Τιβέριος Σεμπρόνιος Γράκχος

πραίτωρ και ύπατος της Αρχαίας Ρώμης
(Ανακατεύθυνση από Τιβέριος Γράκχος)

Ο Τιβέριος Σεμπρόνιος Γράκχος (λατινική γλώσσα: TI•SEMPRONIVS•TI•F•P•N•GRACCVS, 163 π.Χ. - 133 π.Χ.) ήταν πραίτορας και ύπατος της Αρχαίας Ρώμης. Ήταν αδελφός του Γάιου Σεμπρόνιου Γράκχου. Προέβηκε σε μεταρρυθμίσεις της αγροτικής νομοθεσίας, με τις οποίες μεταφερόταν ο πλούτος από τους πλούσιους, τους πατρίκιους και άλλους, στους φτωχούς, προκαλώντας πολιτικές αναταραχές στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές απειλούσαν τους πλούσιους γαιοκτήμονες στην Ιταλία. Δολοφονήθηκε, μαζί με πολλούς από τους υποστηρικτές του, από τα μέλη της Ρωμαϊκής Συγκλήτου και τους υποστηρικτές της συντηρητικής παράταξης Optimate.

Τιβέριος Σεμπρόνιος Γράκχος
Tiberius Gracchus.jpg
Στέψη133 π.Χ.
Γέννηση163 π.Χ.
Ρώμη, Ρωμαϊκή Δημοκρατία ή Καρχηδόνα, Βόρεια Αφρική
Θάνατος133 π.Χ.
Κοντά στον Τίβερη, Ρώμη
Τόπος ταφήςΡώμη
ΠατέραςΤιβέριος Σεμπρόνιος Γράκχος ο Πρεσβύτερος
ΜητέραΚορνηλία Σκιπιώνις Αφρικάνα
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Βιογραφικά ΣτοιχείαΕπεξεργασία

Ο Τιβέριος Σεμπρώνιος Γράκχος (~163-133 π.Χ) ήταν Ρωμαίος πολιτικός ο οποίος εκτέλεσε χρέη δημάρχου το 133 π.Χ . Γεννήθηκε περίπου το 163 π.Χ και ήταν γιος του Τιβέριου Σεμπρώνιου Γράκχου και της Κορνηλίας, κόρης του Σκιπίωνα του Αφρικανού, νικητή του Αννίβα . Αδελφός του ήταν ο Γαίος Σεμπρώνιος Γράκχος. Ο Τιβέριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας αλλά από γενιά πληβείων[1] . Έλαβε ελληνική παιδεία και μεγάλη επιρροή άσκησαν πάνω του οι διδάσκαλοί του Διοφάνης ο Μυτιληναίος και Βλόσσιος ο Κυμαίος που η διδασκαλία τους εμπνεόταν από τις στωικές αντιλήψεις για την κοινωνική ισότητα. Θεωρήθηκε ήρωας πολέμου στην Καρχηδόνα, όπου είχε σκαρφαλώσει πρώτος το εχθρικό τείχος[2] ενώ λέγεται ότι διακρίθηκε αργότερα και στην πολιορκία της Νουμαντίας[3] . Υπήρξε εκφραστής μιας φιλολαϊκής πολιτικής με σκοπό να εισαγάγει νομοθετική ρύθμιση[4] σύμφωνα με την οποία θα καθοριζόταν η έκταση γης που δικαιούταν να κατέχει ένας Ρωμαίος πολίτης και τη διανομή γαιών στους ακτήμονες αντί μικρού χρηματικού ποσού προς το ρωμαϊκό κράτος, το οποίο πλέον δεν είχε καμία αξίωση στους κλήρους αυτούς. Σκοπός της ρύθμισης αυτής ήταν ο περιορισμός των εκτάσεων που διέθεταν οι πλούσιοι γαιοκτήμονες και κατά συνέπεια να πληγούν και οι ίδιοι.

Το πρόβλημα κατοχής της έγγειας ιδιοκτησίας τον 4ο -2ο αιώνα π.ΧΕπεξεργασία

Ο Τιβέριος καθώς περνούσε από την Ετρουρία προκειμένου να πάει στις λεγεώνες της Ισπανίας, σοκαρίστηκε από την κατάσταση που αντίκρισε στην ύπαιθρο. Οι ντόπιοι μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές που αποτελούσαν και την παραδοσιακή ραχοκοκαλιά[5] της ιταλικής γεωργίας είχαν πλέον εξαφανιστεί και στη θέση τους εργάζονταν ξένοι δούλοι. Σύμφωνα με ένα φυλλάδιο που έγραψε αργότερα ο μικρός του αδερφός, Γαίος Γράκχος και παρατίθεται σε μεταγενέστερη βιογραφία, εκείνη ήταν η στιγμή η οποία αποτέλεσε και αφορμή για να ταχθεί ο Τιβέριος υπέρ της αγροτικής μεταρρύθμισης. Όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος στον ρωμαϊκό λαό, πολλοί από τους άντρες που πολέμησαν στους πολέμους της Ρώμης «αποκαλούνται αφέντες του κόσμου αλλά δεν έχουν ένα κομμάτι γης που να το λεν δικό τους»[6].Μια αγροτική επανάσταση φαινόταν λογική συνέπεια των επεκτατικών πολέμων της Ρώμης, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει μια νέα κοινωνική ανισότητα[7]. Συγκεκριμένα, στη διάρκεια του πολέμου του Αννίβα στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ οι αντίπαλοι στρατοί είχαν διασχίσει ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο και αυτό είχε αρνητικές συνέπειες για τις καλλιεργήσιμες γαίες. Οι ανάγκες στρατολόγησης του ρωμαϊκού στρατού για εκστρατείες έξω από την Ιταλία ήταν τέτοιες που αφαιρούσαν εργατικά χέρια από το αγροτικό δυναμικό. Έτσι λοιπόν, οι μικροκαλλιεργητές ήταν εκτεθειμένοι στην αποτυχία, τη χρεοκοπία ή τις εξαγορές από τους πλουσίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα πλούτη τα οποία είχαν αποκτήσει από τις υπερπόντιες κατακτήσεις με σκοπό να φτιάξουν μεγάλες ιδιοκτησίες. Οι εργαζόμενοι σε αυτές ήταν δούλοι. Εξάλλου, το να έχει ένας Ρωμαίος πολίτης έγγεια ιδιοκτησία ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και την κοινωνική του θέση. Με βάση την έγγεια ιδιοκτησία γινόταν και η τίμηση[8] (λατινικά: census), δηλαδή η διάκριση και κατάταξη σε κοινωνικές τάξεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που από πολύ νωρίς έγιναν αγώνες για τη διανομή της γης οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα την ψήφιση μιας σειράς από αγροτικούς νόμους. Μάλιστα, το 367 π.Χ ψηφίστηκαν οι Λικίνιοι-Σέξτιοι[9] νόμοι σύμφωνα με τους οποίους θα περιοριζόταν η κατοχή δημόσιας γης. Πολλοί όμως από τους νόμους αυτούς παραβιάστηκαν ενώ η έκταση της δημόσιας γης ολοένα και αυξανόταν[10] είτε λόγω της δήμευσης της γης των πόλεων που βοήθησαν τον Αννίβα είτε από τις κατακτήσεις που έγιναν στο κομμάτι της Γαλατίας που βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή των Άλπεων.

Η δημαρχία και οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του ΤιβέριουΕπεξεργασία

Το 133 π.Χ ο Τιβέριος εκλέχθηκε δήμαρχος του λαού και αποφάσισε να λύσει το ζήτημα της έξωσης των φτωχών από τις καλλιεργήσιμες γαίες τους. Εισήγαγε μια πρόταση στην Πληβειακή Εκκλησία, τον Αγροτικό Νόμο. Μέσω αυτού επεδίωκε να έρθουν και πάλι σε ισχύ οι Λικίνιοι-Σέξτιοι νόμοι, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν πέσει σε αχρηστία. Αναλυτικότερα, θα μοιράζονταν στους φτωχούς εκτάσεις της ρωμαϊκής δημόσιας γης η οποία ήταν μέρος των εδαφών που είχαν ιδιοποιηθεί οι Ρωμαίοι κατακτώντας την Ιταλία. Αυτό αφορούσε κυρίως τους πλούσιους Ρωμαίους και Ιταλούς οι οποίοι είχανε αρπάξει μεγάλος μέρος της δημόσιας γης και την είχανε μετατρέψει σε ατομική τους ιδιοκτησία. Πρότεινε επίσης να περιοριστούν τα κτήματα τους σε 1200 στρέμματα[11] (500 iugera) το καθένα, το οποίο ισχυριζόταν ότι ήταν το παλιό νόμιμο όριο ενώ παράλληλα πρότεινε να κατατμηθούν τα υπόλοιπα σε μικρές μονάδες που θα μοιράζονταν στους άκληρους. Ο νόμος ψηφίστηκε από τη συνέλευση αλλά συγχρόνως ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Ένας από τους συνδημάρχους του Τιβέριου, ο Μάρκος Οκτάβιος προσπάθησε επανειλημμένα να ασκήσει βέτο[12] αλλά ο Τιβέριος αγνόησε την ένστασή του και κατάφερε ο λαός να ψηφίσει την απομάκρυνση του Οκτάβιου από το αξίωμα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπερψήφιση του νόμου και τη δημιουργία μια επιτροπής η οποία αποτελούνταν από τον ίδιο, τον αδερφό του Γράκχο και τον πεθερό του και αποσκοπούσε στην εκ νέου απόδοση των γαιών. Η Σύγκλητος που τα συμφέροντά της δεν εξυπηρετούνταν ιδιαίτερα μέσω αυτού του νόμου, αρκέστηκε σε μια ασήμαντη χρηματική χορηγία για την υλοποίηση του σχεδίου. Τότε ο Τιβέριος στράφηκε για ακόμα μια φορά στο λαό και τον έπεισε να ψηφίσει ένα νέο σχέδιο με σκοπό τη χρηματοδότηση της επιτροπής. Το 133 π.Χ ο Άτταλος Γ΄, βασιλιάς της Περγάμου, πέθανε και κληροδότησε όλη του την περιουσία και το βασίλειό του στο ρωμαϊκό κράτος. Ο Τιβέριος λοιπόν πρότεινε οι θησαυροί αυτοί να δοθούν στην επιτροπή για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το σχέδιο[13] της μέτρησης, κατόπτευσης και επιλογής των νέων νομέων καθώς και τον εφοδιασμό αυτών με τα σύνεργα του γεωργού. Άρχισε όμως να δέχεται απειλές και επιθέσεις αλλά και κατηγορίες ότι φιλοδοξούσε να γίνει βασιλιάς. Τότε αποφάσισε να ξανακατέβει στις εκλογές του επόμενου χρόνου, δηλαδή αυτές που θα γίνονταν το 132 π.Χ . Έτσι, έθεσε υποψηφιότητα για τις εκλογές του 132 π.Χ καθώς επιθυμούσε να κατοχυρώσει τη λειτουργία της επιτροπής που είχε συστήσει ο ίδιος, γεγονός που απαιτούσε να ξαναγίνει δήμαρχος και να μπορέσει να συνεργαστεί με τους υπόλοιπους δημάρχους. Το πρόγραμμά του ήταν ιδιαίτερα ριζοσπαστικό[14] καθώς πρότεινε μεταξύ άλλων τη μείωση της στρατιωτικής θητείας, τη μεταβολή της σύνθεσης των ορκωτών δικαστηρίων και την παραχώρηση του δικαιώματος του Ρωμαίου πολίτη στους συμμάχους. Πολλοί συγκλητικοί τον κατηγόρησαν ότι προσπαθεί να εγκαθιδρύσει τυραννίδα ενώ οι αριστοκράτες είδαν τα συμφέροντά τους να απειλούνται.

ΔολοφονίαΕπεξεργασία

Οι ρωμαϊκές εκλογές[15] έπαιρναν χρόνο και στην Πληβειακή Εκκλησία, που επέλεγε τους δημάρχους, το εκλογικό σώμα συγκεντρωνόταν όλο σε ένα μέρος και οι φυλετικές ομάδες ψήφιζαν κατά σειρά με τον κάθε άντρα να ρίχνει την ψήφο του ατομικά ο ένας μετά τον άλλον. Πολλές φορές χρειαζόταν παραπάνω από μια μέρα για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Το 133 π.Χ οι ψήφοι για τους δημάρχους της επόμενης χρονιάς ρίχνονταν στον Καπιτωλίνο Λόφο όταν ξαφνικά εισέβαλε απόσπασμα και αφού ακολούθησε ένοπλη σύγκρουση, ο Τιβέριος και υποστηρικτές του δολοφονήθηκαν και λέγεται ότι τα πτώματά τους πετάχτηκαν στον ποταμό Τίβερη. Ο άνθρωπος πίσω από όλα αυτά ήταν ο ξάδερφος του Τιβέριου, Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίωνας Νασικάς Σεραπίωνας, πρώην ύπατος και επικεφαλής μιας από τις κύριες ομάδες Ρωμαίων ιερέων, των ποντιφίκων. Η δολοφονία του υπήρξε σαφέστατα μια παράνομη πράξη η οποία όμως δικαιολογήθηκε από τη Σύγκλητο με το πρόσχημα της καταστολής μιας επερχόμενης επανάστασης[16] της οποίας ο Τιβέριος θα ηγούνταν.

Αποτίμηση και συνέχιση του έργου τουΕπεξεργασία

Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Τιβέριου ήταν γενναία και τα μέτρα του τολμηρά. Ωστόσο, με την καθαίρεση του συνδημάρχου του Μάρκου Οκτάβιου έγινε για πρώτη φορά προσβολή της αρχής του απαραβίαστου[17] της δημαρχικής εξουσίας. Υπήρξε όμως και μια άλλη παραβίαση, την οποία και εκμεταλλεύτηκε η Σύγκλητος. Με την απόπειρα επανεκλογής του παραβίασε έναν αυστηρό νόμο[18] , ο οποίος απαγόρευε την επανεκλογή του ίδιου άρχοντα την αμέσως επόμενη χρονιά. Θαρραλέα ήταν και η πρόθεση του Τιβέριου να διαθέσει τους θησαυρούς του Αττάλου Γ΄ για την υλοποίηση του σχεδίου που είχε ως στόχο την παροχή εργαλείων στους ακτήμονες. Ο θάνατος του Τιβέριου δεν σταμάτησε το έργο του αναδασμού της γης. Η προσπάθειά του συνεχίστηκε[19] και μετά τη δολοφονία του έως το 129 π.Χ όμως το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα πραγματοποιήθηκε μόνο ως έναν βαθμό. Βρέθηκε αντικαταστάτης του στην επιτροπή. Βέβαια υπήρξαν και άλλα θύματα όπως οι υποστηρικτές του Τιβέριου οι οποίοι προσάχθηκαν σε δίκη από ειδικό δικαστήριο το οποίο είχε συγκαλέσει η Σύγκλητος και τουλάχιστον ένας από αυτούς θανατώθηκε. Ο Σκιπίωνας Νασικάς πέθανε ένα χρόνο αργότερα στην Πέργαμο. Παρ’όλα αυτά, η μορφή του Τιβέριου έγινε έμβλημα για τους οπαδούς του οι οποίοι δεν εγκατέλειψαν την ιδέα της αγροτικής μεταρρύθμισης. Άμεσος συνεχιστής του έργου του ήταν ο αδερφός του, Γαίος Σεμπρώνιος Γράκχος.



ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Φυντίκογλου, Τσίτσιου-Χελιδόνη (2015). Lingua Latina. σελ. 22. 
  2. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης. σελ. 191. 
  3. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 21. 
  4. Φυντίκογλου, Τσίτσιου-Χελιδόνη (2015). Lingua Latina. σελ. 22. 
  5. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης. σελ. 191. 
  6. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης. σελ. 191. 
  7. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 20. 
  8. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 21. 
  9. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 21. 
  10. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 21. 
  11. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αραίας Ρωμής. σελ. 193. 
  12. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης. σελ. 193. 
  13. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης. σελ. 193. 
  14. Φυντίκογλου, Τσίτσιου-Χελιδόνη (2015). Lingua Latina. σελ. 22. 
  15. Beard (2017). S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης. σελ. 194. 
  16. Φυντίκογλου, Τσίτσιου-Χελιδόνη (2015). Lingua Latina. σελ. 22. 
  17. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 22. 
  18. Καλοκαιρινός (1982). Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. σελ. 22. 
  19. Φυντίκογλου, Τσίτσιου-Χελιδόνη (2015). Lingua Latina. σελ. 22. 

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

1. Κώστας Καλοκαιρινός, 1982, Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή, 7η έκδοση, Αθήνα, εκδόσεις Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων

2. Βασίλης Α. Φυντίκογλου και Χρυσάνθη Τσίτσιου-Χελιδόνη, 2015, Lingua Latina, Αθήνα, εκδόσεις ΣΕΑΒ

3. Mary Beard, 2017, S.P.Q.R Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης, 1η έκδοση, Αθήνα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δείτε ακόμηΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία