Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας

Βασιλιάς των Ελλήνων
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Κωνσταντίνος Α΄ (αποσαφήνιση).

Ο Κωνσταντίνος Α΄ (2 Αυγούστου 1868 - 11 Ιανουαρίου 1923) ήταν βασιλέας της Ελλάδας τις περιόδους 1913-1917 και 1920-1922. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας όπως ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βούλγαρους, η αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Καταστροφή.[1]

Κωνσταντίνος Α΄
H.M. King Constantine I of Greece.jpg
Περίοδος18 Μαρτίου 1913 - 2 Ιουνίου 1917
Στέψη18 Μαρτίου 1913
ΠροκάτοχοςΓεώργιος Α΄
ΔιάδοχοςΑλέξανδρος Α΄
Περίοδος19 Δεκεμβρίου 1920 - 14 Σεπτεμβρίου 1922
ΠροκάτοχοςΑλέξανδρος Α΄
ΔιάδοχοςΓεώργιος Β΄
Γέννηση2 Αυγούστου 1868
Αθήνα, Ελλάδα
Θάνατος11 Ιανουαρίου 1923 (54 ετών)
Παλέρμο, Ιταλία
Τόπος ταφήςΒασιλικό Κοιμητήριο, Ανάκτορα Τατοΐου, Αθήνα
ΣύζυγοςΣοφία της Ελλάδας
ΕπίγονοιΓεώργιος Β΄ της Ελλάδας
Αλέξανδρος Α΄ της Ελλάδας
Πριγκίπισσα Ελένη της Ελλάδας
Παύλος Α΄ της Ελλάδας
Πριγκίπισσα Ειρήνη, Δούκισσα της Αόστης
Πριγκίπισσα Αικατερίνη της Ελλάδας
ΟίκοςΟίκος της Ελλάδας
ΠατέραςΓεώργιος Α΄ της Ελλάδας
ΜητέραΌλγα της Ελλάδας
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας. Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και έλαβε το όνομα του παππού του, του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Ήταν ένα όνομα με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση για τους Έλληνες που είχαν ενστερνιστεί τη Μεγάλη Ιδέα.

Κατά τη γέννησή του, ο Γεώργιος του έδωσε τον τίτλο του «Δουκός της Σπάρτης» αλλά τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε αυτή την απόφαση (μετά από έντονη διαμάχη στη Βουλή, καθώς το Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή ή αναγνώριση τίτλων ευγενείας σε Έλληνες). Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Το 1886 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1889 ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε στην Αθήνα τη Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Β΄, με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τρία από τα οποία βασίλευσαν:

Ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897Επεξεργασία

Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την αρχιστρατηγία. Μετά τον πόλεμο, η κυβέρνηση Θεοτόκη του ανέθεσε την αναδιοργάνωση του στρατεύματος.

Κίνημα στο ΓουδίΕπεξεργασία

Η προνομιακή και αντισυνταγματική θέση των βασιλοπαίδων στο ελληνικό στράτευμα όπως και ο αυταρχικός τρόπος διοίκησης του διαδόχου Γεωργίου προκαλούσαν προβλήματα και έντονη δυσαρέσκεια. Έτσι, το 1909 αντιφρονούντες Έλληνες αξιωματικοί του Στρατιωτικού Συνδέσμου οργάνωσαν κίνημα -που έμεινε στην ιστορία ως το Κίνημα στο Γουδί- για να αναδιοργανώσουν τη χώρα. Ένα από τα στοιχεία της κριτικής τους αποτέλεσε η μεροληπτική μεταχείριση στις προαγωγές του Διαδόχου και των αδελφών του, όπως και η αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Για να μην αναγκαστεί ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ να τους αποπέμψει από το στράτευμα, οι πρίγκιπες παραιτήθηκαν.[εκκρεμεί παραπομπή]

 
Λαϊκή λιθογραφία του 1913 που εικονίζει των Κωνσταντίνο ως «Κωνσταντίνο ΙΒ΄», νόμιμο διάδοχο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Βαλκανικοί ΠόλεμοιΕπεξεργασία

 
Ο θυρεός του Κωνσταντίνου του Α΄, ως Στρατάρχη του Ελληνικού Στρατού

Το 1912 τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (βλ. Βαλκανικοί πόλεμοι). Με ηγέτη τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο, ο Ελληνικός Στρατός νίκησε τους Τούρκους στις μάχες του Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών και απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος μετέβη στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου οδήγησε σε επιτυχές πέρας την πολιορκία του Μπιζανίου, καταλαμβάνοντας τα Ιωάννινα και απελευθερώνοντας όλη την Ήπειρο, συμπεριλαμβανομένης της Βορείου Ηπείρου (Χειμάρα, Άγιους Σαράντα, Αργυρόκαστρο, Κορυτσά).

Πρώτη περίοδος βασιλείας τουΕπεξεργασία

 
Ο Κωνσταντίνος κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων

Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄, στις 18 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο. Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε πάλι Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, οδηγώντας τον σε νέες νίκες κατά των Βουλγάρων, οι οποίες όμως κόστισαν πολύ σε ζωές. Ο Ελληνικός στρατός κατέλαβε όλη την ανατολική Μακεδονία και δυτική Θράκη και έφθασε στα πρόθυρα της Σόφιας (η δυτική Θράκη επιστράφηκε στη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου).

Η νικηφόρα ηγεσία του τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή στον λαό, μέρος του οποίου ήδη τον ονόμαζε «Κωνσταντίνο ΙΒ΄» και περίμενε από αυτόν και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο την πραγματοποίηση της "Μεγάλης Ιδέας".[εκκρεμεί παραπομπή] Ένα ακόμα προσωνύμιο που του αποδόθηκε, κυρίως από τους βασιλόφρονες οπαδούς του, ήταν "ο γιος του αητού".[εκκρεμεί παραπομπή]

Α΄ Παγκόσμιος ΠόλεμοςΕπεξεργασία

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε σε δυσχερή θέση λόγω της συμφωνίας που είχε συνάψει με την Σερβία, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης προς τη Σερβία έπρεπε να προστρέξει σε βοήθεια. Ταυτόχρονα, όμως, εμφανίστηκε ρήγμα μεταξύ των δύο ανώτατων πολιτειακών αρχόντων της χώρας σχετικά με την στάση της Ελλάδας στον πόλεμο. Ο Βενιζέλος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να σταθεί στο πλευρό της Αγγλίας και της Γαλλίας ενώ ο Κωνσταντίνος ότι έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη. Ο Κωνσταντίνος, παρά την συγγενική σχέση που είχε με την βασιλική οικογένεια της Γερμανίας (η σύζυγος του ήταν αδελφή του Κάιζερ) και την βασιλική οικογένεια της Ρωσίας (η μητέρα του Βασίλισσα Όλγα) η οποία ήταν αρχικά σύμμαχος της Αντάντ, γνώριζε πολύ καλά ότι η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία, ενώ και τα ανταλλάγματα που μπορούσε να προσφέρει η Γερμανία ήταν περιορισμένα. Έτσι ευνοούσε την ουδετερότητα. Αυτή η ουδετερότητα όμως ήταν ευμενή προς την Αντάντ καθώς η πρόταση του Κωνσταντίνου ήταν η εκ μέρους της Αντάντ εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας του διπλασιασμένου Ελληνικού κράτους και των εδαφικών ανταλλαγμάτων μετά τον πόλεμο, σε αντίθεση με τον Βενιζέλο που πρότεινε την άνευ όρων συμμαχία μας με την Αντάντ. Μάλιστα, σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου είχε δηλώσει: «Να έχετε υπόψη σας πως δεν υποστηρίζω πως δεν θα βγούμε στον πόλεμο-φυσικά στο πλευρό της Αντάντ, αφού τα συμφέροντά μας συνδέονται στο σύνολό τους με αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν θα πολεμούσαμε εναντίον της και δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να το διανοείται».

Ταυτόχρονα όμως, ο αγγλόφιλος Βενιζέλος διαπραγματευόταν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ, που ζητούσε, μέσω του Σερ Φράνσις Έλλιοτ, να εκστρατεύσει η Ελλάδα στη Σερβία προς βοήθειά της. Επίσης να δοθούν εδάφη της ανατολικής Μακεδονίας (Καβάλα-Σέρρες-Δράμα) στην Βουλγαρία (ώστε να βγει κι αυτή στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ), με αντάλλαγμα να έπαιρνε, η Ελλάδα, ίσης έκτασης εδάφη στην Μικρά Ασία από την Τουρκία μετά το πέρας του πολέμου.[εκκρεμεί παραπομπή]. Ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, η πίεση για την έξοδο της Ελλάδος στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ αυξήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έφτασε κοντά στο να εγκρίνει την εισήγηση του Βενιζέλου για ελληνική συμμετοχή στην Εκστρατεία των Δαρδανελλίων (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1915), αλλά ο εκτελών χρέη Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, τον προειδοποίησε ότι η εκστρατεία θα αποτύχει, μεταπείθοντάς τον. Αντιδρώντας σε αυτή την στρατιωτική προειδοποίηση, ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, επισημοποιώντας έτσι τη ρήξη των δύο ανδρών. Η αντιβενιζελική παράταξη συσπειρώθηκε πια γύρω από τον Βασιλιά.

Εντούτοις, οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου κέρδισαν τις εκλογές στις 31 Μαΐου του 1915 και τον Σεπτέμβριο, σε αντίδραση προς τη βουλγαρική επιστράτευση, που στρεφόταν εμφανώς κατά της Σερβίας, ο Βενιζέλος κάλεσε προσωπικά -χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου- τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη[εκκρεμεί παραπομπή], σε βοήθεια των Σέρβων.

Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να προχωρήσει σε επιστράτευση, για λόγους άμυνας εν όψει πιθανής βουλγαρικής επίθεσης. Η αποβίβαση των Συμμάχων προκάλεσε πολιτική κρίση, αλλά ο Βενιζέλος κατόρθωσε να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Ο Κωνσταντίνος όμως, την ίδια ημέρα, υπερβαίνοντας τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, απέπεμψε τον Πρωθυπουργό και έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο Ζαΐμης όμως απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, οπότε ο Κωνσταντίνος έδωσε την εντολή στον υπέργηρο Στέφανο Σκουλούδη, ο οποίος, με βασιλικό διάταγμα, διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε νέες εκλογές για τον Δεκέμβριο, από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν.

Παράδοση Ανατολικής Μακεδονίας στους Βούλγαρους από τη φιλοβασιλική κυβέρνησηΕπεξεργασία

 
Βρετανική γελοιογραφία ειρωνεύεται την αδράνεια του βασιλιά Κωνσταντίνου κατά τη βουλγαρική εισβολή στη Μακεδονία. Ο Βούλγαρος βασιλιάς Φερδινάνδος μπαίνει από το παράθυρο ρωτώντας Ενοχλώ; και ο Κωνσταντίνος του απαντά Όχι. Νιώσε σαν στο σπίτι σου.

Ακολούθησε ένα εξάμηνο διακυβέρνησης από τη φιλοβασιλική Κυβέρνηση Σκουλούδη, κατά το οποίο η Ελλάδα βρισκόταν ταυτόχρονα σε ουδετερότητα και επιστράτευση και κατά το οποίο οι δυνάμεις της Αντάντ, υπό τον Γάλλο στρατηγό Μωρίς Σαράιγ (Maurice Sarrail), επέκτειναν σταδιακά την κυριαρχία τους στη Βόρεια Ελλάδα και το Αιγαίο, αγνοώντας σχεδόν την ελληνική κυβέρνηση.

Μετά την κατάληψη του φρουρίου Ντοβά Τεπέ απ'την Αντάντ, η κυβέρνηση στην Αθήνα για να δημιουργήσει τετελεσμένο γεγονός υπέρ των Γερμανών, ή να επιδείξει ουδετερότητα προς τις Κεντρικές Δυνάμεις, αποφάσισε την παράδοση του φρουρίου Ρούπελ και αργότερα της Ανατολικής Μακεδονίας στους Γερμανοβούλγαρους. Ειδικότερα, ο πρωθυπουργός Σκουλούδης, ο υπουργός Στρατιωτικών Γιαννακίτσας, ο τότε αναπληρωτής του επιτελάρχη του Στρατού (και κατοπινός δικτάτορας) Ιωάννης Μεταξάς, με τη σύμφωνη γνώμη του φιλογερμανού βασιλιά Κωνσταντίνου, αποφάσισαν την αμαχητί παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Γερμανοβούλγαρους, στις 26 Μαΐου 1916[2][3][4]

Ο ιστορικός Γ. Βεντήρης έγραψε πως η παράδοση του Ρούπελ αποτέλεσε «αἶσχος εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Ἑλληνισμού».[5]

 
Το 1914 η πόλη της Δράμας είχε πληθυσμό 25.000 κατοίκων, εκ των οποίων 4.000 πέθαναν από πείνα και ασθένειες κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1916-18 (αρχείο Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α.).

Στη συνέχεια έγινε η παράδοση της Καβάλας στις Γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις και η παράδοση του ελληνικού Δ' Σώματος Στρατού, με περισσότερους από 7.000 αξιωματικούς και στρατιώτες που κατέληξαν αιχμάλωτοι στο γερμανικό στρατόπεδο του Γκέρλιτς στα γερμανοπολωνικά σύνορα.[6][7] Ακολούθησε η πολύνεκρη για τον Ελληνισμό Β΄ Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας (1916-1918). Στη διάρκεια της Β' Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918) ο ελληνικός πληθυσμός στις πόλεις και τα χωριά υπέστη διώξεις, λιμοκτονία, ομηρίες καθώς και συλλήψεις, φυλακίσεις, βιαιοπραγίες και βασανισμούς από τη μυστική βουλγαρική αστυνομία και τον κατοχικό βουλγαρικό στρατό. Ως αποτέλεσμα χιλιάδες Έλληνες έχασαν τη ζωή τους.[8][9][10][11][12]

Αντίδραση Αντάντ και Κίνημα Εθνικής ΑμύνηςΕπεξεργασία

Ο Σαράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, καταργώντας ουσιαστικά την ελληνική κυριαρχία στις υπό συμμαχικό έλεγχο περιοχές και απαίτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού. Όταν δε τον Αύγουστο ξεκίνησε η βουλγαρική προέλαση στη Μακεδονία, ο βουλγαρικός κίνδυνος ώθησε πολλούς βενιζελικούς αξιωματικούς να οργανώσουν το Κίνημα Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, το οποίο ο Βενιζέλος υποστήριξε.

Πρώτη εξορίαΕπεξεργασία

Η δημιουργία του «Κράτους Εθνικής Αμύνης» με έδρα τη Θεσσαλονίκη, σε συνδυασμό με τις αξιώσεις των Συμμάχων για παράδοση του στόλου και λοιπού οπλισμού, οδήγησαν σε συγκρούσεις με Γάλλους και Βρετανούς ναύτες (που οδήγησαν και στον βομβαρδισμό των Ανακτόρων) εναντίων μονάδων του ελληνικού στρατού στην Αθήνα και των Επιστράτων (τα λεγόμενα Νοεμβριανά). Επεισόδια σημειώθηκαν και κατά επιφανών βενιζελικών, καθώς και με το περίφημο «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου, στο οποίο μάλιστα πρωτοστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α΄. Τα γεγονότα αυτά επέφεραν την οριστική ρήξη ανάμεσα στον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τις δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στη «βασιλική Ελλάδα», με έδρα την Αθήνα. Για τους συμμάχους ο Κωνσταντίνος ήταν πλέον "ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ευρώπη μετά τον Κάιζερ Γουλιέλμο".

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από τον νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει τον θρόνο, προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Επικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των "Προστάτιδων Δυνάμεων", το οποίο κατά την άποψή τους είχαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Έτσι ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στα μάτια της κοινής γνώμης ως προστάτης της ελληνικής ανεξαρτησίας και αύξησε κατακόρυφα τη δημοφιλία του. Ο Διάδοχος Γεώργιος Β' θεωρήθηκε από την Αντάντ ακατάλληλος για τη διαδοχή, καθώς είχε υπηρετήσει στον γερμανικό στρατό. Έτσι ο Κωνσταντίνος, χωρίς να παραιτηθεί επισήμως, αναχώρησε με την οικογένειά του για την Ελβετία φεύγοντας κρυφά από τον Ωρωπό (και ενώ χιλιάδες κλαίγοντας είχαν συγκεντρωθεί για να αποτρέψουν την αποχώρησή του) και στον θρόνο ανέβηκε ο δευτερότοκος υιός του Αλέξανδρος. Οι περισσότερες εξουσίες παραδόθηκαν στον Βενιζέλο.

Τον Ιούλιο του 1917 η Ελλάδα κήρυξε και επισήμως τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Στηριζόμενος στην είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Βενιζέλος προέβαλε τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις -που περιλάμβαναν και τη Σμύρνη- στη Διάσκεψη των Παρισίων που έλαβε χώρα στις Βερσαλίες. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου». Τον Οκτώβριο του 1920 ο Βενιζέλος ζήτησε τη συμμαχική συναίνεση για μια ελληνική προέλαση προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, ώστε να χτυπήσει το αντιστασιακό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ, το οποίο έπραττε επιθέσεις εντός της ελληνικής ζώνης. Και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διεθνείς πολιτικοί ελιγμοί, ο βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε αιφνιδίως από δάγκωμα μαϊμούς στο βασιλικό κτήμα του Τατοΐου.

Δεύτερη περίοδος βασιλείας του - Μικρασιατική ΚαταστροφήΕπεξεργασία

Ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και εγκατέλειψε τη χώρα. Με δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος επανήλθε στον Θρόνο, επιστρέφοντας στη χώρα δύο εβδομάδες αργότερα από τη Βενετία με το "Αβέρωφ". Οι σύμμαχοι έως τότε, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί χρησιμοποίησαν ως πρόφαση την επιστροφή του Κωνσταντίνου και παρέδωσαν διακοινώσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του Κράτους και έπαψαν να την υποστηρίζουν την Ελλάδα στρατιωτικά και διπλωματικά. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.[13]

Μετά την αποτυχία κάθε διαπραγμάτευσης που είχε ο Γούναρης με τους Συμμάχους στην Ευρώπη, ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση αποφάσισαν τη συνέχιση του πολέμου με την Τουρκία, παρά τις αντιρρήσεις του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάιο του 1921 ο Βασιλιάς αναχώρησε για να αναλάβει τυπικά την αρχιστρατηγία του στρατού στη Μικρά Ασία και να εμψυχώσει τους στρατιώτες. Στα τέλη του ίδιου χρόνου επέστρεψε στην Αθήνα λόγω κλονισμού της υγείας του.

Στις 20 Ιουλίου 1922, με ομόφωνη απόφαση της ελληνικής Βουλής (η ακριβής σύνθεση της Βουλής είναι άγνωστη έλλειψη πρακτικών) και υπογραφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του υπουργού Δικαιοσύνης Γούναρη, δημοσιεύτηκε ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής» ώστε να απαγορευθεί η μαζική είσοδος Μικρασιατών στην Ελλάδα (καθώς ο φόβος για μια επερχόμενη ήττα του ελληνικού στρατού είχε ήδη δημιουργήσει προσφυγικό ρεύμα των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία). Εξαιτίας και του νόμου αυτού πολλοί Έλληνες Μικρασιάτες εγκλωβίστηκαν αργότερα και έπεσαν θύματα σφαγών από τον τακτικό τουρκικό στρατό και τους τσέτες (άτακτους Τούρκους)[14][15][16], ενώ και μετά την καταστροφή, η βοήθεια από ελληνικά πολεμικά πλοία προς αυτούς ήταν περιορισμένη λόγω του κινήματος της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 (που οργανώθηκε για την ανατροπή του Κωνσταντίνου).

Τον Αύγουστο του 1922 ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε από τους Τούρκους και ακολούθησαν τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής με την κατάληψη, τη λεηλασία και την πυρπόληση της Σμύρνης από τον τακτικό τουρκικό στρατό και άτακτους Τούρκους, καθώς και την εξόντωση του χριστιανικού πληθυσμού της.

Δεύτερη εξορία και θάνατοςΕπεξεργασία

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο στρατός και στόλος, που είχε καταφύγει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, εξεγέρθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 υπό την ηγεσία των Συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά, και απαίτησε την παραίτηση της κυβέρνησης και την αποχώρηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1922 ο θρόνος πέρασε στο Διάδοχο Γεώργιο, ο οποίος ονομάστηκε Γεώργιος Β΄.

 
Ο τάφος του Κωνσταντίνου του Α΄ στο Τατόι

Στις 11 Ιανουαρίου του 1923, ο Κωνσταντίνος Α΄ πέθανε σε ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας από ανακοπή καρδιάς. Ο Κωνσταντίνος ήταν από καιρό άρρωστος καθώς έπασχε από χρόνια νεφρίτιδα, ενώ το καλοκαίρι του 1921 όταν βρισκόταν στην Κιουτάχεια υπέστη καρδιακή προσβολή που τον είχε αφήσει αναίσθητο για ώρες. [17] Ο Βενιζέλος ζήτησε με τηλεγράφημά του να μεταφερθεί η σορός στο Τατόι αφού αποβιβασθεί στον Ωρωπό, χωρίς την τέλεση επίσημης κηδείας. [18] Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας στην Ιταλία. Με την αποκατάσταση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας το 1935, τέθηκε το θέμα της επιστροφής της σορού του στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, Βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του Βασίλισσας Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης εκτός Ελλάδας. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936, από όπου με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.

ΠροσωπικότηταΕπεξεργασία

Ορισμένες πληροφορίες για τη προσωπικότητα του βασιλιά Κωνσταντίνου λαμβάνουμε από τη συνέντευξή του με την δημοσιογράφο Μαίρη Μπόιλ ο' Ρέιλι της εφημερίδας The Day Book από το Σικάγο, τον Ιανουάριο του 1914. Η δημοσιογράφος, γενικώς πολύ εντυπωσιασμένη από τον Βασιλιά τον περιγράφει ως "ένας γεννημένος ηγέτης των ανδρών, ξύπνιος, παρορμητικός, ιδεαλιστικός, με ελκυστική προσωπικότητα" και θαυμαστής της Αμερικής. Η δημοσιογράφος επίσης κάνει λόγο εντυπωσιασμένη για την απλότητα του χαρακτήρα του η οποία διέφερε από το Ευρωπαϊκό τυπικό, καθώς περιγράφει πως όταν αυτή τον συνάντησε στο γραφείο του, ο Κωνσταντίνος χωρίς σκέψη σηκώθηκε για να της σφίξει το χέρι, μια συμπεριφορά σπάνια για βασιλιά της εποχής. Επίσης σχολίασε την απλότητα του ντυσίματός του, την οποία χαρακτήρισε ως την "πιο απλοϊκή στο ίδιο του το παλάτι".

Στη συνέντευξη ο Βασιλιάς μίλησε για διάφορα θέματα όπως τους Βαλκανικούς πολέμους και το αίσθημα του καθήκοντος που ένιωθαν όλοι οι Έλληνες προς τη πατρίδα τους, οι οποίοι ήρθαν από όλον τον κόσμο για να πολεμήσουν. Επίσης σχολίασε ότι με το τέλος του πολέμου έχει φτάσει η ώρα για την κατεστραμμένη Ελλάδα να ανοικοδομηθεί και να προοδεύσει πάνω στα εύφορα καινούργια εδάφη της, εξηγώντας "Οι κατακτήσεις δεν προσφέρουν πολιτισμό, αλλά μόνο την ευκαιρία να χτιστεί πολιτισμός". Ακόμη σχολιάζει εντυπωσιασμένος για τον αριθμό των Εβραίων που υπήρχαν στην Θεσσαλονίκη, και εξηγεί πως δεν πρέπει να διαφοροποιούνται καθώς "είμαστε όλοι Έλληνες". Όταν η δημοσιογράφος τον ρώτησε για την άποψη του σχετικά με έναν τρίτο Βαλκανικό Πόλεμο αυτός αποκρίθηκε "Θεέ μου δώσε μας Ειρήνη!" [19]

Πίνακας προγόνωνΕπεξεργασία

Ο Κωνσταντίνος Α' στις ΤέχνεςΕπεξεργασία

Στην τηλεόραση και τον κινηματογράφος ο Κωνσταντίνος Α' ενσαρκώθηκε ως ρόλος στις ακόλουθες παραγωγές:

  • Στην ταινία Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 - 1927 (1980) ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' ερμηνεύεται από τον Γιάννη Βόγλη.[20]
  • Στην αμερικανική σειρά The First Olympics: Athens 1896 (1984) τον Κωνσταντίνο Α' (ως διάδοχο) έπαιξε ο Άλκης Παναγιωτίδης.[21]
  • Στην τηλεοπτική σειρά της ΕΤ1 Ακριβή μου Σοφία (1990) τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α' ενσάρκωσε ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος.[22]
  • Στο θεατρικό έργο Ελευθέριος Βενιζέλος, του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου (2016-18), σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόρτζου, με τον Γιάννη Μόρτζο στο ρόλο του Ε. Βενιζέλου, τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α' ενσάρκωσε ο Βασίλης Σαμαριτάκης.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ζολώτα, Αναστασίου Π. (1995). Η Εθνική Τραγωδία. Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίας Διοικήσεως. σελίδες 3–80. 
  2. Σπύρος Κουζινόπουλος, Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 19-20.
  3. Βασίλης Χ. Ριτζαλέος, Οι εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Αρχειοθετήθηκε 2019-09-13 στο Wayback Machine., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης-Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 34.
  4. Τσέκου, Κατερίνα (1 Αυγούστου 2010). «Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2019. 
  5. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  6. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  7. «Η ντροπή του εθνικού διχασμού». Μηχανή του Χρόνου. 29 Απριλίου 1941. Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  8. Η βουλγαρική εισβολή στην Ανατ. Μακεδονία -του Ιακωβου Μιχαηλιδη, εφημερίδα Καθημερινή 25.09.2011
  9. Τετράδια Βουλγαρικῆς Κατοχῆς, Ἀνατολική Μακεδονία 1916-1918, ἐπιμέλεια Ν. Ρουδομέτωφ, τ. 2ος, Ἱστορικό Λογοτεχνικό Ἀρχεῖο Καβάλας, Καβάλα 2008.
  10. Β.Σ. Κάρτσιου, Ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κατά τή 2η Βουλγαρική Κατοχή (1916-18), ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2010.
  11. Βασίλης Χ. Ριτζαλέος, Οι εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Αρχειοθετήθηκε 2019-09-13 στο Wayback Machine., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης-Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 34.
  12. Τσέκου, Κατερίνα (1 Αυγούστου 2010). «Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2019. 
  13. Ζολώτα, Αναστασίου Π. (1995). Η Εθνική Τραγωδία. Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίας Διοικήσεως. σελίδες 44 και 58. 
  14. 17.04.2016, Εφημερίδα των Συντακτών, Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες, Τάσος Κωστόπουλος
  15. Η απαγόρευση εξόδου των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και η παράδοσή τους στους κεμαλικούς, huffingtonpost, 06/10/2018
  16. Πώς ήρθαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1922;, tvxs.gr, 15 Φεβ. 2020
  17. Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τόμος πρώτος,εκδ.Κάκτος, Αθήνα, 1997, σελ.64
  18. Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τόμος πρώτος,εκδ.Κάκτος, Αθήνα, 1997, σελ.65
  19. https://chroniclingamerica.loc.gov/lccn/sn83045487/1914-01-05/ed-2/seq-13/
  20. Ελευθέριος Βενιζέλος: 1910-1927, retrodb
  21. The First Olympics: Athens 1896 Αρχειοθετήθηκε 2016-09-13 στο Wayback Machine., retrodb
  22. Ακριβή μου Σοφία, retrodb

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία


Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Γεώργιος Α΄
Βασιλεύς των Ελλήνων
1913-1917
Διάδοχος
Αλέξανδρος Α΄
Προκάτοχος
Αλέξανδρος Α΄
Βασιλεύς των Ελλήνων
1920-1922
Διάδοχος
Γεώργιος Β΄