Με τον όρο Αποστασία ή Ιουλιανά αναφέρεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας η περίοδος πολιτικής αστάθειας που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 από τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο έως την ορκωμοσία της μεταβατικής Κυβέρνησης Ιωάννη Παρασκευόπουλου στις 22 Δεκεμβρίου 1966 μετά από συμφωνία του Γεωργίου Παπανδρέου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ως ηγετών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της τότε Βουλής.[1] Ενδιαμέσως σχηματίστηκαν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις που στηρίχθηκαν από την αξιωματική αντιπολίτευση (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις) και από αυξανόμενο αριθμό βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν αποστάτες. Οι τελευταίοι κατηγορήθηκαν μάλιστα ότι πρόσφεραν τη στήριξή τους μετά από χρηματισμό και υποσχέσεις για ανάληψη κυβερνητικών αξιωμάτων. Η πολιτική κρίση προκάλεσε τη μεγαλύτερη κοινωνική έκρηξη που γνώρισε η μετεμφυλιακή Ελλάδα, με σχεδόν καθημερινές διαδηλώσεις κατά των κυβερνήσεων των αποστατών. Από αυτή την άποψη, τα Ιουλιανά έχουν χαρακτηριστεί «ελληνικός Μάης» και έχουν συγκριθεί με άλλα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική της δεκαετίας του 1960.[2] Η πολιτική ανωμαλία ουσιαστικά παρατάθηκε και μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου και κορυφώθηκε με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967.

Χρονικό της κρίσης Επεξεργασία

Παραίτηση Γ. Παπανδρέου Επεξεργασία

Η Ένωσις Κέντρου είχε κερδίσει τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία των ελληνικών εκλογών (52,72%) και ο αρχηγός της Γεώργιος Παπανδρέου είχε σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με 171 βουλευτές.[3] Οι προγραμματικές θέσεις της νέας κυβέρνησης, όπως παρουσιάστηκαν στη Βουλή, συνοψίζονταν στο τρίπτυχο «πολιτική, κοινωνική και οικονομική δημοκρατία».[4] Τον Ιούλιο του 1965, ωστόσο, ο πρωθυπουργός διαφώνησε με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού ΓΕΣ. Ο Παπανδρέου επιθυμούσε να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά και τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Ιωάννη Γεννηματά με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του, ενώ εκδήλωσε και την πρόθεση να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Ο βασιλιάς, καθ' υπέρβαση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του ως ανώτατος άρχων, αρνιόταν να υπογράψει το σχετικό διάταγμα θέλοντας να διατηρήσει υπό τον έλεγχο έμπιστών του προσώπων τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ως αιτιολογία προέβαλε τη φημολογούμενη εμπλοκή του γιου του Γεωργίου Παπανδρέου, Ανδρέα, σε υπόθεση παράνομης οργάνωσης αξιωματικών του Στρατού (υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ). Ο Γαρουφαλιάς επίσης αρνιόταν να εγκαταλείψει το υπουργείο. Όταν ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε ακόμα και στον ίδιο τον πρωθυπουργό να αναλάβει το υπουργείο, ο Παπανδρέου θεώρησε ότι είναι απαράδεκτο ο πρωθυπουργός να μην μπορεί να αναλάβει όποιο υπουργείο επιθυμεί («πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν») και παραιτήθηκε.

 
Η νεογέννητη Αλεξία στα χέρια της μητέρας της

Στο χρονικό διάστημα 8-14 Ιουλίου, ο τότε βασιλιάς και ο πρωθυπουργός είχαν ανταλλάξει πέντε οξύτατες επιστολές σχετικά με την υπογραφή του διατάγματος για την αντικατάσταση του Γαρουφαλιά, ενώ συναντήθηκαν και μία φορά στην Κέρκυρα. Ο βασιλιάς βρισκόταν το διάστημα αυτό στο ανάκτορο Μον Ρεπό της Κέρκυρας, όπου επρόκειτο να γεννήσει η βασίλισσα Άννα Μαρία το πρώτο τους παιδί, την Αλεξία. Οι επιστολές του βασιλιά, κατά τον Γεώργιο Παπανδρέου, συνιστούσαν αντισυνταγματική επέμβασή του ανώτατου άρχοντα στη διακυβέρνηση της χώρας. Στις 7:00 το απόγευμα της 15ης Ιουλίου 1965 πραγματοποιήθηκε στα ανάκτορα (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο, στην οδό Ηρώδου Αττικού) η τελευταία συνάντηση του Κωνσταντίνου με τον Παπανδρέου. Διήρκεσε μόνο δέκα λεπτά και επιβεβαίωσε την προδιαγεγραμμένη ρήξη. Όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε και πάλι να υπογράψει το διάταγμα, ο Παπανδρέου δήλωσε ότι επρόκειτο να υποβάλει εγγράφως την παραίτηση της κυβέρνησης την επομένη.

Κυβέρνηση Αθανασιάδη-Νόβα Επεξεργασία

Πενήντα λεπτά μετά την προφορική δήλωση Παπανδρέου και χωρίς να υπάρχει έγγραφη παραίτηση της κυβέρνησης, ορκίστηκε ο πρώτος «αποστάτης» Πρωθυπουργός, ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Γεώργιος Αθανασιάδης - Νόβας. Ήταν μέλος της Ενώσεως Κέντρου και είχε ήδη ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος. Επειδή η ορκωμοσία του ήταν προφανώς προαποφασισμένη και προσυνεννοημένη με τον βασιλιά, ονομάστηκε «κατεψυγμένος πρωθυπουργός».[5] Η πρώτη κυβέρνηση αποστατών ήταν τριμελής και περιλάμβανε τον βουλευτή και απόστρατο ναύαρχο Ιωάννη Τούμπα, Υπουργό Δημοσίας Τάξεως, και τον Σταύρο Κωστόπουλο, Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Τις επόμενες μέρες συμπληρώθηκαν και τα υπόλοιπα χαρτοφυλάκια, όλα από βουλευτές της Ένωσης Κέντρου.

Στο μεταξύ ο Γ. Παπανδρέου είχε κηρύξει νέο «ανένδοτο αγώνα» κατά της συνταγματικής εκτροπής. Στους δρόμους γίνονταν μεγάλες διαδηλώσεις οργανωμένες από την Ένωση Κέντρου και την ΕΔΑ και συγκρούσεις με την αστυνομία. Σε μια τέτοια σύγκρουση δολοφονήθηκε ο 25χρονος φοιτητής και στέλεχος της Αριστεράς Σωτήρης Πέτρουλας. Στις πορείες ακούγονταν έντονα αντιβασιλικά συνθήματα με κυρίαρχο το «Δε σε θέλει ο λαός, παρ' τη μάνα σου και μπρος», ενώ χιουμοριστικό σύνθημα με αναφορά στη νεογέννητη κόρη του βασιλιά ήταν το «Αλεξία, πάρε θέση». Η κυβέρνηση Νόβα ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης στις 4 Αυγούστου. Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε στη Βουλή οι πιστοί στον Γ. Παπανδρέου βουλευτές φώναζαν και προπηλάκιζαν τους «αποστάτες», με αποτέλεσμα να επικρατήσει πανδαιμόνιο. Υπέρ ψήφισαν 131 βουλευτές, και συγκεκριμένα οι 98 βουλευτές της ΕΡΕ, οι 8 του κόμματος του Σπύρου Μαρκεζίνη και 25 αποσχισθέντες από την Ένωση Κέντρου. Αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 151 ψήφους, η κυβέρνηση Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα κατέρρευσε.

Κυβέρνηση Τσιριμώκου Επεξεργασία

Μετά την παραίτηση Νόβα ο βασιλιάς έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Στέφανο Στεφανόπουλο. Αυτός σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ενώσεως Κέντρου στις 9 Αυγούστου του 1965 δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς την έγκριση του κόμματος. Σε ψηφοφορία που ακολούθησε από τους 139 παρόντες βουλευτές οι 113 ψήφισαν ότι μόνο κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου θα στήριζαν. Έτσι ο Στεφανόπουλος την άλλη μέρα κατέθεσε την εντολή στον βασιλιά χωρίς να σχηματίσει κυβέρνηση.

Στις 18 Αυγούστου εντολή σχηματισμού κυβέρνησης παίρνει ο Ηλίας Τσιριμώκος. Μαζί με τους Στεφανόπουλο, Νόβα και Κ. Μητσοτάκη προσπαθεί με πιέσεις και υποσχέσεις να βρει πολιτικούς της Ε.Κ. να αναλάβουν υπουργοί. Τελικά η κυβέρνησή του ορκίζεται δύο ημέρες αργότερα. Στο μεταξύ οι ταραχές στους δρόμους συνεχίζονται. Στις 28 Αυγούστου γίνεται ψηφοφορία για την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η κυβέρνηση Τσιριμώκου καταψηφίζεται και αυτή με ψήφους 159 κατά - 135 υπέρ. Υπέρ ψήφισαν 98 βουλευτές της ΕΡΕ και 37 βουλευτές της Ε.Κ.

Η ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Τσιριμώκο και η στήριξή του από την ΕΡΕ ήταν μεγάλη έκπληξη, καθώς ο Τσιριμώκος ήταν αριστερός, παλαιό μέλος της ΕΔΑ και της «κυβέρνησης του Βουνού» (ΠΕΕΑ), και θεωρούνταν σημαντικός παράγων του «κομμουνιστικού κινδύνου» (γι' αυτούς που επέσειαν αυτόν τον κίνδυνο). Λίγους μήνες πριν, τον Ιανουάριο του 1965, όταν ο Γ. Παπανδρέου τον είχε κάνει υπουργό, η Ε.Ρ.Ε. και κάποιοι βουλευτές του κόμματος των Προοδευτικών είχαν επιτεθεί με σφοδρότητα εναντίον του πρωθυπουργού.[6] Οι δεξιές εφημερίδες έκαναν λόγο για «νομιμοποίηση του ΚΚΕ» και «υποδούλωση στην ΕΔΑ». Εννιά μήνες αργότερα οι ίδιοι του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ως πρωθυπουργού. Αντιφατική ήταν και η συμπεριφορά του ίδιου του Τσιριμώκου. Μετά την παραίτηση Γ. Παπανδρέου είχε πάει ως αντιπρόσωπός του στη Θεσσαλονίκη και σε μεγάλη συγκέντρωση στις 28 Ιουλίου είχε καταγγείλει τη συμπεριφορά του βασιλιά και τον σχηματισμό κυβέρνησης από το Νόβα. Είχε μιλήσει για «καταρράκωση του δημοσίου βίου» και απόπειρα επαναφοράς της ΕΡΕ στην κυβέρνηση παρά το γεγονός ότι ο λαός την είχε καταψηφίσει. Τρεις εβδομάδες αργότερα όμως δέχθηκε ο ίδιος να σχηματίσει κυβέρνηση παρά την αντίθεση του Γ. Παπανδρέου, και με τη στήριξη της ΕΡΕ.

Κυβέρνηση Στεφανόπουλου Επεξεργασία

Μετά από πολλές διαβουλεύσεις του βασιλιά με τους πολιτικούς αρχηγούς και ενώ ο Γ. Παπανδρέου επέμενε ότι η μόνη λύση ήταν ο διορισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης και η διεξαγωγή εκλογών, τελικά ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 17 Σεπτεμβρίου 1965 ο Στέφανος Στεφανόπουλος. Είχε ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη της Ε.Ρ.Ε., του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη και ορισμένων βουλευτών της Ε.Κ. Χαρακτηριστικό είναι ότι ορισμένοι υπουργοί αποφάσισαν την τελευταία στιγμή να ενδώσουν στις πιέσεις για συμμετοχή στην κυβέρνηση. Από φόβο μήπως αλλάξουν γνώμη τους όρκισαν βιαστικά, άλλους αξύριστους και άλλους με τα καθημερινά τους ρούχα. Στην κυβέρνηση μετέχουν οι Τσιριμώκος και Νόβας ως αντιπρόεδροι και ο Μητσοτάκης ως υπουργός Συντονισμού και Οικονομικών.

Όταν η νέα κυβέρνηση παρουσιάστηκε στη Βουλή στις 22 Σεπτεμβρίου, στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ε.Κ. είχαν απομείνει από τους αρχικούς 171 μόνο 126 βουλευτές. Τελικά η κυβέρνηση Στεφανόπουλου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 24 Σεπτεμβρίου με 152 ψήφους υπέρ και 148 κατά.

Οι περισσότεροι «αποστάτες» βουλευτές θα ιδρύσουν δικό τους κόμμα, το «Φιλελεύθερον Δημοκρατικόν Κέντρον» (ΦΙΔΗΚ) τον Δεκέμβριο του 1965 με αρχηγό τον Στεφανόπουλο.[7]

Μια από τις πρώτες ενέργειες της Κυβέρνησης Στεφανόπουλου με υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Σταύρο Κωστόπουλο, ήταν να τοποθετήσει του αντιστράτηγο Γρηγόριο Σπαντιδάκη στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού με τη σύμφωνη γνώμη του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.[8] Ο Σπαντιδάκης φρόντισε να επιστρέψουν σε μονάδες της Αττικής οι μετέπειτα πραξικοπηματίες και διαδραμάτισε νευραλγικό ρόλο το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967 όταν, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, δέχθηκε να το καλύψει, να τεθεί επικεφαλής του και να εκδώσει διαταγές που εξασφάλισαν την προσχώρηση των στρατιωτικών μονάδων της Β. Ελλάδας στο πραξικόπημα.[9] Επίσης ανέλαβε τη θέση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και του Αντιπροέδρου στη νέα δικτατορική κυβέρνηση.

Στις 10 Απριλίου 1966 εκδηλώθηκε ενδοκυβερνητική κρίση, όταν ο υπουργός Εξωτερικών, Η. Τσιριμώκος, παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για τους χειρισμούς της Κυβέρνησης στο Κυπριακό και μαζί του απέσυραν την εμπιστοσύνη τους στην Κυβέρνηση άλλοι δύο «αποστάτες». Δύο άλλοι βουλευτές της Ε.Κ. προσχώρησαν στην κυβερνητική παράταξη και έτσι αποφεύχθηκε η πτώση της Κυβέρνησης.[10] Στις 8 Ιουνίου 1966, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος απέσυρε τον εκπρόσωπο της Ε.Ρ.Ε., υπουργό άνευ Χαρτοφυλακίου, χωρίς ωστόσο να αποσύρει και την κοινοβουλευτική στήριξη του κόμματος σε αυτή.[11] Σε επιστολή του προς τον ιστορικό αρχηγό της Ε.Ρ.Ε. Κωνσταντίνο Καραμανλή στις 20 Σεπτεμβρίου 1966 περιγράφει τα αδιέξοδα του κόμματος, που αφήνει «μίαν κεντρώας προελεύσεως Κυβέρνησιν [...] να αιφνιδιάζει την κοινοβουλευτικήν πλειοψηφίαν, δηλαδή εμάς, [...] να κομματίζεται ασυστόλως [...]». Κάνει λόγο για «ετερόκλητο και κάθε άλλο από ενιαίο συγκρότημα υπουργών» ομολογώντας ότι αναζητά τρόπο εξόδου από την «νόθον κατάστασιν» και ότι ήδη αρκετοί βουλευτές της Ε.Ρ.Ε. απειλούν να άρουν ατομικά την εμπιστοσύνη τους στην Κυβέρνηση.[12] Παρόμοια ήταν η εκτίμηση του βασιλιά για την Κυβέρνηση Σταφενόπουλου, όπως μεταφέρθηκε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά μαρτυρία του ίδιου: «[...] ο βασιλεύς είναι απογοητευμένος από την Κυβέρνησιν Στεφανοπούλου, η οποία διέψευσε τας προσδοκίας του [...] αναμένει εντός του φθινοπώρου κυβερνητικής κρίσιν».[13]

Πράγματι, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου παρέμεινε στην εξουσία ως την 21η Δεκεμβρίου 1966, οπότε ανατράπηκε ύστερα από συμφωνία του βασιλιά, του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε., Π. Κανελλόπουλου, και του αρχηγού της Ε.Κ., Γ. Παπανδρέου, για διορισμό μεταβατικής κυβέρνησης με στόχο τη διεξαγωγή εκλογών πριν τα τέλη Μαϊου του 1967.[14] Ήταν οι εκλογές που το πραξικόπημα δεν επέτρεψε να γίνουν, όπως ακριβώς επιθυμούσαν οι Αμερικανοί, το Παλάτι και η Ε.Ρ.Ε. (τουλάχιστον η δεξιότερη πτέρυγά της). Κατά την προαναφερθείσα μαρτυρία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, «[...] ομαλή δημοκρατική λύσις είναι αι εκλογαί. Αι εκλογαί όμως αποκρούονται από το Στέμμα και από την Εθνικήν Παράταξιν με το επιχείρημα ότι, εάν ο Παπανδρέου και η ΕΔΑ επιτύχουν την πλειοψηφίαν κατ' αυτάς, την επομένην της εκλογής θα ανατρέψουν τα πάντα.»[15]

Τα αίτια της κρίσης Επεξεργασία

Ως βαθύτερα αίτια της κρίσης αναφέρονται διάφορες περιστάσεις στη διεθνή και την ελληνική πολιτική. Τον Ιούνιο του 1964, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου επισκέφθηκε επίσημα την Ουάσιγκτον και συνάντησε τον πρόεδρο Τζόνσον, απέκρουσε όμως τις πιέσεις του να συναντήσει άμεσα τον πρωθυπουργό του Τουρκίας Ισμέτ Ινονού και να συναινέσει σε μια διχοτομική λύση του Κυπριακού. Τέτοια λύση διχοτόμησης της Κύπρου και «διπλής ένωσης» των μερών με την Ελλάδα και την Τουρκία επεδίωκαν διακαώς οι Η.Π.Α., αφενός για να αποσοβήσουν τον κίνδυνο πολεμικής σύρραξης ανάμεσα σε δύο συμμάχους που θα διέλυε τη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του Ν.Α.Τ.Ο. σε μια εποχή όξυνσης του Ψυχρού Πολέμου, και αφετέρου για να επεκτείνουν αυτομάτως την κυριαρχία του Ν.Α.Τ.Ο. στην Κύπρο, όπου το αριστερό Α.Κ.Ε.Λ. ήταν ισχυρό και ο Μακάριος ακολουθούσε αδέσμευτη πολιτική.[16] Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του Γεωργίου Παπανδρέου στην επισήμανση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Ντην Ρασκ, ότι επίκειται τουρκική εισβολή στην Κύπρο, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνάντησής τους: «[...] αυτό σημαίνει τελεσίγραφον. Τοιαύτα τελεσίγραφα έχει λάβει η Ελλάς από τον φασισμόν και τον ναζισμόν. Ουδέποτε ανέμενεν ότι θα ελάμβανε και από συμμάχους. Και μάλιστα από τους ηγέτας του Ελευθέρου Κόσμου. [...] οφείλω να σας δώσω την απάντησιν την οποίαν υπαγορεύει η ιστορία και η τιμή του Έθνους: ΟΧΙ [...]».[17] Σύμφωνα με μαρτυρία του Ανδρέα Μοθωνιού, ιδιαίτερου γραμματέα του Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός εξέφρασε τότε την άποψη ότι «[...] έχει αρχίσει ήδη το έργο της διαβρώσεως [...] οι Αμερικανοί κινητοποιούνται ήδη για να με ρίξουν.»[18] Λίγους μήνες αργότερα, ο Παπανδρέου απέρριψε μαζί με τον Μακάριο και το Σχέδιο Άτσεσον, το οποίο, εκτός των άλλων, προέβλεπε και παραχώρηση του Καστλλόριζου στην Τουρκία ως αντάλλαγμα για τη «διπλή ένωση». Χαρακτηριστικό είναι ένα επεισόδιο που συνέβη όταν ο πρόεδρος Τζόνσον κάλεσε στον Λευκό Οίκο τον πρεσβευτή της Ελλάδας, Αλέκο Μάτσα, για να του μιλήσει για το Σχέδιο. Στις επισημάνσεις του Μάτσα, ότι το Σχέδιο αντίκειται στο ελληνικό Σύνταγμα και σε αποφάσεις της ελληνικής Βουλής, ο πρόεδρος Τζόνσον απάντησε εκνευρισμένος: «Πληρώνουμε ένα σωρό ωραία αμερικανικά δολλάρια στους Έλληνες, κύριε πρεσβευτά. Αν ο πρωθυπουργός σας μου κάνει διάλεξη για τη Δημοκρατία, τη Βουλή και το Σύνταγμα, η δική του Βουλή και το δικό του Σύνταγμα μπορεί να μην κρατήσουν πολύ».[19]

Η αφορμή για την αποπομπή της Κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου δόθηκε με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, λόγω της οποίας αρνήθηκε ο βασιλιάς να επιτρέψει στον Γ. Παπανδρέου να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Στην υπόθεση αυτή φερόταν να εμπλέκεται ο γιος του πρωθυπουργού, Ανδρέας Παπανδρέου. Επρόκειτο για μια μυστική οργάνωση αξιωματικών, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι ήθελαν να ανατρέψουν τους «εθνικόφρονες» συναδέλφους τους και να αλληλοπροωθηθούν σε καίριες θέσεις του στρατεύματος. Ανακρίσεις διεξήγαγε με εντολή της Κυβέρνησης ο πρόεδρος του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου Ι. Σίμος, όμως ούτε από τις ανακρίσεις ούτε από αλλού προέκυψαν ιδιαίτερα επιβαρυντικά στοιχεία ούτε για την επικινδυνότητα της ομάδας ούτε για την ανάμιξη πολιτικών προσωπικοτήτων, και μάλιστα του ίδιου του Ανδρέα Παπανδρέου.[20] Η δίωξη για εσχάτη προδοσία και συμμετοχή σε συνωμοσία, την οποία άσκησε τον Σεπτέμβριο του 1966 ως αρμόδιος για πολιτικούς και ιδιώτες κατηγορούμενους ο προϊστάμενος της Ειααγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών ήταν επίσης ανώνυμη, αφήνοντας την προσωποποίηση των ευθυνών στην τακτική ανάκριση.[21] Αρκετοί όμως (κυρίως η αντιπολίτευση της Ε.Ρ.Ε.) θεώρησαν ότι για όσο διαρκούν οι ανακρίσεις θα έπρεπε να τοποθετηθεί υπουργός Άμυνας πρόσωπο αμερόληπτο και ευρύτερης αποδοχής.

Δεδομένη ήταν η επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και της μητέρας του Φρειδερίκης να ελέγχουν πλήρως το στράτευμα ως στήριγμα του Θρόνου, τον οποίο είχε χάσει η δυναστεία τους δύο φορές κατά το παρελθόν.[22] Άλλωστε για τον ίδιο λόγο είχαν συγκρουστεί τα ανάκτορα στο παρελθόν και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Π. Γαρουφαλιάς ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον οποίο εμπιστευόταν και το Παλάτι. Ο Γ. Παπανδρέου είχε αποδεχθεί στο παρελθόν την επιλογή ΑΓΕΣ προσκείμενου στο Παλάτι μη θέλοντας να συγκρουστεί μετωπικά με τα ανάκτορα και ως τότε είχε φανεί υποχωρητικός στις απαιτήσεις τους. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είδε όμως ότι υπονομευόταν από τον Γαρουφαλιά και θεώρησε ότι, αν δικαιούται να είναι πρωθυπουργός, τότε δικαιούται να είναι και υπουργός Αμύνης. Από την αντίδραση του βασιλιά και τις οξύτατες επιστολές του φάνηκε ότι τα ανάκτορα δεν ήταν διατεθειμένα να χάσουν τον έλεγχο του στρατού, δε δίστασαν μάλιστα να δημιουργήσουν και μείζονα κρίση με βαρύτατες συνέπειες για τον σκοπό αυτόν.

Ως επιπλέον αιτία έχει προβληθεί ότι τα ανάκτορα επεδίωκαν τη διάσπαση της Ενώσεως Κέντρου.[23] Η ίδια η Ε.Κ., που είχε ιδρυθεί τον Σεπτέμβριο του 1961 ως πολυσυλλεκτικός συνασπισμός μικρότερων κομμάτων και προσωπικοτήτων, δεν ήταν απαλλαγμένη από εσωτερικές έριδες. Μετά από έναν ανασχηματισμό στις 6 Ιανουαρίου 1965, δεκαέξι δυσαρεστημένοι βουλευτές προερχόμενοι από την παλαιά Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου του Πλαστήρα κατέθεσαν κοινή δήλωση στον πρόεδρο της Βουλής ότι ιδρύουν δική τους κοινοβουλευτική ομάδα με την ονομασία «Ανεξάρτητοι της Ενώσεως Κέντρου». Η ενέργεια αυτή καταγγέλθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου ως «αποστασία» και η δήλωση ανακλήθηκε δύο μέρες αργότερα.[24] Σε διάσπαση της Ε.Κ. μπορούσε να οδηγήσει και η αντιπαλότητα Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Ανδρέα Παπανδρέου, οι οποίοι ηγούνταν ισχυρών ομάδων μέσα στο κόμμα, ενόψει της διαδοχής του εβδομηνταεξάχρονου, τότε, Γεωργίου Παπανδρέου.[25] Στις 19 Φεβρουαρίου 1965, ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, σε ομιλία του στην πλατεία Κλαυθμώνος, κάλεσε τον βασιλιά να ανατρέψει την Κυβέρνηση Παπανδρέου και να σχηματίσει άλλη Κυβέρνηση από την Ε.Κ, προσθέτοντας: «Δηλώ ότι η Ε.Ρ.Ε. θα ήτο διατεθειμένη να βοηθήση με την ψήφο της τοιαύτην Κυβέρνησιν, χωρίς να δεχθή συμμετοχήν και αξιώματα».[26]

Εν τω μεταξύ, παραστρατιωτικά κέντρα στον στρατό και στην ΚΥΠ παρουσίαζαν (για δικούς τους σκοπούς) ψευδείς εκθέσεις για έξαρση του κομμουνισμού στην ύπαιθρο και οι σύμβουλοι των ανακτόρων δυσπιστούσαν προς την Ε.Κ., η οποία ακολουθούσε μια λιγότερο αντικομμουνιστική πολιτική από την Ε.Ρ.Ε. Ο Κανελλόπουλος παραδέχθηκε μεταδικτατορικά ότι «μια σατανική μηχανή παραγωγής ψευδών πληροφοριών άρχισε να λειτουργεί» και ότι έπεσε κι εκείνος θύμα της,[27] και επίσης ότι «η στάση [του] την εποχή εκείνη συνέβαλε στη δημιουργία του κλίματος, που επιζητούσαν να δημιουργήσουν όσοι εσχεδίαζαν [...] την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος [...].»[28] Η διάσπαση αυτή πέτυχε με την ανάθεση της πρωθυπουργίας σε σημαίνοντα στελέχη της Ε.Κ. μετά τον παραγκωνισμό του Γ. Παπανδρέου και με την εξώθηση πολλών βουλευτών να στηρίξουν και να συμμετάσχουν στις κυβερνήσεις των «αποστατών».

Μια ακόμη αιτία ενδέχεται να είναι η άνοδος της δημοτικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου.[29] Ο Α. Παπανδρέου είχε αναλάβει για πρώτη φορά υπουργός το 1964 και εξέφραζε θέσεις που τον έκαναν δημοφιλή στο εσωτερικό αλλά και δυσάρεστο στους Αμερικανούς. Κύριο σύνθημά του ήταν η ανεξαρτητοποίηση της εξωτερικής πολιτικής από την πολιτική των ΗΠΑ και των λοιπών δυτικών συμμάχων και ο περιορισμός της επιρροής τους στην Ελλάδα. Ο Α. Παπανδρέου είχε διαφοροποιηθεί κατ' επανάληψιν από τις μετριοπαθείς θέσεις του πατέρα του απέναντι στους Αμερικανούς και στο παλάτι, γεγονός που είχε ανησυχήσει τους πρώτους. Πίστευαν ότι παρέσυρε τον πατέρα του σε συγκρούσεις με τον στρατό και το παλάτι για να προωθήσει προσωπικές του φιλοδοξίες.[30] Κατά τη διάρκεια των ταραχών που ακολούθησαν την αποπομπή του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία οι Αμερικανοί διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι ο Α. Παπανδρέου είχε έλθει σε συνεννόηση με την αριστερή ΕΔΑ, κάτι που ανησυχούσε ιδιαίτερα το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών.[31] Εξάλλου ο Κ. Μητσοτάκης είχε ενεργό ρόλο στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό και τη στήριξη των κυβερνήσεων των «αποστατών», στον οποίο ενισχυόταν και από τον φίλο του εκδότη της «Ελευθερίας», της μεγαλύτερης κεντρώας εφημερίδας της εποχής, Πάνο Κόκκα.[32] Σε συζητήσεις με Αμερικανούς διπλωμάτες λίγο πριν τα γεγονότα του Ιουλίου ο Κ. Μητσοτάκης είχε εκφράσει την άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου ήταν η κύρια πηγή των προβλημάτων της Ε.Κ. και ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την Ελλάδα.[33]

Τα ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεων της «αποστασίας» υποστήριξαν ότι κίνητρό τους ήταν η διατήρηση της πολιτειακής ομαλότητας και η αποτροπή κινδύνου πραξικοπήματος. Αποχωρώντας από την Ε.Κ. ο Τσιριμώκος είχε κατηγορήσει τον Γ. Παπανδρέου ότι είχε ταυτίσει τη δημοκρατία με τον εαυτό του, ενώ πριν ακόμη λάβει διαστάσεις η κρίση τόσο αυτός όσο και ο Κ. Μητσοτάκης είχαν προσπαθήσει μάταια να πείσουν τον Γ. Παπανδρέου να υποχωρήσει στις αξιώσεις των ανακτόρων και να μην παραιτηθεί.

Οι συνέπειες της κρίσης Επεξεργασία

Η πρώτη συνέπεια της «αποστασίας» ήταν η πολιτική αστάθεια που δημιουργήθηκε. Το μεγαλύτερο κόμμα, η Ένωσις Κέντρου, διασπάστηκε και βασικά στελέχη της αποχώρησαν. Έτσι το κόμμα που στις εκλογές του 1964 είχε λάβει 52% των ψήφων βρέθηκε στην αντιπολίτευση, ενώ η κυβέρνηση ήταν πλέον ουσιαστικά όργανο του βασιλιά. Με τον τρόπο αυτόν παραβιάστηκε η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

Η πιο σημαντική συνέπεια όμως ήταν η απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών και η εξουδετέρωση της άμυνας του συστήματος απέναντι σε πολιτειακές εκτροπές. Αυτή η απαξίωση και η άμβλυνση των μηχανισμών άμυνας εξέθρεψαν και επέτρεψαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Αφ´ενός για να πειστούν οι βουλευτές της Ε.Κ. να αποχωρήσουν χρησιμοποιήθηκαν ταπεινά δολώματα. Προσφέρθηκαν υπουργικοί θώκοι σε πολιτικούς ήσσονος σημασίας για να στηρίξουν τις κυβερνήσεις, έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση πως όποιος βουλευτής αποχωρούσε από την Ε.Κ. λάμβανε αυτόματα και υπουργείο. Παράλληλα υπήρξαν και καταγγελίες για χρηματισμό και εξαγορά ψήφων.[34] Ο Παν. Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ, που είχε στηρίξει την Αποστασία και τις βασιλικές επιλογές, σε υπόμνημά του προς τον Κωνσταντίνο τον Ιανουάριο 1966, σχολιάζοντας τη στάση των αποστατών της ΕΚ, σημείωσε ότι εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ορισμένες λεπτομέρειες της κρίσης:

«Το χειρότερον [...] είναι ότι η απόσπασις των αναγκαίων βουλευτών από τον κ. Παπανδρέου... έγινε με εξαγοράν συνειδήσεων, με υπουργοποίησιν ανθρώπων, που δεν θα εγίνοντο ποτέ, υπό άλλας συνθήκας, υπουργοί, ακόμη και με άλλα απαράδεκτα μέσα [...]. [...] εδόθη εις τον Λαόν μας [...] το φοβερόν παράδειγμα της εξαγοράς βουλευτών με τον υπουργικόν θώκον ή και με άλλα ακατονόμαστα μέσα...».[35]

Συνέπεια αυτού ήταν η μείωση της εμπιστοσύνης του κόσμου στη δημοκρατία, αφού έβλεπε ότι οι πολιτικοί ήταν διατεθειμένοι να αλλάζουν γνώμη και στρατόπεδο εν μιά νυκτί προκειμένου να εξασφαλίσουν υλικά ανταλλάγματα.

Αφ' ετέρου με την επιμονή του βασιλιά να ελέγχει το στράτευμα και με την αναταραχή που δημιουργήθηκε λόγω αυτής τελικά αφέθηκαν να δρουν ανεξέλεγκτα οι παραστρατιωτικές ομάδες με κυριότερη αυτήν του τότε αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλου, κατοπινού δικτάτορα. Οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων αλλά και τα ανάκτορα φέρθηκαν κοντόφθαλμα και στάθηκαν ανίκανοι να προβλέψουν τους κινδύνους από αυτήν την πολιτειακή κρίση. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού είχε προειδοποιήσει κατ' επανάληψιν από το βήμα της Βουλής για την επικινδυνότητα της κατάστασης, για «απαρχή εφαρμογής σχεδίου προς προπαρασκευήν του εδάφους δι' ανωμάλους λύσεις»[36] και είχε διερωτηθεί με αφορμή το «Σαμποτάζ του Έβρου», που οργανώθηκε τον Ιούνιο του 1965 ως προβοκάτσια εις βάρος των κομμουνιστών από τον Παπαδόπουλο, «πώς ... είναι δυνατόν ... να εγκαθιδρυθεί ξανά το βασίλειον του φόβου εις αυτόν τον τόπον επί τη βάσει οιασδήποτε αυθαιρέτου, κακοβούλου ενεργείας οιουδήποτε κ. Παπαδοπούλου;».[37]

Οι αποκαλούμενοι "αποστάτες" βουλευτές Επεξεργασία

Οι συνολικά 39 βουλευτές που αποστάτησαν από την Ένωση Κέντρου ήταν οι:

Παραπομπές Επεξεργασία

  1. Σβολόπουλος 2005, σελ. 252.
  2. Λαμπράκης 2021, 19.
  3. Σβολόπουλος 2005, σελ. 124.
  4. Σβολόπουλος 2005, σελ. 131.
  5. ««Κατεψυγμένος πρωθυπουργός»». ΤΑ ΝΕΑ. 12 Αυγούστου 2009. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2022. 
  6. Λιναρδάτος 1986, σελ. 131.
  7. Σβολόπουλος 2005, σελ. 202.
  8. Κανελλόπουλος 1975, σελ. 91.
  9. Κανελλόπουλος 1975, σελ. 184-185.
  10. Σβολόπουλος 2005, σελ. 211.
  11. Σβολόπουλος 2005, σελ. 223.
  12. Παρατίθεται στο Σβολόπουλος 2005, σελ. 234-240.
  13. Μεταγενέστερο σημείωμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, όπως παρατίθεται στο Σβολόπουλος 2005, σελ. 243.
  14. Κανελλόπουλος 1975, σελ. 111.
  15. Μεταγενέστερο σημείωμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, όπως παρατίθεται στο Σβολόπουλος 2005, σελ. 243.
  16. Λιναρδάτος 1986, σελ. 9-21, 75-76· Λιάκος 2019, σελ. 394.
  17. Παρατίθεται στο Λιναρδάτος 1986, σελ. 15-16.
  18. Απόσπασμα από επιστολή του Α. Μοθωνιού που δημοσιεύτηκε στην εφημ. Έθνος, 30 Νοεμβρίου 1981. Παρατίθεται στο Λιναρδάτος 1986, σελ. 18.
  19. Μαρτυρία του δημοσιογράφου Γερ. Τσιγάντε, δημοσιεύτηκε στην εφημ. Το Βήμα, 6 Ιουνίου 1976. Παρατίθεται στο Λιναρδάτος 1986, σελ. 76.
  20. Σβολόπουλος 2005, σελ. 179.
  21. Σβολόπουλος 2005, σελ. 240.
  22. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους σελ. 216, Λιναρδάτος σελ. 80-84, 239 κ.εξ.
  23. Λιναρδάτος σελ. 241.
  24. Λιναρδάτος 1986, σελ. 129-130.
  25. Ράλλης 1990, σελ. 87, 93.
  26. Σβολόπουλος 2005, σελ. 167· Κανελλόπουλος 1975, σελ. 70· Λιναρδάτος 1986, σελ. 147.
  27. Κανελλόπουλος 1975, σελ. 67.
  28. Κανελλόπουλος 1975, σελ. 73,
  29. Λιναρδάτος, σελ. 182
  30. Παπαχελάς, σελ. 222.
  31. Παπαχελάς, σελ. 185.
  32. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ. 216, κατονομάζει τον Κ. Μητσοτάκη ως βασικό εμπνευστή της επίθεσης κατά του Α. Παπανδρέου, ενώ δεν αποκλείει και την ανάμιξη του ξένου παράγοντα.
  33. Παπαχελάς, σελ. 178.
  34. Ο Ραφαηλίδης, σελ. 404, μιλά για «ταρίφα» μεταξύ 100.000 και 200.000 δολλαρίων της εποχής κατ' άτομο.
  35. Κανελλόπουλος 1975, σελ. 82. Απόσπασμα του υπομνήματος παρατίθεται και στον Λιναρδάτο, σελ. 296.
  36. Λιναρδάτος, σελ. 282, με παραπομπή στα Πρακτικά της Βουλής της 25ης Αυγούστου 1965.
  37. Απόσπασμα της ομιλίας στον Λιναρδάτο, σελ. 198, με παραπομπή στα Πρακτικά της Βουλής της 23ης Ιουνίου 1965.

Βιβλιογραφία Επεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι Επεξεργασία