Μεγάλες μεταναστεύσεις

(Ανακατεύθυνση από Κάθοδος των φυλών)

Η Περίοδος των Μεταναστεύσεων, γνωστή και ως Βαρβαρικές Εισβολές (από τη ρωμαϊκή και την ελληνική οπτική), είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται μερικές φορές για την περίοδο της Ευρωπαϊκής ιστορίας της παρακμής και πτώσης της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο όρος αναφέρεται στο σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι εισβολές μη ρωμαϊκών λαών, ιδίως των Φράγκων, των Γότθων, των Αλαμαννών, των Αλανών, των Ούννων, των Πρώιμων Σλάβων και των Αβάρων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η περίοδος θεωρείται παραδοσιακά ότι ξεκίνησε το 375 μ.Χ. (πιθανώς ήδη από το 300) και έληξε το 568.[1] Διάφοροι παράγοντες συνέβαλαν σε αυτό το φαινόμενο της μετανάστευσης και της εισβολής και ο ρόλος και η σημασία τους συζητούνται ακόμη ευρέως. Αυτές οι μετακινήσεις πέρα από την οριστική πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επέφεραν ριζικές πολιτιστικές ανακατατάξεις που άλλαξαν ριζικά το πρόσωπο τόσο της ανατολικής όσο και της δυτικής Ευρώπης και σημάδεψαν το πέρασμα από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα.

Η μετανάστευση από το 100 μέχρι το 400
Χάρτης των "βαρβαρικών" εισβολών στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που δείχνει τις κυριότερες μετακινήσεις από το 100 έως το 500 μ.Χ.

Οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς τη χρονολογία έναρξης και λήξης της Περιόδου των Μεταναστεύσεων. Αρχή της περιόδου θεωρείται ευρέως η εισβολή στην Ευρώπη των Ούννων από την Ασία το 375 περίπου και τέλος της η κατάκτηση της Ιταλίας από τους Λομβαρδούς το 568,[2] αλλά μια πιο ευρεία περίοδος θεωρείται από το 300 μέχρι το 800.[3] Για παράδειγμα τον τέταρτο αιώνα μια πολύ μεγάλη ομάδα Γότθων εγκαταστάθηκαν ως Φοιδεράτοι στα Ρωμαϊκά Βαλκάνια και οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν νότια του Ρήνου στη Ρωμαϊκή Γαλατία. Το 406 έγινε μια ιδιαίτερα μεγάλη και απροσδόκητη διέλευση του Ρήνου από μια ομάδα Βανδάλων, Αλανών και Σουηβών. Καθώς η κεντρική εξουσία κατέρρευσε στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο ίδιος στρατός έγινε πιο σημαντικός, αλλά σε αυτόν κυριαρχούσαν πλέον άνδρες βαρβαρικής καταγωγής.

Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις ως προς το αν η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αποτέλεσμα της αύξησης των μεταναστεύσεων ή αν τόσο η κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας όσο και η αυξημένη σημασία των μη Ρωμαίων ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών ρωμαϊκών παραγόντων. Οι μεταναστεύσεις και η χρησιμοποίηση μη Ρωμαίων στο στρατό ήταν γνωστές πριν και μετά από την πτώση της και η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσαρμόστηκε και συνέχισε να υπάρχει μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453. Η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αν και αφορούσε την ίδρυση ανταγωνιστικών βαρβαρικών βασιλείων, διευθύνθηκε σε κάποιο βαθμό από τους Ανατολικούς αυτοκράτορες.

Οι μετανάστες αποτελούνταν από πολεμικές ομάδες ή φυλές 10.000 ως 20.000 ατόμων,[4] αλλά σε διάστημα 100 ετών δεν ξεπερνούσαν τους 750.000 συνολικά, σε σύγκριση με έναν μέσο πληθυσμό 40 εκατομμυρίων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή. Αν και οι μεταναστεύσεις ήταν συνηθισμένες καθ' όλη τη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,[5] η εν λόγω περίοδος το 19ο αιώνα συνήθως οριζόταν ότι διήρκεσε περίπου από τον 5ο ως τον 8ο αιώνα μ.Χ.[6][7] Οι πρώτες μεταναστεύσεις των λαών έγιναν από Γερμανικά φύλα όπως οι Γότθοι (περιλαμβανομένων των Βησιγότθων και των Οστρογότθων), οι Βάνδαλοι, οι Αγγλοσάξονες, οι Λομβαρδοί, οι Σουηβοί, οι Φρίσιοι, οι Ιούτοι, οι Βουργουνδοί, οι Αλαμαννοί, οι Σκίριοι και οι Φράγκοι. Αργότερα απωθήθηκαν προς τα δυτικά από τους Ούννους, τους [[Άβαρους, τους Σλάβους και τους Βούλγαρους.[8]

Μεταγενέστερες επιδρομές, όπως των Βίκινγκ, των Νορμανδών, των Βαράγγων, των Ούγγρων, των Μαυριτανών, των Τουρκικών φύλων και των Μογγόλων, είχαν επίσης σημαντικές επιπτώσεις (ειδικά στη Βόρεια Αφρική, την Ιβηρική Χερσόνησο, τη Μικρά Ασία και την Κεντρική Ευρώπη και την Ανατολική Ευρώπη). Ωστόσο συνήθως θεωρούνται ότι δεν ανήκουν στην Περίοδο των Μεταναστεύσεων.

ΧρονολόγιοΕπεξεργασία

 
Μια περίοδος μετανάστευσης Γερμανικό χρυσό δίσκος-κόσμημα της Περιόδου των Μεταναστεύσεων, που απεικονίζει ένα πουλί, ένα άλογο και ένα στυλιζαρισμένο κεφάλι που φορά έναν σουηβικό κότσο.

Προέλευση των γερμανικών φυλώνΕπεξεργασία

Οι γερμανικοί λαοί μετακινήθηκαν από τη νότια Σκανδιναβία και τη βόρεια Γερμανία[9][10] στις γειτονικές περιοχές μεταξύ του Έλβα και του Όντερ μετά το 1000 π.Χ. Το πρώτο κύμα κινήθηκε δυτικά και νότια (απωθώντας τους Κέλτες κατοίκους δυτικά προς το Ρήνο περίπου το 200 π.Χ.), προχωρώντας στη νότια Γερμανία μέχρι τις ρωμαϊκές επαρχίες της Γαλατίας και της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας το 100 π.Χ., όπου τους αναχαίτισαν ο Γάιος Μάριος και ο Ιούλιος Καίσαρας. Είναι η δυτική ομάδα τους, που περιγράφηκε από το Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο (56-117 μ.Χ.) και τον Ιούλιο Καίσαρα (100-44 π.Χ.). Ένα μεταγενέστερο κύμα γερμανικών φυλών μετανάστευσε προς τα ανατολικά και τα νότια από τη Σκανδιναβία, μεταξύ 600 και 300 π.Χ., στις απέναντι ακτές της Βαλτικής Θάλασσας, ανεβαίνοντας τον Βιστούλα κοντά στα Καρπάθια. Κατά την εποχή του Τάκιτου περιλάμβαναν λιγότερο γνωστές φυλές όπως οι Τεντερίτες, οι Χερούσκοι, οι Χερμούνδουροι και οι Χάττες. Ωστόσο μια περίοδος ομοσπονδίας και μεικτών γάμων οδήγησε στις γνωστές μας ομάδες γνωστές ως Αλαμαννοί, Φράγκοι, Σάξονες, Φρίσιοι και Θουριγγοί.[11]

Πρώτο κύμαΕπεξεργασία

Το πρώτο κύμα εισβολών, μεταξύ 300 και 500 μ.Χ., τεκμηριώνεται εν μέρει από Έλληνες και Λατίνους ιστορικούς, αλλά είναι δύσκολο να επαληθευτεί αρχαιολογικά. Οι γερμανικοί λαοί φέρονται να ελέγχουν τις περισσότερες περιοχές της τότε Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[12]

Μια άλλη ομάδα, οι Ούννοι προερχόμενοι από την Κεντρική Ασία, το 374-375 εισβάλει στην Ουκρανία όπου καταστρέφει το εκεί γοτθικό βασίλειο. Από το 425 οι Ούννοι εγκαθιστούν μια αυτοκρατορία και λίγο αργότερα με αρχηγό τον Αττίλα εισβάλλουν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, λεηλατώντας την και μη μπορώντας να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη στρέφονται προς την Δύση. Αφού ο Αττίλας λεηλάτησε και την Γαλατία, ηττήθηκε στην μάχη στα Καταλαυνικά Πεδία από ένα συνασπισμένο στρατό Ρωμαίων και Βαρβάρων υπό τον Αέτιο. Μια ακόμη επιδρομή στην Ιταλία σταμάτησε χάρη στην συνάντηση του Πάπα με τον Αττίλα, ο οποίος λίγο αργότερα πέθανε και η αυτοκρατορία του διαμελίστηκε χάρη στις διαμάχες για το μοίρασμά της, επιτρέποντας στους γύρω γερμανικούς λαούς να τους εξαφανίσουν. Οι Αλανοί, ένας λαός Ιρανών από τον Καύκασο, αφού έκαναν επιδρομές στην Γαλατία και χρησιμοποιήθηκαν ως μισθοφόροι των Ρωμαίων εναντίον των Ούννων, πέρασαν στην Ισπανία και από εκεί στην Αφρική όπου έγιναν ένα με τους Βάνδαλους.

Η πίεση των Ούννων όμως οδήγησε πολλούς από τους Βάρβαρους να μετακινηθούν μακριά τους. Πρώτοι οι Βησιγότθοι μετακινήθηκαν στην Θράκη και από εκεί στην Ιλλυρία, από όπου ο Αλάριχος εισέβαλε στην βόρεια Ιταλία και το 410 λεηλατεί την Ρώμη. Ο διάδοχός του Αταούλφος εγκαταλείπει την Ιταλία και εγκαθιστά στην Τουλούζη το πρώτο γερμανικό βασίλειο σε ρωμαϊκό έδαφος, καταλαμβάνοντας γρήγορα και την Ακουϊτανία και μεγάλο μέρος της Ιβηρίας.

Οι Θερβίγκοι πέρασαν από το Δούναβη στο ρωμαϊκό έδαφος μετά από σύγκρουση με τους Ούννους το 376. Λίγο αργότερα στη Μαρκιανόπολη (της Μοισίας) η φρουρά του αρχηγού τους Φρίτιγκερρν σκοτώθηκε όταν συνάντησε τον Λουπίκινο.[13] Οι Θερβίγκοι επαναστάτησαν και οι Βησιγότθοι, μια ομάδα που προέρχεται είτε από αυτούς είτε από μια συγχώνευση κυρίως γοτθικών ομάδων, τελικά εισέβαλαν στην Ιταλία και λεηλάτησαν τη Ρώμη το 410, πριν εγκατασταθούν στη Γαλατία και στη συνέχεια, 50 χρόνια αργότερα, στην Ιβηρία, ιδρύοντας το Βησιγοτθικό Βασίλειο που διήρκεσε 250 χρόνια.

Στη ρωμαϊκή επικράτεια τους ακολούθησαν πρώτα μια συνομοσπονδία Ερούλων, Ρογών και Σκιρίων πολεμιστών, υπό τον Οδόακρο, που εκθρόνισε το Ρωμύλο Αυγουστύλο το 476, και αργότερα οι Οστρογότθοι, με επικεφαλής το Μέγα Θεοδώριχο, που εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία. Στη Γαλατία οι Φράγκοι (μια συγχώνευση δυτικών γερμανικών φυλώ,ν των οποίων οι ηγέτες είχαν ευθυγραμμιστεί με τη Ρώμη από τον 3ο αιώνα) εισήλθαν στα ρωμαϊκά εδάφη σταδιακά κατά τον 5ο αιώνα και αφού εδραίωσαν την εξουσία υπό τον Χιλδέριχο ΄και την αποφασιστική νίκη του γιου του Κλόβις επί του Συάγριου το 486. καθιερώθηκαν ως ηγεμόνες της βόρειας Ρωμαϊκής Γαλατίας. Αποκρούοντας τις προκλήσεις από τους Αλαμαννούς, τους Βουργουνδούς και τους Βησιγότθους το Φραγκικό βασίλειο έγινε ο πυρήνας αυτού που αργότερα θα γινόταν Γαλλία και Γερμανία. Ο αρχικός αγγλοσαξονικός εποικισμός της Βρετανίας συνέβη κατά τον 5ο αιώνα, όταν ο ρωμαϊκός έλεγχος της Βρετανίας είχε λήξει.[14] Οι Βουργουνδοί εγκαταστάθηκαν στη βορειοδυτική Ιταλία, την Ελβετία και την Ανατολική Γαλλία τον 5ο αιώνα.

Δεύτερο κύμαΕπεξεργασία

Περαιτέρω πληροφορίες: Πρώιμοι Σλάβοι
 
Μετανάστευση των πρώιμων Σλάβων στην Ευρώπη μεταξύ 5ου και 10ου αιώνα..
 
Μετανάστευση και εγκατάσταση των Βουλγάρων κατά τον 6ο και τον 7ο αιώνα μ.Χ

Μεταξύ 500 και 700 σλαβικές φυλές εγκαταστάθηκαν σε περισσότερες περιοχές της κεντρικής Ευρώπης και ωθήθηκαν περαιτέρω στη νότια και την ανατολική Ευρώπη, κάνοντας σταδιακά το ανατολικό μισό της Ευρώπης κυρίως σλαβικό.[15] Επιπλέον τουρκικές φυλές όπως οι Άβαροι ενεπλάκησαν σε αυτό το δεύτερο κύμα. Το 567 οι Άβαροι και οι Λομβαρδοί κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του Βασιλείου των Γεπίδων. Οι Λομβαρδοί, ένας γερμανικός λαός, εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία με τους Ερούλους, Σουηβούς, Γέπιδες, Θουριγγίους, (Πρωτο)βούλγαρους, Σαρμάτες και Σάξονες συμμάχους τους τον 6ο αιώνα.[16][17]Ακολούθησαν αργότερα οι Βαυαροί και οι Φράγκοι, που κατέκτησαν και κυβέρνησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλίας.

Οι (Πρωτο)βούλγαροι, αρχικά νομαδική ομάδα από την Κεντρική Ασία, κατέλαβαν τη στέπα του Πόντου βόρεια του Καυκάσου από το 2ο αιώνα, αλλά αργότερα, πιεζόμενη από τους Χαζάρους, η πλειοψηφία τους μετανάστευσε δυτικά και κυριάρχησε στα βυζαντινά εδάφη κατά μήκος του κάτω Δούναβη τον 7ο αιώνα. Από εκείνη την εποχή η δημογραφική εικόνα των Βαλκανίων άλλαξε οριστικά και έγινε κυρίως σλαβική, ενώ θύλακες γηγενών κατοίκων επιβίωσαν στα βουνά των Βαλκανίων.[18][19]

Κατά τους πρώιμους Αραβοβυζαντινούς Πολέμους αραβικοί στρατοί προσπάθησαν να εισβάλουν στη νοτιοανατολική Ευρώπη μέσω της Μικράς Ασίας στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 8ου αιώνα, αλλά ηττήθηκαν στην Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-718) από τις ενωμένες δυνάμεις του Βυζαντίου και των Βουλγάρων. Κατά τους Αραβοχαζαρικούς Πολέμους οι Χαζάροι σταμάτησαν την αραβική επέκταση στην Ευρώπη σε όλο τον Καύκασο (7ος και 8ος αιώνας). Την ίδια εποχή οι Μαυριτανοί (αποτελούμενοι από Άραβες και Βέρβερους) εισέβαλαν στην Ευρώπη μέσω του Γιβραλτάρ (αποσπώντας την Hispania, την Ιβηρική Χερσόνησο, από το Βησιγοτθικό Βασίλειο το 711), πριν αναχαιτισθούν. Αυτές οι μάχες οριοθέτησαν σε γενικές γραμμές τα σύνορα μεταξύ του Χριστιανικού κόσμου και του Ισλάμ για την επόμενη χιλιετία. Τους επόμενους αιώνες οι Μουσουλμάνοι απέσπασαν το μεγαλύτερο μέρος της Σικελίας από τους Χριστιανούς μέχρι το 902.

Η ουγγρική κατάκτηση της λεκάνης των Καρπαθίων το 895 περίπου και οι επόμενες ουγγρικές εισβολές στην Ευρώπη και η επέκταση των Βίκινγκ από τα τέλη του 8ου αιώνα σηματοδοτούν συμβατικά τις τελευταίες μεγάλες μετακινήσεις της περιόδου. Ο Χριστιανισμός σταδιακά προσηλύτισε τους μη Μουσουλμάνους νεοφερμένους και τους ενσωμάτωσε στη μεσαιωνική χριστιανική τάξη. Μετά από αυτό άρχισε η γερμανική επέκταση προς τα ανατολικά τον 11ο αιώνα στην Ανατολική Ευρώπη.

ΣυζητήσειςΕπεξεργασία

Bαρβαρική ταυτότηταΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Βάρβαροι

Η ανάλυση της βαρβαρικής ταυτότητας και του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκε και εκφράστηκε κατά τη διάρκεια των Βαρβαρικών Εισβολών έχει προκαλέσει συζήτηση μεταξύ των μελετητών. Ο Χέρβιγκ Βόλφραμ, ιστορικός των Γότθων,[20] συζητώντας την εξίσωση του migratio gentium με το Völkerwanderung, παρατηρεί ότι ο Μίκαελ Σμιντ εισήγαγε την εξίσωση στην ιστορία του για τους Γερμανούς το 1778. Ο Βόλφραμ παρατήρησε ότι η σημασία του γένους ως βιολογικής κοινότητας μεταβαλλόταν, ακόμη και κατά τη διάρκεια του πρώιμου Μεσαίωνα και ότι «για να περιπλέκουμε τα πράγματα, δεν έχουμε τρόπο να επινοήσουμε μια ορολογία που να μην προέρχεται από την έννοια του έθνους που δημιουργήθηκε κατά τη Γαλλική Επανάσταση».

Το «αρχέγονο» [21]παράδειγμα επικράτησε κατά τον19ο αιώνα. Μελετητές, όπως ο Γερμανός γλωσσολόγος Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ, θεωρούσαν τις φυλές ως συνεκτικές βιολογικές (φυλετικές) οντότητες, χρησιμοποιώντας τον όρο για να αναφερθούν σε διακριτές εθνοτικές ομάδες.[22] Πίστευε επίσης ότι Volk ήταν ένα οργανικό σύνολο, με βασική ταυτότητα και πνεύμα εμφανές στην τέχνη, τη λογοτεχνία και τη γλώσσα. Αυτά τα χαρακτηριστικά θεωρήθηκαν ως εγγενή, ανεπηρέαστα από εξωτερικές επιρροές, ακόμη και τυχόν κατάκτηση.[23] Η γλώσσα ειδικότερα θεωρήθηκε ως η πιο σημαντική έκφραση της εθνότητας. Υποστήριξαν ότι οι ομάδες που μοιράζονταν την ίδια (ή παρόμοια) γλώσσα είχαν κοινή ταυτότητα και καταγωγή.[24] Αυτό ήταν το ρομαντικό ιδεώδες ότι κάποτε υπήρχε ένας μόνο Γερμανός, Κέλτικος ή Σλαβικός λαός, που καταγόταν από μια κοινή πατρίδα και μιλούσε μια κοινή γλώσσα, βοηθώντας στη δημιουργία ενός εννοιολογικού πλαισίου για τα πολιτικά κινήματα του 18ου και 19ου αιώνα όπως ο πανγερμανισμός και πανσλαβισμός.[23]

Από τη δεκαετία του 1960 μια επανερμηνεία των αρχαιολογικών και ιστορικών μαρτυριών ώθησε μελετητές, όπως οι Γκόαρτ και Tοντ, να προτείνουν νέα μοντέλα για την εξήγηση της κατασκευής της βαρβαρικής ταυτότητας. Υποστήριξαν ότι καμία αίσθηση κοινής ταυτότητας δεν ήταν αντιληπτή από τους Germani.[25][26][27] a similar theory having been proposed for Celtic and Slavic groups.[28] Μια παρόμοια θεωρία προτάθηκε για τις κελτικές και τις σλαβικές ομάδες.

Μια θεωρία αναφέρει ότι ο αρχέγονος τρόπος σκέψης ενθαρρύνθηκε από μια εκ πρώτης όψεως ερμηνεία των ελληνορωμαϊκών πηγών, που ομαδοποιούσαν πολλές φυλές υπό ετικέτες όπως Γερμανοί, Κέλτες ή Σκλαβηνίες, ενθαρρύνοντας έτσι την αντίληψή τους ως ξεχωριστών λαών. Οι μοντερνιστές υποστηρίζουν ότι η μοναδικότητα που γινόταν αντιληπτή από συγκεκριμένες ομάδες βασιζόταν σε κοινά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και όχι σε βιολογικές ή φυλετικές διακρίσεις. Πράγματι, σε αυτή τη βάση, ορισμένες σχολές σκέψης σε πρόσφατες μελέτες προτρέπουν να καταργηθεί εντελώς η έννοια των Γερμανικών λαών.[29][30]

Ο ρόλος της γλώσσας στην κατασκευή και τη διατήρηση της ομαδικής ταυτότητας μπορεί να είναι εφήμερος, καθώς μεγάλης κλίμακας γλωσσικές αλλαγές συμβαίνουν συνήθως στην ιστορία.[31] Οι μοντερνιστές προτείνουν την ιδέα των «φαντασιακών κοινοτήτων». Οι βαρβαρικές πολιτείες στην ύστερη αρχαιότητα ήταν κοινωνικά κατασκευάσματα και όχι αμετάβλητες γραμμές εξ αίματος συγγένειας.[32] Η διαδικασία σχηματισμού φυλετικών μονάδων ονομάστηκε «εθνογένεση», όρος που επινοήθηκε από το Σοβιετικό μελετητή Γιούλιαμ Μπρόμλεϊ.[33] Η Αυστριακή σχολή (με επικεφαλής τον Ράινχαρντ Βένσκους) έκανε δημοφιλή αυτή την ιδέα, που επηρέασε τους μεσαιωνιστές, όπως ο Χέρβιγκ Βόλφραμ, ο Βάλτερ Πολ και ο Πάτρικ Τ. Γκήρι.[26] Υποστηρίζει ότι το ερέθισμα για τη δημιουργία φυλετικών πολιτειών διαιωνίστηκε από ένα μικρό πυρήνα ανθρώπων, γνωστών ως Traditionskern («πυρήνας της παράδοσης»), που ήταν μια στρατιωτική ή αριστοκρατική ελίτ. Αυτή η βασική ομάδα σχημάτισε ένα πρότυπο για μεγαλύτερες μονάδες, συγκεντρώνοντας οπαδούς χρησιμοποιώντας συγχωνευτικές μεταφορές όπως η συγγένεια και η κοινότητα των αυτοχθόνων και υποστηρίζοντας ότι διαιώνιζαν μια αρχαία, θεϊκά εγκεκριμένη γενεαλογία.[34]

Ο κοινός, γεμάτος τροχιές, χάρτης του Völkerwanderung μπορεί να απεικονίζει μια τέτοια πορεία γεγονότων, αλλά παραπλανά. Εκτυλισσόμενες σε μεγάλες χρονικές περιόδους, οι αλλαγές θέσης που έγιναν ήταν αναγκαστικά ακανόνιστες ... (με) περιόδους εμφατικής ασυνέχειας. Για δεκαετίες και πιθανώς αιώνες οι φορείς της παράδοσης αδρανούσαν και η ίδια η παράδοση έπεφτε σε χειμερία νάρκη. Υπήρχε αρκετός χρόνος για τη λήθη να κάνει τη δουλειά της.[35]

ΟπτικέςΕπεξεργασία

Το Völkerwanderung είναι μια γερμανική λέξη, δανεισμένη από τη γερμανική ιστοριογραφία, που αναφέρεται στις πρώιμες μεταναστεύσεις των γερμανικών λαών. Με μια ευρύτερη έννοια μπορεί να σημαίνει τη μαζική μετανάστευση ολόκληρων φυλών ή εθνικών ομάδων.

Αντί για «εισβολή» οι Γερμανοί και οι Σλάβοι μελετητές μιλούν για «μετανάστευση» (γερμανικά: Völkerwanderung, τσέχικα: Stěhování národů, σουηδικά: folkvandring και ουγγρικά: népvándorlás), εμπνεόμενοι από την ιδέα ενός δυναμικού και «περιπλανώμενου ινδογερμανικού λαού». [36]

Οι ιστορικοί έχουν διατυπώσει πολλές εξηγήσεις για την εμφάνιση «βαρβάρων» στα ρωμαϊκά σύνορα: η κλιματική αλλαγή, ο καιρός και οι καλλιέργειες, η πληθυσμιακή πίεση, η «αρχέγονη παρόρμηση» ώθησης στη Μεσόγειο, η κατασκευή του Σινικού Τείχους της Κίνας που προκάλεσε ένα «ντόμινο» φυλών που αναγκάστηκαν να στραφούν προς τα δυτικά, με αποτέλεσμα οι Ούννοι να επιπέσουν επί των Γότθων, που, με τη σειρά τους, ώθησαν άλλες γερμανικές φυλές που ήταν μπροστά τους.[37] Γενικά οι Γάλλοι και οι Ιταλοί μελετητές έχουν την τάση να το βλέπουν ως ένα καταστροφικό γεγονός, την καταστροφή ενός πολιτισμού και την αρχή μιας «Σκοτεινής Εποχής» που πήγε την Ευρώπη μια χιλιετία πίσω. Αντίθετα οι Γερμανοί και οι Άγγλοι ιστορικοί έχουν την τάση να βλέπουν τη ρωμαιοβαρβαρική αλληλεπίδραση ως την αντικατάσταση ενός «κουρασμένου, εξαντλημένου και παρηκμασμένου μεσογειακού πολιτισμού» με έναν "Βόρειο πιο αρρενωπό και πολεμικό".[38]

Ο μελετητής Γκάι Χάλσαλ έχει θεωρήσει τις βαρβαρικές μετακινήσεις ως το αποτέλεσμα της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και όχι την αιτία της.[38] Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν ότι οι γερμανικές και οι σλαβικές φυλές ήταν εγκατεστημένοι γεωργοί που πιθανώς απλώς «παρασύρθηκαν στην πολιτική μιας αυτοκρατορίας που ήδη κατέρρεε για πολλούς άλλους λόγους».[39] Η Κρίση του Τρίτου Αιώνα προκάλεσε σημαντικές αλλαγές μέσα στην ίδια τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τόσο στο δυτικό όσο και στο ανατολικό τμήμα της.[40] Συγκεκριμένα ο οικονομικός κατακερματισμός στέρησε την αυτοκρατορία από πολλές από τις πολιτικές, πολιτιστικές και οικονομικές δυνάμεις που τηνείχαν κρατήσει ενωμένη.[41]

Ο αγροτικός πληθυσμός στις ρωμαϊκές επαρχίες αποστασιοποιήθηκε από τη μητρόπολη και δεν υπήρχε κάτι που να τον διαφοροποιούσε από τους άλλους αγρότες πέρα ​​από τα ρωμαϊκά σύνορα. Επιπλέον η Ρώμη χρησιμοποιούσε όλο και περισσότερο ξένους μισθοφόρους για να αμυνθεί. Αυτος ο εκβαρβαρισμός είχε παράληλες αλλαγές στο Barbaricum.[42]

Για παράδειγμα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έπαιξε ζωτικό ρόλο στη δημιουργία βαρβαρικών ομάδων κατά μήκος των συνόρων της. Λαμβάνοντας την αυτοκρατορική υποστήριξη και δώρα οι στρατοί των συμμάχων βαρβάρων οπλαρχηγών χρησίμευαν ως φραγμοί ενάντια σε άλλες, εχθρικές, βαρβαρικές ομάδες. Η αποσύνθεση της ρωμαϊκής οικονομικής ισχύος αποδυνάμωσε τις ομάδες που είχαν φτάσει να εξαρτώνται από τα ρωμαϊκά δώρα για τη διατήρηση της δικής τους εξουσίας. Η άφιξη των Ούννων βοήθησε πολλές ομάδες να εισβάλουν στις επαρχίες για οικονομικούς λόγους.[43]

Η μορφή των βαρβαρικών καταλήψεων των πρώην ρωμαϊκών επαρχιών διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Για παράδειγμα στην Ακουιτανία η επαρχιακή διοίκηση ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοδύναμη. Ο Χάλσαλ έχει υποστηρίξει ότι οι τοπικοί άρχοντες απλώς «παρέδωσαν» τη στρατιωτική κυριαρχία στους Οστρογότθους, που απέκτησαν την ταυτότητα των νεοφερμένων. [12]Στη Γαλατία η κατάρρευση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας οδήγησε στην αναρχία: οι Φράγκοι και οι Αλαμαννοί ρίχτηκαν στο «κενό εξουσίας» που ακολούθησε,[44] με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Στην Ισπανία οι ντόπιοι αριστοκράτες διατήρησαν την ανεξάρτητη κυριαρχία τους για κάποιο χρονικό διάστημα, συγκεντρώνοντας τους δικούς τους στρατούς εναντίον των Βανδάλων. Εν τω μεταξύ η αποχώρηση των Ρωμαίων από την πεδινή Αγγλία οδήγησε σε σύγκρουση μεταξύ των Σαξόνων και των Βρετόνων οπλαρχηγών (των οποίων τα κέντρα εξουσίας υποχώρησαν προς τα δυτικά ως αποτέλεσμα). Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσπάθησε να διατηρήσει τον έλεγχο των βαλκανικών επαρχιών παρά τον αραιό αυτοκρατορικό στρατό που βασιζόταν κυρίως σε τοπικές πολιτοφυλακές και μια εκτεταμένη προσπάθεια για την ενίσχυση των παραδουνάβιων συνόρων. Οι φιλόδοξες οχυρωματικές προσπάθειες κατέρρευσαν, επιδεινώνοντας τις συνθήκες φτώχειας του τοπικού πληθυσμού και με αποτέλεσμα τον εποικισμό από Σλάβους πολεμιστές και τις οικογένειές τους.[45]

Οι Χάλσαλ και Νομπλ υποστήριξαν ότι τέτοιες αλλαγές προήλθαν από την κατάρρευση του ρωμαϊκού πολιτικού ελέγχου, που αποκάλυψε την αδυναμία της τοπικής ρωμαϊκής κυριαρχίας. Αντί για μεγάλης κλίμακας μεταναστεύσεις υπήρξαν στρατιωτικές καταλήψεις από μικρές ομάδες πολεμιστών και των οικογενειών τους, που συνήθως αριθμούσαν μόνο δεκάδες χιλιάδες. Η διαδικασία περιλάμβανε την ενεργή, συνειδητή λήψη αποφάσεων από τους πληθυσμούς των ρωμαϊκούς επαρχιών.

Η κατάρρευση του συγκεντρωτικού ελέγχου αποδυνάμωσε σοβαρά την αίσθηση της ρωμαϊκής ταυτότητας στις επαρχίες, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει γιατί οι επαρχίες υπέστησαν τότε δραματικές πολιτισμικές αλλαγές, παρόλο που λίγοι βάρβαροι εγκαταστάθηκαν σε αυτές.[46]

Τελικά οι γερμανικές ομάδες στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγιναν δεκτοί χωρίς να «απορρίψουν ή να ανατρέψουν την κοινωνία των αυτοχθόνων» και διατήρησαν μια δομημένη και ιεραρχική (αλλά εξασθενημένη) μορφή ρωμαϊκής διοίκησης.[47]

Κατά ειρωνικό τρόπο έχασαν τη μοναδική τους ταυτότητα ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας κατοίκησης και απορροφήθηκαν από τη Λατινική πραγματικότητα. Αντίθετα, στα ανατολικά, οι σλαβικές φυλές διατηρούσαν μια πιο «σπαρτιατική και εξισωτική»[48] ύπαρξη, δεσμευμένες στη γη «ακόμα και σε περιόδους που συμμετείχαν στη λεηλασία των ρωμαϊκών επαρχιών».[49] Τα οργανωτικά τους μοντέλα δεν ήταν ρωμαϊκά και οι ηγέτες τους δεν εξαρτώνταν συνήθως από το ρωμαϊκό χρυσό για την επιτυχία. Έτσι αναμφισβήτητα είχαν μεγαλύτερη επίδραση στην περιοχή τους από ότι οι Γότθοι, οι Φράγκοι ή οι Σάξονες είχαν στη δική τους.[50]

ΕθνότηταΕπεξεργασία

Με βάση την πεποίθηση ότι συγκεκριμένοι τύποι τεχνουργημάτων, στοιχεία προσωπικού στολισμού που εντοπίζονται γενικά σε ένα ταφικό πλαίσιο, πιστεύεται ότι υποδηλώνουν τη φυλή ή/και την εθνότητα του ατόμου που έχει ταφεί, η αρχαιολογική σχολή «Πολιτισμού-Ιστορίας» υποστήριξε ότι οι αρχαιολογικοί πολιτισμοί αντιπροσωπεύουν το Urheimat (πατρίδα) των φυλετικών πολιτειών που κατονομάζονται στις ιστορικές πηγές.[51] Κατά συνέπεια οι μεταβαλλόμενες προεκτάσεις των υλικών πολιτισμών ερμηνεύτηκαν ως επέκταση των λαών.[52]

Επηρεασμένοι από τον κονστρουξιονισμό οι αρχαιολόγοι με γνώμονα τις διαδικασίες απέρριψαν το πολιτισμικοϊστορικό δόγμα[52] και περιθωριοποίησαν συνολικά τη συζήτηση για την εθνότητα και εστίασαν στη δυναμική εντός της ομάδας που παρήγαγε τέτοια υλικά υπολείμματα. Επιπλέον υποστήριξαν ότι η υιοθέτηση νέων πολιτισμών θα μπορούσε να συμβεί μέσω του εμπορίου ή των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων και όχι μόνο μέσω στρατιωτικών καταλήψεων.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Berstein, Serge - Milza, Pierre, Ιστορία της Ευρώπης, τόμος 1, Αλεξάνδρεια. ISBN 960-221-142-3.
  • Kazanski, Michel, Οι μεγάλες μεταναστεύσεις και τα βαρβαρικά βασίλεια. Ελένη Αρβελέρ - Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, Σαββάλας. ISBN 960-460-982-3.
  1. Halsall, Guy. Barbarian Migrations and the Roman West, 376–568. Cambridge University Press, 2007.
  2. For example, Halsall, (2008), Barbarian Migrations and the Roman West, 376–568
  3. "The Migration period (fourth to eighth century)", p.5 Migration Art, A.D. 300-800, 1995, Metropolitan Museum of Art, ed. Katharine Reynolds Brown, (ISBN 0870997505), 9780870997501
  4. Peter Heather (2003). The Visigoths from the Migration Period to the Seventh Century: An Ethnographic Perspective. Boydell & Brewer Ltd. σελ. 54. ISBN 978-1-84383-033-7. 
  5. Giovanni Milani-Santarpia, "Immigration Roman Empire", MariaMilani.com
  6. John Hines, Karen Høilund Nielsen, Frank Siegmund, The Pace of Change: Studies in Early-Medieval Chronology, Oxbow Books, 1999, p. 93, (ISBN 978-1-900188-78-4)
  7. The delimiting dates vary, but often cited are 410, the Sack of Rome by Alaric I; and 751, the accession of Pippin the Short and the establishment of the Carolingian dynasty.
  8. Bury, J. B., The Invasion of Europe by the Barbarians, Norton Library, 1967.
  9. «Anatolien war nicht Ur-Heimat der indogermanischen Stämme». Eurasischesmagazin.de. Ανακτήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2016. 
  10. Wolfram Euler, Konrad Badenheuer; "Sprache und Herkunft der Germanen: Abriss des Protogermanischen vor der Ersten Lautverschiebung"; 2009; (ISBN 3-9812110-1-4 και 978-3-9812110-1-6)
  11. Bury, Invasion, Ch. 1.
  12. 12,0 12,1 Halsall (2006, p. 51)
  13. Wolfram 2001, σελίδες 127ff..
  14. Dumville 1990.
  15. Zbigniew Kobyliński. "The Slavs" in Paul Fouracre. The New Cambridge Medieval History, pp. 530–537
  16. Bertolini 1960, pp. 34–38.
  17. Schutz 2002, p. 82
  18. Fine, John Van Antwerp (1983), The Early Medieval Balkans, University of Michigan Press, (ISBN 0-472-08149-7), p. 31.
  19. The Miracles of Saint Demetrius
  20. Wolfram, Thomas J. Dunlap, tr. History of the Goths (1979) 1988:5
  21. Anthony D. Smith, The Ethnic Origins of Nations (Oxford, 1966) pp. 6ff., coined the term to separate these thinkers from those who view ethnicity as a situational construct, the product of history, rather than a cause, influenced by a variety of political, economic and cultural factors.
  22. Noble (2006, p. 29)
  23. 23,0 23,1 Kulikowski (2007, p. 46)
  24. That was influenced by the 'family tree' model (Stammbaun) of linguistics in that relationships between related languages were seen to be the result of derivation from a common ancestor. The model still is very influential in linguistics
  25. Halsall (2008, p. 17)
  26. Todd, pp. 8–10) There is no indication that the Germani possessed a feeling that they were a "separate people, nation, or group of tribes"
  27. Noble, p. 29)
  28. For example, The Celtic World, Miranda Green (1996), p. 3 and The Making of the Slavs. Floring Curta (2001)
  29. Halsall (2008, p. 24)
  30. Friedrich & Harland (2020)
  31. Archaeology and Language: Correlating Archaeological and Linguistic Hypotheses. "The Eurasian Spread Zone and the Indo-European Dispersal." Johanna Nichols. p. 224
  32. Kulikowski (2007, p. 48)
  33. Halsall (2008, p. 15)
  34. Geary (2003, p. 77)
  35. Noble (2006, p. 97)
  36. Noble, p. 236)
  37. Wright, David Curtis (1997). "The Hsiung-Nu-Hun Equation Revisited". Eurasian Studies Yearbook. 69: 77–112.
  38. 38,0 38,1 Halsall (2006, chpt. 2)
  39. Noble, p. 247)
  40. Curta (2001, p. 120) "[T]he archaeological evidence of late fourth- and fifth-century barbarian graves between the Rhine and Loire suggests that a process of small-scale cultural and demographic change took place on both sides of the Roman frontier. Can we envisage Roman-Slavic relations in a similar way?"
  41. Halsall (2006, p. 42)
  42. Green, D. H. (2000) [1998]. Language and history in the early Germanic world. Cambridge: Cambridge University Press. σελ. 143. ISBN 978-0-521-79423-7. [...] the first centuries of our era witness not merely a progressive Romanisation of barbarian society, but also an undeniable barbarisation of the Roman world. 
  43. Halsall (2006, p. 49)
  44. Halsall (2006, p. 50)
  45. Curta (2001, pp. 120–180)
  46. Halsall (2006, pp. 50–52)
  47. Noble, p. 251)
  48. Barford (2001, p. 46)
  49. Pohl1998, p. 20)
  50. Geary (2003, p. 146)
  51. Pohl (1998, pp. 17–23)
  52. 52,0 52,1 Kulikowski (2007, p. 61)