Εθνικισμός

Ιδεολογία

Ο εθνικισμός είναι ιδεολογία που προωθεί τα συμφέροντα ενός συγκεκριμένου έθνους ως διακριτή ομάδα ανθρώπων,[1] ειδικά με σκοπό την απόκτηση της κυριαρχίας σε μια περιοχή και διατήρηση της αυτοδιοίκησης του έθνους στην πατρίδα του, σε προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου ατομικού ή συλλογικού συμφέροντος.[2] Ο εθνικισμός έχει κοινά στοιχεία αλλά και διαφορές με τον πατριωτισμό[3], ενώ είναι αντίθετος με το διεθνισμό.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Ο Αμερικανός φιλόσοφος και ιστορικός Χανς Κον αναφέρει το 1944 ότι ο εθνικισμός εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα.[4] Άλλες πηγές τοποθετούν διαφορετικά την αρχή του, αλλά η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο εθνικισμός ως ιδεολογία εδραιώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.[5][6][7][8] Ο ιστορικός Τζορτζ Πίμπαντι Γκουτς υποστήριξε ότι «ενώ ο πατριωτισμός είναι τόσο παλιός όσο οι ανθρώπινες σχέσεις και σταδιακά διεύρυνε τη σφαίρα του από το γένος στη φυλή, και από τη φυλή στην πόλη και το κράτος, ο εθνικισμός ως λειτουργική αρχή και ένα ξεκάθαρο δόγμα έκανε την εμφάνισή του μόνο ανάμεσα στις πιο περίπλοκες πνευματικές διεργασίες του σύγχρονου κόσμου».[9]

Ιστορικά, αγώνες ενάντια σε αποικιοκρατικές ή επεκτατικές δυνάμεις έχουν συσχετιστεί με εθνικιστικές τάσεις, όπως η Ελληνική Επανάσταση όπου η εθνική ανεξαρτησία προβλήθηκε ως ο παράγοντας για την απελευθέρωση.[10] Αντίθετα, σε συνδυασμό με έντονο εθνικό μίσος και στοιχεία φυλετικών διακρίσεων οδήγησε σε εθνοκαθάρσεις, όπως το Ολοκαύτωμα από την Ναζιστική Γερμανία[11], και γενοκτονίες όπως των Αρμενίων και των Ποντίων από Τούρκους εθνικιστές. Πρόσφατα η ιδέα του εθνικισμού έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία.[12]

Πολιτική θεωρίαΕπεξεργασία

Διάφοροι πολιτικοί επιστήμονες έχουν διατυπώσει θεωρίες όσον αφορά τη θεμελίωση του έθνους-κράτους και την έννοια της κυριαρχίας, που συνυφαίνονται με τον ορισμό του εθνικισμού.[13][14] Φιλόσοφοι όπως ο Μακιαβέλι, ο Λοκ, ο Χομπς και ο Ρουσώ αντιλήφθηκαν το κράτος ως το αποτέλεσμα ενός «κοινωνικού συμβολαίου» μεταξύ της άρχουσας τάξης και των πολιτών.[15] O Μαξ Βέμπερ διατύπωσε τον συνηθέστερο ορισμό: «η ανθρώπινη κοινότητα η οποία διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας σε μια συγκεκριμένη περιοχή».[16] Άλλοι μελετητές έχουν σημειώσει τη σχέση μεταξύ της οικοδόμησης κράτους, του πολέμου και του εθνικισμού. Πολλοί πιστεύουν ότι η ανάπτυξη του εθνικισμού στην Ευρώπη και έπειτα του σύγχρονου έθνους-κράτους οφειλόταν στην απειλή του πολέμου. Ο Μπάρι Πόζεν υποστηρίζει ότι ο εθνικισμός αυξάνει την ένταση του πολέμου και ότι τα κράτη προωθούν σκόπιμα τον εθνικισμό με στόχο τη βελτίωση των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων. [17]

Ο εθνικισμός πρεσβεύει την ιδέα ότι κάθε έθνος πρέπει να κυβερνά τον εαυτό του, ελεύθερο από εξωτερικές επεμβάσεις (αυτοδιάθεση), ότι το έθνος είναι η φυσική και ιδεώδης βάση για μια πολιτεία[18] και ότι το έθνος είναι δικαιωματικά η μόνη πηγή πολιτικής ισχύος (λαϊκή κυριαρχία).[1][19] Ο εθνικισμός στοχεύει στην οικοδόμηση και τη διατήρηση μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας, βασισμένης σε κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η κουλτούρα, η εθνικότητα, η γεωγραφική θέση, η γλώσσα, η πολιτική, η θρησκεία, οι παραδόσεις και η πίστη σε μια κοινή μοναδική ιστορία[20][21]. Στοχεύει ακόμη στην προώθηση της εθνικής ενότητας και την αλληλεγγύη.[1] Κατά συνέπεια, ο εθνικισμός επιδιώκει τη διατήρηση και ανάδειξη της παραδοσιακής κουλτούρας ενός έθνους· η πολιτιστική αναβίωση έχει συνδεθεί με εθνικιστικά κινήματα.[22] Ενθαρρύνει, ακόμη, την υπερηφάνεια για εθνικά επιτεύγματα.

ΚοινωνιολογίαΕπεξεργασία

Στην προσπάθεια να γίνουν πιο κατανοητές οι βάσεις και η προέλευση του εθνικισμού, διακρίθηκαν τρεις σχολές σκέψης με διαφορετικές θεωρήσεις. Ο αρχεγονισμός (αγγλ. Primordialism) προτείνει ότι τα έθνη υπήρχαν ανέκαθεν, συνεπώς ο εθνικισμός αποτελεί φυσική εξέλιξη. Ο εθνοσυμβολισμός (αγγλ. Ethnosymbolism) τονίζει τη σημασία των συμβόλων, των μύθων και των παραδόσεων στην ανάπτυξη των εθνών και των κρατών (σημαίες, ύμνοι, και άλλα σύμβολα εθνικής ταυτότητας θεωρούνται βασικά στοιχεία του εθνικισμού). Η μοντερνιστική ερμηνεία του εθνικισμού και της οικοδόμησης εθνών υποστηρίζει ότι ο εθνικισμός αναδύεται και ανθεί σε σύγχρονες κοινωνίες που έχουν μια βιομηχανική οικονομία ικανή για αυτοβιωσιμότητα, μια κεντρική ανώτατη αρχή ικανή να διατηρήσει την εξουσία και την ενότητα, και μια κεντρική γλώσσα κατανοητή από μια κοινότητα των ανθρώπων.[23][24][25]

Στην ανάλυσή του για τις ιστορικές αλλαγές και την ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών, ο Χένρι Μέιν σημείωσε τη διάκριση μεταξύ των παραδοσιακών κοινωνιών που ορίζονται ως κοινωνίες «κατάστασης», οι οποίες βασίζονται στην οικογενειακή συσχέτιση και λειτουργικά διάσπαρτους ρόλους στα άτομα, και τις σύγχρονες κοινωνίες που ορίζονται ως κοινωνίες «συμβολαίου», όπου οι κοινωνικές σχέσεις καθορίζονται από ορθολογικές συμβάσεις που επιδιώκονται από τα άτομα για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.[26] Ο Εμίλ Ντιρκέμ όρισε τις διαφορές μεταξύ παραδοσιακών και σύγχρονων κοινωνιών ως μεταξύ κοινωνιών που βασίζονται στη «μηχανική αλληλεγγύη» έναντι κοινωνιών που βασίζονται στην «οργανική αλληλεγγύη».[26] Ο Ντιρκέμ ισχυρίστηκε ότι η κοινωνική ενσωμάτωση σε μια παραδοσιακή κοινωνία απαιτούσε αυταρχική κουλτούρα που συνεπαγόταν την αποδοχή μιας κοινωνικής ευταξίας, ενώ η σύγχρονη κοινωνία βασίζει την ενσωμάτωση στα αμοιβαία οφέλη του καταμερισμού της εργασίας, αλλά σημείωσε ότι ο απρόσωπος χαρακτήρας της σύγχρονης αστικής ζωής προκάλεσε αποξένωση και αισθήματα κοινωνικής ανομίας.[26] Ο Μαξ Βέμπερ ισχυρίστηκε ότι η διαφορά βάσει της οποίας αναπτύχθηκαν οι σύγχρονες κοινωνίες και έθνη, είναι το αποτέλεσμα της ανόδου ενός χαρισματικού ηγέτη στην εξουσία. Η αντίληψη του Βέμπερ για τη χαρισματική εξουσία έχει σημειωθεί ως η βάση πολλών εθνικιστικών κυβερνήσεων.[26]

Η αρχεγονική οπτική βασίζεται στην εξελικτική θεωρία και συνήθως απορρίπτεται από τους ειδικούς.[27][28][29] Αντιλαμβάνεται τον εθνικισμό ως το αποτέλεσμα προσδιορισμού των ανθρώπων σε εθνοτικές ομάδες κατά τη διάρκεια της εξέλιξης και αναφέρεται στη δαρβινική θεωρία,[27] όμως στοχαστές όπως οι Χέρμπερτ Σπένσερ και Γουόλτερ Μπάτζχεντ επανερμήνευσαν τη θεωρία του Δαρβίνου για τη φυσική επιλογή, συχνά με τρόπους ασυνεπείς με τη θεωρία της εξέλιξης, προβάλλοντας αβάσιμους ισχυρισμούς για βιολογικές διαφορές μεταξύ ομάδων, εθνοτήτων, φυλών και εθνών.[30] Σύμφωνα με τον Μπένετικτ Άντερσον, τα έθνη είναι «φανταστικές κοινότητες».[31] Η συναίνεση μεταξύ των μελετητών είναι ότι τα έθνη είναι κοινωνικά κατασκευασμένα και ιστορικά ενδεχόμενα.[32]

Τύποι εθνικισμούΕπεξεργασία

Συντηρητικός εθνικισμόςΕπεξεργασία

Η αύξηση της επιρροής του συντηρητικού εθνικισμού αποδίδεται στην ανάμιξη με πρότερα «λαϊκά» κινήματα κατά τo 19ο αιώνα. Κυρίαρχες αρχές του εθνικισμού με αυτή τη μορφή είναι η κοινωνική συνοχή, η ευταξία και η σταθερότητα, στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στην άνοδο του σοσιαλισμού, στρέφοντας τον εθνικισμό κατά των ανερχόμενων τότε εργατικών κινημάτων που προήγαγαν ριζοσπαστικές ιδέες.[33] Με το να εισαχθούν συντηρητικά ιδεώδη, ο εθνικισμός παύει να επικροτεί τις αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Σε αντάλλαγμα, λαμβάνει έντονη προβολή κάθε τύπου μνημόνευση εθνικών μεγαλείων και πολεμικών νικών. Οι τάσεις αυτές κατατάσσουν τον συντηρητικό εθνικισμό ως ιδιαίτερα ξενοφοβικό, με το κάθε έθνος να αυτοχαρακτηρίζεται ως το μοναδικό και ανώτερο έναντι των άλλων. Η τάση επεκτατισμού, τροφοδοτούμενη από το κλίμα που προήγαγε ο συντηρητικός εθνικισμός, οδήγησε στο γεγονός ένα αξιοσημείωτο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού να βρεθεί υπό ευρωπαϊκό ζυγό, μέσω αποικιών, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Σημαντική, επίσης, θεωρείται η συμβολή του στην ανάπτυξη καχυποψίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, με αποτέλεσμα τον Παγκόσμιο Πόλεμο του 1914.[34]

Επεκτατικός εθνικισμόςΕπεξεργασία

Αυτή η μορφή εθνικισμού έχει καθαρά επιθετικό, στρατιωτικό και επεκτατικό χαρακτήρα. Ο ιμπεριαλισμός που διακατείχε τα ευρωπαϊκά κράτη τον 19ο αιώνα πυροδοτούσε ένα κλίμα λαϊκού εθνικισμού, όπου το εθνικό γόητρο ήταν συνυφασμένο με την όλο και μεγαλύτερη κατοχή μιας αυτοκρατορίας, ενώ κάθε αποικιακή νίκη χαιρετίζονταν με εκδηλώσεις λαϊκού ενθουσιασμού. Ειδικά αυτού του είδους ο εθνικισμός οδηγεί σε αισθήματα υστερικού, εθνικιστικού ενθουσιασμού, που αποκαλείται πολλές φορές και θεμελιακός εθνικισμός, δηλαδή η πίστη ότι το έθνος είναι τα πάντα, ενώ το άτομο τίποτα. Αυτή η μορφή εθνικισμού είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένη τόσο με σοβινιστικές απόψεις και θεωρίες, όσο και με οπισθοδρομικού χαρακτήρα μυθοπλασιών (π.χ. ο Μουσολίνι) και οι Ιταλοί φασίστες ανακαλούσαν την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή ο Χίτλερ και οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές παρέπεμπαν τόσο στο Δεύτερο Ράιχ του Μπίσμαρκ (Bismarck) όσο και στο Πρώτο Ράιχ του Καρλομάγνου και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Συχνά βασίζεται στη θεωρία των ανώτερων/κατώτερων εθνών[35] και την προσπάθεια επιβολής τους (βλ. Άρια φυλή)

Αντι-αποικιοκρατικός εθνικισμόςΕπεξεργασία

Ο αναπτυσσόμενος κόσμος γέννησε διάφορες μορφές εθνικισμού, οι οποίες είχαν ως κοινή αρχή την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία. Στην Αφρική και την Ασία, οδήγησε σε μια τόνωση της εθνότητας, που διαμορφώθηκε από την κοινή επιθυμία «εθνικής απελευθέρωσης». Λόγω του αναδυόμενου αντι-αποικιοκρατικού εθνικισμού, μεγάλες και εκτεταμένες αυτοκρατορίες όπως της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ολλανδίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας διαλύθηκαν στην πορεία. Συγκεκριμένα στην Ινδία υποσχέθηκαν ανεξαρτησία κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και την αναγνώρισαν το 1947, ενώ η Κίνα πέτυχε την πραγματική ενότητα και ανεξαρτησία μόνο μετά τη κομμουνιστική επανάσταση του 1949. Η δημοκρατία της Ινδονησίας ιδρύθηκε το 1949, μετά από τριετή πόλεμο εναντίον των Ολλανδών. Το Βιετνάμ με στρατιωτική εξέγερση ανάγκασε τους Γάλλους να αποσυρθούν το 1954, αν και η τελική απελευθέρωση και ενοποίηση του βορείου με το νότιο Βιετνάμ επετεύχθη το 1975. Ο στόχος της «εθνικής απελευθέρωσης» είχε τόσο οικονομική όσο και πολιτική διάσταση, κάτι που βοηθά στη κατανόηση του λόγου που τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα στράφηκαν στον σοσιαλισμό και ειδικά στον μαρξισμό-λενινισμό, ως όχημα έκφρασης των εθνικών τους φιλοδοξιών και όχι στον φιλελευθερισμό, ακόμη και αν φαινομενικά ο εθνικισμός και σοσιαλισμός είναι ασύμβατα πολιτικοϊδεολογικά συστήματα.

Φιλελεύθερος εθνικισμόςΕπεξεργασία

Λευκός εθνικισμόςΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Λευκός εθνικισμός

Οικονομικός εθνικισμόςΕπεξεργασία

Μουσικός εθνικισμόςΕπεξεργασία

Εθνικισμός των πόρωνΕπεξεργασία

Μπανάλ εθνικισμόςΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Μπανάλ εθνικισμός

ΥπερεθνικισμόςΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Υπερεθνικισμός

ΚριτικήΕπεξεργασία

Στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση υπήρξε κυρίως αρνητική στάση απέναντι στον εθνικισμό ως επικίνδυνη δύναμη και αιτία πολέμων μεταξύ των εθνών-κρατών. Ο ιστορικός Λόρδος Άκτον έκρινε την περίπτωση για τον «εθνικισμό ως παράνοια» το 1862. Υποστήριξε ότι ο εθνικισμός τοποθετεί τη χώρα πάνω από τις ηθικές αρχές, και δημιουργεί μια επικίνδυνη ατομική προσκόλληση στο κράτος.[36] Η προσκόλληση στο έθνος χρησιμεύει μερικές φορές ως υποκατάστατο της θρησκείας, ανάγεται σε ένα είδος «λατρείας του έθνους».[37] Ο Βρετανός ειρηνιστής Μπέρτραντ Ράσελ απέδωσε στον εθνικισμό ότι μειώνει την ικανότητα του ατόμου να κρίνει την εξωτερική πολιτική της χώρας του.[38][39] [40] Η κριτική των ειρηνιστών εναντίον του εθνικισμού επικεντρώνεται στη βία ορισμένων εθνικιστικών κινημάτων, στον επακόλουθο μιλιταρισμό και σε συγκρούσεις μεταξύ εθνών που εμπνέονται από τον σοβινισμό. Σύμφωνα με τον Άλμπερτ Αϊνστάιν «ο Εθνικισμός είναι μια βρεφική ασθένεια, είναι η ιλαρά της ανθρωπότητας».[41]

Άλλοι επικριτές του εθνικισμού υποστηρίζουν oτι είναι συχνά ασαφές τι συνιστά ένα έθνος ή εάν ένα έθνος είναι η νόμιμη μονάδα πολιτικής διακυβέρνησης. Επίσης ότι μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις όταν περισσότερες από μία εθνικές ομάδες εμφανίζονται να διεκδικούν δικαιώματα σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή όταν επιδιώκουν να πάρουν τον έλεγχο του κράτους. Θεωρούν ότι ο εθνικισμός είναι εγγενώς διχαστικός· η έμφαση για ταύτιση κάθε ατόμου με το δικό τους έθνος είναι δυνητικά καταπιεστική, τείνει να βυθίζει την ατομική ταυτότητα μέσα σε ένα εθνικό σύνολο, και τελικά παρέχει στις ελίτ ή στους πολιτικούς ηγέτες πιθανές ευκαιρίες να χειραγωγούν και να ελέγχουν τις μάζες.[42]

Μεγάλο μέρος της πρώιμης αντίθεσης στον εθνικισμό σχετιζόταν με το γεωπολιτικό του ιδανικό για ένα ξεχωριστό κράτος για κάθε έθνος.[43] Ο φιλόσοφος Άντονι Κλίφορντ Γκρέιλιγκ αντιτίθεται υποστηρίζοντας ότι "δεν υπάρχει χώρα στη γη που να μην φιλοξενεί περισσότερους από έναν διαφορετικούς αλλά συνήθως συνυπάρχοντες πολιτισμούς. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι το ίδιο πράγμα με την εθνική ταυτότητα". [44] Υπό αυτή την έννοια, ο εθνικισμός αποτελεί διαταρακτικό παράγοντα για την κοινωνική συνοχή σε πολυπολιτισμικά κράτη, καθώς η κοινωνία επιχειρεί συνεχώς να επαναπροσδιορίσει τη ταυτότητα της.[45] Στα πλαίσια της διαδικασίας για μια ενοποιημένη κοινότητα, οι εθνικιστές συχνά αντιμετωπίζουν μη ισότιμα τα άτομα διαφορετικής εθνικότητας ή χαρακτηριστικών εντός του κυρίαρχου έθνους-κράτους, και πολλές φορές εμφανίζουν κοινωνικές ομάδες με εξωτερικά στοιχεία, ως υπαίτιους ή ως λύση για υπαρκτά ή μη συσχετιζόμενα προβλήματα, προωθώντας τη σύγκρουση με άλλες κοινωνικές ομάδες[46] [47][48][49] Ο εθνικισμός ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί για να νομιμοποιήσει φυλετικούς, εθνοτικούς και θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Επίσης για την καταπίεση μειονοτήτων και ρατσιστικές επιθέσεις, την καταπάτηση ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων, τις δημοκρατικές παραδόσεις.[50]

Διαφορετικές θεωρήσειςΕπεξεργασία

Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς πρότειναν ότι «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα»[51] και άλλοι σοσιαλιστές ή κομμουνιστές (όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ) έγραψαν πολιτικές αναλύσεις που ήταν επικριτικές για τα εθνικιστικά κινήματα που δρούσαν τότε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Μια μερίδα άλλων σύγχρονων σοσιαλιστών και κομμουνιστών, όπως ο Βλαντιμίρ Λένιν υποστήριξαν την έννοια της εθνικής αυτοδιάθεσης.[52] [53][54]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 Smith, Anthony. Nationalism: Theory, Ideology, History. Polity, 2010. pp. 9, 25–30; James, Paul (1996). Nation Formation: Towards a Theory of Abstract Community. London: Sage Publications.  (αναφέρεται στον αγγλικό όρο nationalism)
  2. «nationalism | Definition, History, & Facts». Encyclopedia Britannica. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  3. Nairn, Tom· James, Paul (2005). Global Matrix: Nationalism, Globalism and State-Terrorism. London and New York: Pluto Press. ; and James, Paul (2006). Globalism, Nationalism, Tribalism: Bringing Theory Back In – Volume 2 of Towards a Theory of Abstract Community. London: Sage Publications. 
  4. Kohn, Hans (1967) [1944]. The Idea Of Nationalism: A Study In Its Origins And Background. Transaction Publishers. σελ. 1i. ISBN 978-1-4128-3729-3. 
  5. Zaide, Gregorio F. (1994). World history : in an Asean setting (Revised and updated ed έκδοση). Manila: Rex Book Store. ISBN 971-23-1472-3. 989297853. 
  6. Calhoun, Craig (1993-08). «Nationalism and Ethnicity» (στα αγγλικά). Annual Review of Sociology 19 (1): 211–239. doi:10.1146/annurev.so.19.080193.001235. ISSN 0360-0572. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2021-07-12. https://web.archive.org/web/20210712233349/https://www.annualreviews.org/doi/10.1146/annurev.so.19.080193.001235. Ανακτήθηκε στις 2020-06-15. 
  7. Zimmer, Oliver, 1964- (2003). Nationalism in Europe, 1890-1940. Basingstoke, Hampshire: Palgrave Macmillan. ISBN 1-4039-4388-5. 559676432. 
  8. Kohn, Hans (2018). Nationalism. Encyclopedia Britannica. 
  9. G.P. Gooch (1920). Nationalism. Swarthmore Press Limited. σελ. 5. 
  10. Beissinger, Mark (2002). Nationalist Mobilization and the Collapse of the Soviet State. Cambridge: Cambridge University Press. σελ. 449. 
  11. James, Pierre, 1965- (2001). The murderous paradise : German nationalism and the Holocaust. Westport, Conn.: Praeger. ISBN 0-275-97242-9. 45757723. 
  12. Kolstø, Pål,· Blakkisrud, Helge,. Russia before and after Crimea : nationalism and identity 2010-17. Edinburgh. ISBN 978-1-4744-4520-7. 1037351898. 
  13. Gellner, Ernest (1983). Nations and Nationalism (στα Αγγλικά). Cornell University Press. σελ. 1. ISBN 978-0801475009. 
  14. Hechter, Michael (2000). Containing Nationalism (στα Αγγλικά). Oxford University Press. σελ. 7. ISBN 978-0198297420. 
  15. Miller, Max (31 Μαρτίου 2016). «The Nature of the State». Oxford Bibliographies. Ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2017. 
  16. Weber, Max (1994). Weber: Political Writings. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 309–331. 
  17. Herbst, Jeffrey (Spring 1990). «War and the State in Africa». International Security 14 (4): 117–139. doi:10.2307/2538753. https://archive.org/details/sim_international-security_spring-1990_14_4/page/117. 
  18. Finlayson, Alan (2014). «5. Nationalism». Στο: Geoghegan, Vincent· Wilford, Rick. Political Ideologies: An Introduction. Routledge. σελίδες 100-102. ISBN 978-1-317-80433-8. 
  19. Yack, Bernard. Nationalism and the Moral Psychology of Community. University of Chicago Press, 2012. p. 142
  20. Triandafyllidou, Anna (1998). «National Identity and the Other». Ethnic and Racial Studies 21 (4): 593–612. doi:10.1080/014198798329784. 
  21. Smith, A.D. (1981). The Ethnic Revival in the Modern World. Cambridge University Press. 
  22. Smith, Anthony. Nationalism: Theory, Ideology, History. Polity, 2010. pp. 6–7, 30–31, 37
  23. Motyl 2001, σελίδες 508–509.
  24. Smith, Anthony D. (2010). Nationalism : theory, ideology, history (2nd ed έκδοση). Cambridge, UK: Polity. ISBN 978-0-7456-5127-9. 662400189. 
  25. Smith, Deanna (2007). Nationalism (2nd έκδοση). Cambridge: polity. ISBN 978-0-7456-5128-6. 
  26. 26,0 26,1 26,2 26,3 Motyl 2001, σελ. 510.
  27. 27,0 27,1 Motyl 2001, σελίδες 272–273.
  28. Goetze, David (1998). «Evolution, Mobility, and Ethnic Group Formation». Politics and the Life Sciences 17 (1): 59–71. doi:10.1017/S0730938400025363. 
  29. Kevin N. Laland· Gillian R. Brown (2011). Sense and Nonsense: Evolutionary Perspectives on Human Behaviour. Oxford UP. σελ. 2. ISBN 978-0199586967. 
  30. Motyl 2001, σελίδες 495–496.
  31. Anderson, Benedict (2006). Imagined Communities: Reflections on the origins and spread of nationalism. Verso Books. σελίδες 48–56. 
  32. Mylonas, Harris; Tudor, Maya (2021). «Nationalism: What We Know and What We Still Need to Know». Annual Review of Political Science 24 (1): 109–132. doi:10.1146/annurev-polisci-041719-101841. 
  33. Eley, Geoff (2010). Σφυρηλατώντας τη Δημοκρατία: Η ιστορία της Ευρωπαϊκής αριστεράς. Σαββάλας. 
  34. Heywood, Andrew (2007). Πολιτικές Ιδεολογίες. Επίκεντρο. σελίδες 236. 
  35. Γιώργος Μπαμπινιώτης. «Τι είναι εθνικισμός». ebooks.edu.gr. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  36. Lang, Timothy (2002). «Lord Acton and 'the Insanity of Nationality'». Journal of the History of Ideas 63 (1): 129–149. doi:10.2307/3654261. https://archive.org/details/sim_journal-of-the-history-of-ideas_2002-01_63_1/page/129. 
  37. Peter Alter: Nationalismus. Ein Essay über Europa. Alfred Kröner, Stuttgart 2016, S. 37 f.
  38. Russell Speaks His Mind, 1960. Fletcher and son Ltd., Norwich, United Kingdom
  39. Russell, Bertrand (1915). «The ethics of war». International Journal of Ethics. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2018. 
  40. Motyl 1:298
  41. Viereck, George Sylvester (26 October 1929). «What Life Means to Einstein». The Saturday Evening Post: σελ. 117. http://www.saturdayeveningpost.com/wp-content/uploads/satevepost/what_life_means_to_einstein.pdf. Ανακτήθηκε στις 19 May 2013. 
  42. Heywood, Andrew (2000). Key Concepts in Politics. London: Macmillan Press. σελ. 256. ISBN 978-0333770955. 
  43. World Book Encyclopedia, 2018 ed., s.v. "Muslims"
  44. Grayling, A.C. (2001). The Meaning of Things: Applying Philosophy to Life. London: Weidenfeld & Nicolson. σελίδες 78–79. ISBN 978-0297607588. 
  45. Heywood, Andrew (1999). Political Theory: An Introduction (2nd έκδοση). London: Macmillan Press. σελίδες 97–98. ISBN 978-0333760918. 
  46. Motyl, Alexander J. (2001). Encyclopedia of nationalism. San Diego, Calif.: Academic Press. ISBN 0-12-227230-7. 45302774. 
  47. Billig, Michael,. Banal nationalism. London. ISBN 0-8039-7524-4. 33233133. 
  48. Gellner, Ernest. (2006). Nations and nationalism (2nd ed έκδοση). Oxford: Blackwell. ISBN 1-4051-3442-9. 65469179. 
  49. Canovan, Margaret,. Nationhood and political theory. Cheltenham, UK. ISBN 1-85278-852-6. 32924046. 
  50. Mylonas, Harris; Tudor, Maya (2021). «Nationalism: What We Know and What We Still Need to Know». Annual Review of Political Science 24 (1): 109–132. doi:10.1146/annurev-polisci-041719-101841. 
  51. K. Marx, F. Engels. Manifesto of the Communist Party. 
  52. Smith, Anthony D. (March 1983). «Nationalism and Classical Social Theory». The British Journal of Sociology 34 (1): 19–38. doi:10.2307/590606. 
  53. Cliff, Tony (1959). «Rosa Luxemburg and the national question». Marxists Internet Archive. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2008. 
  54. George Orwell, Notes on Nationalism, orwell.ru.

ΠηγέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Περαιτέρω μελέτηΕπεξεργασία