Γουλιέλμος Α΄ της Γερμανίας

Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Πρωσίας

Ο Γουλιέλμος Α΄ (γερμανικά: Wilhelm I.‎‎, 22 Μαρτίου 17979 Μαρτίου 1888) ήταν Βασιλιάς της Πρωσίας, από τις 2 Ιανουαρίου 1861, και ο πρώτος Γερμανός Αυτοκράτορας, από τις 18 Ιανουαρίου 1871, έως τον θάνατό του το 1888. Από το 1858 έως την άνοδό του στο θρόνο υπήρξε αντιβασιλέας της Πρωσίας, ασκώντας τα βασιλικά καθήκοντα εκ μέρους του αδελφού του, Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Γουλιέλμος Α΄ ήταν μέλος του Οίκου των Χοεντσόλλερν.[1][2]

Γουλιέλμος Α΄
Περίοδος18 Ιανουαρίου 1871 – 9 Μαρτίου 1888
Στέψη18 Ιανουαρίου 1871
Παλάτι των Βερσαλλιών
ΔιάδοχοςΦρειδερίκος Γ΄
Περίοδος2 Ιανουαρίου 1861 – 9 Μαρτίου 1888
Στέψη18 Οκτωβρίου 1861
Καινιξβέργη
ΠροκάτοχοςΦρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄
ΔιάδοχοςΦρειδερίκος Γ΄
Γέννηση22 Μαρτίου 1797 (1797-03-22)
Βερολίνο, Βασίλειο της Πρωσίας
Θάνατος9 Μαρτίου 1888 (90 ετών)
Βερολίνο
Τόπος ταφήςΑνάκτορο Σαρλόττενμπουργκ, Βερολίνο
ΣύζυγοςΑυγούστα της Σαξονίας-Βαϊμάρης
ΕπίγονοιΦρειδερίκος Γ΄ της Γερμανίας
Λουίζα
ΟίκοςΧοεντσόλλερν
ΠατέραςΦρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ της Πρωσίας
ΜητέραΛουίζα του Μεκλεμβούργου-Στρέλιτς
Υπογραφή
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Υπό την ηγεσία του Γουλιέλμου και του καγκελαρίου του Όττο φον Μπίσμαρκ, η Πρωσία πέτυχε την ενοποίηση της Γερμανίας και την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Παρά τη μεγάλη υποστήριξή του στο πρόσωπο του Μπίσμαρκ, ο Γουλιέλμος διατηρούσε έντονες επιφυλάξεις για μερικές πολιτικές του καγκελαρίου, συμπεριλαμβανομένων του αντικαθολικισμού του και την σκληρή μεταχείριση των υφισταμένων του. Σε αντίθεση με τον αυταρχικό Μπίσμαρκ, ο Γουλιέλμος, αν και ήταν υποστηρικτής του συντηρητισμού, ήταν ευγενικός και ανοιχτός σε ορισμένες φιλελεύθερες ιδέες. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εγγονού του, Γουλιέλμου Β΄, έγινε γνωστός ως Γουλιέλμος ο Μέγας (Wilhelm dem Großen).[3]

Βιογραφία

Επεξεργασία

Πρώιμα χρόνια και στρατιωτική καριέρα

Επεξεργασία

Ο Γουλιέλμος γεννήθηκε στο Παλάτι του Διαδόχου του Βερολίνου στις 22 Μαρτίου 1797. Έλαβε τα ονόματα Γουλιέλμος Φρειδερίκος Λουδοβίκος. Μιας και ήταν ο δεύτερος γιος του τότε πρίγκιπα Φρειδερίκου Γουλιέλμου της Πρωσίας και της τότε πριγκίπισσας Λουίζας του Μεκλεμβούργου-Στρέλιτς, δεν αναμενόταν να ανέβει στον θρόνο. Από την πλευρά του πατέρα του, παππούς του ήταν ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄ της Πρωσίας και γιαγιά του η Φρειδερίκη της Έσσης-Ντάρμστατ. Από την πλευρά της μητέρας του, παππούς του ήταν ο Κάρολος Β΄ του Μεκλεμβούργου-Στρέλιτς και η Φρειδερίκη της Έσσης-Ντάρμστατ. Ο παππούς του, Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄, πέθανε στις 16 Νοεμβρίου 1797, σε ηλικία 53 ετών, και ο πατέρας του Γουλιέλμου έγινε Βασιλιάς της Πρωσίας ως Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄.

Από το 1801 έως το 1809 εκπαιδεύτηκε από τον Φρήντριχ Ντέλμπρουκ, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την εκπαίδευση του αδελφού του Γουλιέλμου, του διαδόχου Φρειδερίκου Γουλιέλμου. Σε ηλικία 12 ετών, ο πατέρας του τον ονόμασε αξιωματικό του Πρωσικού Στρατού Ξηράς, ενώ από το 1814 άρχισε να εκτελεί επίσημα στρατιωτικά καθήκοντα.[4] Όπως και ο πατέρας του, πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στους Ναπολεόντειους Πολέμους, οι οποίοι έγιναν γνωστοί στη Γερμανία ως «Πόλεμοι της Ελευθερίας» (Befreiungskriege) ή Πόλεμος του Έκτου Συνασπισμού. Ο Γουλιέλμος αναφέρθηκε ότι ήταν ένας πολύ γενναίος αξιωματικός. Σύντομα απέκτησε το βαθμό του λοχαγού (Hauptmann) και κέρδισε τον Σιδηρούν Σταυρό για τα κατορθώματά του στη Μάχη του Μπαρ-συρ-Ωμπ. Ο πόλεμος εναντίον της Γαλλίας άφησε ένα μόνιμο αποτύπωμα στον χαρακτήρα του Γουλιέλμου, ο οποίος ανέπτυξε μία έντονη αντιπάθεια απέναντι στους Γάλλους.[4]

Το 1815 προήχθη στο βαθμό του ταγματάρχη και διοίκησε ένα τάγμα του 1ου Συντάγματος του Στρατού Ξηράς. Πολέμησε δίπλα στον Γκέμπχαρντ Λέμπερεχτ φον Μπλύχερ στις μάχες του Λινύ και του Βατερλώ.[4] Μετά το 1815 εξελίχθηκε σε έναν εξαιρετικό διπλωμάτη, ασχολούμενος με διπλωματικές αντιπροσωπείες. Το 1817 συνόδευσε την αδελφή του, Καρλόττα, στην Αγία Πετρούπολη, κατά τον γάμο της με τον Μεγάλο Δούκα Νικόλαο της Ρωσίας (μετέπειτα Νικόλαο Α΄).[5]

Το 1816 έγινε ο διοικητής του Τάγματος του Στετίνου και το 1818 έλαβε το βαθμό του αρχιστρατήγου. Το επόμενο έτος διορίστηκε επιθεωρητής του Ζ΄ και Η΄ Σώματος του Στρατού Ξηράς. Ο Γουλιέλμος τάχθηκε υπέρ ενός ισχυρού, καλά εκπαιδευμένου και καλά εξοπλισμένου στρατού. Το 1820 έγινε διοικητής της 1ης Μεραρχίας και το 1825 έγινε διοικητής του Γ΄ Σώματος του Στρατού Ξηράς.[4]

Εκείνη την εποχή ο Γουλιέλμος ανέπτυξε μία σχέση με την ξαδέλφη του, την Πολωνή αριστοκράτισσα Ελίζα Ραντζίβιου, όμως ο πατέρας του τον ανάγκασε να τερματίσει το δεσμό αυτό, τον οποίο έκρινε ως ασύμβατο για έναν Πρώσο πρίγκιπα. Εικάζεται ότι η Ελίζα απέκτησε μία νόθα κόρη από τον Γουλιέλμο, την Άγκνες, την οποία μεγάλωσαν οι Ζόζεφ και Καρολίνε Κρολ στο Βερολίνο.[6] Το 1829 ο Γουλιέλμος παντρεύτηκε την Αυγούστα, κόρη του Καρόλου Φρειδερίκου της Σαξονίας-Βαϊμάρης-Άιζεναχ και της Μαρίας Πάβλοβνας της Ρωσίας. Ο γάμος τους φαινόταν εξωτερικά σταθερός, όμως θεωρείται ότι δεν ήταν ευτυχισμένος.[7]

Το 1840 ο μεγαλύτερος αδελφός του έγινε Βασιλιάς της Πρωσίας ως Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄. Δεδομένου ότι εκείνος δεν είχε αποκτήσει παιδιά, ο Γουλιέλμος έγινε αμέσως διάδοχος του θρόνου.[4] Παρά τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις, αλλά από πίστη προς τον αδελφό του, ο Γουλιέλμος υπέγραψε το διάταγμα για τη σύσταση ενός πρωσικού κοινοβουλίου το 1847 και έγινε μέλος της Βουλής των Κυρίων της Πρωσίας.[4]

Κατά τις Επαναστάσεις του 1848, ο Γουλιέλμος κατέπνιξε με επιτυχία μία εξέγερση που στρεφόταν εναντίον του αδελφού του, Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄. Η χρήση κανονιών τον έκανε αντιδημοφιλή την εποχή εκείνη και του έδωσε το προσωνύμιο «Πρίγκιπας των Μύδρων» (Kartätschenprinz). Παράλληλα, χρειάστηκε να διαφύγει για λίγο στην Αγγλία, μεταμφιεσμένος σε έμπορο. Όταν επέστρεψε, βοήθησε να κατασταλεί μια εξέγερση στη Βάδη, έχοντας την διοίκηση των τοπικών στρατιωτικών δυνάμεων. Τον Οκτώβριο του 1849 έγινε γενικός κυβερνήτης της Ρηνανίας και της Βεστφαλίας με έδρα του το Παλάτι των Εκλεκτόρων του Κόμπλεντς.[4][7] Κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στο Κόμπλεντς, ο Γουλιέλμος και η σύζυγός του συναναστράφηκαν με φιλελεύθερους ακαδημαϊκούς, όπως τον Μαξιμίλιαν Βόλφγκανγκ Ντούνκερ, τον Άουγκουστ φον Μπέτμαν-Χόλβεγκ και τον Κλέμενς Τέοντορ Πέρθες. Η αντίθεση του Γουλιέλμου προς τις φιλελεύθερες ιδέες σταδιακά αμβλύνθηκε.[4]

Το 1854 ο Πρίγκιπας έλαβε τον τίτλο του στρατάρχη και έγινε κυβερνήτης του ομοσπονδιακού φρουρίου του Μάιντς.[8] Το 1857 ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έμεινε πνευματικά ανάπηρος για το υπόλοιπο της ζωής του. Τον Ιανουάριο του 1858 ο Γουλιέλμος έγινε προσωρινά αντιβασιλέας της Πρωσίας, υποκαθιστώντας τον αδελφό του στα καθήκοντά του. Τον Οκτώβριο όμως του ίδιου έτους αποφασίστηκε ο Γουλιέλμος να ασκεί τα βασιλικά καθήκοντα ως Αντιβασιλέας σε μόνιμη βάση. Ενάντια στη συμβουλή του αδελφού του, ο Γουλιέλμος ορκίστηκε πίστη στο πρωσικό Σύνταγμα και υποσχέθηκε να το διατηρήσει «ατόφιο και απαραβίαστο». Ο Γουλιέλμος διόρισε έναν φιλελεύθερο, τον Κάρολο Αντώνιο του Χοεντσόλλερν-Ζίγκμαρινγκεν, ως Πρωθυπουργό και έτσι ξεκίνησε η λεγόμενη «Νέα Εποχή» για την Πρωσία.[4]

Βασιλιάς

Επεξεργασία
 
Η ενθρόνιση του Γουλιέλμου Α΄ στο Κάστρο της Καινιξβέργης (18 Οκτωβρίου 1861).

Στις 2 Ιανουαρίου 1861 ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ πέθανε και ο Γουλιέλμος ανήλθε στον θρόνο ως Γουλιέλμος Α΄ της Πρωσίας. Τον Ιούλιο, ένας φοιτητής από την Λειψία προσπάθησε να τον δολοφονήσει, προκαλώντας του μόνο έναν ελαφρύ τραυματισμό.[4] Όπως και ο Φρειδερίκος Α΄ της Πρωσίας, ο Γουλιέλμος ταξίδεψε στην Καινιξβέργη για να ενθρονιστεί στην Εκκλησία του Κάστρου.[7] Ο Γουλιέλμος διάλεξε η ενθρόνιση να γίνει την ημέρα της επετείου της Μάχης της Λειψίας, η 18η Οκτωβρίου. Ήταν μάλιστα η πρώτη τελετή στέψης Πρώσου βασιλιά που γινόταν από το 1701 και η πρώτη τελετή στέψης Γερμανού βασιλιά κατά τον 19ο αιώνα.[4] Ο Γουλιέλμος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την επιθυμία του αδελφού του να καταργήσει το σύνταγμα.[4]

Ο Γουλιέλμος θεωρήθηκε ως πολιτικά ουδέτερος, καθώς αναμίχθηκε στην πολιτική σε μικρότερο βαθμό από τον αδελφό του. Ωστόσο, κληρονόμησε τη διαμάχη του Φρειδερίκου Γουλιέλμου με το Κοινοβούλιο της Πρωσίας. Όταν ο Γουλιέλμος Α΄ και ο Υπουργός Πολέμου της Πρωσίας, Άλμπρεχτ φον Ρουν, ζήτησαν το 1862 την έγκριση του Κοινοβουλίου για αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού, οι βουλευτές αρνήθηκαν να την δώσουν. Το νομοσχέδιο για την μεταρρύθμιση του στρατού περιλάμβανε την αύξηση του προσωπικού εν καιρώ ειρήνης από 150.000 σε 200.000 άνδρες και την αύξηση του ετήσιου αριθμού νεοσυλλέκτων από 40.000 σε 63.000 άνδρες. Ωστόσο, το πραγματικά αμφιλεγόμενο μέρος της μεταρρύθμισης ήταν το σχέδιο να επεκταθεί η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας (που αυξήθηκε το 1856 στα δύο χρόνια) στα τρία χρόνια.[9] Όταν το αίτημά του απορρίφθηκε, ο Γουλιέλμος αρχικά σκέφτηκε να παραιτηθεί, αλλά ο γιος του, Διάδοχος Φρειδερίκος, τον συμβούλευσε να μην το κάνει.[9] Έπειτα, ο Ρουν έπεισε τον Γουλιέλμο να διορίσει ως Πρωθυπουργό της Πρωσίας τον Όττο φον Μπίσμαρκ, προκειμένου να επιβληθεί η εφαρμογή των προτάσεων.[4] Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Πρωσίας, ο Πρωθυπουργός ήταν υπεύθυνος αποκλειστικά έναντι του Βασιλιά και όχι έναντι του Κοινοβουλίου. Ο Μπίσμαρκ, ένας συντηρητικός Πρώσος Γιούνκερ και πιστός φίλος του Βασιλιά, του άρεσε να βλέπει τη σχέση εργασίας του με τον Γουλιέλμο ως σχέση υποτελή προς τον φεουδάρχη προϊστάμενό του. Παρ΄ όλα αυτά, ήταν ο Μπίσμαρκ που κατεύθυνε αποτελεσματικά την πολιτική της χώρας, εγχώρια και εξωτερική. Σε αρκετές περιπτώσεις κέρδιζε τη σύμφωνη γνώμη του Γουλιέλμου απειλώντας να παραιτηθεί.[10]

 
Ο Γουλιέλμος, μαζί με τους Μπίσμαρκ, Μόλτκε και Ρουν, κατά τη Μάχη του Κένινγκρατς (1866).

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Γουλιέλμος ήταν ο διοικητής των πρωσικών δυνάμεων στον Δεύτερο Πόλεμο του Σλέσβιχ εναντίον της Δανίας το 1864 και στον Αυστρο-Πρωσικό Πόλεμο το 1866. Μετά τη νίκη της Πρωσίας έναντι της Αυστρίας, ο Γουλιέλμος ήθελε να εισέλθει στη Βιέννη και να προσαρτήσει την Αυστριακή Αυτοκρατορία, αλλά τον απέτρεψε ο Μπίσμαρκ και ο γιος του, Φρειδερίκος.[4]

Ο Μπίσμαρκ ήθελε να τερματιστεί ο πόλεμος γρήγορα, ώστε να επιτρέψει στην Πρωσία να συμμαχήσει με την Αυστρία σε μελλοντικό χρόνο, εάν κάτι τέτοιο απαιτούνταν. Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος, επίσης, τρομοκρατήθηκε από τις απώλειες και ήθελε ένα γρήγορο τέλος των εχθροπραξιών. Κατά τη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης, ο Μπίσμαρκ απείλησε να παραιτηθεί εάν ο Γουλιέλμος κινούνταν εναντίον της Βιέννης.[11] Έτσι, ο Μπίσμαρκ κατάφερε να τον συγκρατήσει.[12] Μετά τον πόλεμο, ο Γουλιέλμος έγινε εκ των πραγμάτων κυρίαρχος των δύο τρίτων της βόρειας Γερμανίας. Η Πρωσία προσάρτησε αρκετές περιοχές που είχαν συμμαχήσει με την Αυστρία, βόρεια του ποταμού Μάιν, καθώς και το Σλέσβιχ-Χόλσταϊν. Ανάγκασε, επίσης, τη Σαξονία-Λάουενμπουργκ σε προσωπική ένωση με την Πρωσία, που το 1876 εξελίχθηκε σε πλήρη ενσωμάτωση στην τελευταία.[13]

Το 1867 δημιουργήθηκε η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία ως ένα ομοσπονδιακά οργανωμένο κράτος, που αποτελούνταν από τα βασίλεια, τα μεγάλα δουκάτα, τα δουκάτα και τα πριγκιπάτα της βόρειας και κεντρικής Γερμανίας, υπό τη μόνιμη προεδρία της Πρωσίας.[14] Ο Γουλιέλμος ονομάστηκε «Πρόεδρος της Ομοσπονδίας» (Präsidium des Bundes), μία κληρονομική θέση του πρωσικού στέμματος. Στην ουσία έγινε με αυτόν τον τίτλο ο επικεφαλής του κράτους.[15] Έγινε ακόμη ο αρχηγός όλων των ομοσπονδιακών ενόπλων δυνάμεων.[16] Με συνθήκες που συνήφθησαν με τα κράτη της νότιας Γερμανίας ορίστηκε ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων των κρατών αυτών σε περίπτωση πολέμου. Το 1870, κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου, ο Γουλιέλμος τέθηκε επικεφαλής όλων των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην κρίσιμη Μάχη του Σεντάν.[4]

Αυτοκράτορας

Επεξεργασία
 
Ο Γουλιέλμος με στολή ουσάρων σε πίνακα του Έμιλ Χύντεν.

Κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου τα κράτη της νότιας Γερμανίας προσχώρησαν στη Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία, η οποία αποφασίστηκε να αντικατασταθεί από την «Γερμανική Αυτοκρατορία» (Deutsches Reich). Παράλληλα, ο τίτλος του Προέδρου της Ομοσπονδίας αντικαταστάθηκε με εκείνον του Γερμανού Αυτοκράτορα (Deutscher Kaiser). Τα ανωτέρω αποφασίστηκαν από τα νομοθετικά όργανα, Ράιχσταγκ και Μπούντερσατ, και ο Γουλιέλμος συμφώνησε με την μεταβολή αυτή στις 8 Δεκεμβρίου. Το νέο Σύνταγμα και ο τίτλος του Αυτοκράτορα τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 1871.[17]

 
Η ανακήρυξη του Γουλιέλμου ως Γερμανού Αυτοκράτορα στο Παλάτι των Βερσαλλιών σε πίνακα του Άντον φον Βέρνερ.

Ο Γουλιέλμος, αρχικά, δίσταζε να αποδεχτεί τον συνταγματικό του τίτλο, καθώς φοβόταν ότι θα επισκίαζε τον προηγούμενό του τίτλο ως Βασιλιάς της Πρωσίας. Ήθελε επίσης να είναι «Αυτοκράτορας της Γερμανίας» (Kaiser von Deutschland), αλλά ο Μπίσμαρκ τον προειδοποίησε ότι οι νότιοι Γερμανοί ηγεμόνες και ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας ενδέχεται να εναντιώνονταν σε έναν τέτοιο τίτλο.[18][19] Ο Γουλιέλμος τελικά —αν και απρόθυμα— υποχώρησε και στις 18 Ιανουαρίου ανακηρύχθηκε επίσημα Αυτοκράτορας στην Αίθουσα των Κατόπτρων στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών. Η ημερομηνία του γεγονότος ήταν η ίδια με την ημερομηνία στέψης του πρώτου Βασιλιά της Πρωσίας το 1701. Στην εθνική μνήμη των Γερμανών η 18η Ιανουαρίου έγινε η ημέρα της ίδρυσης της Αυτοκρατορίας (Reichsgründungstag), αν και δεν έφερε συνταγματική σημασία.[19]

Για πολλούς διανοούμενους, η στέψη του Γουλιέλμου συνδέθηκε με την αποκατάσταση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Φέλιξ Νταν έγραψε ένα ποίημα, «Χαίρε, Γηραιέ Αυτοκράτορα» (Macte senex Imperator) στο οποίο ονόμασε τον Γουλιέλμο «Ασπρογένη» (Barbablanca), κάτι που θύμισε σε πολλούς ένα θεατρικό έργο για τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ τον «Κοκκινογένη» (Barbarossa). Σύμφωνα με το έργο, ο Βασιλιάς κοιμάται στο βουνό μέχρι να τον χρειαστεί η Γερμανία. Ο Γουλιέλμος Α΄, έτσι, απεικονίζεται ως ο δεύτερος ερχομός του Βαρβαρόσσα. Το Μνημείο του Κιφχάουζερ, που οικοδομήθηκε το 1896, απεικονίζει και τους δύο Αυτοκράτορες.[20]

Το 1872 μεσολάβησε για την επίλυση μίας διαφωνίας που αφορούσε τα σύνορα μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η απόφασή του τοποθέτησε τα νησιά Σαν Χουάν στην εθνική επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών, τερματίζοντας έτσι τον 12ετή αλλά αναίμακτο Πόλεμο του Χοίρου.[21]

Στα απομνημονεύματά του, ο Μπίσμαρκ περιγράφει τον Γουλιέλμο ως έναν παλαιών αρχών, ευγενικό κύριο και γνήσιο Πρώσο αξιωματικό, του οποίου η καλή κοινή αίσθηση υπονομευόταν κατά καιρούς από «γυναικείες επιρροές». Αυτή ήταν μια αναφορά στη σύζυγο του Γουλιέλμου, η οποία είχε εκπαιδευτεί, μεταξύ άλλων, από τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε και θεωρούνταν πνευματικά ανώτερη από τον σύζυγό της. Ήταν επίσης κατά καιρούς ιδιαίτερα ειλικρινής στην αντίθεσή της σε επίσημες πολιτικές, καθώς ανήκε στον φιλελεύθερο χώρο.[7] Ο Γουλιέλμος, ωστόσο, ήταν έντονα αντίθετος στις φιλελεύθερες ιδέες.[4] Παρά το γεγονός ότι είχε σημαντικές εξουσίες ως αυτοκράτορας, ο Γουλιέλμος παραχώρησε το καθήκον της διακυβέρνησης κυρίως στον Καγκελάριό του, περιοριζόμενος στην εκπροσώπηση του κράτους και στην έγκριση κάθε πολιτικής που αποφάσιζε ο Μπίσμαρκ.[4] Σε ιδιωτική συνομιλία παρατήρησε κάποτε για τη σχέση του με τον Μπίσμαρκ: «Είναι δύσκολο να είσαι Αυτοκράτορας υπό έναν τέτοιο Καγκελάριο».[22][23]

Οικογένεια

Επεξεργασία

Νυμφεύτηκε το 1828 την Αυγούστα των Βέττιν, κόρη του Καρόλου Φρειδερίκου της Σαξονίας-Βαϊμάρης-Άιζεναχ, και είχε τέκνα:

Πρόγονοι

Επεξεργασία

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. Ybarra, Thomas R. Wilhelm II. (1921). The Kaiser's Memoirs: Wilhelm II, Emperor Of Germany, 1888–1918. Harper And Brothers Publisher. ISBN 0-548-32330-5
  2. Fulbrook, Mary. A Concise History of Germany, 2nd edition, 2004, Cambridge University Press, p. 128. ISBN 978-0-521-54071-1.
  3. https://perspectivia.net//publikationen/friedrich300-colloquien/friedrich-groesse/rose_wilhelm
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 4,13 4,14 4,15 4,16 «Biografie Wilhelm I» (στα German). Deutsches Historisches Museum. Ανακτήθηκε στις 12 Ιουνίου 2013. 
  5. Lincoln, Nicholas I Emperor and Autocrat of all the Russias, p. 66
  6. Dettman, E. Belinda, and Stevens, Jane (2017). Agnes the Secret Princess – An Australian Story. ISBN 9781543400755.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Feldhahn, Ulrich (2011). Die preußischen Könige und Kaiser (German). Kunstverlag Josef Fink, Lindenberg. σελίδες 24–26. ISBN 978-3-89870-615-5. 
  8.   Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «William I. of Germany» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 28 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σσ. 665–667 
  9. 9,0 9,1 Oster, Uwe A.. «Friedrich III. – Der 99-Tage-Kaiser» (στα γερμανικά). Damals 45 (3/2013): 60–65. ISSN 0011-5908. 
  10. Munroe Smith (1898). Bismarck and German Unity: A Historical Outline. Macmillan. σελίδες 80–81. 
  11. https://www.tracesofevil.com/1999/10/revision-notes-about-bismarck.html
  12. https://www.studysmarter.co.uk/explanations/history/political-stability-in-germany/wilhelm-i/
  13. https://www.historyfiles.co.uk/KingListsEurope/GermanySaxonsRatzeburg.htm
  14. https://history.state.gov/countries/north-german-confederation
  15. Michael Kotulla: Deutsches Verfassungsrecht 1806–1918. Eine Dokumentensammlung nebst Einführungen. Vol. 1: Gesamtdeutschland, Anhaltische Staaten und Baden, Berlin 2006, p. 211.
  16. https://blogs.loc.gov/law/2017/04/150-year-anniversary-of-the-adoption-of-the-constitution-of-the-north-german-confederation/
  17. Ernst Rudolf Huber: Deutsche Verfassungsgeschichte seit 1789. Vol. III: Bismarck und das Reich. third edition, W. Kohlhammer, Stuttgart 1988, pp. 750/751.
  18. William Dawson (14 Ιουλίου 2017). History of the German Empire. Merkaba Press. σελ. 355. [νεκρός σύνδεσμος]
  19. 19,0 19,1 Ernst Rudolf Huber: Deutsche Verfassungsgeschichte seit 1789. Band III: Bismarck und das Reich. third edition, W. Kohlhammer, Stuttgart 1988, p. 750-753.
  20. John B. Freed, Frederick Barbarossa: The Prince and the Myth (Yale University Press, 2016), p. 631n.
  21. Mike Vouri (2013). The Pig War: Standoff at Griffin Bay. σελίδες 248–50. ISBN 9780914019626. [νεκρός σύνδεσμος]
  22. S. von Zurlinden. «Der Weltkrieg: Vorläufige Orientierung von einem Schweizerischen Standpunkt aus». Oxford University Press. Ανακτήθηκε στις 13 Απριλίου 2020. 
  23. Ludwig Bamberger (2 Νοεμβρίου 2016). Bismarck posthumus p. 8. Hansebooks. ISBN 978-3-7433-8831-4. 

Περαιτέρω ανάγνωση

Επεξεργασία
  • Thomas Weiberg: … wie immer Deine Dona. Verlobung und Hochzeit des letzten deutschen Kaiserpaares. Isensee-Verlag, Oldenburg 2007, ISBN 978-3-89995-406-7

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Επεξεργασία