Λυκούργος Λογοθέτης

Πρότυπο:Πληροφορίες πολιτικού και στρατιωτικού

Ο Λυκούργος Λογοθέτης (10 Φεβρουαρίου 1772 - 21 Μαΐου[1] 1850), πραγματικό όνομα Γεώργιος Παπλωματάς, ήταν Έλληνας αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης του 1821.

Τα πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στο Νέο Καρλόβασι Σάμου στις 10/21 Φεβρουαρίου 1772. Ήταν το πέμπτο παιδί του Γιάννη Παπλωματά και της Μαρίας (κατά τον Επαμεινώνδα Σταματιάδη, της Μαρούδας). Ο πατέρας του είχε ως επάγγελμα «την εμπορίαν ταπήτων, βάμβακος και εφαπλωμάτων», απ΄ όπου και το επώνυμο. Τα μεγαλύτερα αδέλφια του ονομάζονταν, κατά σειρά γέννησης, Ειρήνη, Δάφνη, Αλέξανδρος και Μελαχροινή. Από τους τοπικούς ιστοριογράφους, ο Εμμανουήλ Κρητικίδης αναφέρει ότι «Ο Γεώργιος Παπλωματάς Λογοθέτης ή Λυκούργος εγεννήθη εκ πατρός Πισιδέως και μητρός Ικαρίας…», μια πληροφορία που φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο σύγχρονός του Γεώργιος Δημητριάδης από το Μαραθόκαμπο της δυτικής Σάμου. Ωστόσο ο Νικόλαος Σταματιάδης στα τέλη του 19ου αιώνα αμφισβητεί τη μικρασιατική καταγωγή του Γιάννη Παπλωματά. Στα Σαμιακά του αναφέρει με βεβαιότητα ότι «εξ άλλων πληροφοριών καθίσταται βέβαιον ότι ο πατήρ αυτού [του Λυκούργου] ήτο Ικάριος» και, εν συνεχεία, επικαλείται σειρά προφορικών μαρτυριών -ικαριώτικης προέλευσης ως επί το πλείστον- που συνδέουν την οικογένεια του Γιάννη Παπλωματά με την οικογένεια των Κουλουλιάδων από την Πέρα Μεριά της Ικαρίας. Η παραπάνω εκδοχή ίσως αποκτά μεγαλύτερη ισχύ, αν συνδυαστεί επιπλέον και με την πληροφορία του Γιάννη Ζαφείρη ότι ο Γεώργιος Παπλωματάς γεννήθηκε στη συνοικία «Καριωτέικα» (σημ. «Καναπτσέικα» στο Νέο Καρλόβασι).

Ο Γεώργιος Παπλωματάς φοίτησε στο «Ελληνικόν Σχολείον» Καρλοβασίου, την κατόπιν γνωστή ως Πορφυριάδα Σχολή, και μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη (1791-1794) και εντάχθηκε στο περιβάλλον των Φαναριωτών. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες ιστορικές πληροφορίες, η δικτύωση με τους κύκλους αυτούς εξασφάλισε γρήγορα στον νέο διανοούμενο το διορισμό του ως γραμματεύς των Πατριαρχείων. Η μετάβασή του αργότερα στο επίσης προνομιακό περιβάλλον των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, αναμφίβολα αποτελούσε για εκείνον αναβάθμιση της κοινωνικής του θέσης, αλλά και δικαίωση των προσπαθειών του. Από το 1794 έως το 1802 σταδιοδρόμησε στις Αυλές πανίσχυρων ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, έγινε γραμματέας των ηγεμονικών γραφείων του Κωνσταντίνου Υψηλάντη και του Αλέξανδρου Σούτσου, και έλαβε τα αξιώματα του «ταμία» και «δεύτερου λογοθέτη». Το 1802 ακολούθησε τον Αλέξανδρο Σούτσο στην Κωνσταντινούπολη, όπου βίωσε τις ραγδαίες ανακατατάξεις που επέφεραν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις της εποχής (γαλλικός επεκτατισμός, αγγλική αντίδραση, ρωσική απειλή).

Το 1805 επέστρεψε στη γενέτειρά του και ενεπλάκη ενεργά στην εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στις τοπικές φατρίες των Καρμανιόλων (λαϊκοί) και των Καλικαντζάρων (ολιγαρχικοί). Συστρατεύθηκε με εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που είχαν από τα τέλη του 18ου αιώνα αποκτήσει δύναμη, κυρίως από τις οικονομικές-εμπορικές τους δραστηριότητες και βαθμιαία επεδίωξαν να εκτοπίσουν από την τοπική εξουσία το ισχυρό κατεστημένο των παλαιών προεστών. Εξελίχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία της καρμανιόλικης φατρίας σε μία εποχή μεταβατική, κατά την οποία ένας άγριος εσωτερικός αγώνας ξέσπασε για την κατάληψη της τοπικής εξουσίας στην οθωμανοκρατούμενη Σάμο, και διώχθηκε απηνώς από τους αντιπάλους του. Κατόρθωσε επανειλημμένως να γλιτώσει τη ζωή του από δολοφονικές απόπειρες και εξορίστηκε με σουλτανικό φιρμάνι στο Άγιο Όρος για δύο χρόνια (1809-1810).

Η δραστηριότητά του κατά την ΕπανάστασηΕπεξεργασία

Το έτος 1811, αφού έχει επιστρέψει στη Σάμο, νυμφεύθηκε την Πουλουδίτσα Γεωργιάδη, από τη μεγάλη προυχοντική οικογένεια του Μαραθόκαμπου. Πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος τα συγγενικά δίκτυα, έγινε προεστός δυτικής Σάμου και το 1812 πρόεδρος του σώματος των προεστών. Με την Πουλουδίτσα θα αποκτήσει εννέα παιδιά, εκ των οποίων τα πέντε πέθαναν νωρίς: τη Μαρουδιώ, τη Διαμαντούλα, τον Ιπποκράτη, τον Αλέξανδρο, την Κλεοπάτρα, τη Μαρία, τον Αλέξανδρο, την Αγγελική και τον Ιωάννη. Τα επιζήσαντα τέσσερα ήταν η Διαμαντούλα (1814-1897), ο Ιπποκράτης (1816-1857), η Κλεοπάτρα (1824-1882) και ο Αλέξανδρος (1826-1875), μετέπειτα καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1861-1866) και Αρχιεπίσκοπος Σύρου και άλλων Κυκλάδων (1866-1875). Όταν στις αρχές του 1813 η φατρία των Καρμανιόλων απώλεσε την εξουσία από τους Καλικαντζάρους, η ζωή του Λογοθέτη αντιμετώπισε ξανά θανάσιμο κίνδυνο. Αναχώρησε τότε από τη Σάμο και δύο χρόνια αργότερα, το 1815, μετά από συνεχείς μετακινήσεις (Μύκονος, Τήνος, Κέρκυρα, Πόλη, Νέα Έφεσος-Κουσάντασι), εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του οριστικά στη Σμύρνη, ασκώντας το επάγγελμα του ιατρού/φαρμακέμπορου.

Τον Ιούνιο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Θεσσαλό Αριστείδη Παππά, και έλαβε το όνομα Λυκούργος (από το όνομα του αρχαίου Σπαρτιάτη νομοθέτη), το οποίο έκτοτε θα κρατήσει έως το τέλος της ζωής του. Ορίστηκε από τον απόστολο Δημήτριο Θέμελη ως «τοποτηρητής της Αυτού Εκλαμπρότητος» [ήτοι, του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Αόρατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας] στη Σάμο, και αποβιβάστηκε στο νησί στις 24 Απριλίου/6 Μαΐου 1821, λίγο μετά τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις στο Βαθύ υπό την αρχηγία του καπετάνιου Κωνσταντή Λαχανά. Ανέπτυξε έντονη επαναστατική δραστηριότητα προσπαθώντας να μυήσει στην τοπική αδελφότητα συμπατριώτες του, ακόμη και από την αντίπαλη φατρία. Στις 8/20 Μαΐου 1821 κήρυξε επίσημα τη σαμιακή επανάσταση στο Καρλόβασι και στις 12/24 Μαΐου στην πόλη της Σάμου. Λίγο αργότερα, ίδρυσε τον Στρατοπολιτικό Διοργανισμό της νήσου Σάμου, το αυτόνομο επαναστατικό πολίτευμα του νησιού, που αποτελούσε θεσμική πλαισίωση της ιδεολογίας των Καρμανιόλων, του καρμανιολισμού (βλ. σχετικό λήμμα). Ο ίδιος ανακηρύχθηκε Γενικός Διοικητής και Στρατηγός και έγινε ο μεγάλος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης, οργανώνοντας ταχύτατα το νησί σε διοικητικό και στρατιωτικό επίπεδο ενόψει του οθωμανικού κινδύνου.

Στο διάστημα από το 1821 έως το 1826 απέκρουσε τρεις φορές συντονισμένες επιθετικές ενέργειες του οθωμανικού στόλου (υπό τον Καρά Αλή το 1821 και υπό τον Χοσρέφ Πασά το 1824 και 1826), και ανέλαβε στρατιωτικά την πρωτοβουλία εξαγωγής της εθνικής επανάστασης στη Χίο κατόπιν συνεννόησης με τον Χιώτη Αντώνη Μπουρνιά, χωρίς την επίσημη εντολή της Κεντρικής Επαναστατικής Διοίκησης. Η επιχείρηση στέφθηκε με αποτυχία (1822) και έγινε αιτία της ολοσχερούς καταστροφής της Χίου από τους Οθωμανούς. Το γεγονός αυτό, στάθηκε για τον ίδιο αφορμή διώξεων από τη Διοίκηση, σε μία περίοδο μάλιστα που η ηγεσία της Επανάστασης μεθόδευε, στα πλαίσια των αποφάσεων της Α΄ και Β΄ Εθνοσυνέλευσης, τον περιορισμό αρχικά και την κατάργηση αργότερα των ισχυρών τοπικών κέντρων, με το διορισμό εντεταλμένων «ξένων» επάρχων στην περιφέρεια. Οι σχέσεις της Διοίκησης με τον απείθαρχο Λογοθέτη αποκαταστάθηκαν τελικά το 1826, μετά την τρίτη απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου από τους Σαμίους και τον τυπικό συμβιβασμό της Διοίκησης με τις πραγματικότητες που παρήγαγε η ίδια η Επανάσταση στην εξέλιξή της.

Με την έλευση του Καποδίστρια το 1828 καταργήθηκε ο Στρατιωτικός-Πολιτικός Οργανισμός και η Σάμος εντάχθηκε στο καποδιστριακό διοικητικό οργανόγραμμα, ως έδρα του τμήματος Ανατολικών Σποράδων, με Έκτακτο Επίτροπο τον Ιωάννη Κωλέττη. Ο Λογοθέτης διορίστηκε (16/28 Μαρτίου 1829) μέλος του Πανελληνίου και απομακρύνθηκε σκόπιμα από την πατρίδα του. Διορίστηκε, εν συνεχεία, Έκτακτος Επίτροπος Λακωνίας και Κάτω Μεσσηνίας (14 Αυγούστου 1829-28 Μαρτίου 1830)[2][3].

Στη συγκυρία της κοινοποίησης προς την ελληνική κυβέρνηση του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας (27 Μαρτίου/8 Απριλίου 1830), με το οποίο η Σάμος ετέθη εκτός ελληνικών συνόρων, παραιτήθηκε από τη θέση του. Επέστρεψε στο Ναύπλιο και κατόπιν συνεννόησης με τον Καποδίστρια υλοποίησε σχέδιο μετάβασης της Σάμου σε καθεστώς τοπικού Διευθυντηρίου, που προέβλεπε και την ταυτόχρονη αποχώρηση του Κωλέττη.

Διευθυντής της ΣάμουΕπεξεργασία

Μετά την επιστροφή του στη Σάμο, η Γενική Συνέλευση του νησιού τον αναγόρευσε Διευθυντή των Διοικητικών Πραγμάτων της Σάμου. Έκτοτε ξεκίνησε η τετραετής (1830-1834) περίοδος της Ελληνικής Πολιτείας της Σάμου, κατά την οποία ένα Διευθυντήριο (αποτελούμενο από τον Διευθυντή, την εκάστοτε Επαρχιακή Δημογεροντία και τη Γενική Συνέλευση ως δημοκρατική έκφραση του τοπικού πολιτεύματος) εγκαθιδρύθηκε ως συνέχεια του καταργημένου Στρατιωτικού-Πολιτικού Οργανισμού, και διαχειρίστηκε το μέλλον της πολιτικής ύπαρξης του νησιού. Στα τέσσερα αυτά χρόνια, ο άλλοτε πανίσχυρος Γενικός Διοικητής και χρισμένος από την Αόρατη Αρχή Αρχιστράτηγος της Σάμου, θα αποδυθεί εκούσια περισσότερο στο ρόλο του ενεργητικού εντολοδόχου και εκφραστή της λαϊκής βούλησης, παρά του αποκλειστικού και αδιαφιλονίκητου αρχηγού που άλλοτε επιβαλλόταν με την αυθεντία του. Μάλιστα από το 1831, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που διαμορφώθηκαν στο νησί από τη διπλωματική πορεία του Σαμιακού Ζητήματος, η Γενική Συνέλευση κατέστη βαθμηδόν ισχυρότερη από τον Διευθυντή.

Αναφορικά με την εξωτερική πολιτική που ασκήθηκε από το Διευθυντήριο και τον ίδιο προσωπικά, υπήρξε μία προσπάθεια να προωθηθεί μία ρεαλιστική διπλωματική λύση για το νησί, αποφεύγοντας το οδυνηρό ενδεχόμενο της επιστροφής στην οθωμανική νομιμότητα. Από την άλλη, διαρκούσης της εκκρεμότητας του Σαμιακού Ζητήματος που είχε ανακύψει, ο Διευθυντής αντιμετώπιζε μία ολοένα αυξανόμενη αντίδραση από τους εσωτερικούς του αντιπάλους -μεταξύ των οποίων και πολλών πρώην συναγωνιστών Καρμανιόλων- οι οποίοι τον κατηγορούσαν για ενδοτισμό, ακόμη και για συναλλαγή. Γενικότερα, στην προώθηση του Σαμιακού Ζητήματος ο Λογοθέτης κλήθηκε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ατολμία της ελληνικής κυβέρνησης, την αδιαλλαξία των Μεγάλων Δυνάμεων, τον ορατό κίνδυνο μίας στρατιωτικής επέμβασης των Οθωμανών, αλλά και μία ογκούμενη αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του.

Η πόλωση έλαβε πολύ νωρίς ακραίες διαστάσεις και συναρτήθηκε με διπλωματικές αποτυχίες (όπως η σαμιακή πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη το 1831). Οι τολμηροί διπλωματικοί χειρισμοί, στους οποίους κατέφυγε το Διευθυντήριο προκειμένου να υπάρξει ένας έντιμος συμβιβασμός στο Σαμιακό Ζήτημα, αποτιμώνταν με καχυποψία. Ακόμη περισσότερο, κρινόταν ότι απομάκρυναν στην πραγματικότητα τη Σάμο από την ποθούμενη και επισήμως διακηρυγμένη ενωτική λύση, η οποία προβαλλόταν προς τα έξω ως ενιαία και αρραγής διπλωματική γραμμή, ανεξαρτήτως των σοβαρότατων διαφωνιών ή αντιρρήσεων που υπήρχαν στο εσωτερικό. Μάλιστα σε κάποια περιβάλλοντα εδραιωνόταν η πεποίθηση ότι ο Διευθυντής ασκούσε μυστική διπλωματία με ιδιοτελή κίνητρα.

Κοντολογίς, η συμβιβαστική πολιτική λύση της «μέσης οδού», που εκείνος προωθούσε, εκλαμβανόταν από τους εσωτερικούς του αντιπάλους και ένα τμήμα του αμφιρρεπούς κοινωνικού σώματος, ως αποδοχή του όρου της υποταγής στους Οθωμανούς, με αντάλλαγμα την προσωπική του εδραίωση και διατήρηση στην τοπική εξουσία ως ηγεμόνα μίας φόρου υποτελούς ημιαυτόνομης Σάμου υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου.

Στη διάρκεια αυτής της τετραετίας, κατά την οποία η Σάμος αντιπάλεψε με τα ιστορικά τετελεσμένα των ευρωπαϊκών Συνθηκών και Πρωτοκόλλων, ο Λογοθέτης κατέστησε εκούσια και βαθμιαία το σαμιακό λαό, όχι απλά συνδιαμορφωτή και συνυπεύθυνο της εξωτερικής πολιτικής της πατρίδας του, αλλά πρωταγωνιστή των τελικών αποφάσεων ή κινήσεων στις οποίες προέβη ή επρόκειτο να προβεί.

Τα τελευταία χρόνιαΕπεξεργασία

Μετά τη βίαιη επέμβαση των οθωμανικών στρατευμάτων στη Σάμο με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, εγκατέλειψε το Διοικητήριο (10/22 Μαΐου 1834) και αναχώρησε οριστικά από τη Σάμο (Ιούνιος). Δύο μήνες αργότερα (22 Αυγούστου) επιβλήθηκε το ηγεμονικό καθεστώς, και η Σάμος κατέστη αυτόνομη Ηγεμονία, φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο, με διορισμένο χριστιανό πρίγκηπα-ηγεμόνα. Ο δε Λυκούργος Λογοθέτης, μαζί με άλλους Καρμανιόλους, εκρίθη «απόβλητος και απαράδεκτος εις την Πατρίδα» από την πρώτη Γενική Συνέλευση του νέου καθεστώτος.

Μετά από διετή παραμονή στην Τήνο μετέβη στο Ναύπλιο και εν συνεχεία εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Εισήλθε στο οθωνικό περιβάλλον και τιμήθηκε από το νεοσύστατο βασίλειο για την προσφορά του στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Το 1836 έλαβε το στρατιωτικό βαθμό του συνταγματάρχη στη Βασιλική Φάλαγγα και το 1837 διορίστηκε Σύμβουλος της Επικρατείας. Στις 15 Νοεμβρίου 1843 ορκίστηκε μαζί με τον Σταμάτη Γεωργιάδη πληρεξούσιος Σάμου στην Εθνοσυνέλευση του 1843-1844, και στις 27 Νοεμβρίου υπήρξε υποψήφιος κατά την αναθεωρητική ψηφοφορία της ΙΔ΄ συνεδρίασης για την ανάδειξη της επιτροπής σύνταξης Συντάγματος. Στις 16 Ιουνίου 1844 διορίστηκε γερουσιαστής και το 1847 προβιβάστηκε σε υποστράτηγο της Βασιλικής Φάλαγγας. Απεβίωσε στην Αθήνα, «εξ αποστεώσεως των βαλβίδων της καρδίας», στις 21 Μαΐου/2 Ιουνίου 1850.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Μητρώο Βουλευτών 1822-1935, ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων, ανάκτηση 16-3-2013.
  2. Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου(2014) "Ένας συνταγματικός δημοκράτης ηγέτης κατά την Επανάσταση του ΄21. Ο Γ. Λογοθέτης Λυκούργος της Σάμου", σελ. 267-273, ΠΕΚ.
  3. Μπέλσης, Κωνσταντίνος (2018). «Διοικητική οργάνωση και σχέδια πειθάρχησης στη Μάνη του 1830» (PDF). ΚΕΝΙ. Πάντειο Παν/μιο. 

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Επ.Σταματιάδης, Σαμιακά, ήτοι ιστορία της νήσου Σάμου από των παναρχαίων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς,  τ. 2, Εν Σάμω 1881.
  • Ν. Σταματιάδης, Σαμιακά, ήτοι Ανέλιξις της νεωτέρας Ιστορίας της Σάμου δι’ επισήμων εγγράφων, ων προτάσσονται αι βιογραφίαι των Λογοθέτου Λυκούργου και Κωνσταντίνου Λαχανά, εν Σάμω εκ του Ηγεμονικού τυπογραφείου, τ. 1(1899) και 2(1900).
  • Μ. Β. Σακελλαρίου, “Το τέλος της επαναστάσεως της Σάμου” (=Nέα Εστία, XVI, 1934, σελ. 730-734). Αναδημοσίευση ΘΝΕΙ, Τόμος Α, σελ. 401 – 410.
  • Μ. Β. Σακελλαρίου, “Τα πολιτεύματα και η διοίκησις της Σάμου κατα την επανάστασιν” (=Αθηνά, L, 1940, σελ. 13-49). [Διδακτορική Διατριβή, Φιλοσοφική Σχολή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης]. Αναδημοσίευση ολόκληρου του αρχικού κειμένου ΘΝΕΙ, Τόμος Α, σελ. 347 – 399.
  • Γ. Ζαφείρης, Λογοθέτης Λυκούργος. Ο Μεγάλος του 1821, Αθήνα 1977.
  • Γ. Λαμπρινός, Μορφές του Εικοσιένα, Καστανιώτης, Αθήνα 20026
  • Αλ. Σεβαστάκης, Σαμιακή Πολιτεία 1830-1834, Λογοθέτης Λυκούργος, Αθήνα 1985.
  • Αλ. Σεβαστάκης,Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο, 1805-1812, με ανέκδοτα έγγραφα, Αθήνα 1996.
  • Μ. Β. Σακελλαρίου, «Η προσωπικότητα του Γεωργίου Λογοθέτη Λυκούργου», Πρακτικά Συνεδρίου, 1821. Σάμος και Επανάσταση. Ιστορικές προσεγγίσεις. Σάμος 2010, ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Σάμου, Αθήνα 2011, σ. 13-23.
  • Μ. Β. Σακελλαρίου, "Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας (ΘΝΕΙ)", ΗΡΟΔΟΤΟΣ, 2011, Τομ. Α+Β, σελ. 953.
  • Κωνσταντίνος Μπέλσης, "Σαμιακή Πολιτεία (1830-1834). Ο Γεώργιος Λογοθέτης Λυκούργος και η διαχείριση του Σαμιακού Ζητήματος", Σαμιακές Μελέτες, τ. 13(2013), 168-268
  • Μ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκράτης ηγέτης κατά την Επανάσταση του ΄21. Ο Γ. Λογοθέτης Λυκούργος της Σάμου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2014.
  • Κωνσταντίνος Π. Μπέλσης, Από την οθωμανική νομιμότητα στο εθνικό κράτος. Το «άτομο» στο επίκεντρο της Ιστορίας. Λυκούργος Λογοθέτης (1772-1850)'', Παπαζήσης, Αθήνα 2014 (διδ. διατριβή-πολιτική βιογραφία).
  • Κωνσταντίνος Π. Μπέλσης "Υπηρετώντας την καποδιστριακή νομιμότητα στην Πελοπόννησο. Η επιτροπεία του Λυκούργου Λογοθέτη στις επαρχίες Λακωνίας και Κάτω Μεσσηνίας", Πελοποννησιακά Γράμματα, τ.1(2016), σ. 197-243.
  • Κωνσταντίνος Π. Μπέλσης " Ένα άγνωστο χειρόγραφο τεκμήριο από το Άγιο Όρος", Απόπλους, τχ.70(2017), σ. 165-172.