Άνοιγμα κυρίου μενού

Γεώργιος Θεοτόκης

Έλληνας πολιτικός, πρωθυπουργός της Ελλάδας

Ο Γεώργιος Ν. Α. Θεοτόκης (Κέρκυρα, 10/22 Φεβρουαρίου 1844Αθήνα, 12 Ιανουαρίου[1] 1916/ 25 Ιανουαρίου 1916) ήταν Έλληνας πολιτικός, ο οποίος ανήκε στην ιστορική κερκυραϊκή οικογένεια των Θεοτόκη, του κλάδου των Νταβιάτζο (Daviazzo) ή Πολιτικών, και διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της χώρας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Γεώργιος Θεοτόκης
Aspiotis κζ George Theotokis.jpg
Πρωθυπουργός της Ελλάδας
Περίοδος
2 Απριλίου 1899 – 12 Νοεμβρίου 1901
Προκάτοχος Αλέξανδρος Ζαΐμης
Διάδοχος Θεόδωρος Δηλιγιάννης
Περίοδος
14 Ιουνίου 1903 – 28 Ιουνίου 1903
Προκάτοχος Θεόδωρος Δηλιγιάννης
Διάδοχος Δημήτριος Ράλλης
Περίοδος
6 Δεκεμβρίου 1903 – 16 Δεκεμβρίου 1904
Προκάτοχος Δημήτριος Ράλλης
Διάδοχος Θεόδωρος Δηλιγιάννης
Περίοδος
8 Δεκεμβρίου 1905 – 7 Ιουλίου 1909
Προκάτοχος Δημήτριος Ράλλης
Διάδοχος Δημήτριος Ράλλης
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 1844
Κέρκυρα
Θάνατος 12 Ιανουαρίου 1916 (72 ετών)
Αθήνα
Εθνικότητα Ελληνική

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Γεώργιος Θεοτόκης ήταν τριτότοκος γιος του Νικολάου-Ανδρέα Θεοτόκη και της Αδελαΐδας Βεντούρα από την Κέρκυρα.[2] Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ιόνιο Γυμνάσιο, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Ιονίου Πανεπιστημίου. Το 1861 έλαβε το πτυχίο του από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και με υποτροφία από το Μοτσενίγειο Κληροδότημα συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή της Σορβόνης. Στις 5 Μαρτίου του 1868 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του με τίτλο Droit Romain: De fidejussoribus-Droit Français: Du Cautionnement («Περί εγγυήσεως, κατά το ρωμαϊκό και το γαλλικό δίκαιο»), πόνημα το οποίο αποτελεί μια αυστηρά νομική μελέτη συγκριτικού δικαίου.[3]

Με την επάνοδό του στην Κέρκυρα, το καλοκαίρι του 1868, άρχισε να εργάζεται ως δικηγόρος, ενώ είχε και σύντομες θητείες ως πάρεδρος στο Πρωτοδικείο της Κέρκυρας και ως πρωτοδίκης στο Μεσολόγγι.[4] Η διευθέτηση εκκρεμών οικογενειακών υποθέσεων ώθησε τον Θεοτόκη να μεταβεί και να παραμείνει για 13 περίπου μήνες στη Ρωσία κατά τα έτη 1870-1871.

Η ενασχόλησή του με την ενεργό πολιτική ξεκίνησε το 1872. Τότε συμμετείχε για πρώτη φορά στις εθνικές εκλογές αλλά δεν εξελέγη, όπως επίσης και στις εκλογές του 1874.

Το 1875 συνήψε γάμο με την Αμαλία, θυγατέρα του Μιχαήλ και της Αναστασίας Δήμα.[5]

Το 1879 έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές και εκλέχθηκε θριαμβευτικά δήμαρχος Κερκυραίων με ποσοστό 65%. Το 1883 επανεκλέχθηκε δήμαρχος. Ως δήμαρχος εκτέλεσε σημαντικά έργα οδοποιίας στην πόλη και στα προάστια Γαρίτσα και Μαντούκι, όπως η διαμόρφωση της παραλιακής οδού του κόλπου της Γαρίτσας με πλακόστρωτο πεζοδρόμιο έως τον Ανεμόμυλο, η διάνοιξη των δρόμων στην περιοχή του Κανονιού, ο φωτισμός της πόλης με φανοστάτες γκαζιού. Φρόντισε επίσης για την αναβάθμιση των υπηρεσιών καθαριότητας, τη βελτίωση της παρεχόμενης υγειονομικής προστασίας και περίθαλψης των πολιτών και την εξασφάλιση χρηματοδότησης προκειμένου να προχωρήσει η ανοικοδόμηση δημοσίων κτηρίων. Έδειξε ενδιαφέρον για την παιδεία προσπαθώντας να βελτιώσει την κατάσταση στη δημοτική εκπαίδευση, που τότε ανήκε στις αρμοδιότητες του δήμου, ενώ ενίσχυσε τις τέχνες και τη θεατρική ψυχαγωγία των Κερκυραίων.[6]

Στις 7 Απριλίου του 1885 εγκατέλειψε τη θέση του δημάρχου και ξεκίνησε την κοινοβουλευτική του σταδιοδρομία. Εξελέγη βουλευτής του Τρικουπικού Κόμματος, μετά από πρόσκληση του ίδιου του Χαρίλαου Τρικούπη.

Το Μάιο του 1886, του ανατέθηκε το Υπουργείο Ναυτικών στην κυβέρνηση του Τρικούπη. Επί υπουργίας Θεοτόκη αναζητήθηκαν και εξασφαλίστηκαν οικονομικοί πόροι για τις παραγγελίες των θωρηκτών «Σπέτσαι», «Ύδρα» και «Ψαρά», και βελτιώθηκε σημαντικά η κατάσταση στο Πολεμικό Ναυτικό, καθώς έλαβε σχετικά μέτρα, όπως η δημιουργία νέου οργανισμού, η αύξηση της θητείας και η καλύτερη εκπαίδευση των πληρωμάτων μέσω της δημιουργίας πολλών ναυτικών σχολών.[7]

Αργότερα, το 1889, ο Τρικούπης ανέθεσε στον Θεοτόκη ταυτόχρονα και το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, μετά την παραίτηση του προκατόχου του, Παναγιώτη Μανέτα. Με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού-καθηγητή Χρ. Παπαμάρκου, ο Θεοτόκης ετοίμασε και κατέθεσε στη Βουλή άρτια, ολοκληρωμένα και προοδευτικά για την εποχή νομοσχέδια για την αναβάθμιση της Παιδείας, μέσα από τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, τα οποία όμως εμπόδισε να ψηφισθούν η αντιπολίτευση Δηλιγιάννη.[8]

Στις εκλογές που διεξήχθησαν το 1890 το κόμμα του Τρικούπη ηττήθηκε και σχηματίσθηκε κυβέρνηση υπό τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, το 1892, επικράτησε το τρικουπικό κόμμα και σχηματίσθηκε κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη, στην οποία ο Θεοτόκης ανέλαβε το υπουργείο των Εσωτερικών. Εξαιτίας των οικονομικών ανωμαλιών και της μη συνεννόησης των δανειστών του κράτους για το διακανονισμό των χρεών της Ελλάδας, την άνοιξη του 1893 απεστάλη ο Θεοτόκης στο Λονδίνο προκειμένου να διαπραγματευτεί με τους κυριότερους κατόχους ελληνικών χρεογράφων και να συναφθεί νέο δάνειο. Οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία καθώς οι Άγγλοι κεφαλαιούχοι δεν εμπιστεύονταν την ελληνική αξιοπιστία, και η κυβέρνηση παραιτήθηκε το Μάιο του ίδιου έτους.[9]

Οι ραγδαίες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις και μεταβολές των επομένων ετών προκάλεσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια και οδήγησαν σε οδυνηρή ήττα το τρικουπικό κόμμα στις εκλογές του 1895. Τότε αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική ζωή του τόπου ο Χαρίλαος Τρικούπης και το κόμμα του έμεινε χωρίς ηγεσία, ενώ την επόμενη χρονιά απεβίωσε στις Κάννες. Το Νοέμβριο του 1898 πρώην και εν ενεργεία βουλευτές του τρικουπικού κόμματος ανέδειξαν τον Γεώργιο Θεοτόκη στην ηγεσία του φορέα, που μετασχηματίστηκε προοδευτικά στο επονομαζόμενο Θεοτοκικό κόμμα.[10]

Από το 1899 έως τα μέσα του 1909, ο Θεοτόκης διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, με μακροβιότερη την τελευταία θητεία του.[11] Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη κυβέρνηση Θεοτόκη σχηματίστηκε στις 2 Απριλίου του 1899 με σκοπό να εφαρμόσει το καταρτισμένο πολιτικό του πρόγραμμα, που προέβλεπε μεταρρυθμίσεις σε όλους τους κλάδους της δημόσιας διοίκησης, και σειρά μέτρων για την ανάκαμψη της οικονομίας. Ωστόσο, το Νοέμβριο του 1901 ο Θεοτόκης παραιτήθηκε εξαιτίας των αιματηρών επεισοδίων που σημειώθηκαν στην πρωτεύουσα σε λαϊκή εξέγερση που προκλήθηκε με αφορμή το ζήτημα των μεταφράσεων του Ευαγγελίου.[12] Τον Θεοτόκη διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Το επόμενο έτος διενεργήθηκαν βουλευτικές εκλογές και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, το Νοέμβριο του 1902. Στηριζόμενος όμως σε ισχνή πλειοψηφία ο Δηλιγιάννης ανατράπηκε και στις 14 Ιουνίου του 1903 ανέλαβε ο Γεώργιος Θεοτόκης την πρωθυπουργία για δύο μόνο εβδομάδες, έως τις 28 του ίδιου μήνα, οπότε αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να ανέλθει στην εξουσία ο Δημήτριος Ράλλης. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1903 η κυβέρνηση Ράλλη έχασε την εμπιστοσύνη της Βουλής και ανέλαβε πρωθυπουργός εκ νέου ο Θεοτόκης με την υποστήριξη του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Η τρίτη πρωθυπουργική θητεία του Θεοτόκη διήρκεσε για ένα περίπου έτος, μέχρι το Δεκέμβριο του 1904, οπότε ο Ζαΐμης απέσυρε την εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση εξαιτίας διαφωνίας πάνω στο ζήτημα του νέου στρατιωτικού οργανισμού που ο Θεοτόκης υπέβαλε προς ψήφιση στη Βουλή. Η παραίτηση της κυβέρνησης οδήγησε σε νέα εκλογική αναμέτρηση και στην πρωθυπουργία τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο οποίος δολοφονήθηκε λίγο αργότερα και τον διαδέχθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα ο Δημήτριος Ράλλης. Αμέσως μετά, στις 8 Δεκεμβρίου 1905, ο Γεώργιος Θεοτόκης σχημάτισε κυβέρνηση για τέταρτη φορά, έως τον Ιούλιο του 1909.

Τα επιτεύγματα των κυβερνήσεων του ήταν πολλά και σημαντικά. Ανάμεσα σ' αυτά περιλαμβάνονται η αναδιοργάνωση του Στρατού και του Ναυτικού με τη δημιουργία νέου οργανισμού του στρατού, και τη βελτίωση του εξοπλισμού (αυτός καθιέρωσε το 1908 και τις πρώτες φαιοπράσινες/χακί στολές), η ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε επί κυβερνήσεων Θεοτόκη, καθώς και η ψύχραιμη εξωτερική πολιτική που εφάρμοσε λίγο πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ιδιαιτέρως σημαντική επίσης ήταν και η συμπλήρωση της Αρχής της δεδηλωμένης. Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αποδέχθηκε την παραίτηση του Δημητρίου Ράλλη, διέρρευσε ότι ο βασιλιάς επιδοκίμαζε τις πράξεις του. Ο Θεοτόκης αρνήθηκε να αναλάβει την πρωθυπουργία αν δεν διαψευσθεί η είδηση, η οποία πράγματι διαψεύσθηκε. Επί κυβερνήσεων Θεοτόκη ψηφίστηκαν επίσης νόμοι για τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, προωθήθηκε η οριστική λύση του προβλήματος της ύδρευσης της Αθήνας και του Πειραιά, ιδρύθηκαν εμπορικές και γεωργικές σχολές, καθώς και η Σταφιδική Τράπεζα.

Ο εγγονός του, Γεώργιος Ράλλης, του καταλογίζει δύο σημαντικά πολιτικά σφάλματα: το πρώτο σφάλμα ότι, κατά τις παραμονές του πολέμου του 1897 παρασύρθηκε και αυτός από το φιλοπόλεμο ρεύμα που επικρατούσε και δεν εναντιώθηκε στην αποστολή ελληνικού στρατού στην Κρήτη, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να οδηγηθεί στον πόλεμο και την ήττα. Το δεύτερο σφάλμα, κατά τον Γεώργιο Ράλλη, ανάγεται στη διαφωνία του Κωνσταντίνου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην οποία ο Γεώργιος Θεοτόκης δεν παρενέβη, με αποτέλεσμα να προκύψει ο μετέπειτα εθνικός διχασμός.

Ο Θεοτόκης υπήρξε ένας ιδιαιτέρως σημαντικός πολιτικός, η προσφορά του οποίου υποτιμήθηκε στην ελληνική ιστοριογραφία. Μετά την ήττα του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, οι πρωτοβουλίες που μπορούσε οποιαδήποτε κυβέρνηση να αναλάβει, ήταν περιορισμένες. Ο Θεοτόκης, με μεγάλη προσπάθεια, καθώς είχε επί μεγάλο διάστημα ν΄ αντιμετωπίσει στην αντιπολίτευση τους συνεχώς φωνασκούντες Θ. Δηλιγιάννη και Δ. Ράλλη, κατάφερε πολλά και σημαντικά. Οι μεγάλες παραγγελίες στρατιωτικού υλικού, η αναδιοργάνωση στρατού και χωροφυλακής, όπως και η πλούσια χρηματοδότησή τους, αποτελούν επίτευγμα αποκλειστικό της κυβέρνησής του.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι Φιλελεύθεροι προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη νίκη ως νίκη του Βενιζέλου και του κόμματός τους. Τη βάση όμως της προπαρασκευής και οργάνωσης του στρατού την είχε θέσει ο Θεοτόκης. Χωρίς αυτή την προσπάθεια, ο Βενιζέλος δεν θα μπορούσε να είχε ετοιμάσει εντός μόλις δύο ετών το στράτευμα. Εντούτοις, η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου, που επεδίωκε τη συνεννόηση με τη Βουλγαρία (η οποία τελικώς οδήγησε στη νίκη), ήταν εντελώς αντίθετη αυτής του Θεοτόκη, ο οποίος δεν συζητούσε καθόλου με τους Βούλγαρους (γενικότερα, όλοι όσοι συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα, όπως π.χ. ο Ίων Δραγούμης, δε συνομιλούσαν με τους Βούλγαρους).

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. "Ο Γ. Θεοτόκης απέθανε", εφ. Μακεδονία, 13/1/1916, σελ. 3.
  2. Γ. Ράλλης 1986, σ. 30.
  3. Γ. Ράλλης 1986, σ. 55. Κ. Δαφνής 1998, σ. 23.
  4. Γ. Ράλλης 1986, σ. 58. Ιδιωτικό Αρχείο Γεωργίου Ι. Θεοτόκη, φάκ. 698, έγγρ. 45, 50.  
  5. Γ. Ράλλης 1986, σ. 82.
  6. Γ. Ράλλης 1986, σ. 89-106. Κ. Δαφνής 1998, σ. 65-73.
  7. Γ. Ράλλης 1986, σ. 112-122.
  8. Γ. Ράλλης 1986, σ. 123-127.
  9. Κ. Δαφνής 1998, σ. 92-93.
  10. Κ. Δαφνής 1998,, σ. 93-99. Γ. Ράλλης 1986, σ. 168-195.
  11. Γ. Ράλλης 1986, σ. 231 κ.ε.
  12. Νίκος Μ. Μακρυγιάννης 1979, σ. 118-119.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Κώστας Δαφνής, Γεώργιος Θεοτόκης, Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα, 1998, 155 σελ.
  • Νίκος Ν. Μακρυγιάννης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος (1843-1979), Αθήνα 1979, 328 σελ.
  • Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2000, σελ. 69
  • Γεώργιος Ράλλης, Γεώργιος Θεοτόκης: ο πολιτικός του μέτρου, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1986, 355 σελ. ISBN 960-241-017-5

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία