγάλων διαστάσεων σαρκοφάγους με παραστάσεις από την καθημερινή ζωή και τη μυθολογία. Τέτοιου είδους Λυκιακός Τάφος του 4ου αιώνα π.Χ. υπάρχει στο Καστελόριζο, λαξευμένος στους πρόποδες του Κάστρου.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ηρόδοτος, Ἱστοριῶν πρώτη ἐπιγραφόμενη Κλειώ
  • Ηρόδοτος, Ἱστοριῶν ἑβδόμη ἐπιγραφομένη Πολύμνια
  • Στράβωνος, Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΔ΄
  • Ομήρου, Ιλιάς, βιβλίο Π'
  • Περιοδικό CORPUS τεύχος Απριλίου 2003
  • Bryce, T.; Zahle, J. (1986). The Lycians. Vol. 1. Copenhagen: Museum Tusculanum Press. – Covers the Lycians and where they lived, their history, language, culture, cults, and their language.
  • Hill, George Francis (1897). "Catalogue of the Greek Coins of Lycia, Pamphylia, and Pisidia". A Catalogue of the Greek Coins in the British Museum. London: Trustees of the British Museum. – A presentation of the history of Lycia during the time of its minting coins, and the coins.
  • Keen, Antony G. (1998) [1992]. Dynastic Lycia: A Political History of the Lycians & Their Relations with Foreign Powers, c. 545 – 362 BC. Mnemosyne: bibliotheca classica Batavia. Supplementum. Leiden; Boston; Köln: Brill.
  • Barnett, R. D. (1975). "The Sea Peoples". In J. B. Bury; S. A. Cook; F. E. Adcock (eds.). The Cambridge Ancient History. Vol. II, part 2. Cambridge: Cambridge University Pressbarne. pp. 362–366. – Refers to many different sea peoples and their contact with Egypt and Anatolia. Also tells about the Philistines during the reign of Ramesses III.
  • Bryce, T. (1993). "Lukka Revisited". Journal of Near Eastern Studies. 51 (2): 121–130.
  • Drews, R. (1995). The End of the Bronze Age: Changes in Warfare and the Catastrophe ca. 1200 B.C. Princeton: Princeton University Press. – A description of the Egyptian evidence on the Sea Peoples.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Πρότυπο:Cite Pauly
  2. <Γιγαντία>· ἡ Λυκία τὸ πρότερον. καὶ οἱ κατοικοῦντες <Γίγαντες> q. S Ησύχιος Γλώσσαι/Γ
  3. <Τελμισεῖς>· ἔθνος περὶ Λυκίαν: <Τρεμ[ε]ιλία>· ἡ Λυκία Ησύχιος Γλώσσαι/Γ
  4. Τότε απογύμνωσαν οι Μυρμιδόνες νεκρό τον Σαρπηδόνα, τραβώντας / απ' τους ώμους του όπλα που έλαμπαν, τη χάλκινή του πανοπλία. / Αυτήν ο Πάτροκλος, ένδοξος του Μενοίτιου γιος, τη δίνει / στους εταίρους του, στα βαθουλά καράβια να τη φέρουν. / Οπότε ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει, γύρισε στον Απόλλωνα και παραγγέλλει: «Έφτασε η ώρα, Φοίβε, τώρα να κατέβεις στον ομαλό. Από τα βέλη γλίτωσε / τον Σαρπηδόνα, καθάρισε από το μαύρο αίμα το κορμί του, έπειτα / το νεκρό του σώμα αναλαμβάνοντας, απόμακρα πολύ, / στου ποταμού το ρέμα οδήγησε, κι εκεί / τον λούζεις, τον μυρώνεις με μύρο θεϊκό, / άφθαρτο ρούχο φόρεσέ του. Μετά τον εμπιστεύεσαι στους δίδυμους γοργούς ταξιδευτές, / στον Υπνο και στον Θάνατο, στα χέρια τους να τον σηκώσουν και φτάνοντας / στην ώρα τους, στο εύφορο χώμα να τον αποθέσουν της ευρύχωρης Λυκίας.[...] (Μετάφραση Δ. N. Μαρωνίτη (http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14366&m=B40&aa=1 Αρχειοθετήθηκε 2007-05-18 στο Wayback Machine.)
  5. Ηρόδοτος. 7.77
  6. Στέφανος ο Βυζάντιος, s. v. Pisidia
  7. Μέγα Ετυμολογικόν, 721. 43
  8. Αντίμαχος ο Κολοφώνιος σε Σχόλια σε Όμηρος, Οδύσσεια, 5. 283
  9. Πάπας Κλήμης Α΄ σε Τυράννιος Ρουφίνος, Recognitiones, 10. 21
  10. Περιοδικό CORPUS τεύχος Απριλίου 2003
  11. Ηρόδοτος, Ηροδότου Ιστορίαι, 1.173
  12. 176 1 Πηδασέες μέν νυν χρόνῳ ἐξαιρέθησαν. Λύκιοι δέ, ὡς ἐς τὸ Ξάνθιον πεδίον ἤλασε ὁ Ἅρπαγος τὸν στρατόν, ἐπεξιόντες καὶ μαχόμενοι ὀλίγοι πρὸς πολλοὺς ἀρετᾶς ἀπεδείκνυντο, ἑσσωθέντες δὲ καὶ κατειληθέντες ἐς τὸ ἄστυ συνήλισαν ἐς τὴν ἀκρόπολιν τάς τε γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα καὶ τὰ χρήματα καὶ τοὺς οἰκέτας, καὶ ἔπειτα ὑπῆψαν τὴν ἀκρόπολιν πᾶσαν ταύτην καίεσθαι. 2 ταῦτα δὲ ποιήσαντες καὶ συνομόσαντες ὅρκους δεινούς, ἐπεξελθόντες ἀπέθανον πάντες Ξάνθιοι μαχόμενοι. 3 τῶν δὲ νῦν Λυκίων φαμένων Ξανθίων εἶναι οἱ πολλοί, πλὴν ὀγδώκοντα ἱστιέων, εἰσὶ ἐπήλυδες· αἱ δὲ ὀγδώκοντα ἱστίαι αὗται ἔτυχον τηνικαῦτα ἐκδημέουσι καὶ οὕτω περιεγένοντο. τὴν μὲν δὴ Ξάνθον οὕτω ἔσχε ὁ Ἅρπαγος, παραπλησίως δὲ καὶ τὴν Καῦνον ἔσχε· καὶ γὰρ οἱ Καύνιοι τοὺς Λυκίους ἐμιμήσαντο τὰ πλέω.Ηροδότου, Ἱστοριῶν πρώτη ἐπιγραφόμενη Κλειώ
  13. τῶν δὲ ἐπιπλεόντων μετά γε τοὺς στρατηγοὺς οἵδε ἦσαν ὀνομαστότατοι[...]καὶ Λύκιος Κυβερνίσκος Σίκα,[...]Ηροδότου, Ἱστοριῶν ἑβδόμη ἐπιγραφομένη Πολύμνια, 98

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία