Άνοιγμα κυρίου μενού
Η πρώτη έκδοση του θεατρικού έργου το 1922

Το φιόρο του Λεβάντε είναι θεατρικό έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου, γραμμένο και πρωτο-παιγμένο το 1914. Το έργο είναι ηθογραφική κωμωδία τριών πράξεων, στο οποίο ..η αστική σάτιρα ζευγαρώνει ταιριαστά με την επτανησιακή τέχνη, η οποία ευωδιάζει από το άρωμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. [1] Το Φιόρο του Λεβάντε, δηλαδή λουλούδι της Ανατολής - εκτός από ονομασία της Ζακύνθου - στο έργο είναι και το παρωνύμιο του κυρίου χαρακτήρα, του Νιόνιου Νιονιάκη.

Η υπόθεση του έργουΕπεξεργασία

Ο ζακυνθινός Νιόνιος Νιονιάκης, φέρνοντας μαζί του τα σύμβολα της ιδιαίτερης πατρίδας του - μια κιθάρα και μια γλάστρα μπουγαρίνι - έρχεται στην Αθήνα, με σκοπό να ζήσει μόνιμα εκεί, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, στον παιδικό του φίλο, δικηγόρο και μόνιμο κάτοικο Αθηνών πλέον, Αριστοτέλη (Τετέλη) Βάλβη και στη οικογένειά του. Μένοντας στην Αθήνα, γίνεται επιστάτης (και όχι υπηρέτης – λέξη που ο Νιονιάκης απεχθάνεται) στο σπίτι του Βάλβη, και με την εύθυμη και ευεργετική παρουσία του, γίνεται πρόξενος χαράς και ευθυμίας στο σπίτι του δικηγόρου. Αλλά όχι μόνο αυτό. Με την ευγενική μεσολάβησή του, φροντίζει ώστε να φτάσουν σε αίσιο τέλος οι έρωτες των δυο νεαρών θυγατέρων του Βάλβη με δυο νεαρούς και να διαλύσει την εξωσυζυγική σχέση του δικηγόρου προτού αυτή καταστρέψει το γάμο του. Ο Νιόνιος όμως, θα δυσαρεστηθεί τόσο πολύ με τη ζωή στην Αθήνα και θα επιθυμήσει τόσο πολύ την Ζάκυνθο, που αν και φοβάται πολύ τους σεισμούς- θα ξαναγυρίσει στην όμορφη πατρίδα του, παρόλα τα παρακάλια της οικογένειας Βάλβη να εγκατασταθεί μόνιμα στο σπίτι τους.

Τα πρόσωπα του έργουΕπεξεργασία

  • Αριστοτέλης (Τετέλης) Βάλδης, δικηγόρος
  • Ροζαλία Βάλδη, σύζυγός του
  • Γιαγιά ή κυρά, η μητέρα του Βάλδη
  • Βιργινία και Πηνελόπη Βάλδη, οι δίδυμες κόρες του
  • Νιόνιος Νιονιάκης, Το φιόρο του Λεβάντε
  • Λιλή Σουρμελή, θεατρίνα, ερωμένη του Βάλδη
  • Κατερίνα, η υπηρέτρια του σπιτιού
  • Χαρίλαος Βαγενίδης ερωτευμένος με την Βιργίνια
  • Τάκης Μαρουλίδης ερωτευμένος με την Πηνελόπη
  • Ένας λούστρος, μαντατοφόρος

Η πρώτη παράστασηΕπεξεργασία

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο κοινό, στις 26 Ιούνη 1914, στο Θέατρο Συντάγματος, από τον θίασο του Νικολάου Πλέσσα, με πρωταγωνιστή στο ρόλο του Νιονιάκη, τον ίδιο τον Πλέσσα.

 
Η αφίσα της πρώτης παράστασης

Το έργο έγινε επιτυχία και μάλιστα παίχτηκε για 8 συνεχόμενες βραδιές – σημάδι της επιτυχίας του.

Ο κριτικός της εφημερίδας Αθήναι του Γεωργίου Πωπ, γράφει οτι ο Ξενόπουλος θέλησε να δώσει στο αθηναϊκό κοινό, τον ζακυνθινό τύπο διαφορετικό από ότι παρουσιάζεται στις επιθεωρήσεις. Έτσι, μας δίνει έναν ζακυνθινό καλοκάγαθο, πνευματώδη, έξυπνο, φιλόμουσο, εύθυμος και έντιμο. Επισης γράφει οτι το θέατρο ήταν γεμάτο- κυρίως απο Ζακυνθινούς που χειροκροτούσαν θερμά, ο Πλεσσας ήταν ιδανικός στο ρόλο του Νιονιάκη, και με λιγα λογια ο κοσμο ευχαριστήθηκε την παρασταση. Ο Ξενοπουλος κλήθηκε δυο φορες στη σκηνη για να χειροκροτηθει. Ο κριτικός που υπογράφει με το ψευδώνυμο Θεατής, ωστόσο, θεωρεί οτι αν και η σκιαγράφηση του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα ήταν καλοφτιαγμένη το υπόλοιπο έργο, έπασχε καθώς η πλοκή ήταν χοντροκομμένη. [2] Ο κριτικός της εφημερίδας Εστίας είναι ακόμα πιο αυστηρός. ...το έργον δεν έχει καμμία υπόθεση. Ο συγγραφεύς φέρει απλούστατα τον ήρωά του εις τας Αθήνας προς επίδειξην και τον ρίπτει μέσα εις μια οικογένεια, η οποία ζει βιον ήσυχον, χωρίς πλοκάς και περιπλοκάς. Κατ' ακολουθίαν το μόνο ενδιαφέρον που κρατεί τον θεατήν απ΄αρχήν της πρώτης πράξεως εις το έργον, συγκεντρούται εις το να ιδή τι χειρότερον έχει γράψει παρακάτω ο συγγραφεύς. Και έχει γράψε πράγματι εις την β' πράξιν μια διατριβήν κατά του Τζανέτου των “Παναθηναίων” (ζακυνθινός ήρωας της επιθεώρησης Παναθήναια που παιζόταν την ίδια εποχή) η οποία ούτε το πνεύμα του κακού δεν κατορθώνει να έχει. [3]

Ωστόσο η επόμενη γενιά θα δει τα πράγματα διαφορετικά. Η κριτικός του θεάτρου Ελένη Ουράνη, (Άλκης Θρύλος) θα γράψει στο περιοδικό Νέα Εστία, με αφορμή την παράσταση του 1947 ότι ο χρόνος πέρασε πάνω από το έργο, χωρίς να το ρυτιδώσει. Το περιεχόμενό του δεν είναι πλούσιο, είναι μάλιστα κάποτε και αρκετά απλοϊκό, μα η τεχνική του είναι άρτια και έτσι εκείνο που αποτελεί την ιδιοτυπία του, μια δροσερή νεανική πνοή, πολλή χάρη, πολλή ευγένεια, μια φίνα και διακριτική εξυπνάδα διατηρείται ανέπαφο. Το Φιόρο του Λεβάντε είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο χαριτωμένα και πιο κομψά σκηνικά παιγνίδια του νεοελληνικού θεάτρου και ίσως και του παγκοσμίου.[4]

Μετέπειτα παραστάσειςΕπεξεργασία

  • 1947 Η επόμενη φορά που ανέβηκε το έργο, μετά το 1914, ήταν το 1947, από τον θίασο του Καρόλου Κουν.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος έπαιξε τον ρόλο του Νιονιάκη, ο Λυκούργος Καλλέργης τον Αριστοτέλη Βάλδη, ενώ μια από τις κόρες του, την έπαιξε η Έλλη Λαμπέτη.

  • 1968 Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδας, σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη με πρωταγωνιστή τον Γεώργιο Βλαχόπουλο. [7]

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία