Άνοιγμα κυρίου μενού

Παύλος Καρολίδης

Έλληνας ιστορικός και πολιτικός

Ο Παύλος Καρολίδης (1849 - 26 Ιουλίου 1930) ήταν Έλληνας ιστορικός, πολιτικός και καθηγητής πανεπιστημίου. Εξελέγη βουλευτής Αϊδινίου στην Τουρκική βουλή για δύο περιόδους.[3]

Παύλος Καρολίδης
Pavlos Karolidis Greek Professor.JPG
Ο Παύλος Καρολίδης στο Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921 (1925)
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Παύλος Καρολίδης (Ελληνικά)
Γέννηση1849[1][2]
Καππαδοκία
Θάνατος26  Ιουλίου 1930
Αθήνα
ΕθνικότηταΚαππαδόκες
ΥπηκοότηταΕλλάδα
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, Μεγάλη του Γένους Σχολή, Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και Πανεπιστήμιο του Τύμπιγκεν
Επιστημονική σταδιοδρομία
Ερευνητικός τομέαςΕλληνική ιστορία
ΑξίωμαΜέλος της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας (1908, 1912)
Ιδιότηταιστορικός, πολιτικός και διδάσκων πανεπιστημίου
Υπογραφή
Pavlos Karolidis signature.jpg

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Παύλος Καρολίδης γεννήθηκε το 1849 στο Ανδρονίκιο (σημερινό Εντιρλούκ, της Καισάρειας) στην Καππαδοκία. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Καρολίδης ή Κάρλογλου ήταν ευκατάστατος γαιωκτήμονας και έμπορος σιτηρών.[4] Ανήκε σε οικογένεια λογίων, με τον αδερφό του Ιορδάνη να είναι από τους μεγαλύτερους ελληνιστές, και μέλος του Οθωμανικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπως και στους περισσότερους Έλληνες της Καππαδοκίας (Καραμανλήδες), η μητρική γλώσσα του Καρολίδη ήταν η τουρκική, αλλά παρ' αυτά φοίτησε σε ελληνικά σχολεία, συμπεριλαμβανομένων δύο εκ των μεγαλυτέρων Ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Το 1867 άρχισε να φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και το 1870 μετέβη στην Γερμανία με υποτροφία του Σίμωνος Σίνα. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Μονάχου, του Στρασβούργου και του Τύμπιγκεν, και αναγορεύθηκε διδάκτωρ το 1872.[4]

Μετά την επιστροφή του από την Γερμανία, δίδαξε αρχικά ελληνική γλώσσα σε σχολεία στο Πέραν και τη Χαλκηδόνα. Το 1876 μετεγκαταστάθηκε στη Σμύρνη για να διδάξει στην Ευαγγελική Σχολή. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1886, όταν και μετακόμισε οριστικά στην Αθήνα, την πρωτεύουσα του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου. Αφού δίδαξε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για μερικούς μήνες, εξελέγη υφηγητής Γενικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1893 διαδέχθηκε τον μεγάλο Έλληνα ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο στην έδρα της ελληνικής ιστορίας. Αρχικά, επεδίωκε την ιδέα δημιουργίας έδρας Ανατολικών Σπουδών, όπου ήταν εξοικειωμένος, αλλά η αντιπαλότητα του με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο, απομάκρυνε το ενδεχόμενο αυτό.[4] Διετέλεσε σύμβουλος[5] της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας τις περιόδους 1894-1910 και 1920-1923 και κοσμήτορας[6] της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά το ακαδημαϊκό έτος 1900-1901.

Καθώς ήταν Οθωμανός πολίτης, το 1908 εξελέγη στην Τουρκική Βουλή ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων της Σεβάστειας[7]. Το ανεξάρτητο πνεύμα του κατά τη διάρκεια της θητείας του, κυρίως με τα ένθερμα αντισλαβικά αισθήματα του και τις προσδοκίες του για Ελληνοτουρκική επαναπροσέγγιση, τον αποξένωσαν από τις Ελληνικές αξιώσεις που διακατείχαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ήταν ευθυγραμμισμένες με τις απόψεις του Βασιλείου της Ελλάδας. Έχοντας απογοητευτεί, σκέφτηκε αρχικά να επιστρέψει στην Αθήνα για να συνεχίσει στην πανεπιστημιακή του θέση, αλλά την ίδια στιγμή πείστηκε να τεθεί υποψήφιος του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος», του κόμματος των Νεότουρκων. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ισοδύναμο με εθνική προδοσία από τον ελληνικό τύπο, με τις φήμες της εποχής να αναφέρουν ακόμη πως είχε ασπαστεί το Ισλάμ. Ο Παύλος Καρολίδης εξελέγη βουλευτής και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη έως το Σεπτέμβριο του 1912. Όταν ξέσπασε πόλεμος μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βαλκανικού Συνασπισμού, στον οποίο είχε προσχωρήσει η Ελλάδα το Μάιο, ο Καρολίδης μετέβη στην Γερμανία. Επέστρεψε στην Ελλάδα προς τα τέλη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το Μάιο του 1913.[4]

Συνέχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τον Σεπτέμβριο του 1915. Όντας πεπεισμένος βασιλόφρονας, υποστήριζε τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, γεγονός που οδήγησε στην αποπομπή του από το πανεπιστήμιο μετά τη νίκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και την παραίτηση του βασιλιά τον Ιούνιο του 1917. Επανατοποθετήθηκε στο πανεπιστήμιο στις αρχές του 1921 μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, και έμεινε μέχρι το 1923 όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Οι πολιτικές απόψεις του άλλαξαν απότομα την περίοδο αυτή, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, και έγινε έντονα επικριτικός προς τη βασιλική οικογένεια. Απεβίωσε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 1930.[4]

ΈργοΕπεξεργασία

Η αρχική έρευνα του Καρολίδη κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1870 και 1880, περιστρεφόταν στην πατρική του γη την Καππαδοκία, με την έκδοση του Καππαδοκικά: Ήτοι πραγματεία ιστορική και αρχαιολογική περί Καππαδοκίας το 1874 και τις μελέτες του στην πόλη Κόμανα και την Καππαδοκική διάλεκτο να δημοσιεύονται το 1882 και το 1885 αντίστοιχα.[4]

Αν και ήταν διαπρεπής Οριενταλιστής, μετά τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παραμέλησε το πεδίο αυτό και στράφηκε προς την Ελληνική και την γενική ιστορία, σε συμμόρφωση με τις έδρες που κατείχε. Δημοσίευσε 18 συγγράμματα και 38 άρθρα κατά την περίοδο 1893–1908, συμπεριλαμβανομένου του τρίτομου έργου του Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος ενός έργου που εστιάζει στην Ελλάδα, και το ανολοκλήρωτο Παγκόσμιος Ιστορία, του οποίου μόνον τέσσερις τόμοι έχουν εκδοθεί. Το τελευταίο έργο του έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και ήταν μια από τις σπάνιες μελέτες πάνω στην ιστορική μεθοδολογία, γραμμένη στα Ελληνικά μέχρι την εποχή εκείνη. Είναι επίσης αξιωσημείωτο το έργο του ως επιμελητή έκδοσης της αναθεωρημένης έκδοσης Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου που εκδόθηκε μεταξύ 1902 και 1903.[4]

Η περίοδος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους δεν ήταν αρκετά παραγωγική για τον Καρολίδη, αλλά μετά το 1922 δημοσίευσε μερικά από τα πλέον γνωστά έργα του που σχετιζόταν με την μεταβυζαντινή περίοδο της Ελληνικής ιστορίας (Οθωμανική Ελλάδα και Σύγχρονη Ελλάδα): το επτάτομο Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από 1821 μέχρι 1921 και το Ιστορία της Ελλάδας (1925). Εν τέλει ο όγδοος τόμος της Συγχρόνου Ιστορίας εκδόθηκε το 1932, σε συνδυασμό με την έκτη έκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου.[4]

Κυριότερα έργαΕπεξεργασία

Τα κυριότερα έργα του είναι:

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Faceted Application of Subject Terminology. 313978. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας. 1508146. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. Παγκόσμιο Βιογραφικό λεξικό, εκδ. Αθηνών 1985, τόμ. 4. σ. 301 λήμμα «Φάνη Κλεάνθη»
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 Τουλουμάκος, Παντελής. «Παύλος Καρολίδης». asiaminor.ehw.gr. Εγκυκλοπαίδεια της Μικράς Ασίας - Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2016. 
  5. Λεύκωμα της εκατονταετηρίδος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Εν Αθήναις: Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. [χ.χ.] σελ. 20 (β΄ μέρος).  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |year= (βοήθεια)
  6. «ΕΚΠΑ: Κοσμητεία Φιλοσοφικής Σχολής - Ιστορικά Στοιχεία». www.deanphil.uoa.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Οκτωβρίου 2016. 
  7. Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ. Ζήτω το έθνος. Προσφυγιά, κατοχή και εμφύλιος. Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του δυτικού κόσμου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001, σελ. 100.


Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία